Μακιαβέλι και Μακιαβελισμός

Χωρίς ποτέ να αμφιβάλει για τις ικανότητές του, διότι «τα δεκαπέντε χρόνια που πέρασα μελετώντας την τέχνη της διπλωματίας, δεν κοιμόμουν όρθιος ούτε τεμπέλιαζα και αποκόμιζα πείρα εις βάρος των άλλων», ο Νικολό Μακιαβέλι ήλπιζε να τον προσλάβουν οι Μέδικοι στην υπηρεσία τους «ακόμη και για να τους δένω τα κορδόνια». Πώς αλλιώς εξηγείται η αφιέρωση του «Ηγεμόνα» στον Λορέντσο των Μεδίκων: «Πιστέψτε ότι δεν μπορώ να σας προσφέρω κάτι καλύτερο από το μέσο για να αποκτήσετε, σε μικρό διάστημα, την πείρα που μου στοίχισε πολλούς κόπους και κινδύνους».

Το κύριο μέλημά του ήταν η bella figura και η ικανοποίηση των δύο πολύ φλωρεντινών και πρακτικών αναγκών, honore et utile (τιμή και κέρδος).

Ο ιστορικός Νικολό Καπόνι, βιογραφώντας τον από πρωτογενείς πηγές και αρχεία, δείχνει τον Μακιαβέλι και τον κόσμο του· τη δύουσα και καταπτοημένη Ιταλία αλλά και την αντίστροφη σχέση μεταξύ της αναγεννησιακής λαμπρότητας και της ταραγμένης και προβληματικής πολιτικής ζωή της: κολακείες και γάμοι, υφαρπαγές της εξουσίας και πλούτος, στρατηγικοί σχεδιασμοί και μυστικές συμμαχίες, τυραννίες και πόλεμοι, Πάπες, αυτοκράτορες και ηγεμόνες, βία και άλλα μέσα, δολοπλόκοι και προφήτες άφησαν μια σκόνη στη Φλωρεντία των Μεδίκων που σίγουρα θυμίζει τον Μακιαβέλι – τον πρώτο νεωτερικό φιλόσοφο, τον πρώτο της πολιτικής.

Κυνικός, ραδιούργος, πλακατζής και καιροσκόπος, ο Μακιαβέλι εξεικόνισε ένα κοινωνικοπολιτικό τοπίο θεμελιωμένο στον αμοραλισμό, με σκοπό να στρέψει τους ανθρώπους στην ηθικότητα.

Ένας σοφός με κακή φήμη

Έχοντας υπόψη του ότι «δεν υπάρχει παράδεισος για τα κορόιδα» και έχοντας δοκιμαστεί στις ξέρες της φλωρεντινής πολιτικής, ο Μακιαβέλι εξέθεσε, ασυναίσθητα ίσως, τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού τους οποίους οι κυβερνήτες ακολουθούν πάντοτε στην πράξη, αλλά σπανίως παραδέχονται. Στέρησε έτσι τους ανθρώπους από ψευδαισθήσεις, μιλώντας για δύναμη και για πολιτική που είναι ξένη προς την ηθική.

Υπήρξε πράγματι ένας σοφός με κακή φήμη. Μόνο οι πιο οξυδερκείς μελετητές του διέκριναν στα λόγια του αρετές, ενώ αρκετοί διαπίστωσαν ότι τα παραδείγματα του «Ηγεμόνα» είναι τόσο ακραία και τραβηγμένα, ώστε αναρωτιέται κανείς αν μιλούσε σοβαρά ή αν έκανε πλάκα, χώρια όσοι θεώρησαν ότι η πραγματεία, περιγελώντας τις υψιπετείς και ηθικολογικές αντίστοιχες για την καλή διακυβέρνηση, δεν απείχε πολύ από τη σάτιρα.

Πολλοί, ωστόσο, όπως ο Βάκων, αναγνώρισαν οφειλές στον Μακιαβέλι και ο Μπ. Ράσελ στην «Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας» σημείωσε με έμφαση ότι «το 1527, το έτος θανάτου του Μακιαβέλι, ας θεωρηθεί χρονιά του θανάτου της ιταλικής Αναγέννησης».

Οι κανόνες της τυραννίας

Ο ίδιος ο Μακιαβέλι, τα έργα του οποίου μετά το 1558 βρέθηκαν στον Index Librorum Prohibitorum (τον παπικό Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων), δεν θα χαιρόταν με την αρνητική φήμη που του έδωσε ο «Ηγεμόνας». Στους επικριτές του απαντούσε με έντονο ύφος: «Έμαθα στους ηγεμόνες πώς να γίνονται τύραννοι, αλλά και στους υπηκόους τους πώς να τους ξεφορτώνονται».

Τον χειμώνα του 1538, έντεκα χρόνια μετά τον θάνατο του Μακιαβέλι, ο καρδινάλιος Ρέτζιναλντ Πόουλ είχε ταξιδέψει στη Φλωρεντία για να κατανοήσει τους όρους της συγγραφής ενός τόσο άθεου βιβλίου, για το οποίο είχε πρωτακούσει από τον λόρδο αρχιδικαστή Τόμας Κρόμγουελ, και στο οποίο απέδιδε όλα τα δεινά που είχε υποστεί η Αγγλία μετά το 1534 – από την Πράξη Υπεροχής του Ερρίκου Η΄ έως τους διωγμούς εναντίον των καθολικών που υπάκουαν στην Εκκλησία και όχι στον βασιλιά τους.

Ο Βολταίρος είχε πει: «Ο Μακιαβέλι δίδαξε στην Ευρώπη την τέχνη του πολέμου. Μέχρι τότε τον διεξήγαγαν χωρίς να τον γνωρίζουν».

Για πρώτη φορά από τον Μακιαβέλι, ακούγεται συστηματικά η λέξη «κράτος», σε αντιδιαστολή με τη φεουδαρχία και την κληρονομική εξουσία. Είναι ο θεμελιωτής της νεωτερικής πολιτικής σκέψης, εμπνεόμενος περισσότερο από την αρχαία Ρώμη και τη Σπάρτη και λιγότερο από την Αθήνα.
Γεμίζει την πολιτική με διαφορετική ηθική που παραπέμπει σε άλλα πολιτικά και πολιτιστικά πρότυπα. Για τον Μακιαβέλι υπάρχουν τρεις έννοιες-κλειδιά: η «αρετή», η «τύχη» και η «ανάγκη». Πρέπει να κυνηγήσεις την τύχη και για να νικήσεις πρέπει να είσαι ενάρετος-ανδρείος.

Πολιτική θεωρία

Με τον όρο μακιαβελισμός στη στενή του έννοια εννοείται εκείνη η πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση ή άλλοτε ο ηγεμόνας μίας χώρας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο, ηθικά ορθό ή μη, προκειμένου να προστατεύσει το κράτος του. Στην ευρεία έννοιά του ο μακιαβελισμός προσέλαβε διαφορετικό αμοραλιστικό και δημώδες περιεχόμενο, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η άρση κάθε ηθικού φραγμού, η μηχανορραφία και η δολοπλοκία για την επίτευξη προσωπικών στόχων, ακόμα και άνομων, στο πλαίσιο των ρυθμιστικών κανόνων μιας κοινωνικής ομάδας ή οποιασδήποτε μορφής κοινότητας. Σε αυτή την ευρύτερη έννοιά του δε θα πρέπει να ταυτίζεται με την πολιτική θεωρία, καθώς μακιαβελιστής με την ακριβή έννοια του όρου είναι εκείνος που ασπάζεται την πολιτική διδασκαλία του Νικολό Μακιαβέλι.

Κλασική περίοδος

Αν και έλαβε το όνομά της από τον συγγραφέα του σχετικού έργου, η ιδέα της μεταχείρισης οποιουδήποτε μέσου για την «προστασία» του κράτους είναι αρχαιότατη και συνδέεται θα μπορούσε να πει κανείς με το πλέον αρχέγονο ένστικτο επιβίωσης. Από την κλασική περίοδο είναι σημαντικά τα παραδείγματα του τρόπου ηγεμονίας των περσικών σατραπειών και των μέσων που μετήλθε η αθηναϊκή ηγεμονία, προκειμένου να εξασφαλίσει την ευημερία και την ασφάλεια της πόλης κράτους κατά τον 5ο, ακόμη και τον 4ο αι. στην περίοδο παρακμής της. Ανιχνεύοντας τις αφηγήσεις του Ηρόδοτου, στους περσικούς πολέμους, βλέπουμε ότι παραδίδει πέραν της άσκησης της πολεμικής ισχύος το ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό και μυθολογικό υπόβαθρο στις ιστορίες που αφηγείται. Το κεφάλαιο 155 της ενότητας λυδικός λόγος αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε ο Κύρος το πρόβλημα των Λυδών. Άτυπος σύμβουλος του Κύρου στον διάλογο είναι ο Κροίσος, πρώην βασιλιάς της Λυδίας, αιχμάλωτος πλέον του Πέρση βασιλιά.

Ο Κύρος σκεπτόμενος πώς θα κατορθώσει να διατηρήσει την εξουσία του επί των Λυδών, ρωτά τη γνώμη του Κροίσου. Η απάντηση του Κροίσου είναι μια επίδειξη διατήρησης λεπτών ισορροπιών, διπλωματίας και αναζήτησης της εύνοιας του ισχυρού. Όντας πατήρ των Λυδών -ως πρώην βασιλιάς- οφείλει να ελιχθεί ανάμεσα στην απροθυμία του να επιβληθούν αυστηρές κυρώσεις στο λαό του και την υπονόμευση της εμπιστοσύνης που δείχνει ο Κύρος στο πρόσωπό του. Ωστόσο, η ακραία μορφή άσκησης της πολεμικής ισχύος που υιοθετεί έστω και υποθετικά ο Κύρος είναι η εξαφάνιση των Λυδών και των απογόνων τους, ένα δείγμα της ωμής βίας στην οποία μπορεί να φθάσει η μακιαβελική άσκηση της πολεμικής ισχύος, όταν επιβάλλει την πρακτική της γενοκτονίας.

Στην περίπτωση των Μήδων και του Διηόκη, ο ιστορικός αφηγείται τη δημιουργία ενός τυράννου. Στην εκφορά του λόγου του πώς ένας άνθρωπος, εκμεταλλευόμενος το κύρος, την ευρεία αποδοχή, τις ανασφάλειες και την ανάγκη του λαού του για προστασία, κατορθώνει να αποκτήσει τη δύναμη, για την ακρίβεια την πολεμική ισχύ, που διαχειρίζεται όχι εναντίον κάποιου εξωτερικού εχθρού, αλλά για να εγκαθιδρύσει την τυραννίδα του. Η κατασκευή ενός κάστρου με υψηλά τείχη (1.98), η οργάνωση κατασκόπων πληροφοριοδοτών σε όλη τη χώρα (1.99) είναι στην πραγματικότητα η προπαρασκευή μιας πολεμικής μηχανής, την οποία ο ίδιος διαχειρίζεται προς όφελος της μακιαβελικής του θέλησης για εξουσία, εναντίον μιας υποθετικής εσωτερικής απειλής.

Ένας άλλος ιστορικός, ο Θουκυδίδης παραδίδει μιαν άλλη εικόνα, σύμφωνα με την οποία ο Περικλής απαιτεί από τους Αθηναίους στη δημηγορία του να μην απεμπολήσουν την ηγεμονία της πόλης τους (2.63). Ουσιαστικά ο Περικλής παραδέχεται ότι η αθηναϊκή συμμαχία έχει γίνει πλέον ηγεμονία και ότι έχει προκαλέσει το μίσος των συμμάχων, αλλά την ίδια στιγμή μέμφεται τους πολιτικούς του αντιπάλους που αναζητούν ειρηνόφιλη πολιτική. Πολιτικά ρεαλιστής ο Περικλής αναγνωρίζει πιθανώς πως μόνον η διαρκής επίδειξη -έμμεση ή άμεση- της πολεμικής ισχύος μπορεί να διατηρήσει το ηγεμονικό status των Αθηνών, καθώς οι αποκαλούμενοι σύμμαχοι δεν είναι πλέον οικειοθελώς στο πλευρό της Αθήνας. Ωστόσο, προσπαθεί να μετριάσει την ωμότητα μιας τέτοιας παραδοχής, θεωρώντας την τυραννική εξουσία αναγκαστική και επικίνδυνη την οποιαδήποτε μορφής παραίτηση των Αθηνών από την ηγεμονική τους θέση. Οι Αθηναίοι είναι «καταδικασμένοι» να είναι ηγέτες και η πολεμική ισχύς τους εξαναγκάζει να μην μπορούν να επαναπαυθούν. Θέτει δηλαδή μια αμετάκλητη λογική, την οποία οι Αθηναίοι είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν εκ των περιστάσεων για να προστατεύσουν την ηγεμονική τους θέση. Ο Περικλής και προφανώς ο ίδιος ο Θουκυδίδης θεωρούσε το μεγαλείο των Αθηνών ως αποτέλεσμα της ενεργητικής φύσης των συμπολιτών του και των στρατιωτικών δαπανών της –χρήματα καί ναυτικόν. Σε αυτή την περίπτωση ο έλεγχος της αθηναϊκής ηγεμονίας και η πολεμική ισχύς της έχουν ως θεμέλιο τις οικονομικές δαπάνες, ιδιαίτερα για την ενίσχυση του αθηναϊκού στόλου, του κατεξοχήν πολεμικού μέσου για τη διατήρηση της αθηναϊκής ηγεμονίας.

Είναι καλύτερο ο ηγέτης να προκαλεί αγάπη ή φόβο; (Μακιαβέλι)

Η καθαρότερη εικόνα πολιτικού μακιαβελισμού, ωστόσο, μας έρχεται από τον διάλογο των Μηλίων. Ο διάλογος, έτσι όπως κατατίθεται από τον ιστορικό, είναι επίδειξη πολιτικού ρεαλισμού, σε ό,τι αφορά στην πολεμική ισχύ. Επιβάλλεται το δίκαιο του ισχυροτέρου και η άποψη των Μηλίων πως η παράδοση είναι πράξη δειλίας, αντιμετωπίζεται περιφρονητικά από τους Αθηναίους (5.100). Αν οι Μήλιοι επιδείξουν σωφροσύνη -κλασική αρετή στην κοινωνία του 5ου Π.Κ.Ε. αιώνα- τότε θα αναγνωρίσουν ότι δεν είναι αγών από του ίσου περί ανδραγαθίας και ότι η τιμωρία δεν είναι η αισχύνη (5.101). Το ζήτημα είναι η επιβίωση και εδώ οι ηθικοί φραγμοί δεν έχουν κανένα νόημα. Σύμφωνα με τη γλώσσα του ιστορικού είναι δύσκολο να ανταγωνιστεί κανείς τη φυσική πραγματικότητα –στην προκειμένη περίπτωση την πολεμική ισχύ των Αθηνών. Αυτό είναι το κομβικό σημείο με το οποίο ανοίγουν και κλείνουν οι Αθηναίοι το διάλογό τους με τους Μηλίους. Αντίθετα με τους Αθηναίους του Ηρόδοτου, που ποτέ δεν παραδίδονται στον Ξέρξη και αρνούνται να προδώσουν τους Έλληνες, οι Αθηναίοι του Θουκυδίδη αποτιμούν ψυχρά την πολεμική ισχύ τους και φυσικά ακολουθούν τη λογική αυτής της αποτίμησης.

Ρωμαϊκή και μεσαιωνική περίοδος

Οι Ρωμαίοι με τη σειρά τους, κληρονόμοι αυτής της πολιτικής πρακτικής, προχώρησαν ένα βήμα περισσότερο. Οι Ρωμαίοι συγγραφείς περιγράφουν τη ρωμαϊκή πολιτική ως υπέρβαση των ηθικών νόμων. Τόσο ο Κικέρων, όσο Τάκιτος αναφέρουν πως η παραβίαση του ηθικού νόμου ήταν επιτρεπτή όταν το απαιτούσε η δημόσια ευημερία. Έτσι εισήγαγαν μια ιδέα που θα απέβαινε μείζονος σημασίας στην ιστορία του Μακιαβελισμού.

Η υστεροφημία του Νικολό Μακιαβέλι

Δυστυχώς, παρά τη σπουδαιότητα του έργου του, ο Νικολό Μακιαβέλι έμεινε γνωστός στην Ιστορία περισσότερο ως το σύμβολο της μηχανορραφίας, του αυταρχισμού και του οπορτουνισμού. Μία τέτοια μονοσήμαντη απεικόνιση φυσικά δεν μπορεί παρά να μην είναι ρεαλιστική. Είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ότι το γεγονός πως σκοτεινές προσωπικότητες όπως ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι χρησιμοποίησαν το έργο του Μακιαβέλι δεν μπορεί να βαραίνει τον συγγραφέα, ο οποίος απλώς έγραψε ένα χρήσιμο και επαναστατικό εγχειρίδιο.

Αν και προσωπικότητες όπως ο Γκράμσι και ο Σπινόζα προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τη φήμη του, κάτι ανάλογο δεν επετεύχθη ποτέ. Αντιθέτως, ο Μακιαβέλι κατηγορήθηκε και κατηγορείται ακόμη και αιώνες μετά το θάνατό του διότι κατέγραψε τους νόμους βάσει των οποίων η εξουσία έδρασε και συνεχίζει να δρα μέχρι και σήμερα εις βάρος του λαού. Μάλιστα, το έργο του αποκαλύπτει τον σκοτεινό ως τότε για τον λαό τρόπο με τον οποίο κινούνται τα γρανάζια της εξουσίας. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα εγχειρίδιο αφενός χρήσιμο στους πολιτικούς εις βάρος του λαού και αφετέρου χρήσιμο στο λαό, γιατί αποκαλύπτει τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Ο Μακιαβέλι γράφει χαρακτηριστικά: «Η υπόσχεση που δόθηκε ήταν μια αναγκαιότητα του παρελθόντος. Ο λόγος που δεν κρατήθηκε είναι μια αναγκαιότητα του παρόντος». Γράφει επίσης: «Έναν ηγέτη πρέπει να τον φοβούνται και να τον αγαπούν. Αν δεν γίνεται και τα δύο, τότε καλύτερα μόνο να τον φοβούνται». Δυστυχώς όμως, η φήμη του επιβεβαιώνει το παρακάτω απόφθεγμα του:

«Ο καθένας βλέπει αυτό που φαίνεσαι. Λίγοι καταλαβαίνουν αυτό που είσαι».

***

Ο Νικολό Μακιαβέλι (Niccolo di Bernardo dei Machiavelli, 3 Μαΐου 1469 – 21 Ιουνίου 1527), ήταν Ιταλός διπλωμάτης, πολιτικός στοχαστής και συγγραφέας.

Γεννήθηκε σε μία φτωχή οικογένεια της Φλωρεντίας και ήταν γιος του Μπερνάρντο Μακιαβέλι και της Μπαρτολομέα Νέλι. Ο πατέρας του μερίμνησε ώστε ο νεαρός Νικολό να λάβει ουμανιστική εκπαίδευση, σύμφωνη με τα κλασικά πρότυπα της εποχής. Η εκπαίδευση αυτή και η σχέση του με Φλωρεντίνους ουμανιστές είχαν ως αποτέλεσμα να λάβει το 1498 το αξίωμα δεύτερου καγκελαρίου της φλωρεντινής δημοκρατίας. Από τη θέση αυτή ο Μακιαβέλι ασχολούνταν με τη διοίκηση των περιοχών υπό τον έλεγχο της Φλωρεντίας και ήταν επίσης ένας από τους έξι γραμματείς του πρώτου καγκελάριου και μέλος του συμβουλίου των “Δέκα του Πολέμου” που συνεπαγόταν τη συμμετοχή του σε διπλωματικές αποστολές.

Οι αποστολές του τον έφεραν σε επαφή με αρκετές από τις ισχυρότερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής του στην Ευρώπη, όπως το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο, τον Πάπα Ιούλιο Β΄ και τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Μαξιμιλιανό Α’.

Στο Μακιαβέλι έκανε επίσης μεγάλη εντύπωση ο Καίσαρας Βοργία, που είχε διορισθεί από τον πατέρα του, τον Πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄, Δούκας της Ρωμανίας. Οι κρίσεις που διατύπωνε στις επιστολές προς τη φλωρεντινή signoria για αυτά τα πρόσωπα που συνάντησε ως απεσταλμένος αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τα πορτρέτα τους που σκιαγράφησε στο έργο του Il principe (“Ο Ηγεμών”).

Το 1512, με τη βοήθεια των ισπανικών στρατευμάτων του Φερδινάνδου, οι Μέδικοι επέστρεψαν στη Φλωρεντία και κατέλυσαν τη δημοκρατία (repubblica). Ο Μακιαβέλι αποπέμφθηκε από τη θέση του και λίγους μήνες αργότερα υπέστη βασανιστήρια και φυλακίστηκε για μικρό διάστημα, ως ύποπτος συμμετοχής σε συνωμοσία εναντίον των Μεδίκων. Αποσύρθηκε στο πατρικό του κτήμα στην περιοχή Σαντ’ Αντρέα και εκεί το δεύτερο μισό του 1513 συνέγραψε τον Ηγεμόνα, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να αποκτήσει την εύνοια των Μεδίκων.

Τα επόμενα χρόνια ο Μακιαβέλι συμμετείχε στις συζητήσεις μια ομάδας ουμανιστών που συναντώνταν στους κήπους του Κόζιμο Ρουτσελάι και συνέγραψε μία κωμωδία, το “Μανδραγόρα” (1518) και την “Τέχνη του Πολέμου” (1521). Επηρεασμένος από τις συζητήσεις αυτές συνέγραψε και τις “Διατριβές” για τα πρώτα δέκα βιβλία της Ιστορίας του Τίτου Λίβιου. Λίγο μετά την ολοκλήρωση των “Διατριβών”, ο Μακιαβέλι κατάφερε να επιστρέψει στη Φλωρεντία και το 1520 του ανατέθηκε η συγγραφή της ιστορίας της Φλωρεντίας. Το καθεστώς των Μεδίκων, όμως, ανατράπηκε το Μάιου του 1527, η δημοκρατία παλινορθώθηκε και ο Μακιαβέλι έχασε τη θέση του. Απογοητευμένος πέθανε λίγο αργότερα στη Φλωρεντία από πάθηση του στομάχου.

  • Αρχική εικόνα: Amos Cassioli – La morte di Niccolò Machiavelli 1860, Siena, Collezione Società di Esecutori di Pie Disposizioni Onlus