27.7 C
Athens
Τρίτη 21 Μαΐου 2024

«Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: από το αρχοντικό της Ύδρας στους κήπους της Κέρκυρας» και η σπάνια φιλία με τον Άγγελο Κατακουζηνό

Λεπτομέρεια από τη δίφυλλη πόρτα στο σπίτι των Κατακουζηνών που φιλοτέχνησε ο Ν.Χ. Γκίκας με θέμα τις τέσσερις εποχές.

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας (26 Φεβρουαρίου 1906 – 3 Σεπτεμβρίου 1994) ήταν σημαντικός Έλληνας ζωγράφος, γλύπτης, χαράκτης, εικονογράφος, συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Διετέλεσε καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και ιδρυτικό μέλος του ελληνικού τμήματος της “AICA” (Association Internationale des Critiques d’Art, Διεθνής Ένωση Κριτικών Τέχνης).

Ο Άγγελος Κατακουζηνός (1904 – 1982) ήταν διαπρεπής Έλληνας ψυχίατρος – νευρολόγος, αναγνωρισμένος στην Ευρώπη και την Αμερική.

Ο Άγγελος Κατακουζηνός και ο Ν. Χ. Γκίκας διατήρησαν μια σπάνια φιλία για πάνω από πενήντα χρόνια. Οι Φίλοι του Μουσείου Μπενάκη στο πλαίσιο του εορτασμού «60 Χρόνια Φίλοι» και της έκθεσης «Γκίκας – Craxton – Leigh Fermor: η γοητεία της ζωής στην Ελλάδα», οργανώνουν μια διάλεξη με την Ιστορικό Τέχνης και Επιμελήτρια της έκθεσης κ. Εβίτα Αράπογλου, με θέμα:
«Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: από το αρχοντικό της Ύδρας στους κήπους της Κέρκυρας».

Τρίτη 27 Ιουνίου, ώρα 21:00 στη βεράντα του εστιατορίου του Μουσείου, στην οδό Κουμπάρη 1.

Ειδικά για τη βραδιά αυτή η έκθεση θα είναι ανοικτή από τις 20:00.

Είσοδος ελεύθερη.

  • Απόσπασμα από επιστολή του Ν. Χ. Γκίκα στον Άγγελο Κατακουζηνό:

“2 Αυγούστου
Αγαπημένε μου Άγγελε,

Σ’ ευχαριστώ για το γράμμα σου που όπως πάντοτε δείχνει αληθινή φιλία και αγάπη. Είναι παρήγορα αληθινό να αισθάνεται κανείς ότι έχει έναν τέτοιο φίλο και ότι υπάρχει αυτό το προϊόν ακόμα στον κόσμο που ζούμε, διότι τείνει κανείς να πιστέψει ότι εξέλειπε τελείως”.

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 1906. Πατέρας του ήταν ο καταγόμενος από τα Ψαρά αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος. Μητέρα του η Ελένη Γκίκα, της γνωστής οικογένειας Γκίκα, η οποία είχε εγκατασταθεί στην Ύδρα. Ο μικρός Νίκος βρισκόταν κάθε καλοκαίρι στο νησί και αυτή η διαμονή του επηρέασε την καλλιτεχνική του δημιουργία. Οι γονείς του, με την παραίνεση του σχολείου του, στο οποίο είχε απαλλαγεί από το μάθημα της ιχνογραφίας λόγω εξαίρετων επιδόσεων, αντιλαμβανόμενη το ταλέντο του νεαρού τον έστειλε να μαθητεύσει αρχικά κοντά στον Βασίλη Μαγιάση (1917) και, το 1921, στον Κωνσταντίνο Παρθένη.

Το 1922 ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στο Λεόντειο Λύκειο και αρχικά εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1923 εγκαταλείπει τη Σχολή και την Αθήνα, μετοικώντας για σπουδές στο Παρίσι, όπου εγγράφεται στη Σορβόννη, παρακολουθώντας μαθήματα γαλλικής και ελληνικής φιλολογίας και αισθητικής. Το 1923 συμμετέχει σε ομαδική έκθεση στην γκαλερί Salon des Independants. Τον επόμενο χρόνο εγγράφεται στην Academie Ranson, όπου παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής, με καθηγητή τον Ροζέ Μπισιέρ (Roger Bissiere) και χαρακτικής με καθηγητή τον Δημήτρη Γαλάνη, συμμετέχοντας παράλληλα σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις. Η πρώτη ατομική του έκθεση οργανώνεται το 1927 στην Galerie Percier στο Παρίσι. Το 1928 εκθέτει για πρώτη φορά στην Αθήνα, από κοινού με τον γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο στην γκαλερί “Στρατηγοπούλου”. Την ίδια χρονιά καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, την οποία ολοκληρώνει το 1929. Όταν απολύεται νυμφεύεται την ποιήτρια Αντιγόνη Κοτζιά και αναχωρούν μαζί για το Παρίσι.

Το 1930 συμμετέχει στην έκθεση που οργανώνεται στο Salon des Surindépendants στο Παρίσι και στην έκθεση της ομάδας “Τέχνη 1930” στο Ζάππειο Μέγαρο της Αθήνας. Στις εκθέσεις αυτές συμμετέχει και το 1931. Το 1932 δημοσιεύει στο περιοδικό “Πολιτεία” άρθρο σχετικό με τα ιταλικά σχέδια του Μουσείου του Λούβρου. Συμμετέχει εκ νέου στην έκθεση του Salon des Surindépendants.

Το 1933 διοργανώνει στην Αθήνα το 4ο Διεθνές Αρχιτεκτονικό Συμπόσιο, στο οποίο συμμετέχουν μεγάλα ονόματα του χώρου, όπως οι Λε Κορμπυζιέ, Φερνάν Λεζέ, Κριστιάν Ζερβός κ. ά., ενώ συμμετέχει με γραπτά του, σχετικά με την αισθητική, στο περιοδικό “Σήμερα”, το οποίο εκδίδουν οι Μιχάλης Τόμπρος και Κώστας Ουράνης. Το 1934 εκθέτει στην Gallerie des Cahiers d’ Art του Παρισιού πίνακες και γλυπτά του, ενώ συμμετέχει σε διεθνείς εκθέσεις τόσο στο Παρίσι όσο και στη Βενετία. Το 1935 εκθέτει 61 πίνακές του στη Λέσχη των Καλλιτεχνών, μαζί με έργα του Τόμπρου και του Μιχαήλ Γουναρόπουλου. Εκδίδεται από τον Ανατόλ Γιακοβσκί (Anatole Jakovski) λεύκωμα με έργα χαρακτικής 23 κορυφαίων καλλιτεχνών, όπως οι Πάμπλο Πικάσο, Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Βασίλι Καντίνσκι κ.ά. στο οποίο περιλαμβάνει έργα του.

Την ίδια χρονιά ξεκινά νέα δραστηριότητα: Μαζί με τους Δημήτρη Πικιώνη, Σωκράτη Καραντινό και Τ. Κ. Παπατσώνη, με τους οποίους συνδέεται φιλικά, εκδίδει το περιοδικό “Το Τρίτο Μάτι”. Ο Γκίκας την επόμενη τριετία ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, μεταξύ Αθήνας και Ύδρας. Σχεδιάζει τα κοστούμια θεατρικών παραστάσεων, όπως του έργου “Όπως Αγαπάτε” του Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Θέατρο “Κοτοπούλη”) και του έργου “Η Ζήλια του Μπαρμπουγιέ” του Μολιέρου (“Νέα Δραματική Σχολή” Σ. Καραντινού, 1938). Άρθρα του σχετικά με την τέχνη και τη ζωγραφική εμφανίζονται σε ελληνικά περιοδικά (Τέχνη και Νέον Κράτος). Το 1938 συμμετέχει στην Πανελλήνια Έκθεση Χαρακτικής στο Ζάππειο μέγαρο και το 1939 συμμετέχει σε έκθεση ζωγραφικής στον ίδιο χώρο με δύο έργα του, ένα από τα οποία είναι ο πολύ γνωστός πίνακάς του Το μεγάλο τοπίο της Ύδρας. Ο Λόρενς Ντάρελ και ο Γιώργος Κατσίμπαλης τον φέρνουν σε επαφή με τον Χένρι Μίλερ. Οι δύο άνδρες συνδέονται με στενή φιλία, ο Γκίκας φιλοξενεί τον Μίλερ στο σπίτι του στην Ύδρα και κάνουν μαζί εκδρομές στους Δελφούς και την Ελευσίνα. Για τη σχέση αυτή θα εκδώσει, το 1991, το βιβλίο “Ν. Χ. Γκίκας – Χένρυ Μίλλερ. Χρονικό φιλίας”.

Το 1940 με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου επιστρατεύεται και υπηρετεί στο Μηχανικό. Με τη λήξη του πολέμου η Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ προκηρύσσει θέση καθηγητή. Ο Γκίκας θέτει υποψηφιότητα και το 1941 εκλέγεται καθηγητής της Σχολής. Στη θέση αυτή παραμένει μέχρι το 1958.

Κατά τις δεκαετίες του 1950, του 1960, του 1970 και του 1980 πραγματοποιεί πολυάριθμες εκθέσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Βελιγράδι, τη Στοκχόλμη, την Οτάβα, το Σινσινάτι, τη Νέα Υόρκη, την Ουάσιγκτον, το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες, το Σαιντ-Ετιέν και, φυσικά, την Αθήνα. Εικονογραφεί βιβλία και σχεδιάζει κοστούμια για πολλές παραστάσεις. Το 1970 η Ακαδημία Αθηνών του απονέμει το “Αριστείο Καλών Τεχνών” και το 1972 τον εκλέγει τακτικό της μέλος στην έδρα των Εικαστικών Τεχνών. Το 1979 παρουσιάζεται στην British Academy of Film and TV International TV Festival ταινία του Βασίλη Μάρου, με θέμα τη ζωή του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα. Στην Αθήνα κυκλοφορούν τα βιβλία του Ελληνικοί Προβληματισμοί (1982), Ανίχνευση της Ελληνικότητας (1984) και Γέννηση της Νέας Τέχνης (1987). Το 1982 εκλέγεται επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το 1987 επίτιμο μέλος της βρετανικής “Royal Academy of Arts” και το 1991 επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνεχίζει να εκθέτει τόσο στην Αθήνα όσο και στην Άνδρο αλλά και στο εξωτερικό. Τελευταία έκθεσή του το 1994 (μικρογλυπτική και κόσμημα).

Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ)

Απεβίωσε στην Αθήνα, στην οικία του της οδού Κριεζώτου, στις 3 Σεπτεμβρίου 1994.

Άγγελος και Λητώ Κατακουζηνού.
Ένα φιλότεχνο και καλλιεργημένο ζευγάρι, που αγαπήθηκε πολύ

Ο Άγγελος Κατακουζηνός γεννήθηκε στη Λέσβο και μεγάλωσε στη Σμύρνη. Φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή και άρχισε να σπουδάζει ιατρική στο Montpellier ολοκληρώνοντας τελικά τις σπουδές του στο Παρίσι (δώδεκα χρόνια συνολικά) στα νοσοκομεία Necker και Salpetriere. Επέστρεψε στην Ελλάδα, εργάστηκε στην Κλινική Παμμακαρίστου και ίδρυσε μία από τις πρώτες ψυχιατρικές κλινικές στην Ελλάδα στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός όντας από τους πρώτους που χρησιμοποίησε τη ναρκοαναλυτική μέθοδο. Απέκτησε διεθνή φήμη προσελκύοντας διάσημους πελάτες μεταξύ των οποίων ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Albert Camus κ.α. Υπήρξε καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας καθώς και μέλος της Λεγεώνας της Τιμής. Αντίθετα στην Ελλάδα δεν κατάφερε να εκλεγεί καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθώς, σύμφωνα με το σκεπτικό του εκλεκτορικού σώματος, «ήταν υπερβολικά καλός ομιλητής, πειστικός και διαυγής, συνεπώς ικανός να αποπροσανατολίσει του φοιτητές». Το 1979 προτάθηκε για μέλος της Ακαδημίας Αθηνών αλλά δεν έγινε δεκτός.

Παράλληλα με την ακαδημαϊκή του δραστηριότητα, ανέπτυξε αξιόλογη πολιτιστική δράση. Υπήρξε ιδρυτής του Γαλλοελληνικού Ινστιτούτου καθώς και της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος. Το 1955 εισήλθε στο διοικητικό συμβούλιο του ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ και το 1961 διετέλεσε αντιπρόεδρος αυτού. Καθοριστικές ήταν οι πρωτοβουλίες του για την προώθηση του ζωγράφου Θεόφιλου. Το σπίτι του υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα φιλολογικά σαλόνια της εποχής ενώ ήταν προσωπικός φίλος με τους Γεώργιο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Χατζηκυριάκο – Γκίκα, Ανδρέα Εμπειρίκο κ.α. Το 1997 μετά τον θάνατο της γυναίκας του, Λητώς, η οικία τους επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας δωρήθηκε στο Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού για να λειτουργήσει ως μουσείο.

Απεβίωσε στις 28 Αυγούστου 1982 στην Αθήνα. Ήταν παντρεμένος με τη συγγραφέα Λητώ Πρωτόπαππα.

  • Αρχική φωτογραφία: Ο Ν. Χ. Γκίκας σε μια ομιλία του τη δεκαετία του ’70, από το αρχείο Α. & Λ. Κατακουζηνού

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -