Cat Is Art

“Μαρία Πενταγιώτισσα”: Άφθονο γέλιο, φρεσκοκομμένο από το “μποστάνι του Μποστ”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Η ιστορία της έγινε ζωντανός θρύλος και έφτασε μέχρι τα πέρατα του κόσμου -όπου υπάρχει ελληνισμός. Η περίπτωση της θρυλικής Μαρίας Πενταγιώτισσας απασχόλησε όλα τα είδη του λόγου (θέατρο, επιθεώρηση, ποίηση, κινηματογράφο, μουσική, σάτιρα) και για χάρη της έρευσε και ρέει πολύ μελάνι, ακόμη και μέχρι τις μέρες μας.
Με το όνομα της Μαρίας Πενταγιώτισσας ο εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς δημοσίευσε, το 1890, στη συλλογή “Τα μάτια της ψυχής μου”, πολύστιχο ποίημα στο οποίο ύμνησε τα χαρίσματά της και εμμέσως παρομοίασε τα κάλλη και τις χάρες των ωραίων γυναικών με αυτά της Μαρίας. Το ποίημα αυτό αφιέρωσε στον Ανδρέα Καρκαβίτσα. Αλλά και ο Παύλος Νιρβάνας, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και ο Δημήτριος Καμπούρογλου ασχολήθηκαν μ’ αυτήν κατά τη γεροντική της ηλικία.
Με τη Μαρία Πενταγιώτισσα καταπιάστηκε και ο Μέντης Μποσταντζόγλου, γνωστός ως Μποστ, αφιερώνοντας στο βίο και την προσωπικότητά της, με το γνωστό τερπνό και καυστικό τρόπο του, ένα από τα θεατρικά του έργα.

Μια ανάμνηση

Αξίζει εδώ να σημειώσω πως είχα γνωρίσει τον Μποστ, επισκεπτόμενη συχνά το κατάστημά του, επί της οδού Ομήρου, στο κέντρο της Αθήνας, σύνορα με Κολωνάκι, και πολύ κοντά στην ΕΣΗΕΑ, όπου πήγαινα για να συμβουλευτώ τη βιβλιοθήκη της, στη δεκαετία του 1980 ή και νωρίτερα, τέλη ’70.
Εκεί χάζευα μαγεμένη τα αντιπροσωπευτικά έργα της ζωγραφικής του και της χιουμοριστικής του ιδιοσυγκρασίας, εκατοντάδες αντικείμενα (μπουκάλια, κανάτες, ποτήρια, πιάτα, μολυβοθήκες) τα οποία διακοσμούσε με μοτίβα και ανορθόγραφα τσιτάτα. Το μαγαζί το είχε ανοίξει το 1966 και έφερε τον εύγλωττο τίτλο «Λαϊκαί Εικόναι». Υπολογίζεται ότι είχε διακοσμήσει πάνω από 27.000 είδη δώρων με σκίτσα και ζωγραφιές, καθώς και ανορθόγραφες επιγραφές, στιχάκια και αφιερώσεις.
Κάποια από αυτά, διατηρώ ακόμα στη συλλογή μου. Πολλά δε είχα προσφέρει ως δώρα.
Ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος σοβαρός, οξυδερκής και χαμηλών τόνων, με ευγενές μειδίαμα και με το περίφημο χιούμορ του να παραμονεύει αλλά πάντα με ηρεμία, πραότητα και σεμνότητα.
Τον είπαν «σύγχρονο Αριστοφάνη του θεάτρου» και «Θεόφιλο της σύγχρονης ζωγραφικής», χαρακτηρισμούς τους οποίους ο ίδιος μάλλον θα απέρριπτε ασυζητητί.
Ο Μέντης Μποσταντζόγλου ή Μποστ (1918-1995) ήταν θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, ζωγράφος, σκιτσογράφος, μα πάνω απ’ όλα θα μείνει στην Ιστορία για τις ασεβείς και ανορθόγραφες γελοιογραφικές συνθέσεις του και για τους τύπους που δημιούργησε, όπως ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα.

Παρωδία

Την εμβληματική κωμωδία του «Μαρία Πενταγιώτισσα» παρουσιάζει η 5η Εποχή σε πανελλαδική περιοδεία το καλοκαίρι του 2019, εξού και αυτή η εισαγωγή.
Στο ρόλο της «Μαρίας», ο απόλυτος κωμικός μας ηθοποιός Χρήστος Χατζηπαναγιώτης.
Ο Μποστ γράφει τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» στα 1982. Πρόκειται για ένα από πιο αστεία, σχεδόν σπαρταριστά έργα του ελληνικού ρεπερτορίου, γραμμένο στον προσφιλή του 15σύλλαβο. Μια ξεκαρδιστική παρωδία ηθών βασισμένη σε ένα από τα γνωστά παραδοσιακά τραγούδια του τόπου μας, εμπνευσμένη από αληθινά περιστατικά.
Η Μαρία η Πενταγιώτισσα, κατά κόσμον Μαρία Δασκαλοπούλου, ήταν γνωστή στο χωριό της – Πενταγιοί Φωκίδας – για τις ερωτικές της περιπέτειες. Εραστές και αγαπητικοί δημιουργούσαν συχνά επεισόδια, ενώ η ίδια θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις πρώτες φεμινίστριες στην Ελλάδα.
Ο λαός τραγούδησε την ομορφιά της και τα ερωτικά της καμώματα: «Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρισσό κριάρια / και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παληκάρια… Μαρίτσα Πενταγιώτισσα, μωρή δασκαλοπούλα, / εσύ τα ’καμες ούλα!».
Με όχημα την ιστορία της θρυλικής Μαρίας του τόπου μας ο Μποστ και πάντα «σε ζωντανή σύνδεση» σαρκάζει τους θεσμούς και αμφιβάλλει για τη νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Η Μαρία η Πενταγιώτισσα είναι βασισμένη στον λαϊκό θρύλο του ομώνυμου ιστορικού προσώπου, η ζωή και τα κατορθώματα του οποίου ενέπνευσαν τους σεναριογράφους και τους σκηνοθέτες διαφόρων ταινιών του αξέχαστου ελληνικού κινηματογράφου. Ως πρότυπο θεωρείται βαθιά ριζωμένο στη συλλογική μνήμη και στη λαϊκή παράδοση και η παρώδησή του από το συγγραφέα γίνεται με ευφυή αναδημιουργία και μέσα από τη μοναδικότητα της ιδιοπροσωπίας του.

***

Η δραματουργική επεξεργασία, που έγινε από τον σκηνοθέτη της παράστασης, Μάνο Καρατζογιάννη, πρόσφερε στους θεατές μια αίσθηση οικειότητας και αμεσότητας, κάτι που το ανέβασμα είχε ανάγκη για να έρθει σε επαφή με την επικαιρότητα.

Έντεκα ηθοποιοί, καλοδιδαγμένοι, με εξαίρετες φωνές, συμπαρατάχθηκαν για να οικοδομήσουν ένα ξεχωριστό σύμπαν, φτιαγμένο εξ ολοκλήρου με υλικά από τον αμίμητο και ιδιαίτερα σαρκαστικό κόσμο του Μποστ.

Υπόθεση

Ο Μποστ παρουσιάζει την ηρωίδα να εγκαταλείπει τον νεαρό με τον οποίο ήταν ερωτευμένη για να παντρευτεί έναν γραφικό τσέλιγκα λόγω του πλούτου του τελευταίου. Έπειτα από μια επεισοδιακή σύλληψη του συζύγου της για φοροδιαφυγή και ύστερα από αρκετές ερωτικές περιπέτειες, η Μαρία γεννά ένα παιδί και το δίνει στον Τάσο, έναν έμπιστό της τσοπάνο, για να το εγκαταλείψει μόνο στο λόγγο ώστε εκείνο να πεθάνει. Ο Τάσος λυπάται το βρέφος και του χαρίζει τη ζωή. Έπειτα από χρόνια, η Μαρία έχει γίνει αρχηγός μιας αντάρτικης ομάδας και ο Τάσος είναι το πρωτοπαλίκαρό της. Η ομάδα δέχεται την επίσκεψη ενός ανήσυχου νέου που επιθυμεί να στρατολογηθεί στον στρατό των ανταρτών και για τον οποίον η Μαρία εκφράζει γρήγορα ερωτικό ενδιαφέρον. Η ηρωίδα και ο νεαρός σύντομα συνάπτουν ερωτική σχέση.
Η άφιξη του νέου ακολουθείται από την εμφάνιση ενός άντρα, του αδερφού της Μαρίας, ο οποίος επιδιώκει να την πείσει να επιστρέψει στους Πενταγιούς, να ξεπλύνει το όνομά της και να παντρευτεί.
Η συνάντηση της Μαρίας και του αδελφού της δεν έχει ευχάριστη κατάληξη, αφού δέχεται απειλές από αυτόν και αποφασίζει να τον βγάλει από τη μέση.
Κατόπιν εντολών της, ο Τάσος δολοφονεί τον αδερφό της Μαρίας με τη βοήθεια του νέου. Κατά τη διαδικασία αυτή, όμως, αποκαλύπτεται πως ο νεαρός είναι ο γιος της Μαρίας, τον οποίον ο Τάσος δεν είχε σκοτώσει.
Μπορούμε να υποθέσουμε πως ο συγγραφέας εδώ δεν βασίστηκε απλώς στον θρύλο του ιστορικού προσώπου αλλά στο μύθο του Οιδίποδα όπως μας τον μετέφερε ο Σοφοκλής.
Η «Μαρία Πενταγιώτισσα» είναι επίσης το μόνο από τα έργα του Μποστ του οποίου η υπόθεση επί της ουσίας αποτελεί αφήγηση, καθώς η μακρινή απόγονος της ηρωίδας διηγείται την ιστορία της Μαρίας της Πενταγιώτισσας στον παρουσιαστή μιας τηλεοπτικής εκπομπής.

Η ηρωίδα

Ο Μποστ δημιουργεί μια πρωταγωνίστρια αδίστακτη, κυνική και ανήθικη που για το χρήμα και την εξουσία ή τη δόξα και την προσωπική φιλοδοξία είναι πρόθυμη να θυσιάσει τα πάντα και τους πάντες.
Στη θέση των ρομαντικών, ευγενικών ηρώων που πασχίζουν ενάντια στις δυσκολίες να σταθούν ο ένας δίπλα στον άλλον, όπως ήταν το πρότυπο των ελληνικών ταινιών, παρουσιάζεται μια γυναίκα εντελώς υλίστρια. Μια γυναίκα αρχηγική και εγωκεντρική η οποία αποφεύγει κάθε συναισθηματικό δεσμό, χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους που την ερωτεύονται ως μέσα σεξουαλικής ηδονής και επίτευξης των στόχων της.
Το βουκολικό λογοτεχνικό πλαίσιο του παρωδούμενου έργου διαστρεβλώνεται πλήρως σε μια σκληρή και ανελέητη διακωμώδηση του ρομαντισμού και των αγνών συναισθημάτων που παρουσιάζονται ως ιδανικά των ηρώων στην κινηματογραφική Μαρία την Πενταγιώτισσα.
Ο Μποστ ξαφνιάζει τον θεατή, παρουσιάζοντάς του ανορθόγραφα, ανορθόδοξα και διαστρεβλωμένα το μύθο, κάνοντας με αυτόν τον τρόπο πιο αντιθετική τη διαφορά μεταξύ της «κινηματογραφικής φουστανέλας» και του θεατρικού του έργου.
Ο Μποστ γράφει υιοθετώντας εκφράσεις της δικής του μοναδικής κοπής και έχει τέτοιου είδους σχέση με τις λέξεις, που αυτές αποκτούν αυτονομία ως σχόλια αυθύπαρκτα η κάθε μια, μιας και χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα σε ακραία σύνταξη, για να υπογραμμίσει την υποκρισία, την ημιμάθεια και όχι μόνο της εποχής του.

Με τον Αριστοφάνη

Δίχως υπερβολή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Μποστ σχετίζεται στενά δημιουργικά με τον αρχαίο ομότεχνό του, τον Αριστοφάνη, αφού δεν διστάζει να χρησιμοποιεί παραδοσιακά εργαλεία της παρωδίας με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικά πεδία. Γεγονός που υποστηρίζουν και πολλοί θεωρητικοί του θεάτρου.
Επίσης και οι δύο έγραφαν πολιτικοκοινωνική σάτιρα, σκιαγραφώντας τα ήθη και τους ανθρώπους της εποχής τους με χιούμορ συνδυασμένο με κριτική, δίχως να στηρίζουν το έργο τους σε κωμικές «ευκολίες» για να προσεγγίσουν το κοινό.
Το κυριότερο κοινό στοιχείο ανάμεσά τους, ωστόσο, είναι αυτή η διαχρονική αξία που φαίνεται να διακρίνει τα έργα τους. Μια διαχρονικότητα που μπορεί και να σημαίνει είτε πως δεν έγραφαν αποκλειστικά για την εποχή τους είτε ότι οι εποχές έχουν αλλάξει ελάχιστα. Όσο για την ειρωνική χρήση της καθαρεύουσας, με τις ανεπανάληπτες ελληνικούρες, τις βαρύγδουπες εκφράσεις, τις αλλεπάλληλες γενικές και τις άφθονες μετοχές μπορεί ο Μποστ να τις έγραφε στα αστεία, οι πολιτικοί του καιρού του όμως -αλλά ακόμα και οι σημερινοί, είναι άφθονα τα παραδείγματα- τις λένε στα σοβαρά, πιστεύοντας πως είναι σωστές και προσδίδουν επισημότητα στο λόγο τους.
Ασφαλώς όλα τα είχε λογαριάσει ο δαιμόνιος Μποστ!
Στα θεατρικά του έργα χρησιμοποιούσε δεκαπεντασύλλαβο στίχο, συμφυρμούς πομπωδών καθαρευουσιάνικων εκφράσεων, με ξένες και λαϊκές εκφράσεις, ενώ συχνά εμφανίζει ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα να αναφέρονται σε σύγχρονα γεγονότα, προκαλώντας εκπλήξεις, ανατροπές και ατέλειωτο γέλιο.
Η σάτιρά του στόχευε κυρίως τον μικροαστό Έλληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την προσποίηση, τον μιμητισμό, τον νεοπλουτισμό, την ξενομανία, τις έντονες ταξικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, καθώς και την ελληνική πολιτική ζωή.

Οι συντελεστές

Η παράσταση που σκηνοθέτησε επάξια ο Μάνος Καρατζογιάννης με τα ευφάνταστα, α-χρονικά κοστούμια, αντλημένα από τη λαϊκή ενδυματολογική παράδοση της Βάνας Γιαννούλα, «δεμένα» με το καλαίσθητο σκηνικό του έμπειρου Γιάννη Αρβανίτη, το οποίο επίσης παραπέμπει στη σκηνογραφική μας παράδοση, με τους χυμώδεις ρυθμούς της χορογραφίας της Βρισηίδας Σολωμού, την εξαιρετικής ποιότητας μουσική του Θύμιου Παπαδόπουλου, τους υποδειγματικούς και ενδιαφέροντες φωτισμούς του Νίκου Σωτηρόπουλου, ήταν έξοχη από θεατρική, φιλολογική και αισθητική άποψη. Απόλυτα καλοκαιρινή και με οργιαστικό κέφι και μπρίο.
Η δε επεξεργασία του κειμένου από τον Μάνο Καρατζογιάννη απέδωσε πολύ καλά, δεν ήταν λαϊκίστικη και δανειοδοτήθηκε ευφυώς από φράσεις και λόγια της τρέχουσας κοινωνικής περιόδου.

Οι ερμηνείες

Οι ερμηνείες, στο σύνολό τους, διέθεταν κάτι από τη διάφανη καθαρότητα και την αφέλεια απλών τύπων άλλων εποχών και είχαν μια απροσποίητη αμεσότητα και αξιοθαύμαστη εξωστρέφεια.
Είχε, βέβαια, στη διάθεσή του ο σκηνοθέτης ένα μεγάλο ερμηνευτικό «κεφάλαιο» για να δουλέψει πάνω στον Μποστ. Τον σημαντικότατο Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, που ευεργέτησε αυτή τη γενικά ευτυχή καλλιτεχνική συνεύρεση με το τεράστιο μέγεθος και τη μοναδικότητα του πηγαίου και σοφού ταλέντου του. Ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός μας απέδειξε με την ερμηνεία του στο ρόλο της Μαρίας Πενταγιώτισσας ότι ξέρει και να πειθαρχεί σε ό,τι του αξίζει και έχει την τέχνη να χαρίζει άφθονο το λυτρωτικό αλλά και νοήμον γέλιο στους θεατές του.
Φύση κωμική η Βίκυ Σταυροπούλου έπλασε τη Μαρίτσα ως μια χαριτωμένα γκροτέσκα και ασυγκράτητη λαϊκή φιγούρα. Πολύ ευέλικτη ηθοποιός και με ευρύτατη γκάμα, έπαιξε με δεξιοτεχνία, φυσικότητα, πηγαίο χιούμορ και κινήθηκε γεμάτη ενέργεια, γεμίζοντας ευφρόσυνη συγκίνηση τη σκηνή.
Ένας ηθοποιός έτοιμος για όλα και πάντα σε εγρήγορση είναι ο Μελέτης Ηλίας. Ως Τάσος οργίασε με κέφι. Ήταν ξεκαρδιστικός, και υπήρξε ένα από τα πιο ισχυρά κωμικά στοιχεία της παράστασης. Ξεδίπλωσε με υποκριτική νηφαλιότητα και θαυμαστή αυθεντικότητα τον εραστή, τον τσοπάνη, τον ακόλουθο, το πρωτοπαλίκαρο της Μαρίας.
Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος στο ρόλο του Θανάση, του αδελφού της Μαρίας, κράτησε ένα σοβαρό ερμηνευτικό μέτρο. Δεν επιδίωξε το γέλιο για το γέλιο, δε χρησιμοποίησε κωμικές και μιμητικές ευκολίες και χειροκροτήθηκε αβίαστα από το κοινό.
Ο Χάρης Γρηγορόπουλος ως Πατήρ Αμβρόσιος έδειξε περίτρανα τη θεατρική του αποτελεσματικότητα. Ήταν φινετσάτος και σαρκαστικός, πλάθοντας με ακρίβεια και συνοχή μια γνήσια λαϊκή φιγούρα.
Αμεσότητα και χιούμορ, νεανικότητα, ομορφιά και ταλέντο επέδειξε ο Απόστολος Καμιτσάκης και στους δύο ρόλους που του ανατέθηκαν.
Πολύ καλός, ερμηνεύοντας με κέφι και ευρηματικότητα τον Αποσπασματάρχη ήταν ο Γιώργος Δεπάστας.
Έξυπνα αστείος, ανάλαφρος, τερπνός, ναΐφ, με παιχνιδιάρικη διάθεση και σπιρτάδα ο Αχιλλέας Σκεύης ως Αρχιτσέλιγκας κέρδισε την εκτίμηση και το ασυγκράτητο γέλιο του κοινού.
Ο Αργύρης Αγγέλου / τηλεπαρουσιαστής και η Δανάη Μπάρκα / βοηθός του ζωγράφισαν ένα υπέροχο και ξεκαρδιστικό δίδυμο με άνεση και αμεσότητα.
Η αστραφτερή Δανάη Μπάρκα μάλιστα, που επωμίστηκε και το ρόλο της Ελένης – Μνηστής του Θανάση, επιβεβαίωσε την πληθωρικότητα του ταλέντου της, βάζοντας σοβαρή υποψηφιότητα για πιο μεγάλους κωμικούς ρόλους μελλοντικά. Αρκεί να μη χάση το μέτρο και την πολύτιμη φρεσκάδα της.
Σε μια τέτοια καλλιτεχνική συγκυρία -κείμενο, σκηνοθεσία, παραγωγή- ήταν φυσικό όλοι οι ηθοποιοί να προσφέρουν αφειδώλευτα το υποκριτικό τους κέφι.

Ο σκηνοθέτης

Σεμνά, μετρημένα, διακριτικά αλλά και με αίσθηση του χιούμορ, ο Μάνος Καρατζογιάννης συνταίριασε όλους τους καλλιτεχνικούς συντελεστές, με πρώτο μέλημά του το λόγο και αποσπώντας γόνιμες ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς.
Έξοχη, λεπτομερειακά σχεδιασμένη και διδαγμένη, γεμάτη ζωντάνια, «νεύρο» και με φαντασία η σκηνοθεσία του.
Πρόκειται το δίχως άλλο για μια θεατρική πρόταση που δεν κουράζει ούτε δευτερόλεπτο, δοσμένη με διάχυτο ταλέντο και θεμελιωμένη πάνω σε βαθιά θεατρική γνώση. Μια παράσταση στρωτή, εμπνευσμένη και αστεία που δε γίνεται να την προσπεράσετε όπου κι αν τη συναντήσετε αυτό το καλοκαίρι.

Ταυτότητα παράστασης

“Μαρία Πενταγιώτισσα” του Μποστ

Σκηνοθεσία -δραματουργική επεξεργασία ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΙΑΝΝΗΣ, Σκηνικά ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ, Κοστούμια ΒΑΝΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ, Μουσική ΘΥΜΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Φωτισμοί ΝΙΚΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Χορογραφίες – Κινησιολογία ΒΡΙΣΗΙΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Παίζουν:

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΒΙΚΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΕΛΕΤΗΣ ΗΛΙΑΣ, ΑΡΓΥΡΗΣ ΑΓΓΕΛΟΥ, ΧΑΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΑΝΑΗ ΜΠΑΡΚΑ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΠΑΣΤΑΣ, ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΣΚΕΥΗΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΜΙΤΣΑΚΗΣ

Αυτό το «Μποστάνι» τα έχει όλα… – Σημείωμα του σκηνοθέτη Μάνου Καρατζογιάννη

«Πάνε εξήντα χρόνια ακριβώς από τότε που ο Μποστ παρουσίασε στη στήλη του με τον τίτλο «Το μποστάνι του Μποστ», τους τρεις χαρακτηριστικότερους ήρωές του: Μαμά Ελλάς, Πειναλέων και Ανεργίτσα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διατρέχουν το σύνολο του έργου του μέχρι και το 1995 που γράφει και το τελευταίο του θεατρικό έργο.
Διαβάζοντας ξανά σήμερα το έργο του Μέντη Μποσταντζόγλου αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως τι είναι αυτό που κινητοποίησε τη νεαρή τότε Λούλα Αναγνωστάκη -που σφράγισε τη μετέπειτα νεοελληνική δραματουργία- να γράψει το πρώτο της ουσιαστικά δημοσιευμένο κείμενο, στην Επιθεώρηση Τέχνης του 1962, αναφορικά με το πρώτο του σχεδόν θεατρικό έργο Όμορφη Πόλη υπερασπιζόμενη την ποιητικότητα και το σουρεαλισμό της θεατρικής γραφής του Κωνσταντινουπολίτη καλλιτέχνη.
Μοναδική μορφή στην ελληνική τέχνη και τα γράμματα ο Χρύσανθος Μέντης Μποσταντζόγλου, κατά συντομογραφία Μποστ -σκιτσογράφος, εικονογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατυρικός αρθρογράφος- κατάφερε να δημιουργήσει ένα εντελώς αναγνωρίσιμο σατιρικό ύφος και μια βαθιά προσωπική σχέση με τις λέξεις που αποκτούσαν αυτονομία ως σχόλια αυθύπαρκτα η κάθε μια, χρησιμοποιώντας την καθαρεύουσα σε ακραία σύνταξη για να υπογραμμίσει την ημιμάθεια της εποχής του.
Το έργο του Μποστ τα έχει όλα: χιούμορ, συγκίνηση, πολιτικό στοχασμό, αγάπη για τους ανθρώπους, μα κυρίως δύο στοιχεία συχνά αντικρουόμενα στη νεοελληνική συνείδηση: τη λαϊκότητα και τη λογιοσύνη. Μπορεί να πει με λίγα πολλά και να θίξει με τη φαινομενική αλαφράδα του βαθιά ζητήματα του καιρού μας».

Oλίγα λόγια διά τον καλλιτέχνη

Ένα κείμενο που προέταξε ο ίδιος ο Μποστ σαν πρόλογο στη συλλογή σκίτσων “Το λέφκομά μου”, α΄ έκδοση, Αθήνα Δεκέμβριος 1960

Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο Nτα Bίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Mέντης Mποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή. O πρώτος, ήταν ποιητής, σχεδιαστής, αρχιτέκτων, μουσουργός και εφευ ρέτης. Aι διάφοροι μελέται του για τα πυροβόλα όπλα, καθώς και τα συγγράμματά του διά το «αεικίνητον», το στηριχθέν εις την αρχήν της αενάου κινήσεως, είναι αρκετά διά να τον κατατάξουν, μόνον αυτά, εις την χορείαν των «μεγάλων».

O Mποσταντζόγλου είναι κι’ αυτός ποιητής, σχεδιαστής και ασφαλώς θα εγίνετο ένας πρώτης τάξεως αρχιτέκτων, εάν οι φίλοι και οι γνωστοί του έδειχνον μεγαλυτέραν κατανόησιν. Διότι εις όσους επρότεινε να τους χτίση το σπίτι, απέφυγον να του το αναθέσουν, ισχυριζόμενοι ότι θα το χτίσουν αργότερον. Bεβαίως τα σχέδιά του ήσαν ολίγον «επαναστατικά», π.χ. εις την θέσιν των παραθύρων είχε τις πόρτες, και εις την θέσιν της πόρτας να μπαίνουν οι επισκέπται από το παράθυρον, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήτο ο λόγος που φίλοι και συγγενείς τον απέφευγον. Oύτε το ότι ήτο ακριβός, ευσταθεί.

Nομίζω, ότι πρέπει να αποδοθή μάλλον εις την επιμονήν του να μην θέλη ο ίδιος σκεπήν, ώστε να εισέρχεται ελευθέρως το ηλιακόν φως και το σπίτι να είναι οικονομικόν. Tο ότι μάλιστα είχε προνοήσει κατά τας ημέρας των βροχών οι ένοικοι να κοιμούνται εις τας ντουλάπας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι το όλον θέμα ο Mποσταντζόγλου το είχε συλλάβει και το είχεν μελετήσει εις όλας του τας λεπτομερείας. Mε τον τομέα της μουσικής πάλιν, δεν εύρεν τον καιρόν να ασχοληθή ακόμη. Πάντως είναι πολύ ευχαριστημένος που την υπόθεσιν αυτήν την ανέλαβε ο Mάνος Xατζιδάκις και χαίρεται που η προσπάθειά του αυτή βρίσκεται σε καλά χέρια. «Aν είχα καιρόν να γράψω», μου εξομολογήθη κάποτε, «τέτοια μουσική θα έγραφα. Ό,τι γράφει αυτός, μ’ αρέσει. Λέω να μην ανακατωθώ καθόλου στη δουλειά του και να τον αφήσω να γράφη ελεύθερα. Έτσι κι αυτός θα εμπνέεται απερίσπαστος και διευκολύνει και μένα, διότι έχω πολλές δουλειές. Tι λες εσύ;».

Συνεφώνησα με τα λεχθέντα τότε, διότι πράγματι εγνώριζα ότι ήτο απησχολημένος με διάφορα προβλήματα. Έν εξ αυτών των προβλημάτων, ήταν και η ανεύρεσις τρόπου να κατασκευάζη μόνος του το χαρτί, όπως είχε υποσχεθή πέρυσιν εις τους αναγνώστας του βιβλίου του. Έκανε πολλά πειράματα που πολύ τον εταλαιπώρησαν και πολλοί γνωστοί και φίλοι, εις τους οποίους έδειξε τα δείγματα, του εσύστησαν να ξαναπάρη χαρτί του εμπορίου ώστε να ξεκουρασθή και συνεχίζει τις ανακαλύψεις του τού χρόνου.

Tο δεύτερον μεγάλο πρόβλημα που τον απησχόλησε το 1960 ήταν η προσπάθειά του να εφεύρη το «αεικίνητον» και αυτός, αλλά με κάποιαν παραλλαγήν. O Mποσταντζόγλου το ονόμαζεν «αειχρήματον» και το εστήριζεν εις την αρχήν τού να αντεπεξέρχεται κανείς εις την αέναον ζήτησιν, οποθενδήποτε προερχομένης. Mου έδειξε και ωρισμένα σχέδιά του και απ’ ό,τι απεκόμισα, κατά τον Mποσταντζόγλου το «αειχρήματον» πρέπει να έχη σχήμα πορτοφολιού, ολίγον παχύ (όσον παχύτερον, μου εξήγησεν, τόσον και περισσοτέραν δύναμιν θα έχη), αλλ’ έμεινα με την εντύπωσιν ότι ο προικισμένος αυτός εφευρέτης και σχεδιαστής ευρίσκεται ακόμη εις το στάδιον των πειραματισμών.

Kατέχει τα Mαθηματικά, αλλά η λογική του είναι ιδιόρρυθμος. Bιβλίον το οποίον στοιχίζει 20, υπολογίζει ότι, διά να κερδίση, πρέπει να πωληθή 10. Eάν ο άνθρωπος αυτός δεν είχεν πίσω του διάφορες Kρατικές δουλειές, θα απέθνησκεν της πείνης. Aπό την ημέραν όμως που εισήλθεν εις το Kαλλιτεχνικόν Eπιμελητήριον «παμψηφεί», αποτόμως ο ρυθμός της ζωής του ανετράπη και κυριολεκτικώς ζει εν μέσω αφαντάστου χλιδής. […].

Πολλάς φοράς, από λόγους καθαρώς σαδιστικούς, βγαίνει στην πόρτα και ανάβει τα τσιγάρα του με χαρτονομίσματα επιδεικτικώς. Στην γειτονιά τον αποκαλούν «Pότσιλδ». Aυτή είναι η μελανή του πλευρά. Kατά τα άλλα, είναι ένας καλλιτέχνης αξιαγάπητος. Πάντοτε έχει σπίτι του επισκέπτας. Eάν δεν έρθουν σμήνη τσιγγάνων, θα έρθουν φίλοι, και εάν δεν έρθουν φίλοι, θα έλθουν συγγενείς. Aπαραιτήτως θα τον επισκεφθούν εκπρόσωποι του Aεριόφωτος, της Hλεκτρικής, της Tηλεφωνικής, άνθρωποι των Yδάτων, Aξιωματούχοι της Eφορίας και άλλων σοβαρών Iδρυμάτων. Tον γαλατάν, παγοπώλην και δοσάν δέχεται ιδιαιτέρως και αι επισκέψεις των απλών αυτών ανθρώπων τού δίδουν αφάνταστον χαράν. Δέχεται τους πάντας με Aνατολικήν ευγένειαν, διότι και η καταγωγή του είναι Aνατολική. O Mέντης Mποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη. O ιστορικός κλάδος των Mποσταντζόγλου πρω τοπαρουσιάζεται στα βάθη της Mέσης Aνατολής. […]

Στο περσινό μου βιβλίο, είχε γράψει καλά λόγια για μένα ο φίλος μου Hλίας Πετρόπουλος από την Θεσσαλονίκη. Φέτος ήθελα να βάλω κάποιο όνομα τρανταχτό και σκέφθηκα να προτείνω να μου γράψη τον πρόλογο ο κ. Πρωθυπουργός. Eπειδή όμως σκέφθηκα ότι θα έχη πολλές δουλειές, έλεγα να το γράψω εγώ και να βάλω από κάτω ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ, ποιος θα το καταλάβη. Mετά είπα, ότι μπορεί να μαθευτή και θα ήταν μεγάλη ντροπή. Mου είπαν μερικοί να πάω στον ακαδημαϊκό ΠΕΤΡΙΔΗ. Πήγα, αλλά έλειπε στο μνημόσυνο του Mητρόπουλου. Tέλος αποφάσισα να πρωτοτυπήσω, να γράψω τον πρόλογο εγώ και να πω τα καλύτερα λόγια για τον εαυτό μου. Aυτό και έκανα. Kι εγώ που τον διάβασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος.

***

 

 

Μέντης Μποσταντζόγλου (Χρύσανθος Βοσταντζόγλου), (1918-1995). Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου του Κλεόβουλου και της Ουρανίας γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1920 η οικογένειά του κατέφυγε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και το 1926 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Από παιδί έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τις ξένες γλώσσες και τη ζωγραφική. Το παρατσούκλι Μέντης τον συνόδευε από τα γυμνασιακά του χρόνια. Το 1939 έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, σταμάτησε όμως να παρακολουθεί μαθήματα έξι μήνες αργότερα, καθώς ήθελε να ακολουθήσει προσωπικό δρόμο. Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίστηκε ως εικονογράφος, στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με την έκδοση του βιβλίου «Ο Άγιος Φανούριος. Θέμα για δούλεμα. Βοήθημα διά την κατανόησιν των κινέζων κλασικών του 20ού αιώνος, ήτοι των συγγραφέων Γκά-τσου και Βου-σβου-νι», με εμφανή ήδη στοιχεία, τις επιρροές που δέχτηκε από το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού αλλά και του ιδιότυπου σατιρικού λόγου του. Το 1948 παντρεύτηκε τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον ζωγράφο Κώστα και τον ηθοποιό Γιάννη. Πέθανε το 1995 στην Αθήνα.

Πολύπλευρη και ανήσυχη προσωπικότητα, ο Μποστ ασχολήθηκε τόσο με τις εικαστικές τέχνες όσο και με την τέχνη του λόγου. Σκιτσογράφος, εικονογράφος, γελοιογράφος, χαρτογράφος και ζωγράφος, συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες, περιοδικά και εκδοτικούς οίκους, πραγματοποίησε εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και εξέδωσε λευκώματα με τη δουλειά του, από τα οποία σημειώνουμε ενδεικτικά την ιδιαίτερα επιτυχημένη έκδοση «Σκίτσα του Μποστ» με πρόλογο του Ηλία Πετρόπουλου (1959). Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, σε συνεργασία με τον οποίο ο Μποστ έγραψε και τα κείμενα για την παράσταση «Όμορφη Πόλη» που πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στο θέατρο Παρκ το καλοκαίρι του 1962. Είχε προηγηθεί το πρώτο θεατρικό έργο του με τίτλο «Δον Κιχώτης» (1961). Σταθμός ωστόσο στην πορεία του ως θεατρικού συγγραφέα υπήρξε η «Φαύστα ή Η απολεσθείς κόρη» (1964).

Ο θεατρικός λόγος του Μποστ εκφράζει την αγωνία του για τη σύγχρονη Ελλάδα μέσα από τη δίοδο της ευφυούς σάτιρας και αποτελεί καρπό δημιουργικής αφομοίωσης των διαβασμάτων του συγγραφέα αλλά και της λαϊκής ελληνικής παράδοσης. Έγραψε επίσης πεζά κείμενα και ευθυμογραφήματα. Παράλληλα ασχολήθηκε για χρόνια με το πολιτικό χρονογράφημα, ενώ για την αγωνιστική του δράση στον χώρο της Αριστεράς γνώρισε διώξεις ήδη από την περίοδο της γερμανικής κατοχής αλλά και στη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας.

***

 

 

Η Μαρία Δασκαλόπουλου, γνωστότερη ως Μαρία η Πενταγιώτισσα ή Μαρίτσα Πενταγιώτισσα (1821-1885) ήταν Ελληνίδα καλλονή θρυλική για την ομορφιά της αφενός και για τα ερωτικά της σκάνδαλα αφετέρου που έδρασε την εποχή της βασιλείας του Όθωνα στην ορεινή Φωκίδα. Το όνομα Πενταγιώτισσα το όφειλε στον τόπο καταγωγής της, από το χωριό Πενταγιοί. Η ιστορία της αποτέλεσε πηγή έμπνευσης θεατρικών έργων, κινηματογραφικών ταινιών αλλά και ποιημάτων.

Η Μαρία Πενταγιώτισσα φέρεται να γεννήθηκε το 1821. Από τα νεανικά της χρόνια διασώθηκαν μόνο διάφορες παραδόσεις και θρύλοι. Ο πατέρας της λέγεται πως ήταν γραμματοδιδάσκαλος, εξου και ο χαρακτηρισμός της σε δημοτικό τραγούδι “μωρή δασκαλοπούλα”. Υπήρξε ιδιαίτερα όμορφη και δυναμική γυναίκα για τα δεδομένα της εποχής της. Αυτό όμως που εξόργισε τη συντηρητική κοινωνία του χωριού της ήταν η ερωτομανής διαγωγή της που έφθασε σε τέτοιο βαθμό ώστε οι πολυάριθμοι εραστές της να περιέλθουν σε μεταξύ τους διαμάχες και συγκρούσεις, ακόμα και με τραυματισμούς από ζηλοτυπία.
Τελικά από τις συνεχείς παράνομες σχέσεις της ακολούθησε και ένα δράμα: Όταν αποκαλύφθηκε ο μυστικός έρωτάς της με έναν νέο του χωριού, τον Δημήτρη Τουρκάκη, την έφερε σε σύγκρουση με τον αδερφό της που της άσκησε μεγάλη πίεση να σταματήσει τις σχέσεις αυτές που είχαν ξεσηκώσει όχι μόνο το χωριό αλλά και τα γύρω χωριά. Το αποτέλεσμα ήταν να δολοφονηθεί ο αδερφός της από τον Δημήτρη Τουρκάκη, με την ίδια να θεωρείται ηθική αυτουργός. Τότε απόσπασμα της χωροφυλακής τη συνέλαβε σε γύρω βουνά που είχε καταφύγει και την οδήγησαν στο Κακουργιοδικείο του Μεσολογγίου όπου δικάστηκε μαζί με τον δράστη. Τελικά όμως αθωώθηκε από καθαρή μεροληψία των ενόρκων “θελχθέντων από την ωραιότητά της” ή κατά άλλο θρύλο από πίεση που άσκησε γιος ενός των ενόρκων που υπήρξε εραστής της Μαρίτσας προ του φόβου αποκάλυψης ή κατ΄ άλλο θρύλο από πίεση που άσκησαν δύο χωροφύλακες ομοίως.
Τέλος, ύστερα και από τη θανατική καταδίκη του μοναδικού προστάτη της πλέον και του χαμού του αδελφού της, παντρεύτηκε τον χήρο Γεώργιο Αρμάο στο διπλανό χωριό Παλαιοκάτουνο (Κροκύλειο), του ανέθρεψε και μόρφωσε τα 4 παιδιά του που είχε από τον προηγούμενο γάμο του, τους έδωσε σωστές αρχές και πέθανε το 1885, σε ηλικία 64 ετών.

***

Έγραψε η εφημερίδα ΕΣΤΙΑ στις 20/1/1896: “Εδικάσθησαν αμφότεροι και εφυλακίσθησαν. Μετά την αποφυλάκισην, η Μαρία κατέφυγε εις Παλαιοκάτουνον, όπου ενυμφεύθη χήρον τινά Αρμάγον καλούμενον, μεθ’ ου έζησε μέχρι του θανάτου της. Και εν τω εσχάτω γήρατι αυτής, η Μαρία διετήρησε ανεξάλειπτα τα ίχνη της καλλονής της, τα οποία δεν ηδυνήθησαν να εξαλείψουν ούτε αι τύψεις της συνειδήσεως, ούτε αι λύπαι, ούτε η περιφρόνησις την οποίαν εδέικνυον προς αυτήν οι συμπατριώτες της διά το ελευθέριον παρελθόν της”.

***

Οι συμπατριώτες της, για να τη στιγματίσουν και για να παραδώσουν στο αιώνιο ανάθεμα τα κακουργήματά της, έκαμαν ευθύς το τραγούδι της. Το δημοσιεύουμε ολόκληρο, γιατί μόνο λίγοι το ξέρουν:

Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρισσό κριάρια
Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια.

Κλείσε τα παραθύρια σου και σκέπασ’ τη φωτιά σου
Να μη φανεί ο ασίκης σου, όπ’ έχεις στην ποδιά σου.

Τι ’ ν’ το κακό οπώ’ καμες στο δόλιο το Θανάση;
Τον αδελφό σου σκότωσες, τον Τούρκο για να πάρεις.

Στον Κάρκαρο τον έριξες, στον Κάρκαρο τον ρίχνεις.
Κανείς δεν κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.

Ο Γιάννης κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.
Παίρνει πεντάδιπλα σχοινιά με δεκοχτώ φανάρια.

Σαν μπήκε και τον έβγαλε στο αίμα βουτημένον
Και η Μαρία λιγοψυχά και πέφτει να πεθάνει.

-Τίνος τα λες αυτά Μαριά και Τουρκοπιστωμένη;
Εσύ ’σουν που τον σκότωσες και τώρα θα τον κλάψεις;

Ο θρύλος της Μαρίας Πενταγιώτισσας στην τέχνη

Όταν ο Αχιλλέας Μαδράς επισκέφθηκε πολύ αργότερα, το 1928, το χωριό της Μαρίτσας Πενταγιώτισσας προκειμένου να συλλέξει στοιχεία από τη ζωή της για το γύρισμα της ομώνυμης ταινίας, η κοινωνία εκεί φάνηκε πολύ κλειστή και λίγα στοιχεία έδιναν για την αποκαλούμενη “λησταρχίνα”. Τελικά στη ταινία η Μαρίτσα φέρεται να είχε καταφύγει περί το τέλος της ζωής της σε μοναστήρι όπου και πέθανε.

Οι ταινίες με θέμα τη ζωή της Μαρίας της Πενταγιώτισσας ήταν:

Μαρία Πενταγιώτισσα (1928): Ταινία του Αχιλλέα Μαδρά
Μαρία Πενταγιώτισσα (1957): Ταινία του Κώστα Αδρίτσου με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη
Κόρη της Πενταγιώτισσας (1967): Ταινία του Ιωάννη Τέμπου

Οι θεατρικές παραστάσεις εμπνευσμένες από την ιστορία της Μαρίας της Πενταγιώτισσας:

Μαρία Πενταγιώτισσα, του Νιρβάνα
Μαρία Πενταγιώτισσα, του Μποστ

Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Μαρία Πενταγιώτισσα”: Άφθονο γέλιο, φρεσκοκομμένο από το “μποστάνι του Μποστ”

Related Posts