«Μην υποτιμάτε την ευαισθησία, θεωρώντας την κάτι εύθραυστο. Είναι η πιο σκληρή δύναμη του κόσμου, που με αυτήν τον κατακτάς».
Μάνος Χατζιδάκις
Το 1963, όταν η Μπρέντα Λι έκανε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ερμηνεύοντας το «All alone am I», ο βραβευμένος με Οσκαρ Μάνος Χατζιδάκις θεωρούνταν διεθνώς ένας από τους φημισμένους κινηματογραφικούς συνθέτες. Και δεκάδες διάσημοι ομότεχνοι της Αμερικανίδας τραγουδίστριας διασκεύαζαν συνθέσεις του.
Πολλοί θα πίστευαν σήμερα ότι αυτή η διάθεση για δημιουργική εξερεύνηση του έργου του, που ξεφεύγει από τα ελληνικά σύνορα, θα είχε πια εξαντληθεί. Και όμως, μόλις πρόσφατα, με μια νέα ηχογράφηση του «All alone am I», μια σύγχρονη Αμερικανίδα σταρ, η Αλισον Κράους, βρέθηκε στις πρώτες θέσεις του top του Billboard. Νωρίτερα, οι Pink Martini είχαν ηχογραφήσει το τραγούδι του «Ποτέ την Κυριακή» στα ελληνικά, όπως άλλωστε και η Ρουμάνα σοπράνο Αντζελα Γκεοργκίου το «Πάει έφυγε το τρένο». Πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες, από την Πορτογαλίδα Τερέζα Σαλγκουέιρο έως τους Αμερικανούς ράπερ Black Moon, συνεχίζουν να διασκευάζουν Χατζιδάκι. Μέχρι και στη διάλεκτο των Ζουλού τον έχουν τραγουδήσει οι Αφρικανές Στέλα Κουμάνο και Φέιθ Κουγιάτε.
Χάρη στη συνεργασία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τον γιο του συνθέτη, Γιώργο Χατζιδάκι, απολαμβάνουμε τα τελευταία χρόνια και τα λιγότερο γνωστά έργα του, καθώς και κάποια που πρώτη φορά παρουσιάστηκαν σε συναυλία, με νέους, ταλαντούχους ερμηνευτές, όπως η Δήμητρα Σελεμίδου, και πειραματικές ομάδες, σαν τους bizoux de kant, σε απρόβλεπτες κάποτε διασκευές, όπως εκείνη του «Μεγάλου Ερωτικού» για σύνολο μπαρόκ, από τον Ανδρέα Λινό. Και όλα αυτά, ενώ ο δημιουργός αυτής της μουσικής είναι προ πολλού απών. Ή μήπως όχι;
Στην πραγματικότητα, ο Χατζιδάκις είναι παρών. Μέσα από τον πάντοτε επίκαιρο δημόσιο λόγο του υπέρ των αξιών, εναντίον του λαϊκισμού και κάθε είδους ολοκληρωτισμού. Αλλά και μέσα από τη μουσική του που, εντάσσοντας καινοτομικά τη λόγια δυτική παράδοση, το δημοτικό και λαϊκό ελληνικό τραγούδι, τις νεότερες ευρωπαϊκές και αμερικανικές επιρροές στην πιο αυθεντική μουσικότητα, αποτελεί αστείρευτη πηγή αναδημιουργίας για κάθε ανήσυχο, σύγχρονο καλλιτέχνη. Και, όπως δείχνει το αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού, και πηγή αναβάπτισης για κάθε ανήσυχο ακροατή.

Μάνος Χατζιδάκις (1925 – 1994)
Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.
Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.
Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.
Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής
Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.
Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.
Γνωριμία με τον Κουν
Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.
Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξή του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.
Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τους Όρνιθες.
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.
Χατζιδάκις και σινεμά
Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντούσαν Μακαβέγιεφ, 1974) κ.ά.
Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.
Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.
Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.
Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.
Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.
Η γέννηση του «Τρίτου»
Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.
Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ’ τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.
Αποφθέγματα
| Λένε πως οι καλλιτέχνες είναι είτε κομμουνιστές είτε ομοφυλόφιλοι. Εγώ πάντως δεν είμαι κομμουνιστής…
|
| Όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις.
|
| Δύο είναι οι εχθροί της πολιτικής και του πολιτισμού: ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός.
|
| Μερικοί κύριοι νομίζουν ότι είμαστε συνάδελφοι.
|
| Η αμαρτία είναι βυζαντινή κι ο έρωτας αρχαίος.
|
| Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθιά κι απόλυτα, θέλω να μάθω ο ίδιος ποιος υπήρξα, τι σκέφτηκα, πώς έζησα και τι είναι αυτό που συνθέτει τη μελλοντική μου απουσία.
(σημείωμά του στο δίσκο «Αθανασία») |
| Αδιαφορώ για τη δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.
|
| Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δεν με περιέχει.
|
| Η δόξα είναι επιταγή που δεν πρέπει να εξαργυρώσεις σε χρήμα. Παίρνεις χρήμα, χάνεις τη δόξα.
|
| Κοιτάξτε, ετοιμαζόμαστε για μια άλλου είδους σκλαβιά τώρα. Η Ευρωπαϊκή Ενότητα τι νομίζετε ότι είναι; Είμαστε πραγματικά ένα κράτος με δύναμη ώστε να μπορέσουμε να επιβάλλουμε απόψεις; Θα γίνουμε μια επαρχία στην οποία θα μας διοικεί η Ευρώπη.
|
| Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε, ίσως, θέατρο.
(προς την Έλλη Λαμπέτη, σχετικά με το ρόλο της στο θεατρικό έργο «Σάρα, τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού», 1981) |
| Όταν οι λέξεις έρχονται σ’ επαφή μ’ αυτό που λέμε Μουσική, πριν απ’ όλα λιποθυμούν, ξαπλώνουν, παραδίδονται και χάνουν κάθε από φυσικού τους ενέργεια, κίνηση, ζωή. Κι ύστερα αρχίζει η περιπέτεια της μελωδίας.
|
| Αν ξαναρχόμουνα στον κόσμο θα ήταν για να κάνω έρωτα και για το μόνο που θα λυπηθώ όταν θα φύγω, θα ‘ναι για τον έρωτα που θα χάσω.
|
| Μου αρέσουν οι 18χρονοι όταν δεν τραγουδάνε, οι 24χρονοι όταν ακούνε, οι 30χρονοι όταν συνομιλούνε, οι συνομήλικοι όταν φανερώνουν παιδεία και ζωτικότητα και οι εις ηλικίαν γέροντες όταν σιωπούν χαμογελώντας με κατανόηση.
(από συνέντευξη στο Playboy, 1986) |
| Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εμείς, εσείς και τα παιδιά σας.
|
| Ο Μεγάλος Ερωτικός είναι ένας λαϊκός θεός που ζει στη φαντασία μας απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε ίσαμε να πεθάνουμε, όμορφος, εφηβικός και αδιάκοπα ζωντανός.
|
| Είμαι ένας πολύ ομαλός άνθρωπος. Κι έγινα ακόμη πιο ομαλός βλέποντας την ανωμαλία γύρω μου. Η αλήθεια είναι πως ξεκίνησα με την υποψία πως δεν είμαι τόσο ομαλός. Αλλ’ όταν είδα τι ανωμαλία δέρνει τους άλλους, απέκτησα το σύμπλεγμα ανωτερότητας ενός καθ’ όλα ομαλού ανθρώπου.
(από συνέντευξη που έδωσε το 1988 στη Μαρία Ρεζάν) |
| Γράφω το όνομά μου με ιώτα επειδή το ήτα με παχαίνει.
|



