18.8 C
Athens
Σάββατο 20 Απριλίου 2024

Από την Ελίντα, τη Ρεβέκκα και την Έντα της Μαρίκας Κοτοπούλη ως την Gabler της Άντζελας Μπρούσκου

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Πριν από 124 χρόνια ο Ερρίκος Ίψεν και τα έργα του άρχισαν να γίνονται γνωστά στο ελληνικό κοινό. Από τότε μέχρι σήμερα ο Νορβηγός συγγραφέας ήταν ανάμεσα τους πιο αγαπημένους για τους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς μας.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία που έκανε ο θεατρολόγος Νικηφόρος Παπανδρέου τον Αύγουστο του 1994 στην Ερμούπολη της Σύρου. Το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών είχε διοργανώσει τότε Συμπόσιο με θέμα: «Για τη Μαρίκα Κοτοπούλη και το Θέατρο στην Ερμούπολη». Πήραν μέρος σε εκείνο το Συμπόσιο ο Γιώργος Ανεμογιάννης, η Ελένη Βαροπούλου, ο Μάρκος Δ. Φρέρης, ο Μάριος Πλωρίτης, η Έφη Βαφειάδη, η Ελίζα-Άννα Δελβερούδη, ο Αντώνης Γλυτζούρης, η Ιουλία Πιπινιά, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Σταύρος Ι. Βαφιάς, η Αγγελική Φενερλή, η Δέσποινα Λούκου, ο Δημήτρης Σπάθης, η Ιωάννα Παπαγεωργίου, ο Αντρέας Δημητριάδης, ο Θόδωρος Χατζηπανταζής και ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος.
Επίσης πήρε μέρος και ο Νικηφόρος Παπανδρέου ο οποίος στις 22 Αυγούστου 1994 έκανε την παρακάτω ομιλία με τίτλο: «Η Μαρίκα Κοτοπούλη και οι ιψενικές ηρωίδες».

 

***

 

Την «Hedda Gabler» του Henrik Ibsen ανέβασε στις αρχές του 2018 η σκηνοθέτις Άντζελα Μπρούσκου στο ιστορικό ξενοδοχείο της Ομόνοιας, το «Μπάγκειον». Η συγκεκριμένη παράσταση ανεβαίνει και πάλι από την Πέμπτη 11 Οκτωβρίου στο «Μπάγκειον» με την Άντζελα Μπρούσκου να συμμετέχει ως Μπέρτα.

 

***

 

Οι φωτογραφίες της Μαρίκας Κοτοπούλη που συνοδεύουν το άρθρο του Νικηφόρου Παπανδρέου είναι από το Διαδίκτυο.

 

***

 

 

 

«Η Μαρίκα Κοτοπούλη και οι ιψενικές ηρωίδες»

 

Άρθρο του Νικηφόρου Παπανδρέου. Ερμούπολη, Σύρος, Δευτέρα 22 Αυγούστου 1994

«Πριν από εκατό χρόνια, στα 1894, το ελληνικό θέατρο ανακάλυπτε τον Ερρίκο Ίψεν με την ιστορική παράσταση των «Βρυκολάκων» από τον Ευτύχιο Βονασέρα. Και ήδη στις αρχές του αιώνα μας ο Νορβηγός δραματουργός είναι για τους ανθρώπους του θεάτρου ένα σημείο αναφοράς, τουλάχιστον για τους «εκσυγχρονιστές». Πράγματι, μέσα σε ενάμιση μόλις χρόνο (από το Δεκέμβριο του 1901 ως τον Ιούνιο του 1903) έχουμε τέσσερα απανωτά ανεβάσματα ιψενικών δραμάτων:
«Αγριόπαπια», «Ένας εχθρός του λαού» και « Έντα Γκάμπλερ» από τον Χρηστομάνο στη Νέα Σκηνή και «Τα στηρίγματα της κοινωνίας» από τον Θωμά Οικονόμου στο Βασιλικό Θέατρο.
Δηλαδή, το «νηπιώδες ελληνικόν θέατρον», όπως το αποκαλούσε ο Φώτος Πολίτης, δεξιώνεται τον Ίψεν πολύ πιο απλόχερα από ό, τι το θέατρο των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Κατόπιν, μετά την αποτυχία της Νέας Σκηνής και του Βασιλικού Θεάτρου, έρχεται η περίοδος της εμπορικής άνθησης και της ποιοτικής στασιμότητας: τέσσερα πρώτα ανεβάσματα μέσα σε είκοσι χρόνια. Οφείλονται και τα τέσσερα στη δονκιχωτική εμμονή ενός ταγμένου, του Θωμά Οικονόμου: «Η κυρά της θάλασσας» το 1906, «Ρόσμερσχολμ» το 1910, «Ο μικρός Έγιολφ» το 1919, «Αρχιτέκτων Σόλνες» το 1925.

 

Στην άκρη αριστερά η είσοδος του Θεάτρου “Ομόνοια”, όπου στεγάστηκε ο θίασος του Χρηστομάνου, Νέα Σκηνή και του δόθηκε το όνομα “Νέα Σκηνή” (1902 – 1912). Αργότερα, τον χειμώνα του 1912 πήρε το όνομα “Κοτοπούλη”. Το 1937 έγινε ο κινηματογράφος “Κρόνος” και στη συνέχεια και μέχρι το 1974 ο κινηματογράφος “Κοτοπούλη”. [Από το βιβλίο “Τα θέατρα των Αθηνών και η ιστορία τους (1835 – 1920) του Χαρίλαου Πατέρα. Στις “συλλογές” του Αργύρη Βουρνά, Αθήνα 1997].
 

Όμως το θέμα μας σ’ αυτό το σεμινάριο δεν είναι ο Θωμάς Οικονόμου αλλά η μαθήτρια του, η Μαρίκα Κοτοπούλη. Όσο για τη δική μου παρέμβαση, δεν θα αναφερθεί, όπως υπόσχεται ο τίτλος της, σε όλες τις ιψενικές ερμηνείες της Κοτοπούλη θα περιοριστεί, για τις ανάγκες της συντομίας, στην πρώτη, την παρθενική.

***

– Μας το θύμισε ξανά τις προάλλες ο Μάνος Ελευθερίου, δημοσιεύοντας στα Νέα
(28.7.1994) ένα γραφικό επιστολικό τεκμήριο του 1905.
– Για τα χρόνια της ιψενικής εισβολής δείτε μεταξύ άλλων το βιβλίο μου «Ο Ίψεν στην Ελλάδα».
Από την πρώτη γνωριμία στην καθιέρωση: 1890-1910, Αθήνα, Κέδρος, 1983 της συνάντηση με τον κόσμο του Ίψεν το καλοκαίρι του 1906, τότε που η ίδια βρίσκεται, για να ξαναθυμηθώ τον Φώτο Πολίτη, «σ’ όλη τη φλόγα της πρώτης καλλιτεχνικής της ορμής».

***

Το Μάιο του 1906 πεθαίνει πλήρης ημερών ο Ερρίκος Ίψεν. Πολύ σύντομα, στις 18 Ιουνίου, ο Κωστής Παλαμάς, από τους θερμότερους θαυμαστές του Νορβηγού δραματουργού, δημοσιεύει στον Νουμά μια πολύστιχη «Ωδή στο θάνατο του Ίψεν». Εκεί ο ποιητής μιλάει και για κάποιες επίφοβες ιψενικές ηρωίδες, που τις αποκαλεί «θανατερής μοσκοβολιάς λουλούδια», «της αρρώστιας, της αμαρτίας, της μπόρας ξωθιές και σφίγγες». Και ονομάζει τρεις τέτοιες ηρωίδες:
Και να η Θαλασσινή και να η Ρεβέκκα κι η ξέχωρη αντρογυναίκα Έντα Γκάμπλερ. Ένα μήνα αργότερα η Μαρίκα Κοτοπούλη ενσαρκώνει την πρώτη από τις τρεις, τη Θαλασσινή, δηλαδή την Ελίντα Βάγκελ, την «Κυρά της Θάλασσας».

***

Η Κοτοπούλη θα συναντηθεί ξανά με τον Ίψεν: στις 4 Οκτωβρίου 1921 ερμηνεύοντας τη σκοτεινή και «καταστρεπτική» Έντα Γκάμπλερ και στις 8 Νοεμβρίου 1945 με την άγνωστη στην Ελλάδα Κυρά Ίνγκερ από το «Όστροτ». Αλλά γι’ αυτά άλλοτε. Σήμερα θα σταθούμε στην πρώιμη εκείνη επαφή μιας νέας ηθοποιού, που τότε διαμορφώνει το θεατρικό της πρόσωπο, με τον κόσμο του Ίψεν, στην πανελλήνια πρώτη της «Κυράς της θάλασσας» στο παλιό «Βαριετέ», τη Δευτέρα 24 Ιουλίου 1906.

***

-Για την παράσταση αυτή, που σκηνοθέτησε ο Τάκης Μουζενίδης και όπου έπαιζαν πλάι στην Κοτοπούλη ο Δημήτρης Μυράτ, ο Μάνος Κατράκης, ο Νίκος Χατζίσκος και άλλοι αξιόλογοι νέοι ηθοποιοί, ο Ι. Στογιάννης γράφει στη «Βραδυνή» (9.11.1945): «Για μας το κύριο ενδιαφέρον είναι η υπόκριση της Μαρίκας. Αυτή δικαιώνει το ανέβασμα του ιψενικού αυτού πρωτολείου, μια και το έργο προσφέρει στη μεγάλη μας καλλιτέχνιδα το γνωστό της κλίμα, όπου την ξαναβρίσκει, με ενθουσιασμό πάντα, κάθε θαυμαστής της υψηλής τέχνης της». Ας κρατήσουμε αυτή την έκφραση: «το γνωστό της κλίμα» μαζί με τη διευκρίνιση ότι η ηρωίδα του έργου είναι μια ανυπόταχτη αρχόντισσα.
Την άνοιξη του 1906 η Μαρίκα Κοτοπούλη αποχωρεί από το Βασιλικό Θέατρο. Μέσα σε τριάμισι χρόνια με την καθοδήγηση του Οικονόμου η «μικρούλα», το «παιδί-θαύμα» του οικογενειακού θιάσου του Δημητρίου Κοτοπούλη, έχει γίνει ήδη ερμηνεύτρια μεγάλων ρόλων με εντυπωσιακές επιδόσεις σε έργα του Σαίξπηρ, του Γκριλπάρτσερ, του Γκαίτε.
Στα μέσα του καλοκαιριού του 1906 ο Θωμάς Οικονόμου, που έχει επίσης αποχωρήσει από την κρατική σκηνή, συγκροτεί θίασο με πρωταγωνίστρια τη Μαρίκα Κοτοπούλη και διαδέχεται στο θέατρο «Βαριετέ» το θίασο του Τηλέμαχου Λεπενιώτη, που έχει διαλυθεί λόγω οικονομικής αποτυχίας. Εκεί πήγε να δει την Κοτοπούλη και ο Χρηστομάνος, ο οποίος, αν πιστέψουμε τον οπωσδήποτε διόλου αμερόληπτο Μήτσο Μυράτ, καταγοητεύτηκε από το ταλέντο της, σε βαθμό που να λέει στους ηθοποιούς του: «Γιατί αυτό το πλασματάκι να είναι ανώτερο σας;».

 

***

 

 

 

Στο «Βαριετέ», λοιπόν, ανάμεσα σε έργα μάλλον ανώδυνα ο Θωμάς Οικονόμου ανεβάζει τον Ιούλιο του 1906 την «Κυρά της θάλασσας», έβδομο έργο του Ίψεν στην ελληνική σκηνή, σε μετάφραση από τα γερμανικά του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Την Κυρά της θάλασσας, την ανικανοποίητη κι απρόβλεπτη Ελίντα, ερμηνεύει η Μαρίκα, ενώ ο πατέρας της, ο Δημήτριος Κοτοπούλης, παίζει το σύζυγό της, το γιατρό Βάγκελ. Η παράσταση δεν έχει εισπρακτική επιτυχία: επαναλαμβάνεται μόνο την επομένη και αμέσως μετά αντικαθίσταται από ένα σίγουρο άλογο, επιτυχία της Κοτοπούλη και στο Βασιλικό, την Πρετσιόζα του Βολφ, η οποία, όπως γράφουν οι εφημερίδες, «με τα τραγούδια της, με το μπαλέτο της και με τα ωραία σκηνικά της κατέθελξε το πολυπληθές ακροατήριον» {Εστία, 27.7.1906).
Για την «Κυρά της θάλασσας» ο ανώνυμος (υπογραφή: Κάποιος Άλλος) κριτικός της εφημερίδας «Ακρόπολις» διαβεβαιώνει την επομένη της πρεμιέρας (25.7.1906) ότι «το δράμα αυτό, άλλων κοινωνιών τα ήθη χαρακτηρίζον, άλλην αναπαριστάνον ζωήν, δεν ήτο δυνατόν ν’ αποτείνεται κατευθείαν εις την ελληνικήν ψυχήν». Γι’ αυτό και δύο παραστάσεις τού πέφτουν πολλές: «Δύναται κανείς να ειπή καθαρά. Κι αργότερα: «Αν την είχα δική μου, δεν θα διελύετο ποτέ η Νέα Σκηνή». [Βλ. Μήτσος Μυράτ, Η ζωή μου, Αθήνα, 1928, σσ. 291-292].
Και όχι του Σπύρου Μαρκέλλου, όπως αναφέρει εκ παραδρομής στην Ιστορία του ο Σιδερής (σελ. 170 της επανέκδοσης) ότι η «Κυρά της θάλασσας» έπρεπε να παιχθή μίαν φοράν, δια να γνωρίσωμεν εν ακόμη από τα εκλεκτά έργα της σκανδιναυϊκής φιλολογίας, χωρίς να επαναληφθή, διότι άλλο κοινόν, με άλλα ήθη και άλλον χαρακτήρα χρειάζεται, δια να το εννοήση και να εμβαθύνη εις τας λεπτομέρειάς του». Ο ίδιος κριτικός, πάντως, υπογραμμίζει «την τελείαν εκτέλεσιν του δυσκολωτάτου ρόλου της Ελλίδας από την δεσποινίδα Μαρίκαν Κοτοπούλη» και παραδέχεται (την επομένη, 26.7.1906, που επανέρχεται στην παράσταση με το άρθρο «Νεύρα και θέατρον») ότι, αν το έργο παιζόταν «ενώπιον στενωτάτου κύκλου λογίων και φιλοτέχνων», η παράσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ως μία έκτακτος επιτυχία και από τας μοναδικωτέρας των θεατρικών χρονικών μας». Αλλά ο Οικονόμου δεν είναι πια στο Βασιλικό, όπου το οικονομικό ρίσκο επιτρέπεται, γι’ αυτό και ο αρθρογράφος αναλαμβάνει να τον συμβουλέψει: «Ως θεατρώνης όμως και επιχειρηματίας που είναι τώρα, ας μας επιτρέψει να του είπωμεν ότι είχε μίαν κακήν έμπνευσιν, γρήγορα δε ο ταμίας του θεάτρου του θα τον αναγκάση να αλλάξη ιδέας και γνώμας και να εκλέξη έργα που να ταιριάζουν περισσότερον εις την ελληνικήν ψυχήν». Αντίθετα, ο ανώνυμος κριτικός της σταθερά φιλοϊψενικής Εστίας (25.7.1906), αν παραδέχεται ότι το «δυνατώτατον αυτό έργον» είναι «δια τους ολίγους μόνον», το κάνει, για να τονίσει την ποιότητα της παράστασης, την αποτελεσματικότητα της ερμηνείας, που το κατέστησαν τελικά προσιτό σε όλους: «Κατωρθώθη να συγκράτηση αδιάπτωτον το ενδιαφέρον και του τελευταίου ακροατού χάρις εις την άμεμπτον υπόκρισιν της Δίδος Μαρίκας Κοτοπούλη, η οποία ησθάνθη βαθύτατα τον ρόλον της, εταύτισε την ψυχήν της με την γεμάτην τρικυμίαν ψυχήν της Ελλίδας και εχρησίμευσεν ως τέλειος αγωγός των σκέψεων του μεγαλοϊδεάτου συγγραφέως» προσφέροντας μια «πανεύμορφη της Ελλίδας εικόνα». Πολύ επαινετικός είναι ο ίδιος κριτικός και για τη μετάφραση του Χατζόπουλου. Τη χαρακτηρίζει «αριστοτεχνική, εις πολλά μέρη αυτόχρημα μουσική».
Όσο για το αν τα ιψενικά δράματα είναι κατάλληλα για τα ελληνικά στομάχια, η «Εστία» επανέρχεται έπειτα από λίγες μέρες. Όπως βλέπετε, η λαϊκιστική ψύχωση περί της ελληνικής ιδιαιτερότητας και εναντίον παντός ευρωπαϊκού δεν είναι νέο φαινόμενο, υπήρχε στην Ελλάδα από πάντα, εξίσου αφελής και ισοπεδωτική με την ξενομανία. Η (ανέκδοτη) μετάφραση βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ. (1.8.1906), απαντώντας εμμέσως πλην σαφώς στην εφημερίδα «Ακρόπολις»: Αν το κοινό εθιστεί, υποστηρίζει, «δεν θα υφίσταται πλέον ζήτημα ευκολοχωνεύτου ή μη των έργων, ως εάν επρόκειτο περί αντράδας και ουχί περί θεάτρου. Όλα είναι ζήτημα συνήθειας. Όπως ο κόσμος εσυνήθισε να ευχαριστήται με το Δος μας, κυρά, τον άντρα σου και τα άλλα παρόμοιας υφής, θα συνηθίση και αυτά [δηλαδή τα ιψενικά έργα]. Και τούτο θα είναι αληθινή πρόοδος».

 

***

 

 

Ένα άλλο πολύ στοχαστικό κείμενο για την «Κυρά της θάλασσας» δημοσιεύεται στο περιοδικό Παναθήναια (τόμ. IB’, 15-31.8.1906) με την υπογραφή του Αριστοτέλη Κουρτίδη. Και εδώ υπογραμμίζεται το υποκριτικό κατόρθωμα της Μαρίκας Κοτοπούλη:

 

***

 

Μαρίκα Κοτοπούλη 1914. [Από το βιβλίο “Τα θέατρα των Αθηνών και η ιστορία τους (1835 – 1920) του Χαρίλαου Πατέρα. Στις “συλλογές” του Αργύρη Βουρνά, Αθήνα 1997].
 

«Η υπόκρισις υπήρξε καλή, εις μερικά μέρη εξαίρετος. Η Δις Μαρίκα Κοτοπούλη εις τον ρόλον της Ελλίδας, της Κυράς της θάλασσας, εις την ψυχήν της οποίας η τρικυμία φθάνει μέχρι παθολογικών εκρήξεων παραφροσύνης, είχεν εξάρσεις τέχνης, αι οποίαι αναβιβάζουν πολύ την αληθή καλλιτέχνιδα της σκηνής».
Η Κοτοπούλη λοιπόν αρχίζει την ελεύθερη πορεία της, έξω από το προστατευτικό κέλυφος του Βασιλικού, διευρύνοντας το διαμορφωμένο από ρόλους του ποιητικού θεάτρου υποκριτικό της στίγμα και ακολουθώντας τις τολμηρές επιλογές ενός απαιτητικού δασκάλου. Ας σημειωθεί ότι και ο Κουρτίδης τονίζει στην κριτική του το παράτολμο του εγχειρήματος: «Μέσα εις τον κατακλυσμόν της φάρσας, της σαχλής, χονδροκομμένης και μονοτόνως σκανδαλώδους φάρσας, της αιωνίως περιστρεφόμενης εις την συζυγικήν απάτην […], μέσα εις την βιομηχανικήν αυτήν εκμετάλλευσιν της κακοηθείας θα ήτο παραφροσύνη ν’ αναβίβαση κανείς εις την σκηνήν Ίψεν. Την τολμηράν αυτήν παραφροσύνην φαίνεται ότι έχει ο κ. Θωμάς Οικονόμου, διότι μας έδωκε δύο παραστάσεις -δύο, δεν είναι και αυτό πολύ;- με την γνωστήν σκηνογραφικήν [εννοεί σκηνοθετικήν] τέχνην του, της Κυράς της θάλασσας».
Αξίζει να δει κανείς με πόση διεισδυτικότητα, ευαισθησία και νηφαλιότητα αναλύει το έργο του Ίψεν ο Κουρτίδης, ή σε άλλες περιπτώσεις ο Ξενόπουλος, και να συγκρίνει τα κείμενα αυτά με τη σημερινή συνήθως επιδεικτικά υποκειμενική κριτική σημειωματογραφία, για να διαπιστώσει πόσο λίγο έχουμε προχωρήσει στον τομέα του κριτικού λόγου. Άλλο ζήτημα αν, όπως συνηθιζόταν τότε (δυστυχώς για τους θεατρολόγους ερευνητές), η αναφορά στη σκηνική ερμηνεία είναι σ’ αυτά τα παλιά κείμενα τηλεγραφική και ως εν υστερόγραφου.

***

Τέτοια τολμηρά εγχειρήματα θα κάνει η Κοτοπούλη σε όλη της τη σταδιοδρομία, ακόμα και όταν οι ανάγκες συντήρησης του θιασαρχικού συστήματος την ωθούν, όπως και την Κυβέλη, να επιδιώκει την εμπορικότητα, κάποτε και την πιο αγοραία. Κάθε τόσο, μέσα στη ρουτίνα, τη βλέπουμε να κάνει μια αποκοτιά, να στοιχηματίζει πάνω στο ριζοσπαστικό, στο καινούριο. Κυρίως στην περιοχή της σύγχρονης της ελληνικής δραματουργίας, της οποίας την ενδιαφέρουν και οι πιο αβέβαιες απόπειρες. Ας θυμίσω ενδεικτικά ότι ένα χρόνο μετά από την Κυρά της θάλασσας, τον Αύγουστο του 1907, η Κοτοπούλη, θιασάρχις πια μαζί με τον Ευτύχιο Βονασέρα, παρουσιάζει τον αδόκιμα ιψενικό Αρχιτέκτονα Μάρθα του Παύλου Νιρβάνα και λίγες μέρες μετά τον πρωτοποριακό Γιο του ίσκιου του Σπύρου Μελά, ενώ το καλοκαίρι του 1908 ανεβάζει τα ανεπίδοτα Τρία φιλιά του Χρηστομάνου – αυτό πια κι αν ήταν αποκοτιά…

 

***

 

 

Ας γυρίσουμε στο καλοκαίρι του 1906. Με αφορμή την παράσταση που μας απασχολεί, δημοσιεύεται ακόμη ένα κείμενο, πολύ σημαντικό. Ο Παντελής Χορν, δραματικός νεοσσός που λίγες εβδομάδες αργότερα θα δημοσιεύσει τα δύο πρωτόλειά του, τον «Ξένο» και το «Ανεχτίμητο», και ο οποίος ανήκει, βέβαια, στο στρατόπεδο των εκσυγχρονιστών, αισθάνεται υποχρέωσή του να συμβάλει στους αγώνες για την καθιέρωση της νέας δραματουργίας, να διαφωτίσει το κοινό για τη σημασία και τις κρυφές σημασίες του ιψενικού αριστουργήματος ή, απλούστερα, να στείλει κόσμο στην παράσταση.
Γράφει λοιπόν τις παραμονές της πρεμιέρας μια ενθουσιώδη ανάλυση της «Κυράς της θάλασσας» και τη δίνει στον Νουμά, ο οποίος όμως, προφανώς λόγω πληθώρας ύλης, τη δημοσιεύει κατόπιν εορτής (αρ. 207, 30 του Αλωνάρη 1906).
Δεν θα σταθώ εδώ στην ανάγνωση του έργου από τον Χορν, αλλά θα παραθέσω τις συμβουλές που αυτός αναλαμβάνει να δώσει στους ηθοποιούς που πρόκειται να παίξουν τους δύο κεντρικούς ρόλους.

***

Το άρθρο αυτό δεν είναι απλώς νεανικό – είναι, όπως μας βεβαιώνει η έγκυρη «Εργογραφία Παντελή Χορν» της Έφης Βαφειάδη, το πρώτο κείμενο που δημοσίευσε ο Χορν. [Βλ. Παντελή Χορν, Τα θεατρικά, τόμ. Α’, εισαγωγή-επιμέλεια Έφης Βαφειάδη, Αθήνα, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, 1993].

***

Ο Χορν δηλώνει ότι γράφει το άρθρο, επειδή το έργο «θα παιχτεί […] σε λίγες μέρες από το θίασο του Οικονόμου», αλλά ισχυρίζεται ότι δεν ξέρει ποιοι ηθοποιοί θα παίξουν τους ρόλους, ότι διατυπώνει τις παραινέσεις του γενικά και αφηρημένα. Πιστεύω ότι δεν λέει την αλήθεια. Όχι μόνο γιατί αποκλείεται αυτή η άγνοια για τους παροικούντες το μικρό χωριό που ήταν η θεατρική Αθήνα του 1906, αλλά και γιατί οι σχετικές παράγραφοι του άρθρου του δείχνουν ότι γράφτηκαν για τους συγκεκριμένους αποδέκτες.
Σίγουρα λοιπόν ο Χορν ξέρει ότι ο Δημήτριος Κοτοπούλης θα παίξει το γιατρό Βάγκελ και ανησυχεί, επειδή ο αξιόλογος και έμπειρος αυτός ηθοποιός είναι ταυτισμένος με την παλιά σχολή, με την παλιά δραματουργία και με την παρωχημένη υποκριτική αισθητική.
Ακούστε τι τον συμβουλεύει: «Χρειάζεται ακόμα μεγάλη προσοχή στον ηθοποιό που θα παίξη το ρόλο του Βάνσελ […] μην τύχη και παρεξηγηθή και τον πάρουν για κανέναν απ’ αυτούς τους γελοίους τύπους της φάρσας που τρέχουν πίσω απ’ τις γυναίκες τους κάνοντας όλα τ’ ανόητα θελήματα τους. Αν έπαιξε τέτοιο ρόλο άλλοτες σε κωμωδία ο ηθοποιός αυτός, καλά θα κάνη να τον ξεχάση».
Θεωρώ επίσης βέβαιο ότι ο Παντελής Χορν, γράφοντας την παράγραφο που αφιερώνει στην ερμηνεύτρια της Ελίντας, γνωρίζει ότι απευθύνεται στη Μαρίκα Κοτοπούλη (με την οποία η μοίρα του θεάτρου θα τον φέρει σε επαφή μερικά χρόνια αργότερα). Αλλά, αν ανησυχούσε για την ερμηνεία του πατέρα, καθόλου δεν φαίνεται να ανησυχεί για την ερμηνεία της κόρης. Αντίθετα είναι γεμάτος προσδοκίες και τις διατυπώνει με στοργική τρυφερότητα. Ακούγοντας τη σχετική περικοπή, αναλογιστείτε την ανυπόταχτη φύση της Μαρίκας Κοτοπούλη και τις μάχες που χρειάστηκε να δώσει με την κοινωνία της εποχής της, διεκδικώντας το δικαίωμα να είναι ο εαυτός της:
«Η Έλλιδα είναι, καθώς είδαμε, μια υστερικιά και νευρικιά που ζη με τη φαντασία της και τα όνειρά της, μέσα όμως στον περιορισμό που βρίσκεται, λαχταράει τη λευτεριά της, και σ’ αυτήν επάνω πλάθει όνειρα. Δεν ξέρω ποια θεατρίνα θα παίξη αυτό το μέρος, σαν καλλιτέχνιδα όμως που είναι θα πόθησε κι αυτή πολλές φορές τη λευτεριά της και πολλά όνειρα θα έπλασε μέσα στις οικογενειακές και τις άλλες της ζωής στεναχώριες και μέσα στους κοινωνικούς περιορισμούς που την εμποδίζουν να ενεργή σύμφωνα με τη θέληση της ή της τέχνης της το ξετύλιγμα. Αυτό γίνεται σε κάθε τεχνίτη, γιατί η τέχνη θέλει πρώτα απ’ όλα λευτεριά. Στη λευτεριά αυτή τη ματιά της ας ρίξη, τα όνειρα της ας θυμηθή, όταν θα βγη να παίξη, και θα πετύχη».

 

***

 

Η Μαρίκα Κοτοπούλη διακρίθηκε περισσότερο ως τραγωδός στα έργα ξένων κι Ελλήνων κλασικών συγγραφέων. Πρωταγωνίστησε, ωστόσο, σε πολλά διαφορετικά θεατρικά είδη, ανάμεσά τους η κομεντί, η φάρσα αλλά και η επιθεώρηση στις περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940. Η ερμηνεία της σε έργα σύγχρονων συγγραφέων θεωρείται ανεπανάληπτη. Η Κοτοπούλη γεννήθηκε (3 Μαΐου 1887) και πέθανε (11 Σεπτεμβρίου 1954) στην Αθήνα.

 

Όταν «βγαίνει να παίξει» την «Κυρά της θάλασσας» η Μαρίκα Κοτοπούλη, είναι ένα χαρισματικό πλάσμα δεκαεννιά χρόνων, φανατικό για θέατρο και διψασμένο για ζωή. Θα εξακολουθήσει να ενσαρκώνει μεγάλες θεατρικές μορφές για μισό αιώνα ακόμη. Ο Δημήτρης Σπάθης, θέλοντας να συνοψίσει το υποκριτικό της στίγμα, γράφει πολύ εύστοχα ότι «κυρίαρχο θέμα στη σκηνική της διαδρομή υπήρξε η οπλισμένη με ισχυρή βούληση γυναικεία ατομικότητα, που δοκιμάζει τα όρια της δύναμης της απέναντι σε αντιστάσεις ιστορικές, κοινωνικές, ηθικές».

“Ένας από τους πρώτους κρίκους σ’ αυτή την αλυσίδα των ανυπόταχτων γυναικών είναι η Ελίντα Βάγκελ του 1906. Ένας άλλος, μερικά χρόνια αργότερα, θα είναι η Έντα Γκάμπλερ. Αν είχε παίξει και τη Ρεβέκκα του Ρόσμερσχολμ, η Κοτοπούλη θα είχε ενσαρκώσει και τις τρεις αινιγματικές ηρωίδες της «Ωδής» του Παλαμά – μ’ εκείνη τη φωνή της, που ο Σπύρος Μελάς τη θυμάται σαν «μια βαρειά, βελουδένια δοξαριά βιολοντσέλλου».

 

***

 

 

 

 

ΣΤΟ «ΜΠΑΓΚΕΙΟΝ» Η HEDDA GABLER ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΖΕΛΑ ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ

 

***

«Hedda Gabler»
Του Henrik Ibsen

Συντελεστές παράστασης
Σκηνοθεσία – εικαστική άποψη: Άντζελα Μπρούσκου
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Μουσική: Nalyssa Green
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Παραγωγή: Ευάγγελος Κώνστας – Constantly Productions
Ηθοποιοί: Παρθενόπη Μπουζούρη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Νικόλας Παπαγιάννης, Ειρήνη Αϊβαλιώτου και η Άντζελα Μπρούσκου.

***

Προβολή – επικοινωνία: Δημήτρης Χαλιώτης

***

Πληροφορίες
Πρεμιέρα: Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Παραστάσεις: Πέμπτη – Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 19:30 (μέχρι τις 11 Νοεμβρίου)
Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ (κανονικό), 10 ευρώ (φοιτητικό, ανέργων, ΑΜΕΑ), 5 ευρώ (ατέλειες)

***

ΕΔΩ ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ VIVA.GR

***

Προσφορά μέσω viva: 10 ευρώ για αγορές εισιτηρίων μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 2018
Κρατήσεις θέσεων: 693 8500457 (5 μ.μ. – 8 μ.μ.)
Διάρκεια: 120 λεπτά

***

Μπάγκειον Ξενοδοχείο
Πλατεία Ομονοίας 19, Αθήνα
Μετρό, στάση «Σύνταγμα»
Έξοδος: Αθηνάς – Σταδίου.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -