“Ράβε – ξήλωνε” για το Μουσείο “Μαρία Κάλλας”

Γράφει o Παναγιώτης Μήλας

Το Σάββατο 11 Αυγούστου 2012, η παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, λόγω βροχής αναβλήθηκε. Το γεγονός μού έφερε στο νου άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου η βροχή ματαίωσε την παράσταση. Ήταν Κυριακή 21 Αυγούστου 1960. Τότε η παγκοσμίου φήμης σοπράνο Μαρία Κάλλας –όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής– «επρόκειτο να  συμπράξη μετά της Εθνικής Λυρικής Σκηνής εις την ερμηνείαν της όπερας του Βιτσέντζο Μπελλίνι “Νόρμα” υποδυομένη τον ρόλον της Νόρμας.. Την μουσικήν διεύθυνσιν του έργου ανέλαβε ο διάσημος Ιταλός διευθυντής ορχήστρας κ. Τούλιο Σεραφίν…».
Ο Αλέξης Μινωτής, στις δόξες του τότε, ανέλαβε τη σκηνοθεσία, ο Γιάννης Τσαρούχης τα σκηνικά, ο Αντώνης Φωκάς τα κοστούμια. Πρωταγωνίστρια όμως ήταν τελικά η νεροποντή, όπως έγραφε την επομένη η εφημερίδα  «Τα Νέα» (Ημερομηνία Δευτέρα 22 Αυγούστου 1960).

12.000 εισιτήρια

«Η βροχή εματαίωσε την χθεσινή πρώτη εμφάνισι της Μαρίας Κάλλας στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Ενώ τα πάντα ήσαν έτοιμα και θεαταί από όλα τα σημεία της χώρας και με παντός είδους μεταφορικά μέσα είχαν αρχίσει να κατευθύνωνται προς την Επίδαυρον, ο καιρός άρχισε να μεταβάλλεται. Λίγο μετά το μεσημέρι, ο καιρός είχε πλέον σαφώς μεταβληθή εις βροχερόν και από τις 2 μ.μ. σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο ήρχισαν να πίπτουν σποραδικαί βροχαί. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, είχαν διατεθή περί τα 12.000 εισιτήρια για την χθεσινή παράστασι. (…) Δύο και πλέον ώρες προ της ορισθείσης ενάρξεως της παραστάσεως είχαν ήδη εισέλθει στο θέατρο περί τους 4.000 θεαταί ιδίως των μη ηριθμημένων θέσεων του άνω διαζώματος. Όλοι αυτοί παρά την βροχή, η οποία άρχισε να πέφτη κατά διαλείμματα παρέμειναν στις κερκίδες προσπαθούντες να προφυλαχθούν με εφημερίδες και ό, τι άλλο είχαν. Μέχρι τις 6.30 περίπου, που άρχισε να πέφτη ραγδαία βροχή, είχαν ήδη φθάσει στην Επίδαυρο περί τους 10.000 θεαταί, οι οποίοι συνωθούντο αφορήτως στους ελαχίστους εστεγασμένους χώρους της Επιδαύρου. Επί τέλους περί την 7ην απογευματινήν, αφού ήδη το κοινόν είχε υποστεί δίωρον νεροποντήν, οι αρμόδιοι αποφάσισαν να ανακοινώσουν διά μεγαφώνων -τα οποία μάλιστα δεν ηκούσθησαν από τους εντός του θεάτρου- την ματαίωσιν της παραστάσεως. Αμέσως τότε ήρχισεν ομαδική φυγή και συνωστισμός προς τα αυτοκίνητα (…). Μέχρι το θέατρο έφθασαν από πλευράς επισήμων ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Κανελλόπουλος, ο πρόεδρος της Βουλής κ. Ροδόπουλος και ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κ. Βενιζέλος. Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Καραμανλής, ειδοποιηθείς για την ματαίωσι της παραστάσεως, παρέμεινε στο Ναύπλιον μαζί με υπουργούς και άλλους επισήμους». (Στη φωτογραφία η περούκα που φορούσε ως “Μήδεια).

Ενθυμήματα και επέτειος

Τι  ωραίο θα ήταν αν μπορούσαμε να δούμε σήμερα τις μακέτες των σκηνικών, τα σχέδια για τα κοστούμια, τα ίδια τα κοστούμια, το πρόγραμμα της παράστασης, αποκόμματα εισιτηρίων και ό, τι άλλο θα ζωντάνευε αυτή τη μοναδική στιγμή. Κι όμως ενθυμήματα εκείνης της μέρας υπάρχουν και περιμένουν το “πράσινο φως” για να υποδεχτούν τους επισκέπτες. Με όλα τα παραπάνω θυμήθηκα ότι στις 16 Σεπτεμβρίου 2012 κλείνουν 35 χρόνια από το θάνατο της κορυφαίας Ελληνίδας, που έφυγε τόσο πρόωρα από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 54 ετών. Το ταλέντο της φωνής της εξακολουθεί, ωστόσο, διεθνώς να εμπνέει, να δονεί. Η επιρροή της προσωπικότητάς της δεν έσβησε με το τέλος της ζωής της, στο διαμέρισμα της λεωφόρου Ζωρζ Μαντέλ στο Παρίσι. Δεν μετριάστηκε καν, όταν η στάχτη της σκορπίστηκε στο Αιγαίο τον Ιούνιο του 1979. Αντιθέτως, η μαγεία και το μυστήριο της καλλιτεχνικής και προσωπικής της ζωής επηρεάζουν, ακόμη, σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό, ανθρώπους και καταστάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.
Τρεις χώρες διεκδικούν την εθνικότητά της (ΗΠΑ, Ιταλία, Γαλλία) και για κάθε τόπο η ύπαρξη ενός μουσείου αφιερωμένου στη μνήμη της θα αποτελούσε πόλο έλξης, θα απέφερε πολλούς επισκέπτες και μεγάλο τουριστικό ενδιαφέρον. Για κάθε τόπο, εκτός από τον τόπο καταγωγής της, φυσικά, την Ελλάδα, όπου ναι μεν βιώνει τη χειρότερη οικονομική της κρίση μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν δικαιολογείται για την αναλγησία που επέδειξε, για το θέμα, σε εποχές που έρρεαν άφθονες οι επιδοτήσεις, ειδικά δε σε επενδύσεις πολιτιστικού ενδιαφέροντος. 

Στο σπίτι της οδού Πατησίων

Βραδινό της φόρεμα

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η πρώτη δυνατότητα δημιουργίας χώρου αφιερωμένου στη διεθνή Ελληνίδα ντίβα θα αποτελούσε η νεοκλασική πολυκατοικία Παπαλεονάρδου, στον αριθμό 61 της οδού Πατησίων, με την περίτεχνη είσοδο επί της οδού Σκαραμαγκά, χτισμένη το 1925 σε σχέδια του πρωτοπόρου αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη. Στο νοικιασμένο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου έζησε η Μαρία Κάλλας με τη μητέρα και την αδελφή της, έπειτα από αρκετές μετακομίσεις, σε περιοχές της πρωτεύουσας και έως ότου η νεαρή τότε συνεργάτης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής αποφασίσει να επιστρέψει στη γενέτειρά της, Νέα Υόρκη, το 1947. Όμως το κτήριο, που είναι ιδιοκτησίας του ΝΑΤ, τελεί υπό κατάληψη πάνω από δέκα χρόνια, παραμένοντας παραδομένο στην εγκατάλειψη, την κακοποίηση του χρόνου και την απαξίωση εκείνων που το θεώρησαν απλώς τσιμέντο, παρόλο που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό και αρχιτεκτονικό μνημείο των νεότερων χρόνων από το Υπουργείο Πολιτισμού (επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη 1987).

Στην Τεχνόπολι, στο Γκάζι

Η δεύτερη δυνατότητα και υλοποίηση, αυτή τη φορά, ενός μικρού μουσείου “Μαρία Κάλλας” ήρθε το 2002, όταν ο πρώτος δήμος της χώρας, επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, είχε την έμπνευση να διαμορφώσει ένα κτήριο στην Τεχνόπολι, στο Γκάζι, τοποθετώντας αντικείμενα και φωτογραφίες της ντίβας που αγοράστηκαν έναντι 50 εκατομμυρίων δραχμών σε διεθνή πλειστηριασμό στο Παρίσι.
Έξι χρόνια αργότερα, επί δημαρχίας Νικήτα Κακλαμάνη, αποφασίστηκε η μεταφορά του σε παραπλήσιο κτήριο του πολιτιστικού αυτού χώρου του δήμου, καθώς και η ανανέωση και ο εμπλουτισμός του με νέα εκθέματα, αλλά δεν εγκαινιάστηκε ποτέ στη νέα του μορφή, αν και ήταν έτοιμο πριν από τις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2010. Υπεύθυνοι της ιστορικής έρευνας και αναμόρφωσης του Μουσείου – του μοναδικού στον κόσμο για την Κάλλας – ήταν η δημοσιογράφος Ελένη Κάραμποττ και ο καλλιτεχνικός επιμελητής του Πολεμικού Μουσείου και ζωγράφος Κώστας Σπυριούνης.

Και πάλι από την αρχή

Βραδινό παλτό της με επένδυση τσιντσιλά

Ο μετέπειτα δήμαρχος Γιώργος Καμίνης (από την 1.1.2011) αρνήθηκε εξαρχής της θητείας του να λειτουργήσει το Μουσείο, γιατί, σύμφωνα με απόψεις πολιτιστικών παραγόντων της υπό την ηγεσία του δημοτικής αρχής, τα εκθέματα είναι ελάχιστα και ο χώρος του στεγάζεται στο σύμπλεγμα του Βιομηχανικού Μουσείου Γκαζιού που δεν θεωρείται κατάλληλο για τη μνήμη της σοπράνο. Έτσι αποφασίστηκε η μεταστέγασή του στο νεοκλασικό κτήριο της οδού Μητροπόλεως 61, ιδιοκτησίας του δήμου, ο οποίος δεν διστάζει σε περίοδο κρίσης και περικοπών να διαθέσει νέα κονδύλια (αλήθεια πόσα πάλι και αυτή τη φορά;) για να φτιαχτεί από την αρχή κάτι που είναι έτοιμο εδώ και τέσσερα χρόνια και παραμένει ανενεργό, με όποια συνέπεια για τη σωστή συντήρηση των εκθεμάτων που βρίσκονται ουσιαστικά αποθηκευμένα στις προθήκες, στο β΄ όροφο της “βαρέλας” (το σιδερένιο κτήριο πίσω από τον Ρ/Σ “Αθήνα 984”) σε όχι κατάλληλες κλιματολογικές συνθήκες λόγω του ότι δεν λειτουργούν τα κλιματιστικά μηχανήματα που είχαν τοποθετηθεί για να διατηρούν μια μέση υποχρεωτική θερμοκρασία χειμώνα – καλοκαίρι.

Ψάχνουν άδικα οι τουρίστες

Δεν θα μπορούσε άραγε να έχει λειτουργήσει το Μουσείο πρόσκαιρα έως ότου ετοιμαζόταν ο καινούργιος του χώρος; Ή αν θεωρηθεί πως χρειάζονται κάποιες βελτιώσεις στον υπάρχοντα χώρο γιατί να μη γίνουν, παρά να χαθεί κι άλλος χρόνος και χρήμα, σε καιρούς ούτως ή άλλως πολύ δύσκολους για τη χώρα και το λαό της;
Ποια είναι, αλήθεια, η δικαιολογία που αναφέρουν στους τουρίστες οι οποίοι με τον οδηγό ανά χείρας (αφού αναφέρεται ως τουριστικός προορισμός της Αθήνας τα τελευταία 10 χρόνια) έρχονται σε καθημερινή βάση για να το επισκεφθούν, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες;

Ελπίδα από τη Μεσσηνία

Η τρίτη δυνατότητα δημιουργίας Μουσείου έρχεται και αυτή, ως ευχή, από τον τόπο καταγωγής του πατέρα της ντίβας, Γιώργου Καλογερόπουλου, το μικρό χωριό Νεοχώρι Ιθώμης, στη Μεσσηνία. Εκεί όπου βρίσκεται, όπως διαβάζουμε στον ιστότοπο, το μισογκρεμισμένο κέλυφος πετρόχτιστου σπιτιού της οικογένειας, για την αγορά του οποίου η προηγούμενη δημοτική αρχή διέθεσε 100.000 €, με προοπτική την εκπόνηση μελέτης αποκατάστασης και αξιοποίησης του κτηρίου ως χώρου αφιερωμένου στη μνήμη της. Όμως η παρούσα οικονομική κατάσταση της χώρας δεν ευνοεί προς αυτή την κατεύθυνση και το μόνο που θυμίζει στους κατοίκους ή στους επισκέπτες του μικρού χωριού του Δήμου Οιχαλίας ότι το ερείπιο αυτό έχει σχέση με την αξέχαστη λυρική καλλιτέχνιδα είναι η επιτοίχια δίγλωσση ταμπέλα “Οδός Μαρίας Καλογεροπούλου (Κάλλας) / Marias Kalogeropoulou (Kallas)” (και αυτή λάθος γραμμένη γιατί στα λατινικά είναι Callas). (Στη φωτογραφία επάνω, προθήκη με το προσωπικό της άλμπουμ φωτογραφιών, με ρολόγια τσέπης, τα γάντια Hermes, επιστολές φίλων της, δύο παρτιτούρες με έργα όπερας που φέρουν την υπογραφή της στο εσωτερικό τους).

Μερικά από τα εκθέματα

Αλήθεια τι θα μπορούσαν να δουν οι επισκέπτες του ανάμεσα στα… λιγοστά εκθέματά του;
Επιστολές της, των γονέων της και φίλων, καθώς και από μεγάλες προσωπικότητες της εποχής της, σπάνια δημοσιεύματα από παραστάσεις της στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ένα προσωπικό άλμπουμ με φωτογραφίες της, ένα παλτό με επένδυση γούνα τσιντσιλά, ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια, τα προγράμματα από τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα στην Ελλάδα, χρυσά ρολόγια από την προσωπική της συλλογή, παρτιτούρες από όπερες που μελετούσε και φέρουν την υπογραφή της, ένα βραδινό της φόρεμα, την περούκα της “Μήδειας”, το ακριβές αντίγραφο του φορέματος της ίδιας παράστασης στην Επίδαυρο, σε σχέδιο Γιάννη Τσαρούχη, τις σημειώσεις και τα αυθεντικά σχέδια του μεγάλου μας ζωγράφου για το παραπάνω φόρεμα, το τετράδιο σκηνοθεσίας του Αλέξη Μινωτή, με χειρόγραφες σημειώσεις του, καθώς και σκίτσα του Γιάννη Τσαρούχη για την ίδια παραγωγή και το αντίγραφο της επιζωγραφισμένης του μακέτας με το σκηνικό της παράστασης. Ακόμη, φωτογραφική έκθεση 250 επιλεγμένων φωτογραφιών από όλες τις φάσεις της ζωής και της καριέρας της, όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν για την ίδια από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, σπάνιους δίσκους και CDs με το συνολικό της έργο, αναλυτικό βιογραφικό χρονολόγιο της ζωής της, πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό αρχείου σχετικά με την προσωπική της ζωή και την καλλιτεχνική της πορεία. Ένα σημαντικό μέρος των εκθεμάτων είναι πίνακες ζωγραφικής και γλυπτά αφιερωμένα στη μνήμη της, που έχουν φιλοτεχνήσει γνωστοί καλλιτέχνες, όπως οι Πέτρος Ζουμπουλάκης, Ναταλία Μελά, Δημήτρης Μυταράς, Γιάννης Νίκου, Δήμος Σκουλάκης, Σωτήρης Σορόγκας, Κώστας Ι. Σπυριούνης, Γιώργος Σταθόπουλος, Νίκος Στεφάνου, Παναγιώτης Τέτσης, Πραξιτέλης Τζανουλίνος και Αλέκος Φασιανός, που δώρισαν στο δήμο για να συμπεριληφθούν στη συλλογή του Μουσείου.

Το θέμα έφθασε και στη Βουλή

Με την εμπλοκή στην υπόθεση της μη λειτουργίας του Μουσείου ασχολήθηκαν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο κατά την περυσινή χρονιά (2011) οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κα Όλγα Κεφαλογιάννη, της “Δημοκρατικής Αριστεράς” κ. Θανάσης Λεβέντης και Γρηγόρης Ψαριανός και της “Δημοκρατικής Συμμαχίας κ. Λευτέρης Αυγενάκης, χωρίς ωστόσο να λάβουν επαρκείς απαντήσεις, οι οποίες παρέπεμπαν πάλι σε υποσχέσεις μεταφοράς του σε νέο κτήριο. Ίσως ο Μεσσήνιος πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς αλλά και οι αρμόδιοι περί την Παιδεία, τον Πολιτισμό και τον Τουρισμό υπουργοί πρέπει να δώσουν λύση και να βάλουν τέρμα σε αυτά τα φάλτσα; Κάθε τους κίνηση προς τον τομέα αυτό θα ήταν χειρονομία αναγνώρισης της προσφοράς της Μαρίας Κάλλας στη χώρα.  

“Ελληνικός Σύλλογος Μαρία Κάλλας»

Μέχρι όμως να αποσαφηνιστούν οι προθέσεις της πολιτείας για την τύχη αυτής της επένδυσης που κόστισε τόσα χρήματα στον ελληνικό λαό και δεν αποδίδει τίποτα ακόμη, δραστηριοποιήθηκαν πολίτες αυτής της χώρας. Ίδρυσαν τον “Ελληνικό Σύλλογο Μαρία Κάλλας”, που δημιουργήθηκε από άτομα – λάτρεις της αξέχαστης ντίβας και συλλέκτες, αρκετοί από τους οποίους έχουν δανείσει ή χαρίσει αντικείμενα στο ανανεωμένο Μουσείο “Μαρία Κάλλας” και προσδοκούν στην άμεση λειτουργία του, στον εμπλουτισμό του με νέα αντικείμενα, ενώ παράλληλα προτίθενται να συμβάλουν, μέσω του Μουσείου, στην προβολή της προσωπικότητας της ντίβας και στην προώθηση της όπερας και της μουσικής γενικότερα στην Ελλάδα.

Ο Μότσαρτ, η Άννα Φρανκ και άλλοι

Στην εικόνα της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας συνεπικουρεί σε πολλές περιπτώσεις η νοοτροπία των νεοελλήνων αρμοδίων για γεγονότα που στο εξωτερικό θα αποτελούσαν αυτονόητη εξέλιξη ή πηγή δημιουργίας: Αντίστοιχοι χώροι αφιερωμένοι στη μνήμη μεγάλων προσωπικοτήτων της Ιστορίας λειτουργούν σε ολόκληρο τον κόσμο. Ειδικά στη …γειτονιά μας, στην οικογένεια της ΕΕ, υπάρχουν Μουσεία με πολύ μικρότερο αριθμό εκθεμάτων και με λιγότερες λεπτομέρειες γύρω από τη ζωή και το έργο της προσωπικότητας στο οποίο είναι αφιερωμένα, που αποτελούν ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα του τόπου τους, όπως για παράδειγμα το (γενέθλιο σπίτι) Μουσείο Μότσαρτ στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, ή το (σπίτι) Μουσείο της Άννας Φρανκ στο Άμστερνταμ, ή το (σπίτι) Μουσείο του Μπαρούχ Σπινόζα στο Rijnsburg της Ολλανδίας (για το οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο τελευταίο βιβλίο του διάσημου καθηγητή Ψυχιατρικής Ίρβιν Γιάλομ, “Το πρόβλημα Σπινόζα”).     
Γιατί λοιπόν στον τόπο μας δεν μπορούμε επιτέλους να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία του “ράβε – ξήλωνε”, που τελικά ούτε για μπάλωμα δεν κάνει; Γιατί παραπονιόμαστε, όταν ως Έλληνες γινόμαστε στόχος στα στόματα των δανειστών ή εταίρων μας, ή γενικά όσων βλέπουν ότι δεν καταφέρνουμε να αξιοποιήσουμε στο μέγιστο δυνατότητες που μας παρουσιάζονται; Γιατί δεν είμαστε ικανοί να διατηρήσουμε ούτε καν τη μνήμη ζωντανή κάποιων συμπατριωτών μας που μας χάρισαν υπερηφάνεια στο πέρασμα του χρόνου;