Κωστούλα Μητροπούλου. Ο δρόμος της ήταν μια λέξη μοναχά: Σεμνότητα

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

«Αν υπάρχει κάποιο σημείο στο σχόλιό μου με το οποίο να διαφωνείτε να μου το πείτε για να το διορθώσω».

Αυτό μου έλεγε η Κωστούλα Μητροπούλου όταν μου έδινε τα χειρόγραφά της για την εβδομαδιαία της στήλη στο «Έθνος» με τον τίτλο “Τα Σάββατα με την Κωστούλα Μητροπούλου”. Η συγγραφέας – τότε – 27 βιβλίων και 7 θεατρικών έργων. Η συγγραφέας – εκπρόσωπος της σχολής του γαλλικού μυθιστορήματος nouveau roman, τα έργα της οποίας είχαν μεταφραστεί – τότε – σε δέκα (10) χώρες, είχε τη σεμνότητα να με ρωτάει αν διαφωνώ με κάποια άποψή της…

Εκείνη την εποχή όλος ο κόσμος είχε στα χείλη του τους στίχους της που είχαν μελοποιήσει ο Μάνος Λοΐζος, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ο Χρήστος Νικολόπουλος κ.α. Αγόρια και κορίτσια διάβαζαν τα βιβλία της, γέμιζαν τα θέατρα που ανέβαζαν τα έργα της, αλλά η Κωστούλα είχε την αγωνία αν το κείμενό της ήταν πολιτικώς ορθόν…

***

«1050 Χιλιόκυκλοι»
Της Κωστούλας Μητροπούλου

*

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σού ‘στειλε ένα μήνυμα μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιού σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.
«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
*
Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.
Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.
*
«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.

***

Η Κωστούλα Μητροπούλου (6 Μαΐου 1933 – 31 Ιανουαρίου 2004) ήταν ένας σπάνιος άνθρωπος. Γεννήθηκε στον Πειραιά, κόρη του δικηγόρου, πολιτικού και ιστορικού συγγραφέα Γιάννη Μητρόπουλου και της Σοφίας Λούμου, η οποία κληροδότησε την αγάπη της για τη μουσική (είχε σπουδάσει πιάνο) στην κόρη της.

Παράλληλα μέσω του πατέρα της η Κωστούλα αγάπησε από νεαρή ηλικία τη λογοτεχνία και το θέατρο. Μετά το Γυμνάσιο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε όμως τις σπουδές της στο τρίτο έτος. Την πρώτη εμφάνισή της στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποίησε το 1955 με δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων της στην εφημερίδα «Η Βραδυνή». Τρία χρόνια αργότερα εμφανίστηκε στην πειραϊκή έκδοση «Το περιοδικό μας» και εξέδωσε το μυθιστόρημα «Η χώρα με τους ήλιους».

Το 1963 έγραψε τους στίχους των τραγουδιών του δίσκου «Ο Δρόμος» του Μάνου Λοΐζου. Μετά την κήρυξη της δικτατορίας του Παπαδόπουλου αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, προσωπικοί λόγοι ωστόσο την ανάγκασαν να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου και συνελήφθη λόγω της πολιτικής της ένταξης στην Αριστερά.

Το 1969 συνυπέγραψε τη δήλωση διαμαρτυρίας «των 18» για τη χουντική λογοκρισία με άλλους δεκαεφτά λογοτέχνες. Ένα χρόνο αργότερα, μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας έλυσε τη συγγραφική σιωπή της (που τήρησε από το 1967) και δημοσίευσε το μυθιστόρημα «Αντίστροφη Μέτρηση».

Το συγγραφικό έργο της Κωστούλας Μητροπούλου, αρκετά μεγάλο σε έκταση, περιλαμβάνει διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, χρονικά και πολλά έργα για το θέατρο. Μέρος του πεζογραφικού της έργου μεταφράστηκε στα γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, γερμανικά, σουηδικά, ιταλικά, ρωσικά και νορβηγικά, ενώ θεατρικά της παραστάθηκαν από το Εθνικό Θέατρο, το Κ.Θ.Β.Ε. Και πολλούς ιδιωτικούς θιάσους. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες, στη χώρα μας και το εξωτερικό.

Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ομάδας των 12 (1963 για τη συλλογή διηγημάτων της «Πρόσωπα και φιγούρες»), το Βραβείο καλύτερου άπαιχτου θεατρικού έργου στο Φεστιβάλ Ιθάκης (1977 για τις «Τέσσερις ερημιές») και το Α΄ Κρατικό βραβείο Διηγήματος (1985 για τη συλλογή διηγημάτων «Μεγέθυνση») και είναι μέλος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων και της Εταιρείας Συγγραφέων.

***

«Το χρονικό των τριών ημερών» (απόσπασμα)

Της Κωστούλας Μητροπούλου

Η νύχτα γέμισε υποσχέσεις. Η νύχτα γέμισε τομές. Κανένας δεν ξέρει πότε και πώς και ώς πού θα φτάσει η δύναμη της φωνής στους 1.050 χιλιόκυκλους. Κανένας δεν ξέρει αν θα είναι η ίδια φωνή κι αν το χειροκρότημα θα έρθει αργά, πολύ αργότερα από το κακό.
*
Ώρα 1.44′ π.μ. Πρόσωπα και μάτια και στόματα σε σχήμα τραγουδιού, παρατάχτηκαν απέναντι ακριβώς από τα τανκς. Αναποφάσιστα τανκς απέναντι σε τόσα μάτια ερωτηματικά και μπροστά σ’ αυτή τη γωνιώδη απορία που σχηματίζει το τραγούδι σ’ ένα πρόσωπο παιδικό.
Αυτό διαρκεί τρία ολόκληρα λεπτά. Μια ολόκληρη εποχή κυκλική και εύηχη.
*
Ώρα 1.47′ π.μ. Τα γκλομπς, που η ειδησεογραφία της ημέρας θα τα παρουσιάσει στην αυριανή της έκδοση σα «στυλιάρια από κασμάδες», όρμησαν στο χώρο που βρίσκονται κλεισμένα τα παιδιά, σε μήκος κύματος 1.050 χιλιόκυκλων και σε χρόνο μηδέν. Ο χρόνος παραμένει μηδέν όσο διαρκεί αυτή η άκαιρη εισβολή. Έπειτα, σιγά σιγά τα γκλομπς ταυτοποιούνται με τον πανικό και διαχέονται μέσα στο χώρο που δεν τους είναι οικείος και τον κατακτούν βίαια.
*
Ώρα 1.50′ π.μ. Οι 1.050 χιλιόκυκλοι βουβάθηκαν. Η φωνή βγαίνει από κάπου αλλού. Κάπου μέσα στη νύχτα. Κάπου μέσα στο χρόνο. Λέει σταθερά τούτη η φωνή: «Παιδιά, μην πετάξετε τίποτα εναντίον τους. Να τους υποδεχτείτε με τη φράση: “Αδέρφια μας φαντάροι”».
*
Ώρα 1.57′ π.μ. Στους 1.050 χιλιόκυκλους, το τραγούδι πολλαπλασιαζόταν. Τώρα, η φωνή που ξανακούστηκε και ανάγγειλε επίσημα τη βλάβη του πομπού, ήτανε μια φωνή μονοδιάστατη. Σκέτη. Μια φωνή έρημη. Λέει: «Μέσα στο χώρο μας μπήκαν τα γκλομπς. Γιατί όχι οι φαντάροι;»
*
Ώρα 1.58′ π.μ. Σιωπηλά παιδιά και τα φωτίζουν οι προβολείς. Η περιγραφή περισσεύει. Στα χέρια τους κρατάνε αναμμένα φαναράκια ή κάτι σα στυλό. Είναι άοπλα. Παιδιά άοπλα και σωπαίνουν.
*
Ώρα 2.57′ π.μ. Τρία τανκς ορμάνε μαζί. Το πρώτο, που φαίνεται παράλογα πιο μεγάλο, ρίχνει τη μεγάλη πόρτα με τα κάγκελα. Οι άνθρωποι αραιώνουν. Οι άνθρωποι πάντα σε τέτοιες στιγμές ή χάνονται ή μένουν και πολτοποιούνται. Τα παιδιά τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο.

*
[πηγή: Κωστούλα Μητροπούλου, Το χρονικό των τριών ημερών (Σχολή Πολυτεχνείου), Κέδρος, Αθήνα 1987 (13η έκδ.), σ. 19-20 & 25]

***

Ο Δρόμος

Της Κωστούλας Μητροπούλου
(1964)

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά
ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία
κι ύστερα είπαν πως την έγραψαν παιδιά
*
Κι ύστερα πέρασε ο καιρός κι η ιστορία
πέρασε εύκολα απ’ τη μνήμη στην καρδιά
ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά
*
Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία
κι ύστερα γήπεδο στοιχήματα καυγάς
ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
είπανε όμως πως την έγραψαν παιδιά…