33 C
Athens
Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

«Love, Love, Love», o έρωτας στην εποχή της ψυχεδέλειας και οι συνέπειές του

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

O Bρετανός συγγραφέας Mike Bartlett στο έργο του «Love, Love, Love» καταπιάνεται με ένα καυτό ζήτημα: Τη γενιά του ’67-’68 και τα παιδιά της.
Άραγε πόσοι γνωρίζουμε σήμερα τι ήταν το «Καλοκαίρι της Αγάπης»; Λοιπόν, οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι το ιδιότυπο αυτό «καλοκαίρι» ξεκίνησε στις 14 Ιανουαρίου 1967. Όταν το υπαίθριο Human Be-In, που οργάνωνε ο Michael Bowen, βοήθησε στο να διαδοθεί η κουλτούρα των χίπις στις ΗΠΑ, με 20.000 ανθρώπους να συγκεντρώνονται στο Γκόλντεν Γκέιτ Παρκ του Σαν Φρανσίσκο. Πάνω από 20.000 άτομα είχαν την ευκαιρία να ακούσουν τους κολοσσούς της ροκ, Grateful Dead και Jefferson Airplane, αλλά και απαγγελία από τον εμβληματικό ποιητή της γενιάς των «μπιτς», Άλεν Γκίνσμπεργκ. Η εκδήλωση ανέδειξε το Σαν Φρανσίσκο σε επίκεντρο του κινήματος των χίπις και των «παιδιών του λουλουδιών», προσελκύοντας νέους από όλη τη χώρα. Τόπος συνάντησης των απανταχού χίπις η συνοικία Χέιτ-Άσμπουρι της πόλης, που συγκέντρωσε πάνω από 100.000 νέους «εποίκους». Στις 26 Μαρτίου, οι Lou Reed και Edie Sedgwick και 10.000 χίπις έφτασαν στο Μανχάταν για το Central Park Be-In την Κυριακή του Πάσχα. Το Monterey Pop Festival, από τις 16 ως τις 18 Ιουνίου, σύστησε με τη σειρά του στο ευρύ κοινό τη ροκ μουσική και έτσι σημάνθηκε η αρχή του «Καλοκαιριού της Αγάπης».
Ο Κεν και η Σάντρα, οι ήρωες του θεατρικού έργου, που παίζεται στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, στην Πλάκα, γνωρίζονται στα δεκαεννιά τους, κατά τη διάρκεια του περίφημου εκείνου «Kαλοκαιριού της Aγάπης» (1967), ενώ οι Μπιτλς τραγουδούν σε πρώτη παγκόσμια ζωντανή τηλεοπτική αναμετάδοση, το τραγούδι τους «All you need is love». Με σημαία τους το στίχο «love, love, love» (εξ ου και ο τίτλος του έργου), οι δύο νέοι, ο Κεν και η Σάντρα, γεμάτοι όνειρα, επαναστατικότητα, ορμή και επιθυμία ν’ αλλάξουν τον κόσμο, θα ενώσουν τις ζωές τους.

 

Μέσα από τη σαραπεντάχρονη εκρηκτική σχέση αυτού του ζευγαριού, ο Μάικ Μπάρτλετ μιλάει για ολόκληρη τη γενιά του ’68 (στα εγχώρια μπορούμε να κάνουμε μια αναγωγή με τη «γενιά του Πολυτεχνείου»), τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στη διαμόρφωση της σύγχρονης κοινωνίας και τη σχέση της με τα παιδιά της, καταλήγοντας ουσιαστικά σε ένα κεφαλαιώδες ερώτημα:
Είναι η γενιά του ’68 υπεύθυνη για τα παιδιά της; Τους υπερχρεωμένους τριανταπεντάρηδες του σήμερα;
Οι νέοι αντικομφορμιστές έρχονται αντιμέτωποι με την ιδιότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει και να εμπορευματοποιεί κάθε κίνημα, ιδεολογία ή κοινωνική τάση, που μοιάζει να τον απειλεί.
Το σύνθημα του Τίμοθι Λίρι, που ζήτησε από τη νεολαία «να αντιληφθεί, να συντονιστεί και να υποκύψει» (turn on, tune in, drop out) παρερμηνεύθηκε με το χειρότερο τρόπο. Το κίνημα των χίπις εξελίχθηκε εν μέρει σε ρεύμα ελεύθερης διακίνησης ναρκωτικών, έχασε το στόχο του και τον προσανατολισμό του, παρήκμασε. Πέτυχε ως πολιτιστική επανάσταση αλλά όχι ως πολιτική, αλλοιώθηκε από το σύστημα, έγινε μέρος του.
«But why do I feel this party’s over?». Καιρός να γυρίσουμε στο σπίτι. Στο σπίτι που υποκρινόμαστε ότι μας ανήκει, ενώ στην ουσία ανήκει στην τράπεζα. Τι συνέβη; Τι δεν κάναμε καλά; Ποιος έφταιξε; Και τώρα τι;
Το έργο μέσα από τις τρεις πράξεις του, τοποθετημένες το 1967, το 1990 και το 2011, παρακολουθεί την εξέλιξη του ζευγαριού και τη σχέση του με τα παιδιά του. Ταυτόχρονα, παρακολουθούμε και τη διαμόρφωση ενός νέου είδους χάσματος ανάμεσα στις δύο γενιές. Ενός χάσματος που έχει τη ρίζα του στην οικονομική κρίση και στο πλαίσιο μέσω του οποίου οι γονείς είναι οι «έχοντες» και τα παιδιά οι «μη έχοντες».
Με χιούμορ αλλά και πολιτική διάθεση, ο συγγραφέας θέτει μια σειρά από καίρια ερωτήματα: Τι απέγινε ο ιδεαλισμός της γενιάς του ‘68; Γιατί τα παιδιά αυτής της γενιάς δεν έχουν τις ευκαιρίες που είχαν οι γονείς τους; Είναι άραγε λάθος των γονιών τους, φταίει ο τρόπος που τους μεγάλωσαν, η κοινωνία που τους παρέδωσαν ή κάθε γενιά πρέπει να αναλαμβάνει έτσι κι αλλιώς την ευθύνη για την κατάστασή της; Η παλιότερη γενιά «οφείλει» τελικά να βοηθάει τη νεότερη; Και μέχρι πότε;
Η παράσταση τοποθετεί το έργο στις συνθήκες ενός πάρτι που ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τελειώνει το 2011. Ενός πάρτι με άφθονη μουσική, η οποία και σηματοδοτεί το πέρασμα των τελευταίων σαράντα πέντε ετών που άλλαξαν τον κόσμο.
Μέσα στον ενθουσιασμό της αρχής αυτού του πάρτι, γνωρίζονται και ερωτεύονται ο Κένεθ και η Σάντρα. Μέσα στην τρέλα αυτού του πάρτι, μεθάνε, καπνίζουν, χορεύουν, ενηλικιώνονται, κάνουν παιδιά, καριέρα, λεφτά, χτίζουν, γκρεμίζουν και ξαναχτίζουν κατά βούληση τη ζωή τους. Αλλά και τη ζωή των παιδιών τους. Νιώθουν ότι αυτό το πάρτι δε θα τελειώσει ποτέ. Κι όμως… 2011, το πάρτι τελείωσε. Και τα παιδιά τους, τους ζητάνε τα χρωστούμενα… Που αυτοί δεν δέχονται να παραχωρήσουν. Ανάλωσαν όλη τους την ενέργεια προσπαθώντας να αποκτήσουν κύρος, χρήματα, επιτυχία, δύναμη. Λαχταρούσαν όμως την αγάπη. Τι έκαναν για να μάθουν την τέχνη της αγάπης;
Οι πέντε ηθοποιοί της παράστασης -απόγονοι της γενιάς του ’68- στήνουν αυτό το πάρτι και μιλούν για όλα εκείνα που αφορούν στη γενιά τους. Και όχι, για κείνους, το θέμα δεν είναι η κρίση. Το θέμα είναι γιατί οι άνθρωποι -σε όποια γενιά κι αν ανήκουν- είναι σήμερα αυτοί που είναι. Γιατί νιώθουν έτσι όπως νιώθουν. Το θέμα είναι τι στράβωσε. Και πού βρίσκει κανείς την περίφημη «αγάπη, αγάπη, αγάπη» μέσα σε όλα αυτά;
Η παράσταση, στην εξαιρετική σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, είναι δεξιοτεχνικά στημένη σύμφωνα με την αισθητική της ψυχεδέλειας και προβάλλει τις ιδιαίτερες ψυχαγωγικές εκφάνσεις της εποχής. Η μετάφραση της ίδιας της σκηνοθέτιδας είναι στρωτή και ρέουσα, τα κείμενα του “περφόρερ”, δικά της επίσης, ιδιαίτερα πετυχημένα.
Αντιμετωπίζει με κριτική σκέψη και χωρίς νοσταλγία την εποχή. Άλλωστε το αντίθετο θα αποτελούσε σημείο ιδεολογικής πόλωσης.
Η Άννα Κουτσαφτίκη ως Σάντρα κάνει μια υποδειγματική ερμηνεία καταπληκτικής εξισορρόπησης ανάμεσα στην επαναστατημένη χίπισσα και την κυνική μητέρα. Πληθωρικό ταλέντο. Σε κάθε ρόλο διαφορετική και κάθε φορά καλύτερη και ωριμότερη. Μια ηθοποιός με πολύ μέλλον στο θέατρο.
Με βάθος και απόσταγμα γνώσης ερμηνεύει και ο Διαμαντής Καραναστάσης τον Κένεθ.
Ο Νέστωρ Κοψιδάς ως περφόρμερ – Χένρι είναι ακριβής και απολαυστικός.
Ο Κώστας Σιλβέστρος (Τζέιμι) και η Ειρήνη Στρατηγοπούλου (Ρόζι), νέοι και ταλαντούχοι, με τη νεανική ορμή τους δίνουν ρυθμό στην παράσταση. Έχουν τόλμη και ενάργεια.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια ήταν λειτουργικά, όμορφα και στο πνεύμα των δεκαετιών ’60, ’90 και 2000.
Θέλετε ένα δείγμα διαλόγου από την παράσταση; Ιδού ένα καίριο σημείο από την τρίτη πράξη (2011):
«Εσείς δεν αλλάξατε τον κόσμο, απλώς τον αγοράσατε. Τον ιδιωτικοποιήσατε. Για ποιο πράγμα παλέψατε; Για την ειρήνη; Για την αγάπη; Το μόνο πράγμα για το οποίο παλέψατε είναι η δυνατότητα να κάνετε ό, τι μαλακία γουστάρετε». (Κόρη προς τους γονείς).
«Το είπες και μόνη σου, κοντεύεις σαράντα. Είχες τις ευκαιρίες σου. Έκανες τις επιλογές σου. Καλές ή κακές, δεν έχει σημασία». (Μητέρα προς την κόρη).
* Το έργο βραβεύτηκε ως «καλύτερο νέο έργο της χρονιάς 2011» στα Theatre Awards UK.
* O Mike Bartlett είναι γνωστός στην Ελλάδα και από το πρόσφατο ανέβασμα του έργου του «Cock», σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου.

Συντελεστές

Μετάφραση: Κάλμπαρη Μαριάννα
Σκηνοθεσία: Κάλμπαρη Μαριάννα
Σκηνικά: Ζαμάνης Κωνσταντίνος
Κοστούμια: Ζαμάνης Κωνσταντίνος
Φωτισμοί: Βλασσόπουλος Νίκος
Μουσική επιμέλεια: Σορώτος Γιάννης
Βίντεο: Διαμαντής Καραναστάσης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ηλίας Λάτσης

Ηθοποιοί

Διαμαντής Καραναστάσης, Άννα Κουτσαφτίκη, Νέστωρ Κοψιδάς, Ειρήνη Στρατηγοπούλου, Κώστας Σιλβέστρος

Xρήσιμα

«Love, Love, Love»
Του Μπάρτλετ Μάικ
Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν
Φρυνίχου 14, Πλάκα
Στην ενότητα Σύγχρονο Ρεπερτόριο
Διάρκεια παράστασης: 80′
Η πρεμιέρα έγινε την Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012.
Τιμές εισιτηρίων
Παρασκευή και Σάββατο (απογ.)
Γενική είσοδος: 15 ευρώ
Φοιτητικό, νέοι κάτω των 25 ετών, άνεργοι (ΟΑΕΔ): 10 ευρώ
Σάββατο (βραδ.) και Κυριακή
Γενική είσοδος: 20 ευρώ
Φοιτητικό: 15 ευρώ
Νέοι κάτω των 25 ετών, άνεργοι (ΟΑΕΔ): 10 ευρώ
(Στάση μετρό Ακρόπολη)
Τηλ. ταμείου 210 3222464 και 210 3236732 (δυνατότητα τηλεφωνικής κράτησης θέσεων)
Ώρες και ημέρες λειτουργίας ταμείου: καθημερινά 10.00 – 13.00 και 17.00 – 22.00.

All you need is love

Των John Lennon – Paul Mccartney (Beatles)

Love, love, love.
Love, love, love.
Love, love, love.

There’s nothing you can do that can’t be done.
Nothing you can sing that can’t be sung.
Nothing you can say but you can learn how to play the game.
It’s easy.

Nothing you can make that can’t be made.
No one you can save that can’t be saved.
Nothing you can do but you can learn how to be you in time.
It’s easy.

All you need is love.
All you need is love.
All you need is love, love.
Love is all you need.

All you need is love.
All you need is love.
All you need is love, love.
Love is all you need.

Nothing you can know that isn’t known.
Nothing you can see that isn’t shown.
Nowhere you can be that isn’t where you’re meant to be.
It’s easy.

All you need is love.
All you need is love.
All you need is love, love.
Love is all you need.

All you need is love (all together, now!)
All you need is love. (everybody!)
All you need is love, love.
Love is all you need (love is all you need).

Yee-hai!
Oh yeah!
She loves you, yeah yeah yeah.
She loves you, yeah yeah yeah.

 

 

 

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -