33.5 C
Athens
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Η ερωτική επιστολή της Εριέττας Φόγκελ προς τον Χάινριχ Φον Κλάιστ

Ο έρωτας δεν περιμένει θαύματα, τα δημιουργεί γενναιόδωρα. Απόδειξη η επιστολή της Εριέττας Φόγκελ προς τον Χάινριχ Φον Κλάιστ προτού εγκαταλείψουν μαζί το χειμώνα του 1811 τα εγκόσμια: «Χάινρίχ μου, αρμονικέ μου, παρτέρι μου από υάκινθους, αυγή μου, λυκόφως μου, γλυκέ μου ωκεανέ, αιολική μου άρπα, τριανταφυλλώνα μου, ουράνιο τόξο μου, μικρό παιδί στην αγκαλιά μου, αγαπημένη μου καρδιά, χαρά μέσα στον πόνο μου, αναγέννησή μου, λευτεριά μου, σκλαβιά μου, (…) η πολυτιμότερη από τις έγνοιες μου, η πιο όμορφη απ’ τις αρετές μου, (…) ευτυχία μου, θάνατέ μου, πυγολαμπίδα μου, μοναξιά μου, όμορφο καράβι μου, ρεματιά μου, ανταμοιβή μου, Βέρθερέ μου, Λήθη μου, (…) αγκαθωτό στεφάνι μου, χιλιάδες θαύματά μου, δάσκαλέ μου, μαθητή μου, σ’ αγαπώ περισσότερο κι απ’ όσο μπορώ να φανταστώ. Η ψυχή μου σου ανήκει».

Ο Χάινριχ φον Κλάιστ (Bernd Heinrich Wilhelm von Kleist, 18 Οκτωβρίου 1777 – 21 Νοεμβρίου 1811) ήταν Γερμανός ρομαντικός ποιητής, ένας από τους μεγάλους Γερμανούς δραματουργούς του 19ου αιώνα.

Καταγόμενος από αριστοκρατική οικογένεια στρατιωτικών όσο και ποιητών, κατατάχθηκε στον πρωσικό στρατό το 1792 και πήρε μέρος στην εκστρατεία του Ρήνου κατά της Γαλλίας. Το 1797 ονομάστηκε ανθυπολοχαγός και το 1799 παραιτήθηκε από τον στρατό, γράφηκε στο πανεπιστήμιο και αρραβωνιάστηκε την κόρη ενός στρατηγού, οι γονείς της οποίας τον έβλεπαν με δυσπιστία, θεωρώντας τυχοδιωκτική τη συμπεριφορά του. Άλλωστε η παραίτησή του από τον στρατό είχε προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του βασιλιά της Πρωσίας.

Οι σπουδές του περιλάμβαναν ένα ευρύ φάσμα επιστημών αλλά τις εγκατέλειψε για να καταλάβει μια δημόσια θέση, προσπαθώντας να εξευμενίσει τους γονείς της μνηστής του. Ούτε εκεί όμως έμεινε για πολύ. Την άνοιξη του 1801 ξεκίνησε με την αγαπημένη του ετεροθαλή αδελφή Ουλρίκε για το Παρίσι. Το Παρίσι τον απογοητεύει και, επηρεασμένος από τον Ρουσσώ, θέλει να πάει στην Ελβετία. Η Ουλρίκε τον εγκαταλείπει και μόνος πλέον (οι αρραβώνες του βέβαια διαλύθηκαν) εγκαθίσταται σ’ ένα νησάκι στη λίμνη Τουν (Thunnersee) κοντά στη Βέρνη. Εκεί (1802) έγραψε το πρώτο του δράμα, την “Οικογένεια Σρόφενστάιν”. Αρρώστησε όμως, η Ουλρίκε ήρθε για να τον περιποιηθεί και μετά την ανάρρωσή του έφυγαν στη Βαϊμάρη.

Πηγαίνει πάλι στο Παρίσι, καίει τα χειρόγραφά του και προσπαθεί να καταταγεί στον γαλλικό στρατό, αλλά απελαύνεται. Επιστρέφει στην Πρωσία και διορίζεται σε δημόσια θέση στο Κένιγκσμπεργκ (1805). Παραιτείται όμως κι απ’ αυτήν και φυλακίζεται για έξι μήνες σαν κατάσκοπος από τον γαλλικό στρατό κατοχής.

Το 1807 πηγαίνει στη Δρέσδη. Εκεί το 1808 δημοσιεύει την τραγωδία “Πενθεσίλεια”, ενώ την ίδια χρονιά ανεβαίνει από τον Γκαίτε στη Βαϊμάρη η κωμωδία του “Η σπασμένη στάμνα”, χωρίς καμιάν επιτυχία. Ο Κλάιστ αποδίδει την αποτυχία σε τροποποιήσεις του Γκαίτε και οι σχέσεις του με τον μεγάλο ποιητή γίνονται τελείως εχθρικές.

Από το 1807 ως το 1811 εξέδιδε το περιοδικό “Phöbus” (Φοίβος) στη Δρέσδη και ύστερα την εφημερίδα “Berliner Abendblättern” (Βραδινά Φύλλα του Βερολίνου), έντυπα στα οποία δημοσίευσε τα περίφημα διηγήματά του και τα δοκίμιά του. Πηγαίνει για ένα διάστημα στην Πράγα το 1809 και εκδίδει το εβδομαδιαίο φύλλο “Germania”, που στις στήλες του εμφανίζονται πατριωτικά ποιήματα και άρθρα του Κλάιστ κατά του Ναπολέοντα. Το 1810 και 1811 εκδόθηκαν οι δύο τόμοι των διηγημάτων του.

Τελευταίο και καλύτερο έργο του ήταν “Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ”, ένα λαμπρό ψυχολογικό δράμα που παραστάθηκε μεταθανάτια και του οποίου ο ήρωας είναι εξίσου προβληματικός με τον ποιητή του. Αλλά ο παρεξηγημένος όσο και ιδιόρρυθμος Κλάιστ βρίσκεται αντιμέτωπος με την κοινωνία και τη λογοκρισία. Στα τέλη του 1810 πέθανε ο μοναδικός του προστάτης, η βασίλισσα Λουίζα της Πρωσίας.

Φεύγει φτωχός κι απελπισμένος στο Βερολίνο κι εκεί γνωρίζεται με την Εριέττα Φόγκελ, μια γυναίκα που πάσχει από ανίατη ασθένεια. Δεν δυσκολεύεται αυτή να του αποσπάσει μιαν υπόσχεση για κάτι που και στον ίδιο ήταν από καιρό έμμονη ιδέα. Στις 20 Νοεμβρίου του 1811 περνούν μαζί τη νύχτα σ’ ένα πανδοχείο της Βανζέε, διασκεδάζουν σαν παιδιά όλη την άλλη μέρα, και το σούρουπο, στις όχθες της λίμνης, τη σκοτώνει και αυτοκτονεί.

Ο τάφος του ποιητή και της Εριέττας. Η πλάκα με το όνομά της τοποθετήθηκε μετέπειτα

Henriette Vogel
«Αν κάποιος επιρρεπής σε φιλολογικά προσκυνήματα τύχει να βρεθεί στο Δυτικό Βερολίνο, δεν έχει παρά να πάρει την ταχεία αμαξοστοιχία S-Bahn, μέχρι τον σταθμό Wannsee, τον τελευταίο πριν από το τέρμα. Θ’ αφήσει δεξιά του τη μεγάλη λίμνη του Wannsee, θα περάσει τη γέφυρα και θα βγει στην όχθη της μικρής λίμνης Wannsee. Ψάχνοντας λίγο ανάμεσα στα δέντρα, θα βρει τον τάφο του Kleist. Τίποτα δεν δείχνει πως η Henriette Vogel είναι θαμμένη δίπλα του. Αναμφίβολα, εδώ βρίσκεται κι αυτή, όμως η ανωνυμία του τάφου της ίσως να εξηγείται από το σκάνδαλο που είχε διαδοθεί σ’ όλη την Ευρώπη, εκείνον το χειμώνα του 1811. Γιατί εκείνη την 22α Νοεμβρίου του 1811, ένας φόνος και μια αυτοκτονία τάραξαν την πρώιμη χειμερία νάρκη των ενοίκων του πανδοχείου Stimming. […]». Αυτά γράφει σε ένα προλογικό σημείωμα ο Γάλλος συγγραφέας Michel Tournier, σε μια χρονική στιγμή που τοποθετείται ολοφάνερα πριν από την πτώση του Τείχους.

Στις 10 Νοεμβρίου 1811, ο Heinrich von Kleist γράφει στην εξαδέλφη του Marie von Kleist με την οποία ήταν ερωτευμένος. «Σου τ’ ορκίζομαι, μου είναι τελείως αδύνατο να εξακολουθήσω να ζω. Η ψυχή μου είναι τόσο πληγωμένη, ώστε, πίστεψέ με, δεν μπορώ να βγάλω το πρόσωπό μου απ’ το παράθυρο, χωρίς να με πονέσει το φως του ήλιου». Και παρακάτω: « Επειδή, από την πιο τρυφερή νεανική μου ηλικία, πάντα προσπάθησα να καλλιεργήσω αδιάκοπα, με τις σκέψεις και τα έργα μου, την ομορφιά και την ευγένεια, έχω γίνει τόσο ευαίσθητος, ώστε οι παραμικρές προσβολές της καθημερινής ζωής να μου προξενούν διπλή και τριπλή οδύνη».

* «Τριπλή αγάπη ή τρελός έρωτας ή απλώς τρέλα;». Ιδού η πρώτη αμφισημία, η πρώτη σπαζοκεφαλιά: η ταινία της Jessica Hausner (γεννημένη το 1972) “Τρελή αγάπη” αναφέρεται στη γνωριμία του ποιητή Χάινριχ φον Κλάιστ με την Εριέττα Φόγκελ, στη σύντομη φιλία τους και στον τραγικό θάνατό τους που συνέβη, στις 21 Νοεμβρίου 1811, στη λίμνη Wannsee, κοντά στο Βερολίνο. Ο ποιητής σκότωσε με πιστόλι τη φίλη του και στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε. Ήταν τριάντα τεσσάρων χρόνων. Η Εριέττα Φόγκελ τριάντα ενός.
Πολλά ήταν τα προβλήματα, τόσο στην ιδιωτική και κοινωνική ζωή του όσο και τα σχετικά με την καλλιτεχνική του ταυτότητα – ανάμεσά τους η ασυμφωνία του με τα άλλα μέλη της οικογένειάς του, η αγωνία του πως οι οικείοι του τον θεωρούσαν ένα άχρηστο μέλος της κοινωνίας, η βαριά και μακρόχρονη κατάθλιψη λόγω της κακιάς υποδοχής που συναντούσε το έργο του. Τα προβλήματα αυτά εμπόδιζαν τον ποιητή να ζήσει. Εξίσου αρνητικό ρόλο έπαιξε και η συμμαχία που σύναψε ο Γερμανός βασιλιάς Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο Τρίτος, με τους Γάλλους. «Τι απομένει να κάνει κανείς ακόμη, στο πλευρό ενός βασιλιά που συνάπτει τέτοιου είδους συμμαχίες;», αναρωτιέται παρακάτω, στην ίδια πάντοτε επιστολή προς την εξαδέλφη του. Και σε μια δεύτερη επιστολή, πάντα προς το ίδιο πρόσωπο, διαβεβαιώνει: «Στη διάρκεια της παραμονής σου στο Βερολίνο σε αντικατέστησα με μιαν άλλη φίλη· αλλά αν αυτό μπορεί να σε παρηγορήσει, δεν σε αντικατέστησα με κάποια που θα ήθελε να ζήσει μαζί μου, αλλά με μία, που με τη συναίσθηση πως θα της είμαι το ίδιο λίγο πιστός, όπως σε σένα, θέλει να πεθάνει μαζί μου». Και παρακάτω: «Λάβε υπόψη σου πως βρήκα μια φίλη που η ψυχή της φτερουγίζει σαν μικρός αετός, κάτι που δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου· […] που μου δίνει την απερίγραπτη ευχαρίστηση να θέλει να σκοτωθεί τόσο εύκολα κι αμέριμνα σαν μια βιολέτα που την κόβει κανείς σ’ ένα λιβάδι· που εγκαταλείπει για χάρη μου έναν πατέρα που τη λατρεύει, έναν άντρα που της ήταν τόσο μεγαλόψυχος ώστε να μου την παραχωρήσει και ένα παιδί πιο όμορφο κι από τον πρωινό ήλιο: και τότε θα καταλάβεις πως η μόνη χαρούμενη έγνοια μου είναι να βρω έναν τάφο αρκετά βαθύ για να χωθώ μέσα, μαζί της».

Από την ταινία “Τρελή αγάπη”

Προς το τέλος της ταινίας της Αυστριακής Jessica Hausner υπάρχει μια σκηνή που είναι από τις πλέον καθοριστικές του εγχειρήματός της. Στην όχθη της λίμνης, ο Κλάιστ υψώνει το όπλο του, σημαδεύοντας τη σύντροφό του στον θάνατο Εριέττα Φόγκλερ. Εκείνη στρέφεται προς αυτόν επιχειρώντας να του πει κάτι. Ένας αιφνιδιαστικός πυροβολισμός θέτει τέλος στην οποιαδήποτε λεκτική απόπειρα της γυναίκας. Δεν βλέπουμε την πτώση της στο έδαφος. Το σώμα της παραδίδεται αθέατο στον θάνατο. Το μαύρο αντικαθιστά την εικόνα. Η Εριέττα Φόγκελ έχει χαθεί για πάντα από την αφήγηση, συνεπώς και από το οπτικό μας πεδίο. Χωρίς να της δοθεί καμιά άλλη ευκαιρία. Μένουμε με την απορία: αλήθεια, τι σκόπευε να πει η γυναίκα στον εκτελεστή της; Μήπως, την τελευταία στιγμή, έχοντας μετανιώσει, προσπάθησε να τον αποτρέψει από τη συνέχεια;

Κυριολεκτικά έρωτας μέχρι θανάτου. Δαίμονας ρυθμιστής που κλέβει χωρίς επιστροφή, αψηφάει τη φύση και τη λογική και ασκεί κριτική στην ίδια την πλάση. Έρωτας κάθαρση, αιώρηση στο σκοτάδι…

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -