Μαρία Κάλλας: Θα γίνει κάποτε μουσείο προς τιμήν της;

Του Παναγιώτη Μήλα

[Πρώτη δημοσίευση: 16 Σεπτεμβρίου 2017]

Συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από τον θάνατο της Μαρίας Κάλλας (Παρίσι, 16 Σεπτεμβρίου 1977) και μέσα σε αυτό το τεράστιο χρονικό διάστημα δεν έχει γίνει ακόμα στη χώρα μας ένα περισπούδαστο, λαμπερό και κορυφαίο μουσείο προς τιμήν της.
Και μόνο αυτό το γεγονός είναι αρκετό για να επιβεβαιωθούν τα δύο ερωτηματικά του τίτλου…

Σαράντα χρόνια. Ούτε ένα, ούτε δύο. Κι όμως το ελληνικό κράτος δεν τόλμησε να προχωρήσει σε αυτό που θα έκανε κάθε πολιτισμένη χώρα.
Φυσικά έγιναν κάποιες φιλότιμες προσπάθειες από ανθρώπους που αγάπησαν την Μαρία Κάλλας και σεβάστηκαν το έργο και την προσφορά της. Όμως παράλληλα έγιναν και κάποιες άλλες επίσης φιλότιμες προσπάθειες εκείνων που δεν ήθελαν ούτε για αστείο να γίνει ένα μουσείο για τη μεγάλη ντίβα.

Στο σπίτι της οδού Πατησίων 61

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ως πρώτη επιλογή δημιουργίας χώρου αφιερωμένου στη διεθνή Ελληνίδα ντίβα θα ήταν η νεοκλασική «Πολυκατοικία Παπαλεονάρδου». Βρίσκεται στον αριθμό 61 της οδού Πατησίων, με την περίτεχνη είσοδο επί της οδού Σκαραμαγκά. Χτίστηκε το 1925 σε σχέδια του πρωτοπόρου αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη. Στο νοικιασμένο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου έζησε η Μαρία Κάλλας με τη μητέρα της (Ευαγγελία Δημητριάδη) και την αδελφή της (Υακίνθη-Τζάκυ), έπειτα από αρκετές μετακομίσεις, σε περιοχές της πρωτεύουσας και έως ότου η νεαρή τότε συνεργάτις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής αποφασίσει να επιστρέψει στη γενέτειρά της, Νέα Υόρκη, το 1947. Όμως το κτήριο, που είναι ιδιοκτησίας του ΝΑΤ, ήταν υπό κατάληψη πάνω από δέκα χρόνια, παραμένοντας παραδομένο στην εγκατάλειψη, την κακοποίηση του χρόνου και την απαξίωση εκείνων που το θεώρησαν απλώς τσιμέντο, παρόλο που είχε χαρακτηριστεί ως ιστορικό και αρχιτεκτονικό μνημείο των νεότερων χρόνων από το Υπουργείο Πολιτισμού (επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη).

Ούτε καν το όνομά της…

Εδώ να «κλέψω» μια πρόταση του δημοσιογράφου Δημήτρη Λιμπερόπουλου από τη σελίδα του στο facebook:
«Κανένας δήμαρχος της Αθήνας ή αρμόδιος υπουργός, δεν έχει τιμήσει τη μνήμη της Μαρίας Κάλλας δίνοντας το όνομά της στην οδό Πατησίων. Αυτόν τον δρόμο, το κορίτσι Μαρία Καλογεροπούλου τον ανεβοκατέβαινε καθημερινά από το 1940 ως το 1947 με λεωφορείο, με τραμ, με τα πόδια… Από το σπίτι της (Πατησίων 61), στο Ωδείο, στη βιβλιοθήκη, στη Λυρική Σκηνή…
Η Κάλλας δεν ξέχασε ποτέ τον αγώνα επιβίωσης που έδινε τότε. Γι’ αυτό και μέσω του Ιδρύματος που φέρει το όνομά της, φρόντισε ώστε νέοι καλλιτέχνες να σπουδάζουν λυρικό τραγούδι δωρεάν. Μια υποτροφία ίσως να παίρνει και ένα αγόρι ή κορίτσι που ανεβοκατεβαίνει και σήμερα την Πατησίων. Για τον λόγο αυτό λοιπόν χρόνια προτείνω η Αθήνα να τιμήσει τη δική μας ντίβα και να μετονομάσει την οδό Πατησίων σε Λεωφόρο Μαρία Κάλλας».

Στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων

Ερχόμαστε τώρα στη δεύτερη δυνατότητα για υλοποίηση του ονείρου. Αυτή τη φορά, ενός μικρού μουσείου «Μαρία Κάλλας». Αυτό συνέβη το 2002, όταν ο πρώτος δήμος της χώρας, επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, είχε την έμπνευση να διαμορφώσει ένα κτήριο στην Τεχνόπολη, στο Γκάζι, τοποθετώντας εκατοντάδες αντικείμενα και φωτογραφίες της ντίβας που αγοράστηκαν έναντι 50 εκατομμυρίων δραχμών σε διεθνή πλειστηριασμό στο Παρίσι.
Έξι χρόνια αργότερα, επί δημαρχίας Νικήτα Κακλαμάνη, αποφασίστηκε η μεταφορά του σε παραπλήσιο κτήριο του πολιτιστικού αυτού χώρου του δήμου, καθώς και η ανανέωση και ο εμπλουτισμός του με νέα εκθέματα. Όμως δεν εγκαινιάστηκε ποτέ στη νέα του μορφή, αν και ήταν έτοιμο πριν από τις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2010.

Ο ζωγράφος Κώστας Ι. Σπυριούνης και η δημοσιογράφος Ελένη Κάραμποττ

Υπεύθυνοι της ιστορικής έρευνας και διαμόρφωσης του Μουσείου – του μοναδικού στον κόσμο για την Κάλλας – ήταν η δημοσιογράφος Ελένη Κάραμποττ και ο καλλιτεχνικός επιμελητής του Πολεμικού Μουσείου και ζωγράφος Κώστας Ι. Σπυριούνης.
Δούλεψαν αμέτρητες ώρες για να συγκεντρώσουν, αξιολογήσουν, ταξινομήσουν και σκηνοθετήσουν όλο το υλικό που θα φώτιζε και κάθε κρυφή στιγμή από τη ζωή της ντίβας.
Ο Σπυριούνης και η Κάραμποττ είναι οι μόνοι που πάλεψαν με νύχια και με δόντια για να στήσουν αυτό το Μουσείο. Ήταν μέχρι τέλους μόνοι και αβοήθητοι. Μόνοι και …αμυνόμενοι έχοντας απέναντί τους όλους εκείνους που διαφωνούσαν σε κάτι τέτοιο.

Και πάλι από την αρχή σε άλλο χώρο αυτή τη φορά στην οδό Μητροπόλεως…

Ο μετέπειτα δήμαρχος Γιώργος Καμίνης (από την 1.1.2011) αρνήθηκε να λειτουργήσει το Μουσείο στην Τεχνόπολη, γιατί, σύμφωνα με απόψεις πολιτιστικών παραγόντων της υπό την ηγεσία του δημοτικής αρχής, τα εκθέματα είναι ελάχιστα και ο χώρος του στεγάζεται στο σύμπλεγμα του Βιομηχανικού Μουσείου Γκαζιού που δεν θεωρείται κατάλληλο για τη μνήμη της σοπράνο.
Έτσι αποφασίστηκε η μεταστέγασή του στο νεοκλασικό κτήριο της οδού Μητροπόλεως 61, ιδιοκτησίας του δήμου, ο οποίος σε περίοδο κρίσης και περικοπών αποφάσισε να διαθέσει νέα κονδύλια για να φτιαχτεί από την αρχή κάτι που ήταν ήδη έτοιμο και παρέμενε ανενεργό, με όποια συνέπεια για τη σωστή συντήρηση των εκθεμάτων που βρίσκονταν ουσιαστικά αποθηκευμένα στις προθήκες, στο β΄ όροφο της «βαρέλας» (το σιδερένιο κτήριο πίσω από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό «Αθήνα 984») σε όχι κατάλληλες κλιματολογικές συνθήκες λόγω του ότι δεν λειτουργούν τα κλιματιστικά μηχανήματα που είχαν τοποθετηθεί για να διατηρούν μια μέση υποχρεωτική θερμοκρασία χειμώνα – καλοκαίρι.

Στην Τεχνόπολη μόνο για …3 ώρες!

Εν τω μεταξύ με αφορμή την 89η επέτειο από τη γέννηση της κορυφαίας Ελληνίδας υψιφώνου, ο «Ελληνικός Σύλλογος Μαρία Κάλλας» – «Maria Callas Greek Society» διοργάνωσε επίσκεψη μνήμης στο ομώνυμο Μουσείο στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων (Αίθουσα «Άγγελος Σικελιανός», Β΄ όροφος) την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012 από τις 12 μέχρι τις 3 μ.μ. Ο Σύλλογος ζήτησε να ανοίξει το Μουσείο έστω για μία ημέρα επειδή ήταν η επέτειος των γενεθλίων της. Κατά τα άλλα στο θέμα του μουσείου δεν υπήρξε από τότε κάποια αλλαγή: Παραμένει κλειδωμένο και ερμητικά κλειστό.

Ψάχνουν άδικα οι τουρίστες

Δεν θα μπορούσε άραγε να έχει λειτουργήσει το Μουσείο πρόσκαιρα έως ότου ετοιμαστεί ο καινούργιος του χώρος; Ή αν θεωρηθεί πως χρειάζονταν κάποιες βελτιώσεις στον υπάρχοντα χώρο γιατί να μη γίνουν, παρά να χαθεί κι άλλος χρόνος και χρήμα, σε καιρούς ούτως ή άλλως πολύ δύσκολους για τη χώρα και το λαό της;
Ποια είναι, αλήθεια, η δικαιολογία που αναφέρουν στους τουρίστες οι οποίοι με τον οδηγό της Αθήνας ανά χείρας έρχονταν σε καθημερινή βάση για να το επισκεφθούν, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες;

Το θέμα έφθασε και στη Βουλή

Με την εμπλοκή στην υπόθεση της μη λειτουργίας του Μουσείου ασχολήθηκαν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο κατά το 2011, οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας Όλγα Κεφαλογιάννη, της «Δημοκρατικής Αριστεράς» Θανάσης Λεβέντης και Γρηγόρης Ψαριανός και της «Δημοκρατικής Συμμαχίας» Λευτέρης Αυγενάκης, χωρίς ωστόσο να λάβουν επαρκείς απαντήσεις ούτε από τον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, ούτε και από τους αρμόδιους περί την Παιδεία, τον Πολιτισμό και τον Τουρισμό υπουργούς.

Ελπίδα από τη Μεσσηνία και το Νιοχώρι

Η τρίτη δυνατότητα δημιουργίας Μουσείου ήρθε και αυτή, ως ευχή, από τον τόπο καταγωγής του πατέρα της ντίβας, του φαρμακοποιού Γιώργου Καλογερόπουλου. Από το μικρό χωριό Νιοχώρι Ιθώμης, στη Μεσσηνία. Εκεί όπου βρίσκεται, το μισογκρεμισμένο κέλυφος πετρόχτιστου σπιτιού της οικογένειας, το οποίο πέρασε πρόσφατα στην ιδιοκτησία του Δήμου Οιχαλίας, ο οποίος και αποφάσισε να το αποκαταστήσει χρησιμοποιώντας και τα δικά του οικοδομικά υλικά που βρίσκονται σπαρμένα στο χώρο. Επίσης αποφασίστηκε να το λειτουργήσει ως επισκέψιμο μουσειακό και ερευνητικό κέντρο για τη ζωή και τη σταδιοδρομία της μεγάλης Ελληνίδας.
Για την αγορά του κτηρίου η προηγούμενη δημοτική αρχή διέθεσε 100.000 ευρώ, με προοπτική την εκπόνηση μελέτης αποκατάστασης και αξιοποίησης του κτηρίου ως χώρου αφιερωμένου στη μνήμη της. Σήμερα το μόνο που θυμίζει στους κατοίκους ή στους επισκέπτες του μικρού χωριού του Δήμου Οιχαλίας ότι το ερείπιο αυτό έχει σχέση με την αξέχαστη λυρική καλλιτέχνιδα είναι η επιτοίχια δίγλωσση ταμπέλα «Οδός Μαρίας Καλογεροπούλου (Κάλλας) / Marias Kalogeropoulou (Kallas)», και αυτή λάθος γραμμένη γιατί στα λατινικά είναι Callas.
Εδώ δεν πρέπει να ξεχάσω ότι στην αυλή του πατρικού σπιτιού τής Μαρίας Κάλλας, στο Νιοχώρι Μεσσηνίας, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 8 Ιουλίου 2017, μία επετειακή συναυλία λυρικού τραγουδιού με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από τον θάνατό της. Ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας και η σοπράνο Χρύσα Μαλιαμάνη, συνοδευόμενοι από τον Γιάννη Αερινιώτη στο πιάνο, ερμήνευσαν άριες και ντουέτα από δημοφιλείς όπερες του διεθνούς ρεπερτορίου.

«Η δική μας Μαρία Κάλλας» ταξιδεύει στον κόσμο

Αξίζει επίσης να θυμίσω ότι ενώ περνάει δύσκολες στιγμές η χώρα μας, η «Μεσσηνιακή Αμφικτιονία» συνέχισε αυτή τη χρονιά τις προβολές της ταινίας «Η δική μας Μαρία Κάλλας». Μετά τη Νέα Υόρκη, το Σικάγο, τη Βοστόνη, το Μόντρεαλ και το Τορόντο και την Καλαμάτα, η ταινία προβλήθηκε την Κυριακή 23 Απριλίου 2017 στην Αθήνα, στον κινηματογράφο «Οντεόν Όπερα».
Ο σκηνοθέτης Μπάμπης Τσόκας για τον ρόλο της Μαρίας Κάλλας επέλεξε τη Μυρτώ Καμβυσίδη. Μια πανέμορφη ηθοποιό και τραγουδίστρια που μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Η Μυρτώ αποφοίτησε με τους καλύτερους βαθμούς από το Μουσικό Ωδείο και στη συνέχεια στην Αθήνα σπούδασε Επικοινωνία Μέσων και Πολιτισμού ενώ συνέχισε σε μεταπτυχιακό επίπεδο στην Ηθική Φιλοσοφία. Πολυτάλαντη και δουλευταρού, ως ηθοποιός έχει συνεργαστεί με τους Δήμο Αβδελιώδη, Κώστα Γιαννόπουλο, Γιάγκο Ανδρεάδη και τον Σύλλογο Αποφοίτων του Μουσικού Σχολείου Καλαμάτας «Μαρία Κάλλας», με πρόεδρο τον Γιώργο Ηλιόπουλο.
Στην ταινία ο Τσόκας συνέδεσε την Αρχαία Μεσσήνη με την Κάλλας, μιλώντας για τη ζωή της στην Καλαμάτα και στο Νιοχώρι από το οποίο καταγόταν η ντίβα. Γυρίσματα έγιναν στην Καλαμάτα, στον Μελιγαλά, στην Αρχαία Μεσσήνη και φυσικά στο Νιοχώρι.

Στην Επίδαυρο μια βροχή τα χάλασε όλα

Κάνοντας μια βουτιά στο παρελθόν, γυρίζουμε στην Κυριακή 21 Αυγούστου 1960. Τότε η παγκοσμίου φήμης σοπράνο Μαρία Κάλλας –όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής– «επρόκειτο να συμπράξη μετά της Εθνικής Λυρικής Σκηνής εις την ερμηνείαν της όπερας του Βιτσέντζο Μπελλίνι «Νόρμα» υποδυομένη τον ρόλον της Νόρμας.. Την μουσικήν διεύθυνσιν του έργου ανέλαβε ο διάσημος Ιταλός διευθυντής ορχήστρας κ. Τούλιο Σεραφίν…».
Ο Αλέξης Μινωτής, στις δόξες του τότε, ανέλαβε τη σκηνοθεσία, ο Γιάννης Τσαρούχης τα σκηνικά, ο Αντώνης Φωκάς τα κοστούμια. Πρωταγωνίστρια όμως ήταν τελικά η νεροποντή, όπως έγραφε την επομένη η εφημερίδα «Τα Νέα» (Ημερομηνία Δευτέρα 22 Αυγούστου 1960).

12.000 εισιτήρια και 14.000 θεατές

«Η βροχή εματαίωσε την χθεσινή πρώτη εμφάνισι της Μαρίας Κάλλας στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Ενώ τα πάντα ήσαν έτοιμα και θεαταί από όλα τα σημεία της χώρας και με παντός είδους μεταφορικά μέσα είχαν αρχίσει να κατευθύνωνται προς την Επίδαυρον, ο καιρός άρχισε να μεταβάλλεται. Λίγο μετά το μεσημέρι, ο καιρός είχε πλέον σαφώς μεταβληθή εις βροχερόν και από τις 2 μ.μ. σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο ήρχισαν να πίπτουν σποραδικαί βροχαί. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, είχαν διατεθή περί τα 12.000 εισιτήρια για την χθεσινή παράστασι. (…) Δύο και πλέον ώρες προ της ορισθείσης ενάρξεως της παραστάσεως είχαν ήδη εισέλθει στο θέατρο περί τους 4.000 θεαταί ιδίως των μη ηριθμημένων θέσεων του άνω διαζώματος. Όλοι αυτοί παρά την βροχή, η οποία άρχισε να πέφτη κατά διαλείμματα παρέμειναν στις κερκίδες προσπαθούντες να προφυλαχθούν με εφημερίδες και ό, τι άλλο είχαν. Μέχρι τις 6.30 περίπου, που άρχισε να πέφτη ραγδαία βροχή, είχαν ήδη φθάσει στην Επίδαυρο περί τους 10.000 θεαταί, οι οποίοι συνωθούντο αφορήτως στους ελαχίστους εστεγασμένους χώρους της Επιδαύρου. Επί τέλους περί την 7ην απογευματινήν, αφού ήδη το κοινόν είχε υποστεί δίωρον νεροποντήν, οι αρμόδιοι αποφάσισαν να ανακοινώσουν διά μεγαφώνων -τα οποία μάλιστα δεν ηκούσθησαν από τους εντός του θεάτρου- την ματαίωσιν της παραστάσεως. Αμέσως τότε ήρχισεν ομαδική φυγή και συνωστισμός προς τα αυτοκίνητα (…). Μέχρι το θέατρο έφθασαν από πλευράς επισήμων ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο πρόεδρος της Βουλής κ. Κωνσταντίνος Ροδόπουλος και ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κ. Σοφοκλής Βενιζέλος. Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Κωνσταντίνος Καραμανλής, ειδοποιηθείς για την ματαίωσι της παραστάσεως, παρέμεινε στο Ναύπλιον μαζί με υπουργούς και άλλους επισήμους».

Ενθυμήματα και επέτειος

Τι ωραίο θα ήταν αν μπορούσαμε να δούμε σήμερα τις μακέτες των σκηνικών, τα σχέδια για τα κοστούμια, τα ίδια τα κοστούμια, το πρόγραμμα της παράστασης, αποκόμματα εισιτηρίων και ό,τι άλλο θα ζωντάνευε αυτή τη μοναδική στιγμή. Κι όμως ενθυμήματα εκείνης της μέρας – μαζί με άλλο πλούσιο υλικό – υπάρχουν και περιμένουν κλειδωμένα σε ντουλάπια. Όλα τα παραπάνω θυμήθηκα με αφορμή τα 40 χρόνια από το θάνατο της κορυφαίας Ελληνίδας, που έφυγε τόσο πρόωρα από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 54 ετών (Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 2 Δεκεμβρίου 1923).
Το ταλέντο της φωνής της εξακολουθεί, ωστόσο, διεθνώς να εμπνέει, να δονεί. Η επιρροή της προσωπικότητάς της δεν έσβησε με το τέλος της ζωής της, στο διαμέρισμα της λεωφόρου Ζωρζ Μαντέλ στο Παρίσι. Δεν μετριάστηκε καν, όταν η στάχτη της σκορπίστηκε στο Αιγαίο τον Ιούνιο του 1979. Αντιθέτως, η μαγεία και το μυστήριο της καλλιτεχνικής και προσωπικής της ζωής επηρεάζουν, ακόμη, σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό, ανθρώπους και καταστάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.
Τρεις χώρες διεκδικούν την εθνικότητά της (ΗΠΑ, Ιταλία, Γαλλία) και για κάθε τόπο η ύπαρξη ενός μουσείου αφιερωμένου στη μνήμη της θα αποτελούσε πόλο έλξης, θα απέφερε πολλούς επισκέπτες και μεγάλο τουριστικό ενδιαφέρον. Για κάθε τόπο, εκτός από τον τόπο καταγωγής της, φυσικά, την Ελλάδα, όπου ναι μεν βιώνει τη χειρότερη οικονομική της κρίση μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν δικαιολογείται για την αναλγησία που επέδειξε, για το θέμα, σε εποχές που έρεαν άφθονες οι επιδοτήσεις, ειδικά δε σε επενδύσεις πολιτιστικού ενδιαφέροντος.

Ο Μότσαρτ, η Άννα Φρανκ και άλλοι

Στην εικόνα της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας συνεπικουρεί σε πολλές περιπτώσεις η νοοτροπία των νεοελλήνων αρμοδίων για γεγονότα που στο εξωτερικό θα αποτελούσαν αυτονόητη εξέλιξη ή πηγή δημιουργίας: Αντίστοιχοι χώροι αφιερωμένοι στη μνήμη μεγάλων προσωπικοτήτων της Ιστορίας λειτουργούν σε ολόκληρο τον κόσμο. Ειδικά στη γειτονιά μας, στην οικογένεια της ΕΕ, υπάρχουν Μουσεία με πολύ μικρότερο αριθμό εκθεμάτων και με λιγότερες λεπτομέρειες γύρω από τη ζωή και το έργο της προσωπικότητας στο οποίο είναι αφιερωμένα, που αποτελούν ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα του τόπου τους, όπως για παράδειγμα το (γενέθλιο σπίτι) Μουσείο Μότσαρτ στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, ή το (σπίτι) Μουσείο της Άννας Φρανκ στο Άμστερνταμ, ή το (σπίτι) Μουσείο του Μπαρούχ Σπινόζα στο Rijnsburg της Ολλανδίας (για το οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο τελευταίο βιβλίο του διάσημου καθηγητή Ψυχιατρικής Ίρβιν Γιάλομ, «Το πρόβλημα Σπινόζα»).

Οι χορδές του Μανώλη Χιώτη και οι ηλεκτρικές κιθάρες των Beatles

Όμως για την Κάλλας υπάρχουν και αμέτρητες προσωπικές στιγμές που – σε ένα μεγάλο τους ποσοστό – έχουν καταγραφεί από τον δημοσιογράφο-ρεπόρτερ Δημήτρη Λιμπερόπουλο (στα βιβλία του, στα ρεπορτάζ, αλλά και στο facebook σήμερα που ο δημοσιογράφος είναι στα 92 του χρόνια). Σε ένα από τα ρεπορτάζ, που είχε κάνει δίπλα στη ντίβα, γράφει:

«Όμως η μεγάλη Ελληνίδα που λάτρευε όλα τα είδη της μουσικής δεν θα μπορούσε να μη ζήσει από κοντά μια νύχτα στα μπουζούκια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 λοιπόν συνοδεύοντας την πριγκίπισσα Γκρέις του Μονακό πήγε στην περίφημη «Σπηλιά του Παρασκευά», στα «βοτσαλάκια» της Καστέλας. Από εκεί πέρασαν πολλά γνωστά ονόματα της ελληνικής λαϊκής μουσικής σκηνής όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Τώνης Μαρούδας, ο Νίκος Γούναρης, ο Γιάννης Καραμπεσίνης, ο Τάκης Μωράκης με την ορχήστρα του και άλλοι πολλοί. Την εποχή εκείνη μεσουρανούσαν στο κέντρο ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα. Εκεί λοιπόν έγινε και η παρακάτω συνομιλία:
– Μανώλης Χιώτης: Μεγάλη μας τιμή κυρία Κάλλας, δεν έχω λόγια να σας ευχαριστήσω.
– Μαρία Κάλλας: Δική μου τιμή κύριε Χιώτη, γιατί πιστέψτε με ότι η αποψινή βραδιά ήταν η πιο ευχάριστη ψυχαγωγικά της ζωής μου. Σας εκφράζω και τα συγχαρητήρια της πριγκίπισσας που με έβαζε κατά τη διάρκεια των τραγουδιών να της μεταφράζω τα λόγια στα αγγλικά.
– Μανώλης Χιώτης: Αυτό με φοβίζει…
– Μαρία Κάλλας: Να μη σας φοβίζει, γιατί η πριγκίπισσα είναι ερωτευμένη γυναίκα και μου εξέφρασε τον θαυμασμό της όχι μόνο για τη δεξιοτεχνία σας και τη φωνή της κυρίας Λίντα, αλλά και για κάποιους στίχους που προσπάθησα να τους μεταφράσω όσο σωστότερα μπορούσα.
– Γκρέις Κέλι: Θα ήθελα να μάθω σε τι διαφέρει το μπουζούκι από τις ηλεκτρικές κιθάρες των Beatles.
– Μανώλης Χιώτης: Κυρία Κάλλας, παρακαλώ εξηγήστε στην πριγκίπισσα ότι οι χορδές της ηλεκτρικής κιθάρας δονούνται από την πρίζα και οι χορδές του μπουζουκιού κατευθείαν από την καρδιά»…

Ο Λιμπερόπουλος όμως, εκτός από τα αναρίθμητα ρεπορτάζ και ενθυμήματα, έχει και βίντεο-αναμνήσεις από τη ζωή της. Έχει τον Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, σύζυγο της Κάλλας, ο οποίος μιλάει για τη ντίβα και τον Ωνάση. Πρόκειται για μια παγκόσμια αποκλειστικότητα, στην εκπομπή «Ο ελεύθερος ρεπόρτερ», στην ΕΡΤ.
Επίσης έχει τη συζήτηση-συνέντευξη με τον πατέρα της Γιώργο Καλογερόπουλο στην εκπομπή του «Αθώος ή ένοχος», πάλι στην ΕΡΤ.
Ασφαλώς περισσότερα στοιχεία υπάρχουν στη σελίδα του δημοσιογράφου Δημήτρη Λιμπερόπουλου στο facebook και στην προσωπική του ιστοσελίδα www.liberopoulos.gr

Η γούνα τσιντσιλά και τα γάντια Hermes

Στα εκθέματα που επρόκειτο να φιλοξενηθούν στο Μουσείο περιλαμβάνονται επιστολές δικές της, των γονέων της και φίλων, καθώς και από μεγάλες προσωπικότητες της εποχής της. Σπάνια δημοσιεύματα από παραστάσεις της στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ένα προσωπικό άλμπουμ με φωτογραφίες της, ένα παλτό με επένδυση γούνα τσιντσιλά, ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια Hermes, τα προγράμματα από τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα στην Ελλάδα, χρυσά ρολόγια από την προσωπική της συλλογή, παρτιτούρες από όπερες που μελετούσε και φέρουν την υπογραφή της.

Τα σχέδια του Τσαρούχη και οι σημειώσεις του Αλέξη Μινωτή

Στο Μουσείο – που στήθηκε και δεν άνοιξε – υπάρχουν ακόμη ένα βραδινό της φόρεμα, η περούκα της Μήδειας, το ακριβές αντίγραφο του φορέματος της ίδιας παράστασης στην Επίδαυρο σε σχέδιο Γιάννη Τσαρούχη, οι σημειώσεις και τα αυθεντικά σχέδια του μεγάλου μας ζωγράφου για το παραπάνω φόρεμα. Επίσης σκίτσα του για την ίδια παραγωγή και το αντίγραφο της επιζωγραφισμένης του μακέτας με το σκηνικό της παράστασης.
Ακόμη φυλάσσεται το τετράδιο σκηνοθεσίας του Αλέξη Μινωτή, με χειρόγραφες σημειώσεις του για τη Νόρμα και τη Μήδεια που είχε σκηνοθετήσει.

Μια στάση για αναψυκτικό στου Λεωνίδα

Τον Μάιο του 2010 – για συνέντευξη στη «Ναυτεμπορική» – ρώτησα τον Λεωνίδα Λιακόπουλο, στο Λιγουριό:
– Τη γνωρίσατε τη Μαρία Κάλλας; Ήρθε εδώ;
– Την έφερε εδώ ένα μεσημέρι ο Μινωτής.

Της λέει: «Μαρία εδώ ερχόμαστε για να κουβεντιάσουμε, να φάμε, να βρούμε και πάλι τους ρυθμούς μας… Κάτσανε εκεί στη μόνιμη γωνία του Μινωτή, στη δροσιά και ήπιαν δυο αναψυκτικά. Μετά έφυγε η Κάλλας για το Ναύπλιο. Πήγε στο κότερο του Ωνάση. Θυμάμαι ότι το εισιτήριο τότε είχε 500 δραχμές. Ήταν πολύ ακριβό. Πάρα πολύ ακριβό. Το λάδι τότε είχε 10 δραχμές για να καταλάβετε… Δυο μισθοί σημερινοί ήταν το εισιτήριο. Και το θέατρο γεμάτο. Στα πουρνάρια επάνω είχε φθάσει ο κόσμος»…

Μια μοναδική φωτογραφία της Μαρίας Κάλλας, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, υπάρχει στην ιστορική ταβέρνα του Λεωνίδα, στο Λιγουριό. Η φωτογραφία αυτή έχει την υπογραφή και την αφιέρωση του Γιάννη Τσαρούχη ο οποίος είχε κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια.

Στη φάση της προετοιμασίας η Κάλλας έλεγε τότε στον Τσαρούχη πως «στην πρώτη πράξη η Μήδεια πρέπει να είναι ατημέλητη χωρίς κανένα στολίδι. Είναι τόσο ταραγμένη που δεν έχει καιρό για στολίδια. Το σκοτεινό κοστούμι με τη στενή, κόκκινη ζώνη, θα δώσει τον σωστό δραματικό τόνο». (…) ενώ «Η Μήδεια στην τελευταία πράξη δεν είναι γυναίκα πια, κάνει πράξεις που δεν τις κάνει μια γυναίκα. Μεταβάλλεται σε μια δαιμονισμένη φλόγα που καίει με το τρομερό πάθος της εκδικήσεως». (…)

«Συμβολικό θύμα της πανίσχυρης ελληνικής μετριοκρατίας»

Ο Τσαρούχης θυμόταν επίσης για την Κάλλας πως όταν είχε έρθει στην Ελλάδα το 1957, για ρεσιτάλ στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, ο δημοσιογράφος Αχιλλέας Μαμάκης, για την εφημερίδα «Έθνος», ρώτησε πολλούς καλλιτέχνες να πουν τι γνώμη έχουν για την ντίβα. Τότε ο ζωγράφος – απαντώντας – επανέλαβε απλώς τη φράση του Eυαγγελίου: «Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες εις κεφαλήν γωνίας εγένετο» και στη συνέχεια πρόσθεσε: «H Kάλλας είναι μεγάλη και δοξασμένη αοιδός παγκοσμίως, και για μας τους Pωμιούς είναι το συμβολικό θύμα της πανίσχυρης ελληνικής μετριοκρατίας. Oι μέτριοι είναι η ισχυρότερη κοινωνική ομάδα στην Ελλάδα, ένα αδίστακτο κρεβάτι του Προκρούστη».

Μάλιστα ο Γιάννης Τσαρούχης σε επιστολή του – που υπάρχει στα εκθέματα – έγραφε στον ζωγράφο Γιάννη Μόραλη το 1957 για την παράσταση της Μήδειας στο Ντάλας του Τέξας, πως εκεί την αποκαλούσαν: «Μεγάλη σαν τον Γκρέκο!».

Μερικά από τα καταχωνιασμένα εκθέματα

Αλήθεια τι θα μπορούσαν να δουν οι επισκέπτες του ανάμεσα στα… λιγοστά – όπως λέγεται – εκθέματά του; Γι’ αυτήν τη Μεγάλη σαν τον Γκρέκο Ελληνίδα στο σφραγισμένο ερμητικά μουσείο – αποθήκη υπάρχουν ακόμα 250 επιλεγμένες φωτογραφίες από όλες τις φάσεις της ζωής και της καριέρας της. Όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν για την ίδια από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, σπάνιοι δίσκοι και CDs με το συνολικό της έργο, αναλυτικό βιογραφικό χρονολόγιο της ζωής της, πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό αρχείου σχετικά με την προσωπική της ζωή και την καλλιτεχνική της πορεία.

Υπάρχουν επίσης πίνακες ζωγραφικής και γλυπτά αφιερωμένα στη μνήμη της, που έχουν φιλοτεχνήσει γνωστοί καλλιτέχνες, όπως οι:
Πέτρος Ζουμπουλάκης, Ναταλία Μελά, Δημήτρης Μυταράς, Γιάννης Νίκου, Δήμος Σκουλάκης, Σωτήρης Σορόγκας, Κώστας Ι. Σπυριούνης, Γιώργος Σταθόπουλος, Νίκος Στεφάνου, Παναγιώτης Τέτσης, Πραξιτέλης Τζανουλίνος και Αλέκος Φασιανός. Έργα τα οποία δώρισαν στο Δήμο για να συμπεριληφθούν στη συλλογή του… νεκρού Μουσείου.

Στα εκθέματα υπάρχουν αντικείμενα, επιστολές και άγνωστες φωτογραφίες της ντίβας, που είχαν αγοραστεί από το Δήμο Αθηναίων, με τη συμμετοχή του Υπουργείου Πολιτισμού, κατά τη διάρκεια δημοπρασίας στο Παρίσι, τον Δεκέμβριο του 2000.
Επίσης ιδιώτες συλλέκτες, ιδρύματα, φορείς, εκδοτικοί οίκοι και δισκογραφικές εταιρείες από την Ελλάδα και το εξωτερικό έχουν προσφέρει προσωπικά της αντικείμενα, σπάνιες φωτογραφίες, βιβλία και σημαντικό αρχειακό υλικό κάθε οπτικοακουστικής μορφής σχετικά με την προσωπική της ζωή και την καλλιτεχνική της πορεία.

Ως επίλογο, μπορώ να πω, ότι στον τόπο μας δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία του «ράβε – ξήλωνε», που τελικά ούτε για μπάλωμα δεν κάνει. Παραπονιόμαστε, όταν ως Έλληνες γινόμαστε στόχος στα στόματα των δανειστών ή εταίρων μας, ή γενικά όσων βλέπουν ότι δεν καταφέρνουμε να αξιοποιήσουμε στο μέγιστο δυνατότητες που μας παρουσιάζονται. Δυστυχώς – και αυτό δεν επιδέχεται αμφισβήτηση – δεν είμαστε ικανοί να διατηρήσουμε ούτε καν ζωντανή τη μνήμη κάποιων συμπατριωτών μας που μας χάρισαν υπερηφάνεια στο πέρασμα του χρόνου…

***

Η εικονογράφηση του θέματος έγινε με γραμματόσημα που εκδόθηκαν προς τιμήν της Μαρίας Κάλλας στην Ελλάδα, Ιταλία, Νικαράγουα, ΗΠΑ, Μάλι, Κόνγκο και Κιργιστάν.