Λιγνό καλογεράκι το κοτσύφι
με τεριρέμ βραχνά και προσευχές
αδέξιες όλο το χρόνο, αλλά την άνοιξη
μες στα λαμπρά πλατάνια λειτουργεί
σε τόπους γνώριμους και δέντρα
ειπωμένα, τότε που έβρεχε,
που φύσαγε κι έκανε κρύο, τότε
που χιόνιζε κι αυτό κρεμότανε
στα μαύρα σπόρια του κισσού
για να ταΐσει λιγοστό κορμάκι
κι ύστερα σ’ ένα κλαδί αφηνόταν,
μια μαύρη φλόγα μες στο χιόνι
περιμένοντας,
ώσπου την άνοιξη
έρχεται κάτι και του λύνει
τον κόμπο που ’χει στο λαιμό
κι αναπηδάει φωνή που το ξαφνιάζει,
θρεμμένη από σιωπή και στέρηση,
και γίνεται εφημέριος μιας σκοτεινής
θρησκείας και μιας θεάς που όλο
το παιδεύει, βάζοντας κυνηγούς
και γάτες και νυφίτσες να το φοβερίζουν
για να τραγουδάει,
όσο προλάβει,
μέχρι να πέσει μπρούμυτα και πάλι
στη χειμερία νάρκη της φωνής του.
Από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1989



