29.8 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Το νέο έργο της Λένας Κιτσοπούλου φωτίζει τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής περιφέρειας

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

«Είδα στο Θέατρο Olvio το έργο που διασκεύασε και σκηνοθέτησε η Νατάσα Παπαμιχαήλ. Πρόκειται για το διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου «Ο Μουνής» από τη συλλογή «Μεγάλοι Δρόμοι», (Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2010).

Η Κιτσοπούλου πετυχαίνει με απόλυτο ρεαλισμό να αποδώσει όλη εκείνη την αμορφωσιά, την υποκρισία, την ανεντιμότητα, την προστυχιά, την ηθική και σεξουαλική ασυδοσία, την παθογένεια που κρύβεται καλά στις κλειστές κοινωνίες της επαρχίας και που καλύπτεται από υπερβάλλον αίσθημα εντιμότητας, ευθιξίας και σύνεσης.

Με δυναμική και θρασεία γραφή η Κιτσοπούλου μιλά για τις αιμομιξίες, τους βιασμούς, τις συζυγικές απάτες, που κρύβονται κάτω από την κουβέρτα του άψογου κοινωνικού “φαίνεσθαι”. Οι ήρωες είναι τόσο τρομακτικά αληθινοί, ώστε κάποιος, που έχει επισκεφτεί την επαρχία εκ των έσω, διαπιστώνει τις εφιαλτικές αυτές εικόνες.

Ο κυρ Γιάννης – ο «Μουνής» – ζωγράφιζε πάνω στα χάρτινα τραπεζομάντιλα των εστιατορίων και αντικατόπτριζε την κοινωνική πραγματικότητα. Οι ζωγραφιές του ήταν σαν κραυγή βοήθειας για όλα αυτά τα ανυπεράσπιστα πλάσματα. Οι ιστορίες του χωριού βρίσκονταν πάνω τα τραπεζομάντιλα.

Μάλλον αγανακτισμένος άνθρωπος ο κυρ Γιάννης με το ψευδώνυμο που του είχε προσδώσει το χωριό, είχε βάλει τα γαμπριάτικα ρούχα του εξαφανισμένου πατέρα του πάνω στο σκιάχτρο, που φύλαγε τα χωράφια του. Ο κυρ Γιάννης μεγάλωσε με πέντε αδελφές και τη μάνα τους. Πατέρα δεν γνώρισε. Πονεμένος και μοναχικός άνθρωπος, με μάλλον όχι ιδιαίτερα θελκτική εμφάνιση. Χαρακτηριστικό του τα μεγάλα αυτιά.

Συγχωριανός του ήταν ο «Παντζάρας». Άμα σε έπιανε στα χέρια του σε κοκκίνιζε σαν το παντζάρι. Κάπως έτσι βγαίνουν τα παρατσούκλια. Στην αρχή η νεαρή που ακούει με ακουστικά μουσική του Marc Almond, τον διασκευάζει σε Μάρκο τον Αμύγδαλο.
Δεν θέλει πολύ και με την παραμικρή αφορμή βγαίνει το παρατσούκλι. Τα παιδιά του «Παντζάρα» όσο μεγάλωναν, μεγάλωναν και τα αυτιά τους και όλο και έμοιαζαν στον κυρ Γιάννη, που είχε χαρακτηριστικά μεγάλα αυτιά. Ο «Παντζάρας» όλο και έβριζε το «Χριστό τους το ξεσταύρι τους», τέτοια αυτιά μόνο ο κυρ Γιάννης είχε, τέτοια στάση σώματος. Αυτό κάτι σήμαινε για την «Παντζάραινα». Πόσο υπομονή να κάνει ο «Παντζάρας»;

Ωστόσο ο κυρ Γιάννης, ήταν πολύ σιωπηλός άνθρωπος. Ο «Παντζάρας» ακριβώς λόγω της ομοιότητας ήθελε να μην κυκλοφορούν πολύ τα παιδιά του στους δρόμους και τον διαπομπεύουν. Η φωνή του και η κίνησή του ήταν τρομακτική.

Πιάνει τον ένα του γιο, μεθυσμένος όπως ήταν πάντα, και τον απειλεί ότι θα του κόψει τα αυτιά να μη βλέπει τα ξεφτιλίκια της μάνας του και μετά θα τα κρεμάσει στο σκιάχτρο.
Απόλυτη βία περιγραφική και σκηνική, διαδραστική παρόλες τις κόκκινες κορδέλες για την αναπήδηση του αίματος μετά το κόψιμο του αυτιού. Το κτήνος αυτό, ο πατέρας, είχε μια κόρη με τη γυναίκα του πολύ άσχημη, τόσο άσχημη που έμοιαζε με τη θειά του την «Κωλαθηνά».

Πρόκειται για μια οικογένεια που συμπύκνωνε όλη την παθογένεια της ελληνικής επαρχίας, της ξεχασμένης από το θεό.

Της κόρης του, που ξερνοβόλαγε, της έκοψε την κοτσίδα. Αυτή ήταν φανερά δικό του σπέρμα. Τη μικρή «Παντζάραινα» την έλεγαν Μαρία, όμως τη φώναζαν «Λουκούδι». Γιατί είχε τα καταπράσινα μάτια της Παντζάραινας. Ακρωτηριάζοντας ο Παντζάρας τον γιο του πήγε φυλακή. Στο σπίτι το «Λουκούδι» δεν πολυμιλά. Υποφέρει και αυτή την υποβαθμισμένη θέση της γυναίκας.

Στο κομμωτήριο, όπως και στο καφενείο ακούγονται όλα και συζητιούνται. Σχετικά με τον κυρ Γιάννη υπήρχε μια υπέροχη ηρεμία. Ο παραπληγικός γιος του παπά βρίσκεται να παντρεύεται την κόρη του «Παντζάρα», που είναι στη φυλακή.

Πρόκειται για γάμο που με σκαιό τρόπο οργανώνει η μάνα της. Η παπαδιά θεωρεί ότι το ανάπηρο εκ γενετής παιδί της με τον γάμο αυτόν θα έχει μια νεαρή γυναίκα να τον φροντίζει. Ο γάμος ήταν κάπως βιαστικός. Να καλυφθούν τα χαμπέρια της νύφης. Το «όργανο» του παιδιού τους ήταν θαλερό παρόλη την αναπηρία του, οπότε θα μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Βέβαια πολλά βλέπει ο κόσμος και περισσότερα ακούει. Πολλοί δεν θέλουν να πάνε στον γάμο και άλλοι πάλι θέλουν να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι το ξεφτιλίκι. Με αυτά θρέφεται η επαρχία και κάθε κλειστή κοινωνία που συντηρείται από τις σάρκες των μελών της.

Ο κυρ Γιάννης, ο «Πικάσσος» τα ζωγραφίζει όλα στα τραπεζομάντιλα. Μιλά μέσα από τη ζωγραφική του και τα αποδίδει όλα όπως ο ζωγράφος Θεόφιλος, ή ο γλύπτης Χαλεπάς.

Η «Παντζάραινα» (Χαρά Τσιτομενέα) καπάτσα και διπλωμάτης, παρόλο που ο άντρας της είναι φυλακή, βοηθά την κόρη της και τη φήμη της οικογένειάς της. Η άσχημη κόρη της δεν δέχεται να συνευρεθεί με τον γαμπρό για να κλείσει τα στόματα, οπότε προτίθεται να θυσιαστεί εκείνη ώστε να μπερδέψουν τον ζαβό και να λέει εκείνη και όλοι βέβαια ότι είναι δικό του το παιδί. Εξαιρετική η Χαρά Τσιτομενέα στο ρόλο αυτό και τον άλλον της παπαδιάς.

Η σκηνή του γάμου με τον μικρό να σέρνεται κάτω από τα τραπέζια, ώστε να βλέπει τις κρυφές κινήσεις και τα υπονοούμενα είναι μινιμαλιστική και τόσο θεατρική σκηνή, που παγώνει το αίμα του θεατή, ξεγυμνώνοντας την υποκρισία των κλειστών κοινωνιών.

Αργότερα είναι ανατριχιαστικό όταν αντιλαμβάνονται τον μικρό και διαπράττουν την απαίσια τιμωρία του, το συγκλονιστικό ξύλο σε εκείνο το συμβολικό παντελονάκι με τη συμμετοχή όλων των παρευρισκόμενων που χαίρονται να τον τιμωρούν για να συγκαλύπτουν και τις δικές τους πομπές.

Η ίδια η μάνα, η «Παντζάραινα», παρακινεί την κόρη της να συνευρεθεί με τον παραπληγικό γαμπρό της και εκείνη αρνείται. Τότε θυσιάζεται η ίδια για την κόρη της. Περιμένοντας να βγει ο άντρας της από τη φυλακή εκλιπαρεί την κομμώτρια να ισιώσει τα μαλλιά του γιου της, ώστε να κρύβονται τα μεγάλα του αυτιά και επιτέλους να μην τα τρίβει όλη την ώρα για να τα κρύψει και να σταματήσει επιτέλους και η παρενόχληση από τον περίγυρο.

Με απόλυτη σύμπνοια και συνεργασία οι ηθοποιοί: Καλλιόπη Καραμάνη, Ηλέκτρα Κομνηνίδου, Γιώργος Ντούσης, Γιάννης Οικονομίδης, Χαρά Τσιτομενέα αποδίδουν την παθογένεια των κλειστών κοινωνιών, συγκινούν και κυρίως εξεγείρουν τους θεατές τους.

Η νεαρή (Ηλέκτρα Κομνηνίδου), που ξεκινά την παράσταση και την κλείνει στο τέλος φωνάζει στα μούτρα όλων και των θεατών «Είστε τέρατα!».
Παίζουν με τις ανθρώπινες ζωές λες και παίζουν επιτραπέζιο παιχνίδι.

Ο Γιώργος Ντούσης και ο Γιάννης Οικονομίδης πότε στο ρόλο του Μουνή, του Παντζάρα, του παραπληγικού γιου του παπά, του παπά, ήταν απλώς συγκλονιστικοί, με διαφοροποιημένη κάθε φορά κίνηση, άλλη εκφορά λόγου και διαφορετική φωνή. Συγκλονιστική η μεταστροφή τους.

Η Χαρά Τσιτομενέα στο ρόλο της Παντζάραινας και της παπαδιάς, προσέγγισε δύο ακραίες συμπεριφορές γυναικών με κοινό παρονομαστή τον φόβο.

Ουσιαστική και διαφοροποιημένη και η Καλλιόπη Καραμάνη στο ρόλο της κομμώτριας, που όλα τα ξέρει και δεν μαρτυρά τίποτα και της σιωπηλής κόρης του Παντζάρα, του γκαστρωμένου Λουκουδιού, πεισμωμένου να μην αποδεχτεί άλλη κοινωνική βία και να μην υποκύψει στις προσταγές της μάνας της σχετικά με τα «συζυγικά της καθήκοντα».

Τα γλέντια, οι φωνές, τα τραγούδια και τα κλαρίνα ακούγονται πολύ τρομακτικά γιατί καλύπτουν μιαν άλλη πραγματικότητα: ανεκπλήρωτους έρωτες, απωθημένα, εκδικήσεις, διεκδικήσεις, απραγματοποίητα όνειρα, που ουρλιάζουν.

Πέντε καρέκλες, καίριες ερμηνείες, ευμετάβλητα κοστούμια του Βαγγέλη Ζιλέλη και οι φωτισμοί του Νίκου Βούλγαρη, πέτυχαν να αποδώσουν την πετυχημένη σκηνοθετική οπτική και διασκευή της Νατάσας Παπαμιχαήλ, που διάβασε βαθιά και κατανόησε απολύτως τις προθέσεις της Λένας Κιτσοπούλου.

Οι ζωγραφιές του κυρ Γιάννη πάνω στα τραπεζομάντιλα και το σκιάχτρο του, αποτελούν τη σταθερή υπενθύμιση της κοινωνικής σήψης και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την τελική κατάρρευση.

Το νέο έργο της Λένας Κιτσοπούλου με τη σκηνοθετική σφραγίδα της Νατάσας Παπαμιχαήλ φωτίζει τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής επαρχίας.

***

Το νέο έργο της Λένας Κιτσοπούλου από τη Νατάσα Παπαμιχαήλ στο Θέατρο Olvio

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -