«Θα πεθάνω ένα πένθιμο…»
Του Κώστα Ουράνη
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μεσ’ στην κρύα μου κάμαρα, όπως έζησα μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν’ ακούω
και τον κούφιο τον θόρυβο που ανεβάζει ο δρόμος
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ’ έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου. Θε ναρθεί ο αστυνόμος
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.
Απ’ τους φίλους που παίζαμε πότε-πότε χαρτιά
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «–Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε!…»
Θ’ απαντήσει άλλος παίζοντας: «–Μ’ αυτός έχει πεθάνει».
Μια στιγμή θα κοιτάξουνε ο καθένας τον άλλον,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι,
θε να πουν: «Τ’ είν’ ο άνθρωπος!… Χτες ακόμα ζούσε!»
Και βουβά το παιγνίδι τους θ’ αρχινήσουνε πάλι.
Κάποιος θάναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψει
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένη,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, πούχε κάποτ’ εκδώσει
συλλογήν με ποιήματα πολλά υποσχομένην».
Κι αυτός θάναι ο στερνός της ζωής μου επιτάφιος.
Θα με κλάψουνε βέβαια μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσιους παπάδες
όπου θάναι όλοι οι φίλοι μου κι ίσως-ίσως οι οχτροί μου.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη στο πολύβοο Παρίσι,
και μια Κίττυ θαρρώντας πως την ξέχασα γι’ άλλην
θα μου γράψει ένα γράμμα – και νεκρό θα με βρίσει.
***

November

Ο Κώστας Ουράνης ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, κριτικός, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Ως ποιητής, θεωρείται από πολλούς ο τελευταίος του ελληνικού ρομαντισμού, επηρεασμένος κυρίως από τους Γάλλους ποιητές του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, όπως ο Σαρλ Μποντλέρ και ο Αρθούρος Ρεμπό.
Ο Κωνσταντίνος Νιάρχος (ή Νέαρχος), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1890 στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στο Λεωνίδιο Κυνουρίας, τόπο καταγωγής των γονιών του. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης.

Οι σπουδές στο Παρίσι
Μετά την αποθεραπεία του, ο Κώστας Ουράνης ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και πόλεις της Μεσογείου, αρχικά ως ανταποκριτής εφημερίδων και κατόπιν ως διπλωμάτης. Το 1920 διορίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση γενικός πρόξενος στη Λισαβόνα και παρέμεινε στην πρωτεύουσα της Πορτογαλίας για τέσσερα χρόνια.
Δημοσιογραφία και ποίηση
Το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα κι επιδόθηκε στη δημοσιογραφία. Διετέλεσε διευθυντής για ένα διάστημα της εφημερίδας «Ελεύθερος Λόγος» και συνεργάστηκε με το «Ελεύθερο Βήμα» (μεταπολεμικά «Το Βήμα») του Δημητρίου Λαμπράκη, τον «Εθνικό Κήρυκα» της Νέας Υόρκης και με περιοδικά της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας.

Τα ποιήματά του σε ελεύθερο στίχο κατά κανόνα, με εξαίρεση κυρίως τα σονέτα του σε δεκαπεντασύλλαβους, μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Ποιήματά του μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως οι Γιάννης Γλέζος, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Παντελής Θαλασσινός και Δημήτρης Κογιάννης, καθώς και από τα συγκροτήματα «Ενδελέχεια» και «Διάφανα Κρίνα».
Το πεζογραφικό έργο
Το πεζογραφικό του έργο περιλαμβάνει ταξιδιωτικές εντυπώσεις, οδοιπορικά, μελέτες για τον Αχιλλέα Παράσχο και τον Σαρλ Μποντλέρ, άλλες μελέτες και άρθρα σε ζητήματα αισθητικής, χρονογραφήματα και αφηγήσεις. Μεγάλο μέρος του έργου του (ποιητικό και πεζογραφικό), που ήταν διάσπαρτο σε εφημερίδες και περιοδικά, συγκεντρώθηκε κι εκδόθηκε σε τόμους μετά τον θάνατό του από τη δεύτερη σύζυγό του Ελένη Ουράνη-Νεγρεπόντη (1896-1971), γνωστή στα γράμματα με το φιλολογικό ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος.
Ο Κώστας Ουράνης άφησε την τελευταία του πνοή στο σανατόριο «Παπανικολάου» στα Μελίσσια Αττικής, στις 12 Ιουλίου 1953, σε ηλικία 63 ετών.



