28.2 C
Athens
Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

«Η Μενάσα η Γοργόνα»

Διήγημα του Χάρη Δρίτσα

Γεννήθηκα στο «Χαμομίλι» το 1922. Το πιο κακόφημο και φτωχικό κομμάτι της Αλεξάνδρειας. Τα μπουρδέλα δίπλα μας. Οι πουτάνες, μας τράταραν καραμέλες και οι νταβατζήδες μαχαιρώνονταν μπρος στα παιδικά μας μάτια.
Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός. Γεννημένος στον Πειραιά, από Μικρασιάτες γονείς. Έφαγε την περιουσία που του άφησαν. Βρήκε τη μάνα μου. Μόλις είχε έλθει στην Αλεξάνδρεια από τη Σύμη. Αυτή δούλευε υπηρέτρια. Καθώς ήταν γεννημένος τυχοδιώκτης, βρήκε στο πρόσωπό της το ιδανικό θύμα. Της έσπειρε τρία αγόρια. Αυτή δούλευε από το πρωί ως το βράδυ για να μας ταΐσει. Αυτός ταξίδευε, ξοδεύοντας ό, τι χρήματα έβγαζε για τη δική του καλοπέραση. Όταν ερχόταν ξόδευε και τα δικά της. Ήμουν δεν ήμουν τριών χρόνων, όταν «μαζεύτηκε» στο σπίτι. Ξεμπάρκαρε γιατί είχε αρρωστήσει.
Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι σημαίνει σύφιλη. Η ασθένεια τον είχε μισοτρελάνει. Καθόταν στο κρεβάτι και έφτιαχνε καραβάκια με χαρτί. Έλεγε πως ήταν ναύαρχος και τέτοια…
Μια Παρασκευή απόγευμα πέθανε. Ήρθε πολύς κόσμος στο σπίτι μας. Φορούσαν μαύρα. Για τη μάνα μου. Όχι γι’ αυτόν. Χώθηκα κάτω από μια καρέκλα. Με καλούσαν να βγω. Κατηγορούσαν τον πατέρα μου. Λέγανε και για άλλους πεθαμένους. Φοβόμουν. Ντρεπόμουν. Έκατσα εκεί, μέχρι που έφυγαν όλοι.

Από εδώ και πέρα, η φτώχεια μου μεγάλωσε. Ο σπιτονοικοκύρης μας έδιωξε. Αλλάξαμε και γειτονιά. Στο σπίτι που μέναμε νερό δεν υπήρχε. Κάθε πρωί ερχόταν ο σαγκαμόγιας φορτωμένος με ένα δερμάτινο ασκί στην πλάτη του. Μοίραζε νερό στα σπίτια σαν το δικό μας. Ένα μελίμι το δοχείο. Η μάνα μου με άφηνε μαζί με τα αδέλφια μου στη γειτόνισσα να μας προσέχει, μέχρι να γυρίσει το βράδυ από τη «λάτρα».
Μόλις πάτησα τα πέντε με πήρε απ’ το χέρι. Θα πάμε βόλτα…
Πήγαμε στον μπακάλη της άθλιας γειτονιάς μας.
– Πάρτον κυρ Μιχάλη. Ψυχικό θα κάνεις. Εγώ ξενοδουλεύω. Στα σπίτια. Να μη μου γυρίζει στους δρόμους. Να μάθει και κάτι. Μη μου γίνει αλήτης, σαμπαρσάκης. Έλα, πάρτον…
Έτσι ξεκίνησα στα πέντε μου να δουλεύω. Ήρθε ο χειμώνας. Πήγα σχολείο. Ήμουν καλός. Ο δάσκαλος είχε να κάνει με την καλλιγραφία μου. Το καλοκαίρι πάλι στο μπακάλικο.
Μόλις πήγα στην Τέταρτη Tάξη, δούλευα το πρωί και το βράδυ πήγαινα στην Τοσιτσαία βραδινό σχολείο. Ο κυρ Μιχάλης μου έδωσε προαγωγή. Εκτός από το σκούπισμα στο μπακάλικο, πήγαινα και τα ψώνια στα σπίτια. Μισθό δεν είχα. Τα φιλοδωρήματα ήταν όλο μου το εισόδημα. Όταν καθόμουν να διαβάσω πίσω από τον πάγκο, ο κυρ Μιχάλης θύμωνε:
– Μπάσταρδε! Πιάσε σκούπισε λίγο το μαγαζί. Όλο χουζούρι μού είσαι. Να σε πάρει ο διάβολος…
Πόση σκληρότητα μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος… σκεφτόμουν καμιά φορά.
Στη γειτονιά μας έπαιζα σχεδόν αποκλειστικά με Αιγύπτιους. Τα λιγοστά Ελληνόπουλα της συνοικίας μας δεν έπαιζαν μαζί μας. Δεν τα άφηναν οι γονείς τους. Στην Αίγυπτο, στην παροικία μας, υπήρχε έντονος ο κοινωνικός ρατσισμός.
Τελείωσα το δημοτικό. Πάτησα πόδι.
– Δεν ξαναπάω στο μπακάλικο. Θέλω να γίνω μηχανικός.
Αυτό μου είχε κολλήσει περνώντας από τα μηχανουργεία στο Σαλάχ ελ Ντιν. Οι λάμψεις από την ηλεκτροσυγκόλληση με μάγευαν. Φανταζόμουν τον εαυτό μου να κάνει απίθανα πράγματα…
Βαρέθηκε η μάνα μου να με ακούει. Βρήκε κάποιον και με πήγε στο μηχανουργείο του Λαγουδάκη… μαθητευόμενος.
Πήγαινα κοντά στους μαστόρους να δω… Με έδιωχναν. Όταν σχόλαγαν, έπιανα την ηλεκτροσυγκόλληση…
Δέκα μέρες ήμουν εκεί. Ψηλά, στην κορυφή του γερανού, ξεκόλλησε ο γάντζος από το βίντσι. Τριάντα μέτρα ύψος. Κανένας δεν ανέβαινε. Δώδεκα χρόνων τρέλα είχα:
– Θα ανέβω εγώ…
– Όχι θα βρούμε τον μπελά μας… Ξέρεις να κολλάς;
– Ξέρω… Την τύφλα μου ήξερα… σε δέκα μέρες τι να μάθεις.
– Θα ανέβω…
Με πιάνουν δύο Αιγύπτιοι. Με δένουν με ένα σχοινί, μήπως και πέσω… Ανεβαίνω. Τραβάω τα καλώδια. Κολλάω τον γάντζο.
Με κατεβάζουν σιγά σιγά με το σχοινί. Οι Αιγύπτιοι με αγκαλιάζουν. Με σηκώνουν στα χέρια. Μπράβο για σάτερ…
Με φώναξε ο αρχιεργοδηγός.
– Δεν έπρεπε να ανέβεις… αλλά μια και το έκανες, από σήμερα θα έχεις κανονικό μισθό…
Δούλεψα εκεί τρία χρόνια. Έμαθα πολλά πράγματα. Ήμουν δεκαπέντε χρόνων.
Απέναντι από το εργοστάσιο είχε το καφενείο του ο Άντλι. Σαϊντιανός, ψηλός, με στριφτό μουστάκι, με βράκα και πέδιλα. Έμοιαζε με Κρητικό.
– Γεια σου Άντλι.
– Γεια σου και σένα.
– Γιατί είναι κατεβασμένα τα μούτρα σου;
Ερχόταν το Ραμαζάνι. Χρειαζόταν καρέκλες για τη μεγάλη γιορτή. Θα τις νοίκιαζε. Δεν είχε όμως χρήματα.
– Πόσα χρειάζεσαι;
– Δύο λίρες.
– Το Σάββατο που θα πληρωθώ, θα περάσω από το καφενείο.
Ήρθε το Σάββατο. Με τα over times που είχα κάνει, πήρα τέσσερις λίρες. Πήγα στον Άντλι. Του έδωσα όλη μου την είσπραξη. Βγήκε έξω από το καφενείο και επιδεικνύοντας τα χρήματα φώναξε:
– Αχουάτ ελ κιλάμπ!… Για μουσλιμίν… Γεννήματα σκυλιών!… μουσουλμάνοι… Ζήτησα από τους αδελφούς μου τους μουσουλμάνους για το Ραμαζάνι δύο λίρες. Δε μου έδωσε κανείς. Αυτός ο άπιστος μου έδωσε τέσσερις… Να πάτε στο διάβολο…
Από εκείνη τη μέρα ο Άντλι, σε κάθε ευκαιρία μου έδειχνε τη συμπάθειά του. Με έβλεπε λίγο σαν παιδί του.
Είχα πατήσει τα 18. Πήγαινα στο καφενείο κάθε απόγευμα. Έβλεπα την κόρη του τη Μενάσα να σκύβει στο νεροχύτη καθώς έπλενε τα ποτήρια και υποκλινόμουν στο μεγαλείο του θηλυκού.
Η Μενάσα ήταν δεκαεπτά χρόνων. Μου άρεσε. Οι πονηρές της ματιές με προέτρεπαν να ξεπεράσω κάθε αναστολή. Όμως, το στριφτό μουστάκι του Άντλι δεν μου επέτρεπε, περισσότερο από μια τυπική καλησπέρα.
Ένα πρωί του Οκτωβρίου σηκώνομαι να πάω στη δουλειά.
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο. Στα μπαλκόνια ελληνικές σημαίες. Βρίσκομαι έξω από το καφενείο. Μπαίνω μέσα. Κάποιοι Έλληνες ανοίγουν το ραδιόφωνο. Η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο. Εθνικός ύμνος. Καλούν τους νέους να καταταγούν. Εμβατήρια.
– Θα πάω εθελοντής.
Στη γωνία απέναντι ο Τορικιάν ο Αρμένης ρολογάς συζητούσε με τη Μενάσα. Την «έψηνε»…
Την άλλη μέρα πήγα στο φρουραρχείο να καταταγώ. Σε δύο μέρες έφυγα για την Ελλάδα.
Πέρασαν πέντε μήνες. Πήρα μια άδεια. Κατέβηκα στην Αλεξάνδρεια. Η μάνα μου δεν με περίμενε:
– Σε γυρεύει ο Άντλι. Πέρασε τέσσερις φορές τον τελευταίο μήνα…
– Τι να με θέλει…
Πήγα στο καφενείο. Σ’ ένα τραπέζι καθόταν ο Άντλι, σκυφτός, με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Απόγευμα και η Μενάσα δεν ήταν εκεί.
– Άντλι!
Για χαουάγκα Τόνταρι! Με αγκάλιασε. Μου χαμογέλασε πικρά. Κάτι ήθελε να μου πει. Κάτι πολύ στενάχωρο. Τα υγρά του μάτια τον πρόδιδαν.
– Έχασα τη Μενάσα…
– Τι… Πέθανε;
– Κάτι χειρότερο. Κλέφτηκε με τον Αρμένη. Με αυτόν τον μπουρμάγκι. Μου πήρε το κορίτσι. Της έταξε γάμο… Το ξεμυάλισε. Της έταξε πολλά, την ξεγέλασε. Τη χόρτασε, και μετά την έριξε στην πουτανιά. Την έχει στη Χάντρα. Πήγα εκεί. Με χτύπησαν. Έπεσαν τρεις δικοί του πάνω μου. Προχθές βγήκα από το νοσοκομείο.
– Η αστυνομία;
– Ποια αστυνομία; Όλοι τα… παίρνουν…
Ο πόλεμος έφερε στη Μέση Ανατολή, στρατιώτες. Μαζί και νταβατζήδες, πουτάνες και κάθε λογής τυχοδιώκτες… Και κάποιες δικές μας που τις είχαμε γειτόνισσες, πουτάνες έγιναν. Οι Εγγλέζοι και οι Αυστραλοί όταν έπιναν, ξόδευαν, έκαναν φασαρία, έρχονταν τα ΠΙΚΕΤ και τους μπουζούριαζαν.
Το μυαλό μου πήγε στον Ντικράν. Έναν Αρμένη απόβρασμα σκέτο. Από όπου τον έπιανες λερωνόσουν… Αυτός δεν ανακατευόταν με πουτανιές. Με χασίσια ανακατευόταν. Το μόνο κοινό που είχα μαζί του ήταν το χόμπι του ψαρέματος.
Κυριακή πρωί πήρα το οτομπούς για το Μεξ. Στο Γαλλικό λιμάνι. Έστρωσα τα καλάμια μου. Κατά τις επτάμισι, νάσου ο Ντικράν.
– Καλημέρα.
– Γεια σου Ντικράν.
– Έχει ψάρι;
– Μόλις έριξα.
Κουβέντα στην κουβέντα, του είπα για τη Μενάσα και τον πατριώτη του τον Τορικιάν. Αγρίεψε. Γνώριζε τον Άντλι.
Ήταν και πελάτης του. Του έδινε χασίσι για τους θαμώνες του καφενείου.
– Πάμε να φύγουμε.
– Μα, μόλις ήλθαμε.
– Πάμε γιατί εάν είναι έτσι όπως τα ξέρω, η Μενάσα είναι μέσα στις πουτάνες που θα στείλει αύριο το πρωί ο Τορικιάν στη Βηρυτό.
Πράγματι. Έτσι ήταν. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες μεταξύ των παρανόμων μαθεύονται.
Ο Ντικράν είχε ακούσει για μια κοπέλα που άνοιξε αμαρτωλές παρτίδες ο Τορικιάν μαζί της. Μα που να φανταστεί ότι ήταν η Μενάσα.
Περάσαμε από το καφενείο. Πήρε μαζί του όσους Σαϊντιανούς βρήκε. Οκτώ με τις ναμπούτες τους.
Ξεκινήσαμε. Πρώτος απ’ όλους ο Άντλι. Αυτός δεν πήρε τη ναμπούτα. Πήρε μαχαίρι. Φτάσαμε στη Χάντρα. Μπήκαν μπροστά ο Ντικράν με τον Άντλι και τον αδελφό του. Εμείς μείναμε πίσω. Αν χρειαζόταν θα πέφταμε κι εμείς στη μάχη. Όχι όλοι μαζί… Πρώτα οι τέσσερις και κατόπιν οι άλλοι τέσσερις Σαϊντιανοί κι εγώ…
Ο Αρμένης κάθονταν όρθιος στην πόρτα του μπουρδέλου. Μέσα σκιές πηγαινοέρχονταν. Φάνηκε η Μενάσα στο παράθυρο. Έγειρε να δει έξω. Ο Άντλι έβγαλε το μαχαίρι.
– Θα τον ξεκοιλιάσω!
– Άσε να δούμε… Μπορεί να μη χρειαστεί. Περιμένετε.
Ο Ντικράν ήξερε καλά την ψυχολογία του παράνομου. Ο Τορικιάν δεν θα ήθελε φασαρίες με τον πατριώτη του. Δεν τον συνέφερε να έχει εναντίον του το νόμο και τους παράνομους μαζί. Ο Ντικράν στάθηκε σε απόσταση περίπου τριών μέτρων από το μπουρδέλο. Έπρεπε να φυλάγεται. Ο Τορικιάν ήταν μπαμπέσης. Όλοι στη Χάντρα το ήξεραν.
– Τορικιάν!… Ήρθα με το φίλο μου τον Άντλι γιατί είναι πολύ στενοχωρημένος μαζί σου. Δώσε μας τη Μενάσα και θα φύγουμε…
Ο νταβατζής έκανε ένα νόημα και δύο ντερέκια με κελεμπίες εμφανίστηκαν από το πουθενά. Ο Ντικράν μάς έκανε νόημα. Πλησίασαν οι τέσσερις Σαϊντιανοί με τις ναμπούτες. Ο Τορικιάν δεν το περίμενε. Αιφνιδιάστηκε… Αυτό περιμέναμε. Πλησιάσαμε κι εμείς. Ο Άντλι έβγαλε το μαχαίρι…
Οι Σαϊντιανοί είχαν πάρει θέση μάχης. Ο Ντικράν σήκωσε το χέρι του:
– Περιμένετε!!!
Είχε δει στα μάτια του Τορικιάν το φόβο. Μπήκε μέσα στο μπουρδέλο. Φύγαμε με τη Μενάσα στην αγκαλιά του πατέρα της. Ο νταβατζής δεν έβγαλε κουβέντα… Μόνο κοίταγε το χρυσωρυχείο που του έφευγε…
Η Μενάσα έκλαιγε σε όλη τη διαδρομή. Φτάσαμε στο σπίτι τους. Ο Άντλι έκλαιγε κι αυτός. Δεν τον χώραγε ο μαχαλάς του. Δεν τον χώραγε η Αλεξάνδρεια. Ήθελε να φύγει. Να πάνε κάπου αλλού. Να μην τους γνωρίζει κανείς… Με μια κόρη πρώην πουτάνα… όλοι σου γυρίζουν την πλάτη.
Της βρήκαμε δουλειά σαν υπηρέτρια σε ένα ελληνικό σπίτι, στη «Μαζαρίτα», απέναντι από την «Ένωση». Δεν έκατσε όμως πολύ καιρό εκεί. Την πήρε ο Άντλι και ανέβηκαν στο Κάιρο. Ανοίξανε ένα καφενείο στις όχθες του Νείλου. Περνούσανε καλά. Δεν τους ήξερε κανείς. Ο Άντλι αγόρασε μια φελούκα και έκανε βόλτες τους Εγγλέζους στον Νείλο. Έβγαζαν καλό μεροκάματο. Χτίσανε μια καλύβα εκεί που σήμερα είναι το ξενοδοχείο «Sheraton».
Η Μενάσα έγινε είκοσι χρόνων. Ο Φουάτ που είχε κι αυτός φελούκα την αγάπησε. Τη ζήτησε από τον πατέρα της. Η Μενάσα χάρηκε, δέχτηκε την πρόταση. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Το παρελθόν της. Ο Άντλι ζήτησε τη γνώμη μου. Του σύστησα ένα γιατρό. Τους έβγαλε ένα πιστοποιητικό: «Η μη ύπαρξη παρθενικού υμένος είναι εκ γενετής».
Έγινε ο γάμος. Η Μενάσα έκανε τέσσερα παιδιά. Ο ένας έγινε δάσκαλος στην Αλεξάνδρεια. Οι άλλοι τρεις με αιματηρές οικονομίες αγόρασαν ένα παλιό σκαρί από τον στρατό και κάνουν βόλτα τους τουρίστες στον Νείλο.
Για να τιμήσουν τη μάνα τους ονόμασαν το καραβάκι «Αλ μαχρούσα Μενάσα». Δηλαδή, «Η γοργόνα Μενάσα».
Ο Άντλι πέθανε στα ογδόντα του. Ο άντρας της Μενάσα σκοτώθηκε στον «πόλεμο των επτά ημερών» με το Ισραήλ. Η Μενάσα ζει με το γιο της το δάσκαλο στην Αλεξάνδρεια.
Εγώ ζω στην Αθήνα. Κάθε βράδυ αναπολώ τα χρόνια που έζησα στο φιλόξενο τόπο της Αιγύπτου. Να είστε ευλογημένοι όλοι εσείς που γνώρισα εκεί… Που μου μάθατε τη ζωή…

Επεξηγήσεις:

Χαμομίλι: Φτωχική, κακόφημη συνοικία.
Σαγκαμόγιας: Κουβαλητής νερού με ασκί.
Ένα μελίμι: Μία δεκάρα.
Σαμπαρσάκης: Συλλέκτης αποτσίγαρων από το δρόμο για ανακύκλωση του καπνού.
Μπράβο για σάτερ…: Μπράβο προκομμένε.
Χαουάγκα Τόνταρι!: Κύριε Θόδωρε!
Μπουρμάγκι: Ρουφιάνος.
Μεξ: Παραθαλάσσιο θέρετρο.
Χάντρα: Αράπικη φτωχική συνοικία της Αλεξάνδρειας.
Φελούκα: Βάρκα του Νείλου με πανιά.
Ναμπούτα: Μαγκούρα που κρατούσαν οι Σαϊντιανιανοί.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -