Νγκούγκι γουά Θιόνγκο – Το παραμύθι του σώματος

Νγκούγκι γουά Θιόνγκο – Το παραμύθι του σώματος

ΔΙΗΓΗΜΑ

Η επανάσταση της ανόρθωσης ή Γιατί οι άνθρωποι περπατούν όρθιοι

Πριν από πάρα πολλά χρόνια οι άνθρωποι περπάταγαν με τα πόδια και τα μπράτσα τους, όπως ακριβώς και τα υπόλοιπα τετράποδα πλάσματα. Οι άνθρωποι ήταν ταχύτεροι από τον λαγό, την λεοπάρδαλη ή τον ρινόκερο. Τα πόδια και τα μπράτσα βρίσκονταν κοντύτερα μεταξύ τους απ’ ό,τι άλλα όργανα∙ είχαν παρόμοιες αντίστοιχες αρθρώσεις, τους ώμους και τους γοφούς, τους αγκώνες και τα γόνατα, τους αστραγάλους και τους καρπούς, ενώ τα χέρια και τα πόδια κατέληγαν το καθένα σε πέντε δάκτυλα με νύχια στο κάθε δάχτυλο. Τα χέρια και τα πόδια είχαν παρόμοια διάταξη των πέντε δακτύλων τους από το μεγάλο δάχτυλο και τον αντίχειρα των χεριών μέχρι τα μικρότερα δάκτυλα των ποδιών. Εκείνο τον καιρό ο αντίχειρας βρισκόταν κοντά στα άλλα δάκτυλα, όπως ακριβώς και το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού. Τα πόδια και τα μπράτσα αλληλοαποκαλούνταν πρώτα ξαδέρφια.

Αλληλοβοηθούνταν ώστε να μεταφέρουν το σώμα όπου ήθελε να πάει. Στην αγορά, στα μαγαζιά, πάνω κάτω στα δέντρα και στα βουνά, οπουδήποτε απαιτούνταν κίνηση. Ακόμα και μέσα στο νερό, συνεργάζονταν μια χαρά για να βοηθούν το σώμα να επιπλέει, να κολυμπά ή να κάνει βουτιές. Ήταν δημοκρατικά και ισότιμα στη σχέση τους. Μπορούσαν επίσης να δανείζονται τις χρήσεις του έργου άλλων οργάνων, τον ήχο, ας πούμε, από το στόμα, την ακοή από το αυτί, την όσφρηση από τη μύτη, ακόμα και την όραση από τα μάτια.

Ο ρυθμός τους και ο απρόσκοπτος συντονισμός τους έκανε τα άλλα μέρη του σώματος να πρασινίζουν από ζήλια. Δυσανασχετούσαν επειδή έπρεπε να δανείζουν τις δικές τους ιδιαίτερες ικανότητες στα ξαδέρφια. Τα τύφλωνε η ζήλια από το γεγονός ότι τα πόδια και τα χέρια έπαιρναν τις θέσεις τους. Άρχισαν να συνωμοτούν εναντίον των δυο ζευγαριών.

Η Γλώσσα δανείστηκε ένα σχέδιο από το Μυαλό και το εφάρμοσε αμέσως. Άρχισε να αναρωτιέται μεγαλοφώνως για τις αντίστοιχες δυνάμεις των μπράτσων και των ποδιών. Ποια ήταν δυνατότερα; αναρωτιόταν. Τα δυο ξαδέρφια μέλη, τα οποία ποτέ δεν σκοτίζονταν γι’ αυτό που το άλλο έπρεπε και μπορούσε να κάνει, τώρα δανείστηκαν τον ήχο από το στόμα και βάλθηκαν να διαλαλούν ότι το ένα ζευγάρι ήταν σημαντικότερο για το σώμα από το άλλο. Σύντομα το ερώτημα αυτό αντικαταστάθηκε από το ερώτημα ποιο ήταν το πιο κομψό. Τα μπράτσα καμάρωναν για τα μακριά και λεπτά δάκτυλα των χεριών τους, κάνοντας ταυτοχρόνως σαρκαστικά σχόλια για τα δάκτυλα των ποδιών που ήταν κοντά και χοντρά. Μη θέλοντας να μείνουν έξω απ’ το παιχνίδι, τα δάκτυλα των ποδιών αντέδρασαν και πήραν στο ψιλό τα λεπτά δάκτυλα, τα λιμασμένα ξαδέρφια! Μέρες κράτησε αυτό, επηρεάζοντας την ικανότητά τους να συνεργαστούν αποτελεσματικά. Στο τέλος, το ζήτημα συμπυκνώθηκε στο ερώτημα της ισχύος, και αυτά απευθύνθηκαν στα άλλα όργανα επιζητώντας τη διαιτησία τους.

Αυτή που πρότεινε ένα διαγωνισμό ήταν η Γλώσσα. Μια λαμπρή ιδέα, συμφώνησαν οι πάντες. Τι όμως; Κάποιος πρότεινε έναν αγώνα πάλης – να παλέψουν τα μπράτσα με τα πόδια. Άλλοι πρότειναν ξιφασκία, ταχυδακτυλουργίες, αγώνα δρόμου, ή ένα παιχνίδι παρόμοιο με το σκάκι ή τη ντάμα, όλα αυτά όμως αποκλείσθηκαν μια που θεωρήθηκαν δύσκολα στην εκτέλεσή τους ή άδικα ως προς το ένα ή το άλλο μέλος. Ακόμα μια φορά, η Γλώσσα, αφού δανείστηκε τη σκέψη από το Μυαλό, πρότεινε μια απλή λύση. Κάθε ζεύγος οργάνων θα συμμετείχε, με τη σειρά του, με μια πρόκληση. Τα μπράτσα και τα πόδια συμφώνησαν.

Ο διαγωνισμός έγινε σε ένα ξέφωτο στο δάσος, κοντά σ’ ένα ποτάμι. Όλα τα όργανα βρίσκονταν σε κατάσταση έκτακτου συναγερμού λόγω κινδύνου ή για οτιδήποτε θα μπορούσε να αιφνιδιάσει το σώμα, τώρα που όλα του τα όργανα δεσμεύονταν σε έναν εσωτερικό αγώνα. Τα μάτια σάρωναν τα πάντα ολόγυρα ώστε να αποφευχθεί και ο παραμικρός κίνδυνος από οποιαδήποτε απόσταση∙ τα αυτιά ανέλαβαν να ακούν και τον παραμικρό θόρυβο που θα ερχόταν από οποιαδήποτε απόσταση∙ η μύτη καθάρισε όσο γινόταν καλύτερα τα ρουθούνια της για να ανιχνεύσει τη μυρωδιά οποιουδήποτε κινδύνου θα ξέφευγε από τα άγρυπνα μάτια και τα αυτιά που αφουγκράζονταν. Και η γλώσσα ήταν έτοιμη να ξεφωνίσει «κίνδυνος».

Ο άνεμος σκόρπισε τα νέα για τον διαγωνισμό στις τέσσερις γωνιές του δάσους, στο νερό και στον αέρα. Ανάμεσα στα πρώτα που συγκεντρώθηκαν, ήταν τα τετράποδα ζώα, πολλά από τα μεγαλύτερα μάλιστα κρατούσαν πράσινα κλαδιά για να δείξουν ότι έρχονταν με ειρηνικές διαθέσεις. Ήταν ένα πολύχρωμο πλήθος που το αποτελούσαν η Λεοπάρδαλη, το Τσιτάχ, το Λιοντάρι, ο Ρινόκερος, η Ύαινα, ο Ελέφαντας, η Καμηλοπάρδαλη, η Καμήλα, η Αγελάδα με τα μακριά κέρατα και το Βουβάλι με τα κοντά κέρατα, η Αντιλόπη, η Γαζέλα, ο Λαγός, ο Ασπάλακας και ο Αρουραίος. Τα υδρόβια, ο Ιπποπόταμος, το Ψάρι, ο Κροκόδειλος, άπλωσαν το πάνω μέρος του κορμιού τους στις όχθες, αφήνοντας το υπόλοιπο μέσα στο ποτάμι. Τα δίποδα, η Στρουθοκάμηλος, η Φραγκόκοτα και το Παγώνι χτυπούσαν ενθουσιασμένα τα φτερά τους. Ο Τζίτζικας τερέτιζε όλη την ώρα. Η Αράχνη, το Σκουλήκι, η Σαρανταποδαρούσα και το Χιλιόποδο σέρνονταν στο χώμα ή πάνω στα δέντρα. Ο Χαμαιλέων περπατούσε αθέατος, προσεκτικά, με το πάσο του, ενώ η Σαύρα έτρεχε ολόγυρα, χωρίς να στέκεται ούτε μια στιγμή στο ίδιο μέρος. Η Μαϊμού, ο Χιμπαντζής, ο Γορίλας πηδούσαν από κλαδί σε κλαδί. Ακόμα και τα δέντρα και οι θάμνοι λικνίζονταν απαλά πέρα-δώθε, έγερναν, μένοντας στο τέλος κι αυτά, με τη σειρά τους, ασάλευτα.

Το Στόμα σήμανε την έναρξη του διαγωνισμού με ένα τραγούδι:

Αυτό το κάνουμε για να είμαστε ευτυχισμένα,

Αυτό το κάνουμε για να είμαστε ευτυχισμένα,

Αυτό το κάνουμε για να είμαστε ευτυχισμένα,

Γιατί όλα μας από την ίδια φύση

Είμαστε πλασμένα.

Τα μπράτσα και τα πόδια ορκίστηκαν να αποδεχτούν το αποτέλεσμα χωρίς διαμαρτυρίες, χωρίς εκρήξεις οργής, απειλές για μποϋκοτάζ, απεργίες ή κωλυσιεργίες.

Τα μπράτσα προχώρησαν στην πρώτη πρόκληση: πέταξαν ένα κομμάτι ξύλο στο χώμα. Τα πόδια, είτε το αριστερό είτε το δεξί ή και τα δυο μαζί σε συνδυασμό, θα έπρεπε να σηκώσουν από το χώμα το κομμάτι του ξύλου και να το πετάξουν. Οποιαδήποτε στιγμή του διαγωνισμού, τα πόδια μπορούσαν να συμβουλευθούν το ένα το άλλο και να τοποθετήσουν τα δάχτυλά τους, μεμονωμένα ή συλλογικά, σε οποιαδήποτε διάταξη, ώστε να εκτελέσουν την αποστολή τους. Τα πόδια δοκίμασαν να αναποδογυρίσουν το ξύλο, δοκίμασαν κάθε δυνατό συνδυασμό, δεν κατάφεραν όμως να το σηκώσουν όπως έπρεπε. Όσο για να το μετακινήσουν, το καλύτερο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να κλωτσήσουν το ξύλο μερικές ίντσες πιο πέρα. Βλέποντας κάτι τέτοιο, τα Δάκτυλα των χεριών δανείστηκαν ήχους από το στόμα και γελούσαν, γελούσαν.

Τα μπράτσα, αυτά που απηύθυναν την πρόκληση, παρέλασαν σαν να συμμετείχαν σε διαγωνισμό ομορφιάς, επιδεικνύοντας τη λεπτότητά τους, κι έπειτα έπιασαν με διαφορετικούς συνδυασμούς το κομμάτι του ξύλου. Το πέταξαν μακριά μέσα στο δάσος, κάνοντας διαγωνιζόμενους και θεατές να βγάλουν όλοι μαζί έναν αναστεναγμό θαυμασμού. Επέδειξαν κι άλλες ικανότητες: μάζεψαν κόκκους άμμου μέσα από ένα κύπελλο με ρύζι, πέρασαν κλωστές σε βελόνες, έφτιαξαν μικρές τροχαλίες για να μετακινήσουν βαρύτερα ξύλα, έφτιαξαν μερικά ακόντια και τα έριξαν πολύ μακριά∙ όλα αυτά ήταν κινήσεις και έργα που τα δάχτυλα των ποδιών μονάχα να ονειρευτούν μπορούσαν. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν τα πόδια, ήταν να κάθονται εκεί και να θαυμάζουν την επίδειξη δεξιοτεχνίας και ευλυγισίας των λεπτών ξαδέρφων τους. Τα μπράτσα των θεατών ξέσπασαν σε μια θύελλα χειροκροτημάτων, εκφράζοντας τον θαυμασμό και την αλληλεγγύη τους στους συναδέλφους τους, πράγμα που έκανε τα πόδια να σκάσουν από το κακό τους. Δεν σκόπευαν όμως να το βάλουν κάτω∙ έστω κι αν κάθονταν εκεί με ύφος θλιμμένο, ενώ τα μεγάλα τους δάκτυλα διέγραφαν μικρούς κύκλους στην άμμο, αυτά προσπαθούσαν να σκεφτούν μια νικηφόρα πρόκληση.

Τέλος ήρθε η σειρά των ποδιών να απευθύνουν μια πρόκληση. Η δική τους, είπαν, θα ήταν απλή. Τα χέρια θα μετέφεραν όλο το σώμα από το ένα μέρος του κύκλου στο άλλο. Τι ηλίθια πρόκληση, σκέφτηκαν τα αλαζονικά δάκτυλα. Το θέαμα άξιζε ό,τι κι αν πεις. Οτιδήποτε σχετικά με το σώμα ήρθε τα πάνω-κάτω. Τα χέρια άγγιξαν το χώμα, τα μάτια βρέθηκαν κοντά στο έδαφος, με τις οπτικές τους γωνίες να περιορίζονται αυστηρά, καθώς πλησίασαν πολύ στη γη. Σκόνη μπήκε στη μύτη, κάνοντάς τη να φτερνίζεται. Πόδια και δάχτυλα έπλεαν στον αέρα, ενώ οι θεατές φώναζαν και τραγουδούσαν παιχνιδιάρικα nyayo juu – πατημασιές στον αέρα.

Nyayo Nyayo juu Πατημασιές, πατημασιές στον αέρα
Hakuna matata Τέρμα οι στενοχώριες
Fuata Nyayo Ακολούθα τις πατημασιές
Hakuna matata Τέρμα οι στενοχώριες
Turukeni angani Που τραβούν στον ουρανό

Η προσοχή τους όμως ήταν προσηλωμένη στα χέρια και στα μπράτσα. Όργανα που μόλις πριν από λίγα λεπτά επιδείκνυαν μια απίστευτη σειρά ικανοτήτων, με το ζόρι κατάφερναν να μετακινηθούν έστω και μια γυάρδα. Μετά από λίγα βήματα, τα χέρια ξεφώνισαν από πόνο, τα μπράτσα παραπάτησαν, άρχισαν να κουτσαίνουν και άφησαν το σώμα να πέσει. Ξεκουράστηκαν κι έκαναν ακόμα μια προσπάθεια. Αυτή τη φορά προσπάθησαν να τεντώσουν τα δάκτυλα ώστε να πατούν καλύτερα στη γη, αλλά μονάχα οι αντίχειρες κατάφεραν να τεντωθούν. Δοκίμασαν τον τροχό, [1] αλλά η κίνηση αυτή αποκλείσθηκε, επειδή για την εκτέλεσή της απαιτούνταν και τα πόδια. Τώρα, είχαν σειρά τα δάκτυλα των ποδιών να γελάσουν κι αυτά.

Δανείστηκαν βαθείς λαρυγγικούς τόνους από το στόμα ώστε να αντιπαραθέσουν το γέλιο τους στους τσιριχτούς τόνους που χρησιμοποίησαν τα δάκτυλα των χεριών. Ακούγοντας αυτό τον σαρκασμό, τα μπράτσα έγιναν έξαλλα και έκαναν μια απεγνωσμένη απόπειρα να μεταφέρουν το σώμα. Δεν κατάφεραν να κάνουν ούτε ένα βήμα. Εξαντλημένα τα χέρια και τα δάκτυλα παραιτήθηκαν από την προσπάθεια.

Τα πόδια είχαν την ευχαρίστηση να επιδείξουν τα αθλητικά τους επιτεύγματα: σημείωναν χρόνους, έτρεχαν, έκαναν μερικά άλματα εις ύψος, άλματα εις μήκος, χωρίς ν’ αφήσουν ούτε μια φορά το σώμα να πέσει κάτω. Τα πόδια όλων των θεατών χτυπούσαν το έδαφος σε ένδειξη επιδοκιμασίας και αλληλεγγύης. Τα μπράτσα σήκωσαν τα χέρια τους για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην αντιαθλητική στάση των άλλων μελών, ξεχνώντας, κατά πώς τα βόλευε, ότι αυτά ξεκίνησαν το παιχνίδι.

Όλα τους όμως, των θεατών συμπεριλαμβανομένων, παρατήρησαν κάτι παράξενο σε σχέση με τα μπράτσα: οι αντίχειρες, που τεντώθηκαν καθώς τα χέρια προσπαθούσαν να μεταφέρουν το σώμα, παρέμειναν χωρισμένοι από τα υπόλοιπα δάκτυλα. Τα αντίπαλα όργανα ήταν έτοιμα να ξαναρχίσουν τα γέλια, όταν παρατήρησαν κάτι άλλο. Αντί οι αντίχειρες που χωρίστηκαν από τα υπόλοιπα δάκτυλα να κάνουν τα χέρια λιγότερο αποτελεσματικά, αυξήθηκε η δυνατότητα των χεριών να σφίγγουν και να αδράχνουν. Τι σήμαινε αυτό; Η παραμόρφωση μετατράπηκε σε δύναμη διαμόρφωσης!

Πέντε μέρες τα όργανα λογομαχούσαν για να αποφασίσουν ποιος ήταν ο νικητής: τα δάκτυλα των χεριών ή τα δάκτυλα των ποδιών κάθε μέλους; Όσο σκληρά κι αν προσπαθούσαν όμως, δεν κατάφερναν να υποδείξουν ένα σαφή νικητή. Κάθε ζευγάρι μελών ήταν καλύτερο σε ό,τι μπορούσε να κάνει καλύτερα∙ κανένα δεν μπορούσε να κάνει χωρίς το άλλο. Και τότε άρχισε μια συνεδρία φιλοσοφικής θεώρησης: Τι ήταν επιτέλους το σώμα; ρωτούσαν όλα, και συνειδητοποίησαν ότι το σώμα ήταν όλα τα όργανα μαζί, ότι το ένα περιεχόταν μέσα στο άλλο. Το κάθε όργανο όφειλε να λειτουργεί καλά, προκειμένου να λειτουργούν όλα καλά.

Θέλοντας όμως να αποφύγουν μια ανάλογη αμφισβήτηση στο μέλλον και για να μην παρεμποδίζεται το ένα από το άλλο, όλα τα όργανα αποφάσισαν από κοινού ότι, στο μέλλον, το σώμα θα περπατούσε όρθιο, με τα πόδια να πατούν σταθερά στη γη και τα μπράτσα να βρίσκονται στον αέρα. Το σώμα χάρηκε με τούτη την απόφαση, επέτρεψε όμως στα παιδιά να περπατούν στα τέσσερα για να μη λησμονούν την καταγωγή τους. Τα όργανα διαχώρισαν τα καθήκοντά τους∙ τα πόδια θα μετέφεραν το σώμα, μόλις όμως θα έφθαναν στον προορισμό τους, τα χέρια θα έκαναν όλη την απαιτούμενη δουλειά, κατασκευάζοντας ή κρατώντας τα εργαλεία.

Ενώ τα πόδια ανέλαβαν το βαρύ καθήκον της μεταφοράς, τα χέρια απλώνονταν και χρησιμοποιούσαν τις δεξιότητές τους για να επεξεργαστούν το περιβάλλον, και να βεβαιωθούν ότι η τροφή έφτανε στο στόμα. Το Στόμα, ή μάλλον τα δόντια του, τη μασούσε και, μέσω του λάρυγγα, την έστελνε στο στομάχι. Το Στομάχι σύνθλιβε όλα αυτά τα αγαθά και έπειτα τα διοχέτευε στο σύστημα των διαύλων του, μέσω των οποίων τα αγαθά έφθαναν σε όλες τις γωνιές του σώματος. Έπειτα το στομάχι έστελνε τα χρησιμοποιημένα υλικά στο αποχετευτικό του σύστημα, απ’ όπου το σώμα τα απέθετε στο ύπαιθρο ή τα έθαβε στο έδαφος για να το εμπλουτίσει. Τα φυτά έβγαζαν καρπούς, τα χέρια έκοβαν και μάζευαν κάποιους απ’ αυτούς και τους έφερναν στο στόμα. Ω, ναι, ο κύκλος της ζωής.

Ακόμα και τα αθλήματα και οι διασκεδάσεις διαιρέθηκαν αναλόγως: το τραγούδι, το γέλιο και η ομιλία αφέθηκαν στο στόμα. Το τρέξιμο και το ποδόσφαιρο ανατέθηκαν, κατά μεγάλο μέρος, στα πόδια, ενώ το μπέιζμπολ και το ποδόσφαιρο ανατέθηκαν στα χέρια, και μόνο το τρέξιμο το ανέλαβαν τα πόδια. Στα αθλήματα, τα πόδια είχαν, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, όλο το πεδίο δικό τους. Η σαφής διαίρεση της εργασίας έκανε το ανθρώπινο σώμα μια φοβερή βιολογική μηχανή, που ξεπερνούσε ακόμα και την πλειοψηφία των ζώων, ως προς ό,τι αυτή μπορούσε να κάνει σε ποσότητα και ποιότητα.

Ωστόσο τα όργανα του σώματος αντιλήφθηκαν ότι ο μόνιμος διακανονισμός στον οποίο κατέληξαν μπορούσε και πάλι να προκαλέσει συγκρούσεις. Το γεγονός ότι το κεφάλι βρισκόταν ψηλά, ίσως το έκανε να νιώσει ότι ήταν καλύτερο από τα πόδια που άγγιζαν τη γη ή ότι αυτό ήταν ο αφέντης και τα όργανα από κάτω του, δεν ήταν παρά υπηρέτες του. Τόνισαν ότι, με όρους ισχύος, το κεφάλι και οτιδήποτε βρισκόταν κάτω απ’ αυτό, ήταν ίσα. Για να το υπογραμμίσουν, τα όργανα εξασφάλισαν το ότι ο πόνος και η χαρά ενός οργάνου θα γίνονταν αισθητά απ’ όλα τα όργανα. Προειδοποίησαν το στόμα πως όταν έλεγε «το δικό μου αυτό», «το δικό μου εκείνο», μιλούσε εξ ονόματος ολόκληρου του σώματος και όχι ως ο μόνος ιδιοκτήτης.

Άρχισαν να τραγουδούν:

Στο δικό μας το κορμί,

υπηρέτης δεν υπάρχει,

στο δικό μας το κορμί

υπηρέτης δεν υπάρχει,

εμείς υπηρετούμε το ένα το άλλο,

εμείς για εμάς,

υπηρετούμε το ένα το άλλο,

η γλώσσα υπηρετεί τη φωνή μας,

κράτα με να σε κρατώ,

χτίζουμε ένα κορμί γερό,

κράτα με να σε κρατώ,

χτίζουμε ένα κορμί γερό,

η ομορφιά σημαίνει ενότητα.

Δουλεύουμε μαζί

Για ένα γερό κορμί,

δουλεύουμε μαζί

για ένα γερό κορμί,

η ενότητα είναι η δύναμή μας.

Αυτό έγινε ο Ύμνος Ολόκληρου του Σώματος. Αυτό τραγουδά από τότε το Σώμα κι αυτό δείχνει τη διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων, ή αυτών που απέρριψαν την επανάσταση της ανόρθωσης.

Παρά τα όσα είδαν, τα τετράποδα ζώα δεν έκαναν καμιά παρόμοια επανάσταση. Η επιχείρηση «Τραγούδι» ήταν γελοία. Το στόμα φτιάχτηκε για να τρώει κι όχι για να τραγουδά. Τα ζώα σχημάτισαν το συντηρητικό κόμμα της φύσης και διατήρησαν τα φερσίματά τους, χωρίς ποτέ ν’ αλλάξουν τις συνήθειές τους.

Όταν οι άνθρωποι διδάσκονται από το δίκτυο των οργάνων, προοδεύουν. Όταν όμως αντιμετωπίζουν το σώμα και το κεφάλι ως παρατάξεις ενός πολέμου, με το ένα να βρίσκεται στην κορυφή του άλλου, τότε προσεγγίζουν τα ξαδέρφια τους τα ζώα που απέρριψαν την επανάσταση της ανόρθωσης.

*Το κείμενο αυτό, σε μετάφραση της Σταυρούλας Αργυροπούλου από τα αγγλικά, δημοσιεύθηκε στις 22 Μαρτίου 2016 στην ιστοσελίδα Jalada: A pan-African writers’ collective υπό τον τίτλο The Upright Revolution: Or Why Humans Walk Upright. Το μυθιστόρημα “Πέταλα από αίμα” του Νγκούγκι γουά Θιόνγκο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη (2017).

[1] Πρόκειται για τη γνωστή γυμναστική άσκηση, κατά την οποία, στηριγμένο στα χέρια, το σώμα εκτινάσσεται διαγράφοντας κύκλο, για να προσγειωθεί στα πόδια.

 

 

Ο Νγκούγκι γουά Θιόνγκο είναι πεζογράφος και δοκιμιογράφος, εξέχων εκπρόσωπος των αφρικανικών γραμμάτων με εκτεταμένο έργο. Γεννήθηκε το 1938 στο Λιμούρου της Κένυας και βαπτίσθηκε Τζέιμς Γκούγκι. Μετά την ενηλικίωσή του απέρριψε το χριστιανισμό και υιοθέτησε το αφρικανικό όνομα για να τονίσει την πολιτισμική του ταυτότητα. Το ενδιαφέρον του για την κληρονομιά της αποικιοκρατίας στην Αφρική ορίζει το έργο του. Τα Πέταλα από αίμα εκδόθηκαν το 1977, το τελευταίο βιβλίο του που έγραψε στα αγγλικά. Έκτοτε δήλωσε πως θα γράφει στη μητρική του διάλεκτο, την γκικούγιου, και παρότρυνε τους Αφρικανούς συγγραφείς να κάνουν το ίδιο. Οι μαχητικές πολιτικές του απόψεις τού στοίχισαν πολυετή αυτοεξορία από τη χώρα του. Σήμερα είναι καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας και αγγλικής φιλολογίας, καθώς και διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου Γραφής και Μετάφρασης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (Ιρβάιν). Τα τελευταία χρόνια συγκαταλέγεται σταθερά μεταξύ των διεκδικητών του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας.

  • Έργο: Kelvin Malack – Lazy Day