Cat Is Art

Κατερίνα Μαραγκού: «Στηρίζω με την ψυχή μου το θέατρο της αλήθειας και της αφοσίωσης»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

«Οι εποχές, τα χρόνια και οι συνθήκες είναι δύσκολες. Απαιτούν θυσίες. Συνιστώ λοιπόν στα νέα παιδιά να μην επαναπαύονται σε όποια ευκολία περιστασιακά τα εξυπηρετεί. Το θέατρο δεν είναι εύκολη υπόθεση».

Αυτό υποστηρίζει η κυρία Κατερίνα Μαραγκού και αυτό συνιστά στους νέους ηθοποιούς, στους νέους γενικότερα.
Βέβαια αυτό δεν το λέει σήμερα με τη σιγουριά και την ασφάλεια που της έχουν δώσει οι επιτυχίες των χρόνων που προηγήθηκαν.
Αυτό το έλεγε από την εποχή που ήταν στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Αυτό το έλεγε και στον πατέρα της τότε που εκείνος τη συμβούλευε να διαλέξει ένα επάγγελμα που θα την κάνει ευτυχισμένη.
Το ίδιο έλεγε και όταν κράτησε το τιμόνι του ιστορικού «Θεάτρου Αθηνών» μαζί με τον Βίλλη Ανδρέου. Οι επιλογές τους τότε είχαν εκπλήξει. Οι πάντες απορούσαν επειδή ήταν όλες επιλογές με ρίσκο.

Η Κατερίνα Μαραγκού είχε το θάρρος να προχωρήσει επιλέγοντας το δύσβατο και τον ανηφορικό δρόμο. Τον ίδιο δρόμο πήρε κάνοντας στη συνέχεια ένα άλμα στο κενό.

Αλήθεια, πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς την απόφασή της να χτίσει από το «μηδέν» ένα καινούργιο θέατρο στην καρδιά της Αθήνας, στην οδό Ακομινάτου; Κι όμως. Έκανε αυτό το άλμα και πέτυχε. Ένα μοναδικό θεατρικό «Άλμα». Το όνομά του πολλαπλής «σημασίας»: η Άλμα στο «Καλοκαίρι και καταχνιά» του Τενεσί Ουίλιαμς, ένας αγαπημένος ρόλος της Κατερίνας Μαραγκού στο θέατρο, «alma» που στα λατινικά σημαίνει «ψυχή» και σ’ αυτό το θέατρο οι δύο θεατράνθρωποι κατέθεσαν την ψυχούλα τους, και άλμα τολμηρό όμως – «σάλτο μορτάλε», όπως το είχε χαρακτηρίσει τότε χαριτολογώντας η ίδια.

Η Κατερίνα Μαραγκού είχε –και έχει– ψυχή, γι’ αυτό και δεν ακολούθησε κανένα παράπλευρο μονοπάτι. Προτίμησε τον δύσκολο μονόδρομο, παρά τις φωτισμένες λεωφόρους, γνωρίζοντας πόσο απαιτητικό είναι να υπηρετείς το ποιοτικό θέατρο.

Οι φίλοι του θεάτρου την εμπιστεύτηκαν, την ακολούθησαν και την ακολουθούν. Η σκληρή δουλειά της αναγνωρίστηκε. Όπως αναγνωρίστηκε από τους περαστικούς – παρά τα μαύρα γυαλιά που φορούσε – την ανοιξιάτικη ημέρα του Νοεμβρίου που συναντηθήκαμε σε ένα ήσυχο καφέ κοντά στο σπίτι της για να συζητήσουμε.

Οι αμέτρητες «καλημέρες» που δέχθηκε ήταν η έκφραση εκτίμησης από όσους αναγνώριζαν στο πρόσωπό της τη σπουδαία ηθοποιό που δεν έκανε ποτέ εκπτώσεις στη δουλειά της.

Μετά τη συζήτηση -που εξελίχθηκε σε έναν εξαιρετικό μονόλογο- ήρθε η ώρα της φωτογράφησης. Θυμήθηκα την ανεπανάληπτη φωτογραφία της από τις «Τρεις ψηλές γυναίκες» που σκηνοθέτησε ο Ανδρέας Βουτσινάς, με την Ελένη Χατζηαργύρη και τη Ζωή Λάσκαρη. Και οι τρεις με μαύρα γυαλιά. Της ζήτησα να το επαναλάβουμε. Έτσι κι έγινε.

Μπορεί να… έκρυψε στη φωτογράφηση τα μάτια της, δεν έκρυψε όμως τις σκέψεις της. Και αυτές αξίζει να παρακολουθήσουμε. Είναι ένα μεγάλο δώρο και για το catisart.gr και για τους αναγνώστες του, και για μένα μεγάλη τιμή.
Ας την ακούσουμε λοιπόν…

 

 

***

 

ΣΥΝΔΕΩ

 

* Πάντα συνδέω πράγματα ή καταστάσεις που συμβαίνουν στη ζωή μου με τις μνήμες που έχουν καταγραφεί στο σκληρό δίσκο της ψυχής μου και του μυαλού μου. Μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια και τα καλοκαίρια μου στη Σύρο. Στην Ερμούπολη και στο Κίνι. Μνήμες από τους γονείς μου, τον Γιώργο και τη Χρυσάνθη, από την αγάπη τους και την αφοσίωση που είχαν ο ένας στον άλλον. Μνήμες από το περιβάλλον του νησιού.
Όσον αφορά τη σχέση των γονιών μου, υπάρχουν εικόνες που έχουν καταγραφεί. Εικόνες γεμάτες από την αγάπη, τον σεβασμό και τον πολιτισμό που χαρακτήριζε σε όλα τα επίπεδα τη σχέση τους. Τους θυμάμαι να χορεύουν σε Πρωτοχρονιές και Απόκριες. Να χαίρονται με τους φίλους τους στα διάφορα τσάγια που πηγαίναμε τότε. Να διασκεδάζουν στου «Καλαμπόκα» με τον Μανώλη Χιώτη και τη Μαίρη Λίντα. Ήταν δύο υπέροχες φιγούρες και μου έχει μείνει αυτή η γλύκα από τη σχέση τους. Μια γλύκα την οποία πέρασα κι εγώ αργότερα, ασυναίσθητα βέβαια, στη σχέση μου με τον άντρα μου τον Βίλλη, ο οποίος ευτυχώς είχε κι ο ίδιος αυτές τις καταγωγές. Ήτανε από τη Μυτιλήνη, όπου υπάρχει θα έλεγα ίδια πολιτιστική κουλτούρα σε πολλά πράγματα. Έτσι έζησα μία ζωή πάρα πολύ ωραία και πολιτισμένη και, μέσα από τις μνήμες που είχα για τους γονείς μου, έγινα κι εγώ με τον άντρα μου σαν μία εικόνα τού τότε στη σύγχρονη εποχή.

 

 

 

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: Συνδέω τη ζωή μου με τα τοπία και το περιβάλλον της Σύρου, με αυτό το αρχοντικό νησί, με το υπέροχο θέατρο και τα υπέροχα κτήρια. Τότε τα θαύμαζα ενώ τώρα καταλαβαίνω πώς έχουνε καταγραφεί μέσα μου και πόσο πολύ έχει στεριώσει όλη μου η ανθρώπινη υπόσταση, ζώντας όλα μου τα καλοκαίρια σχεδόν, απ’ τον καιρό που γεννήθηκα μέχρι τώρα, σε αυτό το νησί.
Στους δρόμους, στις πλατείες, εκεί που με πήγαιναν βόλτες και έβλεπα τις διάφορες κυρίες να κατεβαίνουν με τα ωραία τους σκουλαρίκια, με τα ομπρελίνα τους και με τα καπελάκια τους. Όλα αυτά μου δημιούργησαν έναν εικαστικό πολιτισμό, με την έννοια ότι δε μ’ αρέσουν τα ακραία πράγματα αλλά και οτιδήποτε δεν έχει μία καλαισθησία και μια καλογουστιά.
Θα μπορούσα να πω εδώ ότι η Σύρος είναι, κακά τα ψέματα, όχι η δεύτερη πατρίδα μου αλλά η «μικρή πατρίδα», όπως τη λέω εγώ… Μια πατρίδα η οποία μου έχει δώσει πάρα πολλά πράγματα. Κυρίως της χρωστάω όλα όσα σήμερα στην ενήλικη ζωή μου μπορώ και περνάω στον γιο μου τον Μάριο.

 

ΓΟΝΕΙΣ: Όλα όσα έχουν καταγραφεί στη μνήμη μου από δύο υπέροχους γονείς, με μία υπέροχη ειλικρινή σχέση, που αγαπιόντουσαν τρελά. Δεν τσακώθηκαν ποτέ, δεν άκουσα ποτέ να βρίζονται, είχαν μια όμορφη σχέση. Είχαν μια καθαρότητα και εντιμότητα ως άνθρωποι. Ήταν πολύ δοτικοί άνθρωποι. Ο δε πατέρας μου θα έλεγα πως ήταν πολύ κιμπάρης. Ο μπαμπάς μου ήταν καθολικός και είχε από τη θρησκεία του μια περίεργη άποψη: Δεν θέλησε ποτέ να κάνει και την παραμικρή ψευδή δήλωση, ώστε να κλέψει την Εφορία. Δεν ήθελε ποτέ να πει ψέματα. Είχε μια ειλικρίνεια, μία καθαρότητα, σαν να ήταν μωρό παιδί, μέχρι τα 70 του που έφυγε.
Μου δίδαξε και μένα τη δοτικότητα, την καθαρότητα και την ειλικρίνεια. Με έμαθε να είμαι ο άνθρωπος που δεν θα κινηθώ υπόγεια, στη δουλειά μου, στη ζωή μου και σε όλες μου τις εκδηλώσεις.
Ξέρω ότι πολλές φορές μπορεί να γίνω αντιπαθής, γιατί αυτό που έχω να πω θα το πω πάντα με έναν straight τρόπο, χωρίς να πληγώσω τον άλλον, αλλά θα το πω. Και πέρα απ’ αυτό, αυτή η αγάπη, η τρυφερότητα, που δίνει μια ασφάλεια στην οικογένεια, πέρασε και σε μένα. Βρήκα έναν άνθρωπο ο οποίος είχε ακριβώς τον ίδιο πολιτισμό στη σχέση. Εμείς με τον Βίλλη δεν είπαμε ποτέ μια κουβέντα παραπάνω. Βεβαίως τσακωνόμασταν, αλλά το πολύ να ήταν… «άσε με σε παρακαλώ» ας πούμε, και να τέλειωνε εκεί. Δεν υπήρχαν τα σκληρά λόγια κι όλα αυτά τα πράγματα που συνήθως ακολουθούν.

 

ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ: Όταν λοιπόν μεγάλωσαν οι γονείς μου, πήγαινα κι εγώ με τον άντρα μου κάθε Κυριακή στο σπίτι, όπου γινόταν το παραδοσιακό φαγητό. Καθόταν ο μπαμπάς στην κεφαλή, η μαμά στην άλλη μεριά, εμείς τα παιδιά, η αδερφή μου, η ανιψιά μου, εγώ κι ο Βίλλης… Τρώγαμε τις ατέλειωτες πιατέλες που ετοίμαζε η «κυρα – Λωξάντρα» η μαμά μου, η οποία τάιζε και όλα τα παιδιά της γειτονιάς, γιατί ήταν ένας απίστευτα δοτικός και υπέροχος άνθρωπος. Και τρώγαμε όλα αυτά, τα οποία ήθελε να μας μπουκώσει γιατί μας έβρισκε συνεχώς… αδύνατους.
Αξίζει εδώ να κάνω και μια σύνδεση με τις γευστικές μνήμες που έχω από το νησί. Γεύσεις που δεν μπορείς να βρεις εύκολα σήμερα. Τότε τα ψάρια, τα οστρακοειδή και οι αστακοί δεν ήταν είδος πολυτελείας. Εγώ μ’ αυτά μεγάλωσα. Δεν ήταν ακριβά την εποχή εκείνη, και δεν ήτανε σπάνια. Σήμερα όλα αυτά έχουν αλλάξει. Προς το χειρότερο…
Τότε όλα τα καλοκαίρια επειδή ο μπαμπάς μου είχε μεγάλη θέση στο νησί, είχαμε και πάρα πολλά καλέσματα, στα οποία φτιάχνανε οι Συριανές γυναίκες όλα τα καλά.

 

ΣΥΡΙΑΝΗ ΣΑΛΤΣΑ: Βεβαίως μου ’χει μείνει – και την κάνω ακόμα και τώρα, και δεν θα την αφήσω ποτέ – η συριανή σάλτσα. Η σάλτσα αυτή δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα απλό πράγμα: Ντομάτα και λίγη ζάχαρη. Χωρίς σκόρδο, χωρίς κρεμμύδι, χωρίς τίποτα. Αυτή είναι η περίφημη «καθολική συριανή σάλτσα». Η οποία είναι πανέμορφη, είναι πολύ γευστική… Τότε στα μποστάνια δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και οι ντομάτες ήταν… ντομάτες. Όλα ήταν αλλιώς.
Βάζανε λοιπόν την ντομάτα να βράσει, χωρίς κρεμμύδι. Στη συνέχεια ρίχνανε μισό κουταλάκι ζάχαρη για να σπάσει η ξινίλα. Η σάλτσα αυτή ήταν κυρίως για τα μακαρόνια. Τη χρησιμοποιούσαν όμως και όταν κάνανε το περιβόητο σουτζουκάκι ή τους κεφτέδες. Όταν τηγάνιζαν το σουτζουκάκι στη συνέχεια έβαζαν αυτή τη σάλτσα, χωρίς κρεμμύδια, σκόρδα και όλα αυτά. Η αυθεντική συριανή σάλτσα έχει: Ντομάτα, λίγη ζαχαρίτσα και όποιος ήθελε έβαζε και ένα σκόρδο, το οποίο το έβγαζε σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Έτσι τη μαγειρεύω κι εγώ.
Ήταν όλα πάρα πολύ ελαφριά. Και τα κολοκυθάκια τα συριανά θυμάμαι, τα οποία πηγαίναμε τα κόβαμε, τα ’κοβε ο πατέρας μου απ’ το μποστάνι και τα ’φερνε και τα τρώγαμε. Μαζί με τα αγγούρια τα συριανά, τα πεπόνια… Και τα πεπόνια τα συριανά έχουν μείνει στην Ιστορία. Άμα φας άνυδρο πεπόνι συριανό, ακόμα και τώρα, δεν έχει καμία σχέση με τα πεπόνια που υπάρχουν.

 

 

ΑΝΑΤΟΛΗ – ΔΥΣΗ: Κλείνοντας τη σύνδεση με τα αγαπημένα μου πρόσωπα να πω ότι ο πατέρας μου μού πέρασε μ’ έναν πάρα πολύ ωραίο τρόπο – για ένα παιδί που ήμουν τότε – το εφήμερο της ζωής και το θέμα του θανάτου, παρομοιάζοντας τη ζωή με την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Θυμάμαι με πήγαινε κι έβλεπα ανατολές, έβλεπα και τη δύση και μου ’λεγε: «Να ξέρεις ότι όλα τα πράγματα ανατέλλουν και δύουν». Εκ των υστέρων όταν μεγάλωσα και είχα ν’ αντιμετωπίσω τις απώλειες, που ο κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει στη ζωή του, κατάλαβα πόσο πολύ δίκιο είχε, και αυτό το γεγονός, ότι η μοίρα των ανθρώπων είναι κοινή και «αδυσώπητη» εντός εισαγωγικών, είχε να κάνει με αυτή την ανατολή και τη δύση.
Ήταν ένα μοναδικό μάθημα ζωής αυτό που μου έδωσε.
Μου δίδαξε την καρτερικότητα και αυτό προσπάθησα να εξηγήσω και στον Μάριο, τον γιο μου, ώστε να αντιμετωπίσει με δύναμη την απώλεια του πατέρα του, την απώλεια του συντρόφου μου.

 

DELETE: Είμαι λοιπόν ευγνώμων γι’ αυτούς τους δύο ανθρώπους, οι οποίοι μ’ έμαθαν να είμαι πάνω απ’ όλα ένας άνθρωπος πολιτισμένος σε όλες τις εκδηλώσεις του. Δεν θα προσβάλω ποτέ κανέναν, δεν θα θίξω ποτέ κανέναν, απλώς διαγράφω ανθρώπους. Αν κάτι δεν είναι στο πλαίσιο το δικό μου δεν θα καθίσω να τσακωθώ, δεν θα να κατέβω στο επίπεδό τους και δεν θ’ αρχίσω να μαλώνω.
Απλώς υπομένω κάποια πράγματα, και από κάποιο σημείο και μετά λέω:
Αυτός έχει διαγραφεί.
Τελειώνω ό,τι είναι να τελειώσω, είτε δουλειά είναι αυτή είτε οποιαδήποτε σχέση ή φιλική. Με ένα delete τα κλείνω όλα. Σαν να μην υπάρχουν για μένα.
Όλα αυτά φαντάζομαι πως πέρασαν και στον Μάριο, μέχρι τα 14 χρόνια του που έφυγε ο μπαμπάς του.

 

***

 

ΣΥΝΑΝΤΩ

 

*Ο μπαμπάς μου ήθελε η κόρη του να διαλέξει ένα επάγγελμα το οποίο θα την έκανε ευτυχισμένη. Αφού λοιπόν μπήκα στο Πανεπιστήμιο και στη Νομική κάποια μέρα περνούσα τυχαία από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Μπήκα μέσα για να δώσω εξετάσεις. Και είπα: εμένα αυτός ο χώρος εδώ είναι ο χώρος που μου ταιριάζει, και εκεί θα πάω.
Εκεί συνάντησα λοιπόν ανθρώπους που μ’ άνοιξαν άλλους ορίζοντες, γιατί τότε είχαμε μία αντίληψη του ηθοποιού μέσα απ’ τις ελληνικές ταινίες μόνο. Βέβαια παρακολουθούσα με τον πατέρα μου και τη μητέρα μου το Εθνικό Θέατρο, είχα δει εκπληκτικές παραστάσεις. Στη Δραματική Σχολή συνάντησα τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος ήτανε μία μέγιστη μορφή και μας άνοιξε άλλους ορίζοντες. Συνάντησα τη Μαίρη Αρώνη, την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Βόκοβιτς τον Στέλιο. Όλοι αυτοί μου άνοιξαν πραγματικά έναν ορίζοντα ποιοτικού θεάτρου. Μου έμαθαν τι να κάνω ώστε να μην πουλήσω και να μην ξεπουλήσω ποτέ την τέχνη μου. Μου έδωσαν αυτή τη σταθερότητα στην άποψη για το τι είναι ακριβώς το θέατρο και ποιος είναι ο σκοπός του.
Η συνάντησή μου με αυτούς τους ανθρώπους ήταν καθοριστική για μένα, και από κει ακολούθησα αυτό το δρόμο. Δεν πήγα σε κανένα παράπλευρο μονοπάτι. Ήταν για μένα μονόδρομος αυτό.
Το ’χω πληρώσει αυτό βέβαια, γιατί δεν είναι εύκολο να υπηρετείς ένα ποιοτικό θέατρο πάρα πολλά χρόνια, το ’χω πληρώσει πολύ. Και με αποτυχίες και με οικονομικά και όλα αυτά.

 

 

 

ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑ: Την εποχή που εγώ ανέβαζα κλασικά έργα, όλοι ο άλλοι στο εμπορικό θέατρο ούτε που το σκέφτονταν αυτό. Ούτε που το ακουμπάγανε. Μάλιστα όταν το ’91 «έφυγε» ο Δημήτρης Μυράτ και το θέατρο «πέρασε» στον άντρα μου – που ήταν διαχειριστής του Μυράτ επί χρόνια για να μπορεί να έχει χρήματα και να σπουδάζει – αποφασίσαμε και ανεβάσουμε τη «Νόρα» του Ίψεν, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, που τότε ήταν – αλλά τώρα ακόμη εξακολουθεί να είναι – αιρετική. Όλοι οι συνάδελφοι, αλλά και οι θεατρικοί επιχειρηματίες, απορούσαν με αυτή την επιλογή μας για μια πιάτσα που είχε από τότε εμπορικό χαρακτήρα.
Όμως, αυτή η προσπάθεια στάθηκε. Δουλέψαμε πολύ, κάναμε εξαιρετικές παραστάσεις εκεί. Η «Νόρα» του Ίψεν πραγματικά πιστεύω ότι είναι απ’ τις ωραιότερες δουλειές της Ρούλας Πατεράκη, αλλά κι ένας σταθμός στη δική μου πορεία. Δώσαμε έτσι το στίγμα για το τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε.

 

***

 

ΣΥΝΘΕΤΩ

 

* «Ρόλος» και σύνθεση είναι δύο λέξεις που η μία συμπληρώνει την άλλη. Φτιάχνεις ένα ρόλο, συνθέτεις ένα ρόλο, σημαίνει ότι παίρνεις σε ένα χαρτί κάποιες λέξεις και παρακολουθείς την πορεία του ήρωα. Από ‘κει και πέρα καλείσαι να τον συνθέσεις. Θα τον συνθέσεις αν είναι κοντά στη δική σου ψυχοσύνθεση. Θα ανακαλέσεις πράγματα δικά σου, θα τα βάλεις στο ρόλο και θα τον σηκώσεις απ’ το χαρτί να σταθεί όρθιος, όπως έλεγε και ο Μινωτής. Αν όμως δεν είναι κοντά στη δική σου ψυχοσύνθεση τότε καλείσαι να λειτουργήσεις διαφορετικά με το ταλέντο και τη φαντασία σου. Όπως συμβαίνει τώρα στη «Μαρία Στούαρτ» του Friedrich Schiller, που κάνω το ρόλο της Ελισάβετ. Επειδή είναι ένας ρόλος έξω από τη δική μου ψυχοσύνθεση, αλλά και μία άλλη εποχή, που είναι δύσκολη, έχω κληθεί να δημιουργήσω κάτι αξιοποιώντας πάρα πολύ τη φαντασία μου, την πείρα μου και ό,τι μπορώ να ανασύρω από δικές μου μνήμες και γεγονότα ώστε να συνθέσω αυτή τη δύσκολη προσωπικότητα. Να συνθέσω το παζλ του ρόλου.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΤΥΧΙΑ: Και αυτό ήταν μια επιθυμία δική μου, γιατί όταν πρότεινα στην Άντζελα Μπρούσκου αυτό το έργο, θεώρησε ευνόητο ότι θα έπαιζα τη Μαρία Στούαρτ. Με ρώτησε λοιπόν: «Λες για τη Μαρία Στούαρτ;». Κι εγώ της απάντησα: «Όχι, λέω για την Ελισάβετ». Με κοίταξε με απορία και μου είπε: «Την Ελισάβετ!». Και λέω: «Ναι, κάποια στιγμή πρέπει να ακονίσω και άλλα πράγματα της τέχνης μου, και να περάσω κάπου αλλού, που αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο και αυτό ακριβώς με τραβάει, επειδή ακριβώς είναι πολύ δύσκολο. Είναι και ρίσκο και τολμηρό, και εν πάση περιπτώσει και ύστερα από τόσα χρόνια θέατρο έχω και το δικαίωμα της αποτυχίας αν δεν τα καταφέρω. Αν δεν τα κατάφερνα μάλλον, γιατί πιστεύω ότι έχουμε κάνει μια πολύ καλή δουλειά.

 

***

 

ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΦΩ

 

* Καθετί που εμπεριέχει τις λέξεις: Αλήθεια, κόπος, δουλειά και ταλέντο, το συνυπογράφω. Ακόμη συνυπογράφω κάθε προσπάθεια που κάνουν τα νέα παιδιά που βρίσκονται τώρα στο Θέατρο, που έχουνε πολύ μεγάλο ταλέντο και άνετα μπορούνε να συγκριθούν με συναδέλφους άλλων χωρών. Συνυπογράφω: Την αλήθεια, τον κόπο και την έντιμη προσπάθεια που γίνεται σε μία δουλειά. Συνυπογράφω καθετί που έχει καθαρότητα στη ζωή. Δεν μ’ αρέσουν οι ίντριγκες, οι διπρόσωποι άνθρωποι, το παράπλευρο θέατρο, το κακόβουλο. Συνυπογράφω σε ό,τι έχει αλήθεια, εντιμότητα και αγάπη για την ίδια τη δουλειά.

 

***

 

ΣΥΝΙΣΤΩ

 

* Οι εποχές, τα χρόνια και οι συνθήκες είναι δύσκολες. Απαιτούν θυσίες. Συνιστώ λοιπόν στα νέα παιδιά να μην επαναπαύονται σε όποια ευκολία περιστασιακά τα εξυπηρετεί. Το θέατρο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Άλλο είναι η τηλεόραση και άλλο ο κινηματογράφος. Όμως το θέατρο δεν είναι εύκολη ιστορία. Θέλει πάρα πολύ κόπο, πάρα πολλή δουλειά. Και θέλω να πω ότι πρέπει να συνεχίσουν βγαίνοντας απ’ τη Σχολή, να κρατήσουν μία σταθερά, να κάνουν το θέατρο που έχουν επιλέξει, να κάνουν ομάδες… Γιατί παρόλο που είναι πάρα πολλές ομάδες, πιστεύω ότι από κει μπορεί να βγει κάτι καλό και κάτι ουσιαστικό για το αυριανό θέατρο. Επίσης, παρά τις όποιες αναμενόμενες απαραίτητες παρεκκλίσεις, πιστεύω ότι σε τελική ανάλυση «ένα είναι το θέατρο»: Είναι το θέατρο της αλήθειας, της αμεσότητας, της αγάπης και της αφοσίωσης.

 

***

 

ΣΥΝΕΧΙΖΩ

 

*Οπωσδήποτε συνεχίζω να ονειρεύομαι. Η απώλεια ενός ανθρώπου ουσιαστικού για τη ζωή μου, ενός ανθρώπου που μπορώ να πω ότι διαμόρφωσε και τον χαρακτήρα μου και την πορεία μου, δεν διαγράφει τα όνειρα από τη συνέχεια, όσο οδυνηρή κι αν είναι αυτή η απώλεια. Με τον Βίλλη ήμασταν δύο άνθρωποι σε μία ψυχή. Γι’ αυτό μου ’χει μείνει μία φράση του Τσε Γκεβάρα που έλεγε: «Μην κλάψεις για μένα, κάνε ό,τι έκανα και θα ζω μέσα από σένα».

ΟΝΕΙΡΑ: Αυτό λοιπόν κάνω αυτά τα δύο χρόνια που έχει φύγει ο Βίλλης. Προσπαθώ όπως το ονειρεύτηκε και όπως το ονειρευτήκαμε, να το συνεχίσω. Τώρα υπάρχει ο Θέμης Μουμουλίδης με την «5η Εποχή», ο οποίος κάνει κάποια πράγματα τα οποία κι εμείς με τον Βίλλη είχαμε σχεδιάσει και είχαμε ονειρευτεί. Ο Μουμουλίδης κάνει ένα ποιοτικό –ποιοτικό με τη σωστή έννοια του όρου– θέατρο, που σέβεται τον θεατή και τον εαυτό του. Μου πρότεινε λοιπόν να υπάρξω ως ηθοποιός και να ενταχθώ στην «5η Εποχή». Δέχθηκα. Του είπα «ναι». Μιλήσαμε με την Άντζελα Μπρούσκου. Προτείναμε αυτό το έργο, τη «Μαρία Στούαρτ» του Friedrich Schiller, την έκανε, και το αποτέλεσμα νομίζω μας τιμά όλους.
Θα συνεχίσει με την «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν και την Ιωάννα Παππά. Έχει τώρα τη «Γερτρούδη Στάιν», μια επιτυχία με σκηνοθέτιδα τη Νικαίτη Κοντούρη και ηθοποιούς τη Μαρία Κατσιαδάκη και τη Λυδία Φωτοπούλου. Το «Άλμα» σήμερα είναι ένας χώρος έτσι όπως τον ονειρευτήκαμε με τον Βίλλη. Συνεχίζει ο Θέμης Μουμουλίδης και εγώ συνεχίζω το δρόμο που είχαμε χαράξει με τον Βίλλη. Κι εγώ όμως συνεχίζω τον δρόμο που είχα χαράξει μόνη μου από τη Σχολή του Εθνικού: Ένα θέατρο το οποίο θα πηγαίνει παραπέρα τη σκέψη, την αισθητική και την ψυχή του θεατή.

 

***

 

 

 

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΑΙ

 

*Φέτος συνεργάζομαι με έναν αξιόλογο θίασο και με μία σκηνοθέτιδα αξιόλογη, την Άντζελα Μπρούσκου. Όλα τα παιδιά έχουνε αυτή τη νοοτροπία, τη δική μου: Δουλειά ακατάπαυστη και αγάπη γι’ αυτό που κάνουν. Το αποτέλεσμα – όπως είπα και πριν – τιμά το Θέατρο και όλους μας. Κάποιος μπορεί να έχει τις όποιες αντιρρήσεις του, βλέποντας μία παρουσίαση ενός δύσκολου έργου με μία άλλη ματιά. Όμως από ‘κει και πέρα, αυτό που έμεινε σε μένα είναι μία συνεργασία που πιστεύω ότι προσωπικά με πήγε παραπέρα.
Με την ευκαιρία αυτή θα πω και κάτι άλλο: Όταν μπαίνω σε μία ιστορία, πάντα κερδίζω, ποτέ δεν χάνω. Ή μάλλον πιο σωστά: Ή θα κερδίσω ή θα μάθω. Δεν υπάρχει ποτέ η λέξη «χάνω». Δηλαδή, κερδίζεις ή μαθαίνεις. Εγώ πιστεύω λοιπόν ότι έχω μάθει πολλά απ’ αυτή τη δουλειά και ελπίζω να κερδίσω και το στοίχημα της Ελισάβετ.

 

***

 

ΣΥΝΥΠΑΡΧΩ

 

* Από τον καιρό που θυμάμαι, από τότε που ήμουν 10 – 11 χρονών, πάντα είχαμε ένα ζώο στο σπίτι, και ήταν σκύλος. Από τότε συνυπάρχω πάντα με ζώα συντροφιάς. Ξεκινήσαμε από ένα μεγάλο μπόξερ. Αργότερα είχαμε με τον Βίλλη, τη Λουλού, ένα κανισάκι. Την είχαμε και σαν παιδί μας. Πάντα το ζώο στο σπίτι έπαιζε το ρόλο του ανθρώπου για μας. Εξαιτίας ενός πολύ σοβαρού και ανίατου προβλήματος υγείας που είχε αναγκαστήκαμε, ύστερα από δεκαεφτά χρόνια που ’χαμε τη Λουλού, να της κάνουμε ευθανασία. Ήμασταν στη Σύρο, το 2004, μόλις είχε γεννηθεί ο γιος μου, ήτανε τριών μηνών. Ο ξάδελφός μου, ο κτηνίατρος Γιώργος Μαραγκός, μου είπε: «Ξέρω ότι δεν μπορείς να την αποχωριστείς, αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι βασανίζεται το ζώο και πρέπει να κάνουμε ευθανασία». Αυτή η λέξη μού σφηνώθηκε στο κεφάλι. Στενοχωρήθηκα «σαν να χανόταν» ένας άνθρωπος. Για αρκετό καιρό δεν ήθελα πια ζώο στο σπίτι, γιατί αυτό το πονεμένο βλέμμα που είχε η Λουλού στην αγκαλιά του Βίλλη, χαράχτηκε στη μνήμη μου.

ΤΟ ΔΩΡΟ: Όμως, η αγάπη η δική μου για τα ζώα πέρασε και στην ανιψιά μου, την κόρη της αδελφής μου που έχει κι εκείνη δυο – τρία ζώα, και μεγάλα ζώα. Μου είπε: «Θεία, θα φέρω κάτι στον Μάριο». Πριν από τέσσερα χρόνια έγινε αυτό, «ένα δωράκι στον Μάριο». Προφανώς το είχανε συνεννοηθεί κρυφά, παρόλο που ήξεραν την απόφασή μου ότι εγώ δεν ήθελα πλέον ζώα.
Μόλις άνοιξα την πόρτα και την είδα να κρατάει αυτό το κουταβάκι, της την έκλεισα και της είπα: «Δεν θέλω ζώο, φύγε μαζί με το σκυλί».
Ύστερα από λίγο, σκέφτηκα: «Αυτή δεν ξαναχτύπησε το κουδούνι. Τι έγινε;».
Ε, λοιπόν η ανιψιά μου καθόταν έξω από την πόρτα μαζί με το κουταβάκι…
Έπιασα τον Μπρούνο, που ήταν 40 ημερών, σαράντα ημερών. Τον πήρα στην αγκαλιά μου και του έδωσα το πρώτο γαλατάκι… Από τότε ο Μπρούνο είναι μαζί μας. Ένα κανισάκι καφέ, ένας κούκλος…
Βέβαια για τον Μάριο ήρθε το κουταβάκι, αλλά τελικά εγώ το έχω! Κοιμόμαστε μαζί…
Αυτό είναι για μένα τα ζώα, και ο πολιτισμός ενός λαού φαίνεται από τη συμπεριφορά του στα ζώα. Σε όλα τα ζώα. Απ’ τα γαϊδουράκια της Σαντορίνης, από τους σκύλους, τις γάτες κι απ’ όλα τα ζώα. Και από τα ελάφια γιατί άκουσα ότι κάποιοι σκοτώσανε κάποια ελάφια πάνω στην Πάρνηθα, τώρα που ξαναεμφανίστηκαν και πάλι.
Ο πολιτισμός ενός λαού φαίνεται απ’ αυτό: Από το αν συνυπάρχουμε αρμονικά με τα ζώα.

 

***

 

– Κυρία Μαραγκού, έχουμε τελειώσει. Εάν θέλατε να προσθέσετε κάτι…

* Σχετικά με το τελευταίο ρήμα, το «Συνυπάρχω» να ευχαριστήσω το Catisart το οποίο είναι μία πάρα πολύ ωραία ιστοσελίδα που τιμά το θέατρο. Εγώ την παρακολουθώ. Και όχι μόνο εγώ αλλά και πολλοί άλλοι επειδή έχει αυτή την ποιότητα που χρειάζεται και πρέπει να υπάρχει, για να παρακολουθεί από κει μέσα ο θεατής την πορεία κάποιων παραστάσεων, προσώπων και πραγμάτων.

– Σας ευχαριστώ πολύ. Να είστε πάντα καλά.

*Κι εγώ σας ευχαριστώ.

 

***

 

Φωτογραφίες © Catisart

 

***

 

Την Κατερίνα Μαραγκού μπορούμε να τη δούμε στο Θέατρο «Άλμα» στην παράσταση «Μαρία Στούαρτ» του Friedrich Schiller σε σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου.

Συμπρωταγωνιστούν οι: Παρθενόπη Μπουζούρη, Νίκος Καρδώνης, Γιάννης Σαμσιάρης, Γιώργος Φριτζήλας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης

 

***

“ΜΑΡΙΑ ΣΤΟΥΑΡΤ”: ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

 

***

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗ “ΜΑΡΙΑ ΣΤΟΥΑΡΤ” ΚΑΙ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ”

Εκτύπωση
Παναγιώτης ΜήλαςΚατερίνα Μαραγκού: «Στηρίζω με την ψυχή μου το θέατρο της αλήθειας και της αφοσίωσης»

Related Posts