Cat Is Art

Μπέττυ Αρβανίτη: “Οτιδήποτε στην τέχνη, πρέπει να εμπεριέχει και ρίσκο”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Δεν είναι πάντα εύκολο να επιλέξεις κάποιο πρόσωπο για μια συνέντευξη. Ακόμη πιο δύσκολο είναι, το πρόσωπο αυτό να αποδεχθεί την πρότασή σου. Βέβαια ίσως κάποια στιγμή να σου δώσει χαρά με το «ναι», και ίσως κάποια άλλη στιγμή να σε πικράνει με ένα «όχι». Με την πάροδο των χρόνων μπορείς να διαχειριστείς τα «ναι» και τα «όχι» της δημοσιογραφικής ζωής σου. Όμως -στην περίπτωση του «ναι»- αυτό που δεν είναι τόσο εύκολο να διαχειριστείς είναι όταν έχεις μπροστά σου 282 επιλογές και πρέπει – σαν τη μέλισσα – να διαλέξεις μόνο 8, αυτές τις οκτώ που θεωρείς ότι είναι οι πιο σημαντικές. Για τον λόγο αυτό -στην προκειμένη περίπτωση- πρέπει να μελετήσεις 282 διαφορετικά θέματα, να κάνεις αντίστοιχα 282 προτάσεις και μετά να ακολουθήσεις την άχαρη διαδικασία της επιλογής. Αυτό μου συνέβη όταν πήρα στα χέρια μου το λεύκωμα «1987 – 2017 Τριάντα χρόνια Πράξη – Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας», με τις 282 σελίδες του.

“Τρεις ψηλές γυναίκες”, 2017. Η Μπέττυ Αρβανίτη, στον ρόλο της κυρίας “Άλφα”.

Όταν άρχισα να το ξεφυλλίζω, στη σελίδα 11, διάβασα ένα κείμενο με την υπογραφή: Μπέττυ Αρβανίτη, Βασίλης Πουλαντζάς. Γράφει:
«Δεν μας αρέσουν οι απολογισμοί. Μία τομή είναι, που κι εμάς τους ίδιους μας ξαφνιάζει. Τριάντα χρόνια δεν είναι λίγα, αλλά ούτε και πολλά μπροστά στον ατέλειωτο δρόμο που ανοίγει το θέατρο, όταν σε πολιορκεί με ερωτήματα αναπάντητα, με περιέργειες και επιθυμίες, με συναντήσεις σημαντικές που ανοίγουν καινούριες και ανατρεπτικές οπτικές. Δυστυχώς η ζωή είναι χρονικά ανεπαρκής, για να καλύψει όλες τις επιθυμίες και όλες τις περιέργειες. Το θέατρο πολλαπλασιάζει τις εμπειρίες συμπυκνώνοντας τον χρόνο. Γι’ αυτό και συνεχίζουμε αυτό τον δρόμο, όσο αυτή η ενέργεια μας συνεπαίρνει. Ευχαριστούμε πολύ όλους εκείνους που στάθηκαν δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και όλους εκείνους που θα σταθούν στα επόμενα. Το θέατρο είναι αποκλειστικά συλλογική δουλειά, αποκλειστικά επικοινωνία και εμπιστοσύνη και πάνω απ’ όλα διαρκής έρωτας. Και τον έρωτα, που και που, αξίζει να τον γιορτάζουμε».
– Στη συνέχεια σε ένα κείμενό του, του 2006, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Δ. Ν. Μαρωνίτης τονίζει ότι το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας «έσπασε τη μοναξιά του «Θεάτρου Τέχνης», παρακάμπτοντας τον σκόπελο του στείρου ανταγωνισμού, συμβάλλοντας στην εξέλιξη ενός εύφορου συναγωνισμού, που έδωσε νέα ώθηση στο μεταπολιτευτικό μας Θέατρο».
– Η Ελένη Βαροπούλου (θεατρολόγος και κριτικός θεάτρου) σημειώνει πως «η υποκριτική εργασία και οι σκηνικές συμπεριφορές αποτελούν με την ποιότητά τους, κατάκτηση στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας».
– Κατόπιν η Δηώ Καγγελάρη (καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) υπενθυμίζει ότι από τα ιδρυτικά μέλη της Πράξης «η βασική αρχή που προτάσσεται είναι η πίστη στο κείμενο και η αναγνώριση του σκηνοθέτη ως υπεύθυνου για τη σκηνική πραγμάτωσή του, μέσα από τον ζωντανό διάλογο με τους ηθοποιούς».
– Τέλος, ο Παναγιώτης Μιχαλόπουλος (θεατρολόγος) υπογραμμίζει ότι το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας «χωρίς καμία έκπτωση στους όρους παραγωγής των παραστάσεων …συνεχίζει να αποτελεί μια φιλόξενη εστία, ανοιχτή σε νέους δρόμους και κατευθύνσεις».
Με 290 φωτογραφίες ταξιδεύουμε στον χρόνο και ξαναζούμε μοναδικές στιγμές θεατρικής πράξης. Πρόσωπα, γεγονότα, πάθος, συγκίνηση, όραμα, ψυχή. Κάθε σελίδα και μια ιστορία. Κάθε λέξη και ένα όνειρο. Κάθε αριθμός και ένας αγώνας. Ο διαρκής έρωτας αρχίζει.

Φυλλομετρώ…

ΣΕΛΙΔΑ 65 / Χάρολντ Πίντερ «Παλιοί καιροί» (1996 – 1997)…

Η «Άλφα» στις «Τρεις ψηλές γυναίκες» αναφέρεται σε όσα της προσέφεραν οι δικοί της στους παλιούς καιρούς. Εσείς τι αποκομίσατε από το δικό σας περιβάλλον;

* Οι γονείς μου, μού πρόσφεραν, όχι ακριβώς για το θέατρο, αλλά οτιδήποτε σε κάνει πλούσιο, όπως μια πολύ καλή βιβλιοθήκη ή ένα καλό σχολείο. Δεν ήταν το όνειρό τους να γίνω ηθοποιός, το όνειρό τους ήταν, όσο γίνεται, να μορφωθώ και όσο γίνεται να καλλιεργηθώ. Ουσιαστικά αυτό ήθελαν. Από πολύ μικρή διάβαζα λογοτεχνία και σιγά σιγά άρχισα τις διάφορες αναζητήσεις και στη φιλοσοφία και στην ψυχανάλυση… Ήμουνα πάντα παιδί που διάβαζε.
Μου έδωσαν λοιπόν οι γονείς μου όλα τα μέσα και κυρίως ένα καλό σχολειό, που επίσης μπορούσε να προσφέρει πράγματα. Η αρχική πρόθεση ήτανε να γίνω αρχιτέκτων. Ζωγράφιζα κιόλας. Και ήμουνα και καλή και στα Μαθηματικά. Μόνο που δεν ήθελα καθόλου αυτό τον δρόμο.
Τα έκανα όλα πάρα πολύ γρήγορα. Τέλειωσα το σχολείο, έδωσα Αρχιτεκτονική, παράλληλα πήγα και στη Σχολή του Καρόλου Κουν. Εκεί μπόρεσα να πάω, γιατί είχα το support του πρώτου μου άντρα. Παντρεύτηκα, ήμουνα δύο μηνών έγκυος και τέλειωσα το πρώτο έτος της σχολής 7 μηνών έγκυος. Όλα έγιναν πολύ νωρίς. Εκείνος που πίστεψε πολύ σ’ αυτή την ιστορία που λέγεται θέατρο και με βοήθησε ουσιαστικά, ήταν ο πρώτος μου άντρας, ο Κώστας Σταμάτης, ο πατέρας του Αλέξη. Ήταν αρχιτέκτονας. Είχε μια ανοιχτωσιά σ’ αυτά τα πράγματα, και τα πίστεψε. Οπότε, δεν μπορώ να πω ότι ζορίστηκα. Βοηθήθηκα. Με στηρίξανε. Μόνο που ήρθαν όλα μαζί. Όλα συμπυκνωμένα. Και αυτό το «όλα μαζί» σε μικρό χρονικό διάστημα βέβαια είχε και τα αρνητικά του.
Το θέμα είναι ότι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να γίνω αυτό που είμαι σήμερα. Πολλοί συνάδελφοι λένε πως «είδα το τάδε έργο και το αποφάσισα». Σε μένα δεν υπήρξε ποτέ αυτή η στιγμή. Ήμουνα αποφασισμένη από τότε που γεννήθηκα.

“Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι”, 2014.

Ο πατέρας μου ήταν γιατρός και έπαιζα θέατρο με τα μπουκαλάκια του…
Θεατρικές προσλαμβάνουσες δεν είχα. Φυσικά διάβαζα πολύ και παρακολουθούσα με πάθος το «Θέατρο της Δευτέρας» στο ραδιόφωνο. Βέβαια πήγα και στο θέατρο πολύ μικρή, αλλά δεν προήλθε από εκεί η επιθυμία μου να γίνω ηθοποιός. Προϋπήρχε μια δική μου κλίση, μια τάση, κάτι δηλαδή που θα μπορούσε να με εκφράσει περισσότερο.

ΣΕΛΙΔΑ 73 / Λουίτζι Πιραντέλο «Το παιχνίδι των ρόλων» (1998 – 1999)…

Πάλι στις «Ψηλές Γυναίκες», η Άλφα, η Βήτα και η Γάμα, συμμετέχουν σ’ ένα διαρκές παιχνίδι ρόλων. Εσείς παίξατε αυτό το παιχνίδι πριν επιλέξετε τελικά το ρόλο της ηθοποιού;

* Δεν έκανα τίποτα άλλο, ήμουνα πολύ μέσα κι έξω. Θέλω να πω δεν ήμουνα ιδιαίτερα ταυτισμένη με την πραγματικότητα. Την άλλαζα λίγο, που σημαίνει πως ακολουθούσα μια διαδικασία ρόλων. Νομίζω ότι αυτό ίσως είναι το χαρακτηριστικό του παιχνιδιού που λέμε. Αντιπροσωπευτικό είναι το παρακάτω τρυφερό στιγμιότυπο:
Μια φορά, σε ηλικία πολύ μικρή, 8, 9, 10 χρονών, κάπου εκεί…, μου είπε η μαμά μου ότι πρέπει να μάθω να σκουπίζω. Για να μπορέσω λοιπόν να μπω σ’ αυτή τη διαδικασία άνοιξα την ντουλάπα. Θυμάμαι πως πήρα έξι μακριές ζώνες και έφτιαξα έξι κοτσίδια. Τρία από εδώ, τρία από εκεί. Έκανα ολόκληρο σκηνικό. Ήμουνα πολύ ευτυχής γιατί σκούπιζα σαν να είμαι… ένα παιδί που με είχαν πάρει από το χωριό και με βάλανε να σκουπίσω ένα σπίτι στην πρωτεύουσα. Σαν τη Σταχτοπούτα.
Έφτιαχνα πάντα τέτοιες ιστορίες, δανεισμένες από παραμύθια, από οτιδήποτε. Έτσι κάπως λειτουργούσα. «Σαν να είμαι», αυτό το «σαν να είμαι» υπήρχε πάντα στο μυαλό και στη ζωή μου…

ΣΕΛΙΔΑ 79 / Τόμας Μπέρνχαρτ «Πριν την αποχώρηση» (1999 – 2000)…

Πόσο δύσκολη ήταν η απόφασή σας «πριν την αποχώρηση» απ’ το χώρο του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου;

* Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Δεν υπήρξε αποχώρηση. Παράλληλα με τον κινηματογράφο, έκανα θέατρο και πάντα οι επιλογές μου δεν ήτανε εμπορικές. Αλλά είναι πολύ λογικό, ο κινηματογράφος μένει, το θέατρο δεν μένει, είναι θνησιγενές. Με αποτέλεσμα, να έχω «εγγραφεί» στον κόσμο ως πρωταγωνίστρια του κινηματογράφου που μετά αποφάσισε να κάνει στροφή. Δεν ήταν έτσι, όμως. Πρώτο μου δάσκαλο στο θέατρο είχα τον Λεωνίδα Τριβιζά, και δούλεψα μαζί του. Μετά είχα κάνει πολλά και με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου. Επομένως δεν υπήρξε αποχώρηση αλλά παράλληλη πορεία. Στη συνέχεια, με μια τολμηρή πράξη, ιδρύσαμε την «Πράξη». Από εκεί και μετά βεβαίως, είχα μια προσωπική έκθεση σ’ αυτό το χώρο, η οποία και με προσδιορίζει, αναγκαστικά. Θέλω να επισημάνω ότι πριν γνωρίσω τον Βασίλη Πουλαντζά, τον άντρα μου, δεν θα μπορούσα να κάνω αυτό το τολμηρό βήμα. Όπως βλέπετε, με… κυνηγάει το Πολυτεχνείο, αυτή τη φορά με έναν πολιτικό μηχανικό. Αλλά και η Αρχιτεκτονική, που της γύρισα την πλάτη, εμφανίστηκε πάλι αυτή τη φορά με τον γιο μου, τον Αλέξη, ο οποίος τέλειωσε την Αρχιτεκτονική, έκανε MPhil στο Λονδίνο και μετά έκανε… άλλα αντ’ άλλων. Όμως για καλό του και για καλό μας, ημών των αναγνωστών του.

“Η Τσερλίνε και το σπίτι των κυνηγών”. 2015.

Ας επανέλθω όμως στην «Πράξη». Μετά την ίδρυσή της υπήρξε απόλυτη αφοσίωση σε αυτό το είδος θεάτρου. Η πράξη αυτή είναι που με καθόρισε και εξακολουθεί να με καθορίζει. Το «άλφα» και το «ωμέγα» για μένα. Μέχρι τότε, έμπαινα στο όνειρο κάποιου άλλου. Ενώ από το 1987 και μετά άρχισα να εκτίθεμαι προσωπικά και να δηλώνω τι εννοώ λέγοντας «καλό θέατρο». Αυτή η προσπάθεια έγινε και δεν θα συνεχιζόταν αν δεν είχα εκτεθεί προσωπικά. Γιατί αλλιώς έχεις και άλλοθι. Λες πως «δεν ήταν καλός ο σκηνοθέτης», ανακαλύπτεις πως «δεν είχες καλούς συντελεστές», υποθέτεις ότι «έφταιγαν οι συνάδελφοί» σου, πότε το ένα, πότε το άλλο. Τώρα όμως όλες οι επιλογές είναι δικές μου και δεν μπορώ να ισχυριστώ τίποτα. Όποια λάθη έχουν γίνει, μοιραία τα υπογράφω εγώ. Ξέρω βέβαια ότι είναι πολύ δύσκολο κανείς να αναγνωρίζει ως δικά του όλα τα λάθη που έχουν γίνει. Συνήθως, τα ρίχνουμε στους άλλους. Λέμε «δεν φταίω εγώ, φταίει ο άλλος». Θεωρώ όμως ότι είναι σχεδόν «ύποπτο» να μην κάνει κάποιος λάθη.
Αυτό σημαίνει ότι κυνηγάς μόνο την επιτυχία και δεν ρισκάρεις τίποτα. Οτιδήποτε στην τέχνη, πρέπει να εμπεριέχει και ρίσκο. Αλλιώς επαναλαμβάνεις κάτι που ξέρεις. Μία εύκολη, αλάνθαστη και προσοδοφόρα συνταγή. Την ξέρεις και λες ότι θα την ακολουθήσεις μιας και πάντα είναι επιτυχημένη. Αν το έκανα αυτό θα βαριόμουν φρικτά. Θα μπορούσα αυτή την επιτυχημένη συνταγή να την ακολουθώ και να είμαι μια ζωή στην κορυφή της επιτυχίας. Ωραία, και λοιπόν; Τι με νοιάζει; Και τι έγινε; Αν δεν διεκδικήσεις το δύσκολο, δεν υπάρχει η χαρά.
Με αφορμή την ερώτηση να πω ότι το «Πριν την αποχώρηση» ήτανε για μένα ένας πολύ ενδιαφέρων σταθμός. Θεωρώ ότι ήταν από τις καλύτερες παραστάσεις μας, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Μάλιστα για την ερμηνεία μου, στο ρόλο της Κλάρας, κέρδισα και το «Βραβείο Κοτοπούλη».
Οπωσδήποτε ήταν μια καταξίωση για μένα επειδή ο Μπέρνχαρντ, έτσι κι αλλιώς, είναι δύσκολος συγγραφέας κι εγώ δεν διαλέγω ποτέ εύκολα έργα. Μου λένε πως με τις επιλογές μου αυτές έχω διδάξει το θέατρο σε δύο γενιές νέων θεατών. Μάλιστα όταν μου το λένε, το θεωρώ πολύ τιμητικό, το να μπορεί να πιάνει τόπο κάτι που κάνεις. Ο θεατής δεν έρχεται για να καθίσει δύο ώρες. Όταν φεύγει προβληματίζεται, το αναλύει, το συζητά. Σίγουρα κάτι του μένει. Έτσι οι μετέπειτα επιλογές μου τον αγγίζουν περισσότερο και τον καθορίζουν…

ΣΕΛΙΔΑ 23 / Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ» (1987-1988 και 1988-1989).

Για να γίνει πράξη το όνειρό σας ρίξατε πολλά δάκρυα ή όλα πήγαν κατ’ ευχήν;

* Ήμουνα πολύ τυχερή! Όχι ότι δεν δούλεψα ή δεν υπήρξαν δάκρυα, αλλά ήμουνα τυχερή γιατί αυτές οι προσπάθειες αναγνωρίστηκαν αμέσως. Ο Φασμπίντερ με τα «Πικρά δάκρυα» ερχόταν για πρώτη φορά ως συγγραφέας στην Ελλάδα. Τότε δεν ήμουνα το αυτονόητο. Όμως τελικά αυτό το εγχείρημα πέτυχε. Ήταν πολύ τολμηρό έργο για εκείνα τα χρόνια. Έξω από τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής. Το ρισκάραμε και πέτυχε.

“Τρεις ψηλές γυναίκες”, 2017. Η Μπέττυ Αρβανίτη στον ρόλο της κυρίας “Άλφα”.

Βέβαια, δεν μπορούσαν να με δουν εύκολα κατ’ αυτό τον τρόπο και να με αποδεχτούν στην πρώτη μου εμφάνιση, στο δικό μου θέατρο. Μάλιστα ένας φίλος μου, όταν έμαθε τι επέλεξα για εναρκτήριο έργο, μου είπε: «Θα σου βάλω βόμβα, αν κάνεις τέτοια πράγματα, γιατί θα χάσεις μια ευκαιρία». Νόμιζε ότι θα βουλιάξω. Μετά κατάλαβε ότι είχα δίκιο. Τον έπεισα ότι χωρίς ρίσκο (να ‘το αυτό πάλι) δεν υπάρχει περίπτωση να κάνεις τη διαφορά. Άλλοι λένε ότι με βοήθησε το ένστικτό μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Ασφαλώς είναι αυτό που θέλω. Δεν είναι μια σκέψη που λέει ότι «θα κάνω αυτό και θα πιάσει». Όχι! Η σωστή φράση είναι πως «Θα κάνω αυτό, γιατί με αφορά». Περισσότερο μετράει η προσωπική μου ανάγκη σε όλο αυτό. Αν και το βασικότερο όλων είναι οι συναντήσεις, οι συνεργασίες με δυνατούς συμπαίκτες. Γιατί το θέατρο δεν είναι ενός ανθρώπου. Το θέατρο είναι συλλογική δουλειά. Πριν από λίγες ημέρες ένας θεατής που ανέβηκε εδώ στο καμαρίνι μου είπε ότι βλέποντας στο φουαγιέ τις φωτογραφίες από τις παλιότερες παραστάσεις διαπίστωσε πως από αυτή τη σκηνή έχει περάσει η Εθνική Ελλάδας. Και πρόσθεσε πως θα «είναι ευχή για κάποιον αν έχει περάσει απ’ αυτό το θέατρο». Η αλήθεια είναι αυτή και φυσικά χαίρομαι για αυτή τη διαπίστωση. Πιο πολύ όμως χαίρομαι όταν παρακολουθώ την εξέλιξη όσων πέρασαν από εδώ. Και ποιοι δεν πέρασαν! Ηθοποιοί, σκηνογράφοι, συνθέτες, μεταφραστές, χορογράφοι, σκηνοθέτες! Ο Νίκος Μαστοράκης βγήκε από μας «με κλωτσιές», που λένε. Δεν ήθελε να κάνει το πρώτο βήμα. Του λέω: «Δεν γίνεται, πρέπει να το κάνεις». Τον είχα γνωρίσει και είχα «μυριστεί» ότι έχει ικανότητες. Και ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθέτησε για πρώτη φορά εδώ, το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη. Ήτανε βέβαια συμπαραγωγή με το «Θέατρο του Νότου» και τον Γιάννη Χουβαρδά, αλλά σίγουρα είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτό. Ειδικά μάλιστα επειδή έγινε στο μεγάλο μας σχολείο, στη Δεύτερη Σκηνή.
Δεν μπορώ να μην καμαρώνω γι’ αυτό. Ο Βασίλης κι εγώ δώσαμε ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους να κάνουν πράγματα επαγγελματικά και όχι με το άλλοθι του ερασιτέχνη που δεν έχει λεφτά και κάνει μικρές προσπάθειες. Τους πρόσφερα τη δυνατότητα να έχουν μια παραγωγή κανονική και επαγγελματική για έναν νέο άνθρωπο. Τότε βέβαια είχαμε και τις επιχορηγήσεις, που τώρα δυστυχώς δεν τις έχουμε. Βέβαια είπαν ότι θα δοθούν και πάλι. Δεν ειπώθηκαν λεπτομέρειες, όμως έστω κι αυτή η πρόθεση καλή είναι. Μακάρι αυτοί που αξίζουν και προσφέρουν να ενισχυθούν, γιατί υπάρχει και η άλλη όψη τού να δοθούν σε λάθος ανθρώπους. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Ένα καλό που υπάρχει, είναι η Λυδία Κονιόρδου, η οποία ξέρει το χώρο και έχει καλές προθέσεις. Λογικό είναι, γιατί έχει υπηρετήσει το καλό θέατρο.

“Τρεις ψηλές γυναίκες”, 2017. Με τη Μαρία Κεχαγιόγλου, στο ρόλο της “Βήτα”.

Προσωπικά έχω ένα καλό feeling για όλη αυτή την ιστορία. Ελπίζω να μην πέφτω έξω. Βέβαια, πρέπει να μπορεί κιόλας αφού δεν περνάει μόνο από το χέρι της τώρα που δεν υπάρχουν χρήματα.

ΣΕΛΙΔΑ 37 / Πιερ Ντε Μαριβώ «Διπλή απιστία» (1991-1992)

Ο έρωτας και το πάθος για το θέατρο, σας οδήγησε σε «διπλή απιστία» με θύματα τον γιο σας, τον Αλέξη, και το σύζυγό σας τον Βασίλη;

* Τον σύζυγό μου Βασίλη Πουλαντζά όχι, δεν τον έβλαψε η κατ’ αποκλειστικότητα ενασχόλησή μου με το θέατρο. Του γιου μου Αλέξη Σταμάτη δεν του έφταιξε ποτέ το θέατρο… Αν κάτι έφταιξε ήτανε που ήμουνα πολύ μικρή όταν τον γέννησα. Έχουμε πολύ μικρή διαφορά ηλικίας. Τον γέννησα σε μια ηλικία που δεν ήμουνα ώριμη για μαμά και έτσι κι εκείνος δεν βίωσε τη μαμά την παραδοσιακή, την… κανονική. Τώρα, τη βιώνει πιο πολύ. Μερικές φορές μου λέει, επειδή είμαστε και πολύ κοντά και πολύ φίλοι: «Τώρα τι σ’ έπιασε και μου κάνεις τη μαμά;». Αλλά κι εγώ στερήθηκα ακριβώς αυτή τη χαρά, να αφοσιωθώ στο παιδί μου. Δεν ήμουνα ώριμη. Δεν ήξερα ακόμα τι θα γίνω άμα μεγαλώσω, τι λέμε τώρα… Αλλά έτσι είναι, άλλο κερδίζεις, άλλο χάνεις. Αυτή τη στιγμή θεωρώ ότι είμαστε κερδισμένοι και οι δύο απ’ αυτή τη σχέση, γιατί πρώτον είναι πολύ δυνατή και δεύτερον αισθανόμαστε πολύ κοντά ο ένας στον άλλον μιας και έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα.
Ως προς τον άντρα μου, δεν του στέρησα τίποτα. Εκτός από πέρυσι το καλοκαίρι που, λόγω της “Αντιγόνης”, δεν κάναμε καλές διακοπές. Μην ξεχνάμε ότι κι εκείνος είναι άμεσα εμπλεκόμενος. Είμαστε όλο το χρόνο μαζί και το θέατρο μάς ενώνει. Ασχολείται πάρα πολύ. Έχει κάνει μεταφράσεις. Δουλεύουμε μαζί πολλά πράγματα. Είναι και δικό του το θέατρο, δεν είναι μόνο δικό μου.

ΣΕΛΙΔΑ 161 / Χένρικ Ίψεν «Βρυκόλακες» (2013-2014)

Συναντήσατε στη ζωή σας «βρυκόλακες» και πώς τους αντιμετωπίσατε;

* Ναι, έχω ένα παράδειγμα χειριστικού ανθρώπου. Τότε ένιωσα αυτή την αίσθηση του «πίνω αίμα». Δεν μπορώ να πω ότι μπόρεσα να αμυνθώ. Απλώς μου άφησε μια πολύ κακή γεύση. Δεν με επηρέασε. Είναι θλιβερό να έχεις δει ότι ένας άνθρωπος θέλει μόνο να παίρνει χωρίς να δίνει. Για μένα κάτι τέτοιο είναι πολύ χαζό. Αυτή είναι μια θλιβερή πλευρά των ανθρώπων που με απωθεί. Δεν έπαθα τίποτα πάντως. Είναι μέσα στα μαθήματα της ζωής κι αυτό. Πιστεύω ότι έχω μια δυνατή διάθεση για ζωή, που με σώζει απ’ αυτά. Είναι αμυντικός μηχανισμός. Επειδή έχω υπάρξει και αθλήτρια, μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως αυτό έχει παίξει ρόλο.

“Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι”, 2014.

Εκεί έμαθα να είμαι πειθαρχημένη και να βάζω στόχους. Έτσι όταν βρεθώ μπροστά σε κάτι που με απειλεί, γίνομαι δυνατή και δεν παραδίνομαι. Ο αθλητής βλέπει το νήμα στον τερματισμό, βλέπει το πού θα ρίξει τη σφαίρα, βλέπει πόσο ψηλά πρέπει να κάνει το άλμα του, βλέπει τον πήχη, έχει τα πάντα μπροστά του και ξέρει τι πρέπει να κάνει για να πάρει τη νίκη και το χειροκρότημα. Αυτό είναι το προσωπικό του στοίχημα. Είναι μια εσωτερική δύναμη που υπάρχει. Μου έτυχε και μένα με πείσμα να αντιμετωπίσω θέματα δύσκολα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά εκείνη τη στιγμή βγαίνει μια δύναμη που σε κάνει να νικάς τα πάντα.

ΣΕΛΙΔΑ 28 / Άουγκουστ Στρίντμπεργκ «Οι δανειστές» (1989-1990)

Με αφορμή το έργο του Στρίντμπεργκ, θα ήθελα να σχολιάσετε την κατάσταση που βιώνει η χώρα μας.

* Είναι τραγική η κατάσταση. Το ξέρουμε όλοι αυτό. Μέσα απ’ αυτό είχα ελπίσει ότι πιθανόν να βγει κάτι καλό, με την έννοια του μαθήματος, αλλά φαίνεται ότι ξεχνάμε πολύ εύκολα. Είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει. Είναι κάτι που δεν μπορώ να το καταλάβω. Αυτή η απόλυτη πια λήθη, είναι άγρια. Δεν έχω να πω τίποτα καλό για το ό, τι περνάμε τώρα. Δυστυχώς κάνουμε τα ίδια λάθη και δεν μαθαίνουμε.

ΣΕΛΙΔΑ 224 / «Σε πρώτο ενικό» (2004-2005)

Τι θα θέλατε να μας πείτε τώρα σε «πρώτο ενικό» ως κατάθεση ψυχής.

* Πιστεύω ότι η διαδικασία ζωής του κάθε ανθρώπου είναι διαφορετική και τα «θέλω» του διαφορετικά. Πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας τυχερό όταν κάνουμε αυτό που αγαπάμε. Επειδή αυτό το κομμάτι ζωής, που έχουμε να διαχειριστούμε είναι απολύτως δικό μας, πρέπει να είμαστε ελεύθεροι να το διαχειριστούμε όπως εμείς θέλουμε και επιθυμούμε. Η ελευθερία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον άνθρωπο.
Παράλληλα πιστεύω στο «προσωπικό θέλω» των ανθρώπων. Επίσης θεωρώ απαραίτητο ότι το κομμάτι αυτό της ζωής, δεν επιτρέπεται να το χαρίζουμε πουθενά.
Τέλος, σε σχέση με το θέατρο θα ήθελα να πω στους νέους ότι πρέπει να υπηρετούν αυτόν τον χώρο δημιουργίας μόνον αν το επιθυμούν πάρα πολύ. Θυμάμαι μάλιστα κάποιον που έλεγε… μετά βδελυγμίας, ότι «ήθελα να γίνει καλλιτέχνης και τελικά κατάφερα να γίνω διάσημος». Γι’ αυτό θεωρώ, εν κατακλείδι, ως αξίωμα το ότι πρέπει να επιδιώκουμε την κατάκτηση του στόχου μας με δυναμισμό απευθείας και όχι μέσω άλλων διαδικασιών.

“Η Φόνισσα”, 2011.

(Χτύπησε το πρώτο κουδούνι… Το φυλλομέτρημα τέλειωσε…).

Πιστεύω ότι τα είπαμε καλά.
* Κι εγώ έτσι νομίζω. Αλλά δεν ξέρω αν είσαστε καλυμμένος
Καλυμμένος; Υπέρ-καλυμμένος!
* Πολύ ωραία.
Κοιτάξτε εδώ: Το πρόγραμμα από τα «Πικρά δάκρυα».
* Α, τι ωραία!
1988. Είχαμε έρθει και τότε και σας είχαμε δει. Σάββατο 13 Φεβρουαρίου του 1988.
* Απίστευτο! Πολύ συγκινητικό είναι. Σας ευχαριστώ πολύ.
Εγώ σας ευχαριστώ. Να είστε πάντα καλά.

* Η παραπάνω συζήτηση έγινε την Τετάρτη 5 Απριλίου 2017, το απόγευμα στις 6.30, στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, λίγο πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι για τις «Τρεις ψηλές γυναίκες». Ανέβηκα από τις σκάλες και πήγα στο καμαρίνι της κυρίας Αρβανίτη. Φώτα, καθρέφτες, φωτογραφίες, μια γελοιογραφία – δώρο του ηθοποιού και σκιτσογράφου Θανάση Δήμου. Όλα όσα χρειάζονται για τη μεταμόρφωσή της σε 92χρονη. Πατάω το record στα μαγνητοφωνάκια που αρχίζουν να καταγράφουν τη συζήτησή μας. Αυτό που δεν καταγράφεται στο μαγνητόφωνο, αλλά μόνο στη μνήμη μου, είναι η μαγεία αυτής της προετοιμασίας. Κυριολεκτικά ένα δώρο που δεν το περίμενα. Όλα όσα κάνει όσο προετοιμάζεται είναι μια ιεροτελεστία. Όλες οι κινήσεις της αποπνέουν το άρωμα του ανθρώπου που δεν επιτρέπει στον εαυτό του ούτε το παραμικρό λάθος. Τα πάντα μελετημένα και σωστά μετρημένα. Ειλικρινά δεν κατάλαβα πότε πέρασε η ώρα και πώς η πανέμορφη αυτή γυναίκα μεταμορφώθηκε με τρόπο μαγικό στην -επίσης πανέμορφη- κυρία «Άλφα». Το χτύπημα στην πόρτα, οι χαρούμενες φωνές από τη Μαρία Σκουλά και τη Νεφέλη Κουρή και το πρώτο κουδούνι, με προσγείωσαν. Με δύο χαμόγελα και ένα κλικ στο κινητό η Νεφέλη αποτύπωσε τη συνάντησή μου με την κυρία Αρβανίτη. Κατεβαίνω τα σκαλάκια. Μόλις φτάνω στο φουαγιέ, κοντοστέκομαι. Ένα κενό κάθισμα. Της Γεωργίας Γιαννακοπούλου… Γλυκιά ανάμνηση. Όμως χτυπά το δεύτερο κουδούνι. Σε λίγο οι τρεις γυναίκες θα βγουν στη σκηνή του θεάτρου για μια παράσταση με λάθος τίτλο… Μιας και, όπως είχα διαπιστώσει, πολλές ημέρες πριν από τη συνέντευξη, οι τρεις γυναίκες δεν είναι απλώς ψηλές αλλά «πανύψηλες»…

“Τρεις ψηλές γυναίκες”, 2017. Με τη Μαρία Κεχαγιόγλου και τη Νεφέλη Κουρή.

Αυτή τη χρονιά (2017) η Μπέτυ Αρβανίτη παρουσιάζει στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας το έργο του Εντουαρντ Άλμπι «Τρεις ψηλές γυναίκες».
Ο Έντουαρντ Άλμπι σε αυτό το έργο του περνάει από το θέμα των διαπροσωπικών σχέσεων όπως ο ίδιος το ανέπτυσσε σε προηγούμενα έργα του («Ευαίσθητη ισορροπία», «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ»), στην αντιμετώπιση ενός πολύ σημαντικού προβλήματος της εποχής μας: την αυτογνωσία.
Έργο με πολύ χιούμορ, μα και ταυτόχρονα σκληρό, γεμάτο αλήθειες, πρωτοπαίχθηκε στην Ελλάδα το 1995 από το θίασο Ελένης Χατζηαργύρη, Ζωής Λάσκαρη και Κατερίνας Μαραγκού σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά.
Στην ίδια με εκείνη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, ο σκηνοθέτης Άρης Τρουπάκης εξερευνά τον Άλμπι και τα ζητήματα που θέτει μέσα από μια σύγχρονη ματιά.
Παίζουν: η Μπέττυ Αρβανίτη, η Μαρία Κεχαγιόγλου και η Νεφέλη Κουρή.
Ο σκηνοθέτης σημειώνει για το έργο και την παράσταση:
Οι «Τρεις ψηλές γυναίκες» αφορούν τη συνάντηση μιας 91χρονης με δύο άλλες, που η καθεμιά ενσαρκώνει μια νεότερη ηλικία της, εκείνη των 52 και εκείνη των 26 χρόνων. Παρά τα όσα θα περίμενε κανείς, δεν υπάρχει καμιά ατμόσφαιρα απολογισμού, αναπόλησης ή νοσταλγίας. Η ηλικιωμένη έρχεται αντιμέτωπη με τα αναπάντητα ερωτήματα της ζωής της, παλεύοντας λυσσαλέα μέχρι τέλους να δώσει νόημα σε κάθε παράλογη ή φριχτή της πράξη, να φέρει πίσω σχεδόν με κυριολεκτικούς όρους, όσα της γλίστρησαν μέσα από τα χέρια και επιμένοντας να αποκρύπτει άλλα που θα μείνουν για πάντα άγνωστα. Η 26χρονη κοπέλα που υπήρξε κάποτε, η 52χρονη στην οποία βλέπει το δικό της μεσήλικα εαυτό και το αμείλικτο τωρινό της είδωλο, παλεύουν για εκείνο που υπήρξε ο πρωταρχικός της σκοπός καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της, για την επικράτηση. Όλη τούτη η τεθλασμένη πορεία των 91 χρόνων είναι εμποτισμένη με το μαύρο, αιρετικό χιούμορ του Άλμπι που σε κάποιες στιγμές πετυχαίνει εκείνο που κάνει ο χρόνος στις δικές μας ζωές. Να μοιάζουν οι μεγαλύτερες θύελλες που μας σάρωσαν, κοιτώντας τις από μακριά, με το δροσερό αεράκι που μας έδωσε ανάσα και κουράγιο να συνεχίσουμε τη δίχως νόημα αναζήτηση του δικού μας νοήματος…

“Τρεις ψηλές γυναίκες”, 2017. Με τη Μαρία Κεχαγιόγλου και τη Νεφέλη Κουρή, στον ρόλο της “Γάμα”.

Πληροφορίες για την παράσταση
Έντουαρντ Άλμπι
«Τρεις ψηλές γυναίκες»
Mετάφραση: Eρρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Άρης Τρουπάκης
Σκηνικά – κοστούμια: Eλένη Μανωλοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμού: Αλέκος Αναστασίου

Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας
Α΄ Σκηνή
Κεφαλληνίας 16
Τηλέφωνο: 210 – 88.38.727
Τετάρτη και Κυριακή στις 8.00 μ.μ.
Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 9.00 μ.μ.
Τιμές: Tετάρτη & Πέμπτη 13 ευρώ
Παρασκευή & Κυριακή 16 ευρώ
Σάββατο 18 ευρώ
Φοιτητικό 10 ευρώ

Διάρκεια: 100΄

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜπέττυ Αρβανίτη: “Οτιδήποτε στην τέχνη, πρέπει να εμπεριέχει και ρίσκο”

Related Posts