Καραϊβική: Ένα ταξίδι στις Μεγάλες Αντίλλες

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σας έρχεται στο νου όταν ακούτε τη λέξη Καραϊβική; Πειρατές, θα μου πείτε. Ναι, σωστά. Δεν είναι αυτό που ήθελα να καταλήξω. Ισως με μία δεύτερη προσπάθεια φτάσουμε στο ζητούμενο. Καραϊβική είναι τα αμέτρητα τροπικά νησάκια με τις εξωτικές παραλίες. Σωστά; Από πού να αρχίσεις και πού να καταλήξεις; Ο διαθέσιμος χρόνος που έχουμε δεν μας επιτρέπει να τα επισκεφτούμε όλα με μιας. Οπότε πρέπει να κάνουμε επιλογή… δύσκολη απόφαση. Το ζητούμενο ήταν ότι στα σίγουρα έπρεπε να περάσουμε από την Κούβα, όσο ήταν ακόμα ζωντανός ο Φιντέλ.

Αλλαγές στις πτήσεις

Αλήθεια, σας έχω μιλήσει καθόλου για την EuroWings; Δεν λέω, καλή αεροπορική εταιρεία μου φάνηκε, και τη χρησιμοποιήσαμε τρεις φορές σε αυτό το ταξίδι. Αλλά… δεν παίρνει εύκολα μπροστά. Και τις τρεις φορές απογειωθήκαμε αργότερα από το προγραμματισμένο. Από 20 λεπτά έως 5 ώρες. Δηλαδή, αν ήμουν μεταφραστής, σαν την Ιωάννα, δικαίως θα την εξελλήνιζα ως ΕυρωΚαθυστέρηση. Βέβαια, για να λέμε και της Μαρίας το δίκιο, όχι ότι είναι στραβή η κοπέλα, μια χαρά γερακίσιο μάτι έχει… στα μακρινά. Αλλά έχει την τάση να μας τα επισημαίνει αυτά: Τι περιμένετε από εταιρεία χαμηλού κόστους;

Τέλος πάντων, αυτό που ήθελα να καταλήξω ήταν ότι το αρχικό πλάνο ήταν να προσγειωθούμε στην Αβάνα στις 6.30 το απόγευμα. Τουλάχιστον έτσι ξέραμε, μέχρι που ειδοποιηθήκαμε για αυτήν την αλλαγή ώρας λίγες μέρες πριν από την αναχώρηση και προσαρμόσαμε το πρόγραμμα καταλλήλως. Ητοι σημαίνει, ότι κάναμε μια ευχάριστη βόλτα στην πόλη της Κολωνίας, που ήταν η ανταπόκριση, αντί να περιμένουμε στο αεροδρόμιο.

Στο αεροδρόμιο της Κολωνίας

Αλήθεια, σας είπα τι πάθαμε στο αεροδρόμιο; Αυτοί οι Γερμανοί είναι εξονυχιστικά σπασίκλες. Δηλαδή, έλεος. Πηγαινο-ερχόμασταν από το τσεκ-ιν, στον έλεγχο αποσκευών και πάλι πίσω στο τσεκ-ιν μέχρι να καταλήξουμε στο πόσα υγρά θα πρέπει να κουβαλάμε, αν τα σακίδιά μας είχαν το επιτρεπτό βάρος, αν οι βίζες για την Κούβα ήταν αυθεντικές και πάει λέγοντας. Είχαμε και τη Μαρία που μιλούσε τη γλώσσα. Και όσο τους μιλούσε η Μαρία, τόσο περισσότερο μουλαρώνανε. Μπορεί, βέβαια, κι εμείς με τη σειρά μας να είχαμε φορτωθεί μερικά αντικουνουπικά παραπάνω, λες και θα ψεκάζαμε ολόκληρο λόχο. Πάντως, η Μαρία αναγκάστηκε να αποχωριστεί μερικά από τα καλλυντικά της. Μεταξύ των οποίων και μια κρέμα αξίας 30 ευρώ. Να σημειωθεί αυτό στο δικαστήριο.

Λέω όλο Μαρία, Μαρία και δεν ανέφερα καθόλου τον Κώστα. Διότι αυτό το πράγμα κάνει ο Κώστας… περνάει απαρατήρητος και ας είναι γεμάτος υγρά. Τι υγρά; Και ναρκωτικά να κουβαλούσε πάλι θα πέρναγε. Μόνο οι Χιλιανοί που ξέρουν να «κόβουν φάτσες» τον πήραν χαμπάρι με εκείνο το ύποπτο πορτοκάλι. Εμένα παρεμπιπτόντως, με λένε Γιώργο. Χαίρω πολύ.

Πρώτη φορά Κούβα

Στην Αβάνα προσγειωθήκαμε κοντά στα μεσάνυχτα. Επιτέλους στην Κούβα. Είναι από τα πράγματα που τα λες, και δεν πιστεύεις ότι θα τα κάνεις. Μόνο που σε αυτήν την περίπτωση, ενώ βρισκόμαστε σε αυτόν τον μακρινό προορισμό, εξακολουθεί να υπάρχει μια μικρή αμφιβολία. Δεν χρειάζονται, όμως, πολλά για να εξαφανιστεί, όπως μια ατελείωτη ουρά, στο μοναδικό ανταλλακτήριο χρημάτων, που σχηματίστηκε από όλους τους συνεπιβάτες μας. Ο νεαρός ταξιτζής που ήρθε για να μας μεταφέρει στο διαμέρισμά μας είναι διατεθειμένος να μας περιμένει. Ακόμα κι αν αυτό κρατήσει μέχρι το πρωί.

Θερμή υποδοχή

Εμείς που δεν ήμαστε για πολλά πολλά αποφασίζουμε να αφήσουμε την τύχη των χρημάτων για την επόμενη μέρα. Το ενοικιαζόμενο διαμέρισμα βρίσκεται στο κέντρο της παλιάς πόλης, και ασυντήρητης να προσθέσουμε. Αφού προσπερνάμε τους κεντρικούς δρόμους όπου υπάρχει ένας αξιοπρεπής φωτισμός, μπαίνουμε σε κάτι έρημα, σκοτεινά σοκάκια που αναστέλλουν κάθε αίσθηση ασφάλειας. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι λακκούβες και χωράει μόνο ένα αυτοκίνητο, ενώ τα πεζοδρόμια έχουν ένα υποτυπώδες πλάτος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να δημιουργείται μια κλεισούρα όπως περνάμε με το ταξί ανάμεσα στα τριώροφα κτήρια.

Ακριβώς τη στιγμή που ευχόμαστε να μη βρίσκεται εδώ το κατάλυμά μας… σταματάμε. Και τι συναντάμε; Μία καλοσυνάτη και ευγενική οικοδέσποινα με τον άντρα και τη μητέρα της. Η υποδοχή που μας επιφυλάσσουν είναι πολύ θερμή και εγκάρδια. Ωστόσο οι πρώτες εντυπώσεις από το οικοδόμημα δεν είναι οι καλύτερες και το θέμα της ασφάλειας εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιο. Ολα τα διαμερίσματα, έχουν κάγκελα στις πόρτες και τα παράθυρα. Επιπλέον, μας συμβουλεύουν να κρατήσουμε τις κουρτίνες κλειστές.

Rooms to let

Πρώτα από όλα να ξεκαθαρίσουμε ότι η φιλοξενία σε σπίτι Κουβανέζων είναι το πιο σύνηθες σε σχέση με τα λιγοστά κρατικά πανάκριβα ξενοδοχεία και σχεδόν επιβάλλεται σε όσους θέλουν να ζήσουν την αστική κουλτούρα εκ των έσω. Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ υπάρχουν άπειρα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, δεν είναι εύκολη η κράτηση εκ των προτέρων γιατί δεν υπάρχει Ιντερνετ. Αν ψάξετε θα βρείτε πολλές ιστοσελίδες που έχουν λίστες με αυτά και σας επιτρέπουν να κάνετε ηλεκτρονικό καπάρωμα, αλλά θέλει προσοχή μην πέσετε σε απατεώνες και υπομονή γιατί μπορεί να κάνουν αρκετές μέρες να σας απαντήσουν.

Η προτεινόμενη λύση είναι να βρείτε μερικά τηλέφωνα και να πετύχετε κάποιον που να μιλάει αγγλικά. Αλλά το καλύτερο από όλα, είναι να πάτε κατευθείαν στο μέρος που θέλετε και να ψάξετε για τα σπίτια που έχουν το χαρακτηριστικό σήμα από έξω. Μην κοιτάτε εμάς που κανονίσαμε από την Αθήνα τη διαμονή και το μεταφορικό μέσο, αλλά όπως προείπαμε… φτάσαμε μεσάνυχτα. Οπότε καταλαβαίνετε ότι, αν πηγαίναμε στο κέντρο και αρχίζαμε να χτυπάμε τις πόρτες και τα κουδούνια, το πολύ πολύ να μας έβρισκε καμία γλάστρα.

[envira-gallery id=”49122″]

Το διαμέρισμά μας

Αφού ξεκαθαρίσαμε τα διαδικαστικά, ας περάσουμε στην ολοκληρωμένη άποψη για το διαμέρισμά μας. Τελικά, όχι μόνο το συνηθίσαμε, αλλά το συμπαθήσαμε κι από πάνω. Αντιπροσωπεύει τη μέση κατάσταση διαβίωσης ολόκληρης της χώρας. Η τραπεζαρία, το σαλονάκι με τις κουνιστές πολυθρόνες, η κουζίνα, το μπάνιο, τα κρεβάτια, τα διάφορα ντεκόρ και τα κάδρα είναι βγαλμένα από άλλη εποχή… παλιομοδίτικη. Η γειτονιά μας είναι στο κέντρο της παλιάς πόλης και ο ανύπαρκτος φωτισμός τη νύχτα αποτελεί γενικό φαινόμενο σε όλους τους μικρούς δρόμους.

Τα περισσότερα σπίτια μοιάζουν με χαλάσματα, πράγμα που κάνει το δικό μας να φαντάζει λουξ. Συν τις άλλοις, το σπίτι μας διαθέτει και μια μαγική πόρτα. Οποτε τη χτυπάμε, η τραπεζαρία γεμίζει ψωμιά, ομελέτες, τροπικούς χυμούς, δυνατό αρωματικό καφέ και φρούτα, πολλά φρούτα, αλλά κυρίως μάνγκο. Επιπλέον, στο θέμα της διαμονής σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα συνηθίζεται η δοκιμή της ντόπιας κουζίνας σε ένα επί πληρωμή γεύμα μαγειρεμένο από τους οικοδεσπότες.

Πρώτες πρωινές εντυπώσεις

Για τη Μαρία των διακοπών η μέρα ξεκινά στις 11 ακριβώς. Διότι, αν ξυπνήσει νωρίτερα δεν θεωρεί ότι βρίσκεται σε διακοπές αλλά σε καταναγκαστικά έργα και από την άλλη αν σηκωθεί αργότερα πάει χαμένη όλη η μέρα. Γνωρίζοντας αυτήν τη λεπτομέρεια αποφασίζουμε μαζί με τον Κώστα να το εκμεταλλευτούμε. Εχουμε δύο βασικές εκκρεμότητες που απαιτούν διευθέτηση.

Αρχικά πηγαίνουμε στον σταθμό των τρένων. Μέσα στις επόμενες ημέρες, έχουμε να διανύσουμε όλο το μήκος της χώρας μέχρι το Σαντιάγκο ντε Κούβα και σαν λάτρεις του συγκεκριμένου μέσου θα μας ενδιέφερε να το χρησιμοποιήσουμε σε κάποιο μέρος της διαδρομής. Στο πλαίσιο της γενικής νοοτροπίας της χώρας που λειτουργεί σε χαλαρούς ρυθμούς, αποκομμένη από τον εξωτερικό κόσμο, ήταν αδύνατον να βρούμε ακριβέστερες πληροφορίες για τα συγκεκριμένα δρομολόγια πέραν του ότι εκτελούνται τρεις φορές την εβδομάδα. Πόσο μάλλον, να τα προαγοράσουμε. Οπως ήταν αναμενόμενο, το σφιχτό πρόγραμμα του ταξιδιού μας δεν μπόρεσε να ταιριάξει με κάποια από τις λιγοστές επιλογές.

Ανταλλακτήριο χρημάτων

Δεύτερη και αναγκαία αυτή τη φορά στάση είναι το ανταλλακτήριο χρημάτων που σνομπάραμε το προηγούμενο βράδυ. Η μικρή ουρά κόσμου δεν είναι ενοχλητική αναλογιζόμενοι τον χαμό που γινόταν στο αεροδρόμιο. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι… η ώρα έχει πάει 10:00 και δεν έχει ανοίξει ακόμα. Μάλλον κάποιος παρακοιμήθηκε… ίσως να ξενύχτησε λίγο παραπάνω, ποιος ξέρει; Δεν βαριέσαι, σάμπως βιάζεται και κανένας;

Εδώ να σημειώσουμε ότι οι Κουβανοί είναι επαγγελματίες ουρολόγοι ή όπως λέγονται αυτοί που τους αρέσει να περιμένουν στις ουρές. Γι’ αυτούς είναι ένα είδος κοινωνικής δικτύωσης, ένα facebook χωρίς υπολογιστές, ταμπλέτες ή κινητά. Η σειρά δεν υφίσταται με την κυριολεκτική της έννοια, αλλά τηρείται σε πιο ελεύθερα πλαίσια. Το μόνο που χρειάζεται είναι να γνωρίζει ο καθένας ποιος είναι πριν από αυτόν. Ετσι κι εμείς αναζητήσαμε τον τελευταίο αναφωνώντας ¿ulltimo?, ενώ αντίστοιχα σηκώσαμε το χέρι μας στον επόμενο.

Πριν επιστρέψουμε αγοράσαμε και μία φρατζόλα ψωμί από ένα πρατήριο που μόλις τα έβγαζε από τον φούρνο και μας έσπασε τη μύτη.

Στους δρόμους της Αβάνας

Οταν κάποιος πάει στην Κούβα, ένα είναι το μέρος που πρέπει να επισκεφτεί. Αν μου πείτε καμιά παραλία, να πάτε να κάνετε παρέα με τη Μαρία. Το μεγαλύτερο τουριστικό αξιοθέατο, τουλάχιστον για εμάς τους Ελληνες, είναι η επαναστατική της νοοτροπία, η αποστροφή της στον εκσυγχρονισμό και η επιμονή στις απλές αξίες. Ο ανέμελος φτωχός κόσμος που δεν δίνει σημασία στα υλικά αγαθά και χορεύει στους δρόμους όλη μέρα. Πουθενά αλλού σε όλη τη χώρα δεν συναντώνται τόσες πτυχές της Ιστορίας και της κουλτούρας από ότι στην Αβάνα. Για αυτούς τους λόγους, η επίσκεψη της πρωτεύουσας κρίνεται υποχρεωτική.

Στο κέντρο της πόλης

Είχαμε την ευκαιρία να περιπλανηθούμε στην πόλη για δύο μέρες, ψάχνοντας τις γνώριμες εικόνες από την τηλεόραση και τα περιοδικά. Την πρώτη μέρα ξεκινήσαμε με μια μικρή καθυστέρηση, μέχρι να ελαττωθεί η βροχή. Στην κεντρική πλατεία υπάρχει το Καπιτώλιο, το θέατρο και άλλα μεγαλοπρεπή μπαρόκ κτήρια, απομεινάρια μιας άλλης δικτατορικής εποχής που κάποτε ήταν καμπαρέ και καζίνα. Σήμερα στεγάζουν κρατικά ξενοδοχεία, μουσεία και δημόσιες υπηρεσίες. Ιδιαίτερη προτίμηση δείχνουμε στο ξενοδοχείο Inglaterra, ενώ κάνουμε και μία επίσκεψη στο σχετικά αδιάφορο Μουσείο της Επανάστασης που περιλαμβάνει κυρίως έγγραφα και φωτογραφίες. Εχει και ένα στέγαστρο με δυο-τρία πολεμικά οχήματα. Εκεί μας πετυχαίνει η αποκορύφωση της μπόρας. Το νερό πέφτει με το κουβανέζικο τουλούμι, που είναι πολύ μεγαλύτερο από τα δικά μας. Σε λίγα λεπτά, μετατρέπει τον προαύλιο χώρο του μουσείου σε πισίνα.

Η Μαρία κάνει το καθήκον της ως καταναλωτικός τουρίστας και αγοράζει το μοναδικό πράγμα που επιβάλλεται από την Αβάνα… πούρα. Η επίσκεψη στις εγκαταστάσεις ενός πρώην εργοστασίου μάς προδιαθέτει και μας καθησυχάζει ότι δεν θα αγοράσουμε «μπανάνες», όπως αποκαλούν τις φθηνές απομιμήσεις. Ενα εύκολο κέρδος για τους ντόπιους επιτηδείους. Διότι, τα πούρα που θα αγοράσετε από τον καλό σας φίλο μπάρμαν, οδηγό, καθαρίστρια, ταξιτζή που έχει έναν πατέρα, αδερφό, θείο που εργάζεται στο εργοστάσιο πούρων, είναι 100% ψεύτικα.

Η πλατεία της Επανάστασης

Μακριά από το κέντρο της πόλης βρεθήκαμε στην ιστορική πλατεία της Επανάστασης. Αλλη μια γνώριμη εικόνα της Αβάνας με τα πορτρέτα του Τσε Γκεβάρα και του Φιντέλ Κάστρο στους τοίχους δύο δημοσίων κτηρίων. Εδώ συγκεντρώνονταν πλήθη κόσμου για να γιορτάσουν την επέτειο της επανάστασης και να ακούσουν τους απίστευτα μακροσκελείς λόγους του Κάστρο ο οποίος έχει γραφτεί στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες γι’ αυτό το χάρισμα. Με αγορεύσεις που ξεπερνούσαν τις επτά ώρες.

Τα φανταστικά πολύχρωμα παλιά αμάξια ολοκληρώνουν το χαρακτηριστικό στυλ της Αβάνας που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο. Κληρονομιά της προ επαναστάσεως εποχής. Με κυρίαρχα μοντέλα τα Bel Air της Chevrolet και τα Fairlane της Ford, αν τα έχετε ακουστά. Εμείς είχαμε την τιμή να επιβιβαστούμε σε ένα ξεθωριασμένο κόκκινο ταξί Chevrolet Styline. Κυκλοφορούν παντού στην πόλη, αλλά τα περισσότερα και πιο περιποιημένα περιμένουν τους τουρίστες στο κέντρο.

Από την κεντρική πλατεία ξεκινά ένας φροντισμένος πεζόδρομος με δέντρα και παγκάκια που καταλήγει στον παραλιακό δρόμο. Το πλατύ πεζοδρόμιο που τον συνοδεύει εκτείνεται για μερικά χιλιόμετρα και αποτελεί αγαπημένο σημείο συνάντησης των ντόπιων. Μπροστά στα κύματα του Ατλαντικού κάθονται, συζητούν, παίζουν μουσική και χορεύουν. Εμείς καθίσαμε να τους κάνουμε λίγο παρέα, μέχρι που σουρούπωσε.

Ακόμα και τα μπαράκια της Αβάνας είναι ιστορικά. Το Floridita είναι ένα κοκτέιλ μπαρ που φημίζεται για το ντάκιρι. Αγαπημένο στέκι του συγγραφέα Ερνεστ Χέμινγουεϊ όπου οι φωτογραφίες του κοσμούν όλους τους τοίχους. Το Bodeguita del Medio είχε κι αυτό εκλεπτυσμένη πελατεία όπως ο Σαλβαντόρ Αλιέντε και ο Πάμπλο Νερούδα, αλλά αυτό που το κάνει διάσημο είναι ότι εδώ φτιάχτηκε για πρώτη φορά το 1942 το περίφημο μοχίτο.

[envira-gallery id=”49195″]

Οι Κουβανοί

Οι ντόπιοι χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες. Σε αυτούς που ασχολούνται με τον τουρισμό και στους υπολοίπους. Για τους δεύτερους είμαστε σα να μην υπάρχουμε. Οχι ότι μας σνομπάρουν ή μας αποφεύγουν, απλά δεν ενδιαφέρονται. Μας χωρίζει ένα αόρατο οικονομικό τείχος. Ο κρατικός μηχανισμός, θέλοντας να επωφεληθεί από τη συνεχώς αυξανόμενη ροή τουριστών, θέσπισε ένα νέο νόμισμα ισάξιο του δολαρίου και 25 φορές μεγαλύτερο από το ντόπιο. Και φρόντισε έτσι, ώστε, να μην είναι δυνατόν η κάθε πλευρά να έχει πρόσβαση και όφελος από την άλλη.

Οπότε, εμείς είχαμε στα χέρια μας αδιάφορα χρήματα για τον απλό κόσμο που δεν είχε επαφή με τουριστικές υπηρεσίες και από την άλλη οι φτωχοί ντόπιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να πουλήσουν τα προϊόντα τους στους ξένους σε πολύ καλύτερη τιμή. Εχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από την εφαρμογή αυτής της πατέντας και από ό,τι φαίνεται έχει δημιουργηθεί ένα ανεπιθύμητο χάσμα μεταξύ των ίδιων των Κουβανών, αδύνατο να γεφυρωθεί με ένα κοινό νόμισμα χωρίς να καταρρεύσει η Οικονομία από τη μία και ταυτόχρονα να συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται τα πολλαπλάσια έσοδα του τουρισμού από την άλλη.

Το Βαραδέρο

Από την Αβάνα αναχωρήσαμε με λεωφορείο πρωί πρωί για το Βαρρραδέρο (με κουβανέζικη προφορά), το τουριστικότερο θέρετρο της χώρας. Το νησί της Κούβας έχει άπειρες φανταστικές παραλίες, ωστόσο η συγκεκριμένη χερσόνησος έχει ξεχωρίσει με διαφορά και αποτελεί σχεδόν αυτόνομο κομμάτι. Με 20 χιλιόμετρα λευκής άμμου με κοκοφοίνικες και ρηχά γαλαζοπράσινα νερά, ξενοδοχεία, γήπεδα γκολφ, εστιατόρια, νυχτερινά κέντρα και δικό της αεροδρόμιο είναι ένας ολοκληρωμένος καλοκαιρινός παράδεισος που δεν θυμίζει σε τίποτα την υπόλοιπη χώρα. Αγαπημένος προορισμός του Αλ Καπόνε, ίσως όχι μόνο για διακοπές.

Στη διαδρομή που διήρκεσε τρεις ώρες είχαμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε ότι τα παλιά και απεριποίητα σπίτια με τα κάγκελα στις πόρτες και τα παράθυρα δεν αποτελούν προνόμιο της πρωτεύουσας και ότι η αρχιτεκτονική εξακολουθεί να είναι μερικές δεκαετίες πίσω. Με χαρά διαπιστώσαμε ότι το περίφημο παγωτό Coppelia έχει παραρτήματα παντού, οπότε υπάρχει ελπίδα να το δοκιμάσουμε.

Η κατάλληλη ώρα

Στο Βαραδέρο φτάνουμε ακριβώς την ώρα που πρέπει. Ποια είναι αυτή η ώρα; Μπάνιο στη θάλασσα θα έλεγαν κάποιοι, μεσημεριανό φαγητό θα έλεγαν κάποιοι άλλοι. Η μέρα είναι υπερβολικά ζεστή και το ενδεχόμενο να ξαπλώσουμε στην αμμουδιά απορρίπτεται παμψηφεί. Οπως επίσης και η εναλλακτική των δέντρων διότι κυκλοφορούν κάτι κουνουπάρες «ΝΑ», με το συμπάθιο. Λύση-τομή το μπαλκονάκι εστιατορίου παρακείμενου ξενοδοχείου που είναι κλειστό. Τι άλλο θέλουμε; Μπροστά στην παραλία, με σκιά, καρέκλες και τραπέζι για να ακουμπάμε τα πράγματα.

Ολα αυτά μέχρι που άνοιξε το εστιατόριο και μας απείλησαν. Είτε θα καθίσουμε και θα παραγγείλουμε, είτε θα φύγουμε. Δύσκολη απόφαση. Ειδικά, μόλις ακούει ο Κώστας ότι πρόκειται για μπουφέ… η καλύτερή του. Μάλιστα, για να τους δείξει από την αρχή με ποιον έχουν να κάνουν, δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στον σερβιτόρο που του έφερε ένα μικρό ποτήρι αναψυκτικού. Δεν πρόλαβε καλά καλά να το αφήσει στο τραπέζι και να γυρίσει να φύγει, όταν του φωνάζει ότι τελείωσε και θέλει επαναγέμιση. Από ό,τι φαίνεται το πήρε το μήνυμα ο σερβιτόρος που τη δεύτερη φορά του φέρνει πέντε ποτήρια μαζεμένα.

Αναζήτηση μεταφορικού μέσου

Με αυτήν την περιποίηση, πού να βρει όρεξη για μπάνιο ο Κώστας. Κάνει μια τυπική βουτιά και στρογγυλοκάθεται απολαμβάνοντας την εξωτική παραλία εκ του μακρόθεν. Η Μαρία από την άλλη, που δεν μπορεί να κατανοήσει την προτίμηση του συνταξιδιώτη της, ορμάει στη θάλασσα με τα μπούνια. Το φαγητό για την ίδια και εμένα μπαίνει σε τρίτη μοίρα καθώς προέχει η εύρεση μεταφορικού μέσου για τον επόμενο προορισμό μας. Η αναζήτηση γίνεται στον κεντρικό δρόμο της περιοχής που εκτείνεται παράλληλα με την παραλία.

Αρχικά, τα γραφεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων δεν δέχονται συμφωνητικό για λιγότερο χρονικό διάστημα από τρεις ημέρες. Μετά έρχεται η επιλογή εκμίσθωσης ταξί ή αυτοκινήτου που διαθέτουν είτε συγγενείς είτε γνωστοί των καταστημάτων που ρωτάμε για πληροφορίες. Ούτε σε αυτήν την περίπτωση είναι δυνατή η επίτευξη συμφωνίας. Στο σημείο αυτό, η απελπισία αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία της. Σε αυτό το ίδιο σημείο είναι που έρχεται μια αναπάντεχη λύση… ένας βιοπαλαιστής ταξιτζής από την Αβάνα μόλις έφερε μία κούρσα και ψάχνει πελάτες για να μην επιστρέψει άδειος. Αντ’ αυτού, πετυχαίνει εμάς που θέλουμε να πάμε ακόμη πιο μακριά. Παρόλα αυτά, η συμφωνία σφραγίζεται με ενθουσιασμό και από τις δύο πλευρές και κλείνουμε ραντεβού σε δύο ώρες έξω από το ξενοδοχείο.

Το ταξί στην Κούβα

Στο διάστημα που απομένει μέχρι την ώρα της αναχώρησης προλαβαίνουμε να φάμε και να κυνηγήσουμε κάτι μικρές παχουλές σαύρες που μοιάζουν με ιγκουάνα. Ο οδηγός έχει παρκάρει κάτω από μία σκιά και μας περιμένει ξάπλα στα καθίσματα. Για να περάσει την ώρα του, ροχαλίζει. Φορτώνουμε τις βαλίτσες στο ηλικιωμένο μπλε αυτοκίνητο μάρκας Λάντα και ξεκινάμε για το Τρινιδάδ. Οχι με την πρώτη προσπάθεια βέβαια, καθότι αγουροξυπνημένο και το κινούμενο.

Ο οδηγός είναι ένθερμος πατριώτης και περήφανος για τα κατορθώματα της χώρας του. Εξυμνεί την αγροτική ζωή και κάθε λίγο μας επιδεικνύει τις διάφορες καλλιέργειες που προσπερνάμε, αναλύοντάς μας τη χρησιμότητα τους για το γενικό σύνολο και την έκταση της παραγωγής. Ταυτόχρονα μας δείχνει με θαυμασμό τις προπαγανδιστικές διαφημιστικές πινακίδες με τους ηγέτες που εμψυχώνουν τον κόσμο. Ο αντίκτυπος της «κλειστής» εγχώριας αγοράς μάς έχει γίνει ήδη αντιληπτός από το φαγητό που στερείται στοιχειωδών συστατικών και κυρίως μπαχαρικών.

Μια σύντομη στάση σε ένα απομονωμένο βενζινάδικο δημιουργεί ερωτηματικά για την τύχη της υπόλοιπης διαδρομής. Η κούρσα έχει μουλαρώσει και αρνείται πεισματικά να πάρει μπρος. Η Μαρία εκφράζει την ανησυχία της, αλλά ο Κώστας την καθησυχάζει λέγοντάς της ότι απέχουμε μόλις 65 χιλιόμετρα από τον προορισμό μας και δεν υπάρχει καμία προοπτική για εναλλακτικό μέσο στην περιοχή. Μπορεί, η μηχανή να έχει κάποια θεματάκια… η μίζα με την μπαταρία από την άλλη δουλεύουν ρολόι.

Το Τρινιδάδ

Μέχρι να φτάσουμε στο Τρινιδάδ έχει βραδιάσει και οι δρόμοι σκοτείνιασαν λόγω του αναμενόμενου ανεπαρκούς φωτισμού. Το σπίτι που θα μείνουμε είναι φίλου συγγενικής οικογένειας της σπιτονοικοκυράς μας στην Αβάνα. Οπως προείπα, η εύρεση καταλύματος στην Κούβα έχει κάποιες ιδιαιτερότητες, οπότε το καπάρωμα με ένα μόνο τηλεφώνημα το θεωρήσαμε προνόμιο.
Αφού τακτοποιούμε τα πράγματά μας, πάμε μια βόλτα στην κεντρική πλατεία. Το Τρινιδάδ είναι ένα τουριστοχώρι με λιθόστρωτα δρομάκια και πολύχρωμα περιποιημένα σπίτια… με κάγκελα. Ισως, το πιο νότιο σημείο της χώρας που αξίζει να επισκεφτεί κάποιος, χωρίς να διανύσει μεγάλες και δύσκολες αποστάσεις. Στο κέντρο του χωριού υπάρχουν αρκετά μαγαζιά, μπαρ και εστιατόρια. Πολύς κόσμος επιλέγει να καθίσει στην πλατεία που είναι το μοναδικό μέρος που διαθέτει ασύρματο δίκτυο.

Η πρόσβαση σε αυτό είναι επί πληρωμή, αλλά αυτοί που πουλάνε τις κάρτες μοιάζουν περισσότερο με βαποράκια. Αν αναλογιστούμε ότι το Ιντερνετ έχει μια δόση εθισμού, η κατάσταση αυτή μοιάζει πολύ σουρεαλιστική. Ο Κώστας κάνει κωλοτούμπες από τη χαρά του. Η τιμή των μοχίτο εδώ πέρα είναι έξι φορές μικρότερη από ό,τι στο Bodeguita del Medio στην Αβάνα.

Το επόμενο πρωινό μας βρίσκει να τριγυρνάμε πάνω-κάτω όλο το μέρος επισκεπτόμενοι πάγκους με αναμνηστικά και φωτογραφίζοντας σκηνές από την καθημερινότητα των ντόπιων. Το μεσημέρι επιστρέφουμε στο σπίτι από όπου μας παραλαμβάνει ένα ταξί για να μας πάει στη Σάντα Κλάρα.

[envira-gallery id=”49196″]

Η Σάντα Κλάρα

Η διαδρομή από το Τρινιδάδ διήρκεσε περίπου 2 ώρες. Η Σάντα Κλάρα ανήκει στις μεγάλες πόλεις της Κούβας και βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της χώρας. Δεν έχει να προσφέρει τίποτα ιδιαίτερο στον περισσότερο κόσμο, εκτός από τους «αριστερόχειρες» όπως ο Κώστας, καθώς εδώ βρίσκεται το λίκνο της ιδεολογίας… το μαυσωλείο του Τσε Γκεβάρα.

Η συγκεκριμένη πόλη φαίνεται να είναι λίγο πιο αχούρι από τα υπόλοιπα μέρη που έχουμε δει μέχρι τώρα. Τα σπίτια είναι πιο απλά και μικρά, ενώ οι δρόμοι δεν είναι στα καλύτερά τους. Μόνο στην κεντρική πλατεία υπάρχει μία υποτυπώδης κακόγουστη καλαισθησία.

Το παγωτό Coppelia

Η ευχάριστη έκπληξη είναι ότι επιτέλους θα δοκιμάσουμε το περίφημο παγωτό Coppelia. Λογικά, θα ρωτήσετε, γιατί τόση φασαρία για αυτό το παγωτό; Δεν είναι ένα απλό παγωτό, έχει επαναστατική ιστορία και προπαγανδιστικό χαρακτήρα. Ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Φιντέλ Κάστρο τη δεκαετία του ’60, που ήθελε να ανταγωνιστεί τις μεγάλες αμερικανικές μάρκες σε ποικιλία προσφέροντας τον εκπληκτικό για την εποχή αριθμό των 26 γεύσεων και 25 συνδυασμών. Αγοράζοντας, μάλιστα, μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας από την Ολλανδία και τη Σουηδία. Εξάλλου, είναι ό,τι κοντινότερο στην ντόπια κουλτούρα που μας δίνεται η ευκαιρία να δοκιμάσουμε.

Στην είσοδο έχει ένα ταμείο εισπράκτορα από όπου προμηθευόμαστε τα κουπόνια της παραγγελίας μας. Ελπίζω να καταλάβατε ότι το παραπάνω συνεπάγεται και αργοκίνητη ουρά κόσμου. Κατόπιν περνάμε στον πάγκο σερβιρίσματος όπου από την πίσω μεριά μια σειρά από μεσήλικες έως ηλικιωμένες κυρίες με ροζ φορεσιές γεμίζουν τα πιάτα. Και τέλος καταλήγουμε σε ένα τραπεζάκι να απολαμβάνουμε Ensalada De Helados, δηλαδή Σαλάτα Παγωτού, δηλαδή μίξη από πέντε μπάλες παγωτού στην τιμή των 20 λεπτών του ευρώ. Και επειδή οι μέρες της δόξας έχουν παρέλθει, να σημειώσουμε ότι πλέον παράγονται το πολύ δύο διαφορετικές γεύσεις την ημέρα.

Το μαυσωλείο του Τσε

Ενα πάρκο, το μνημείο και το μουσείο που είναι αφιερωμένα στον ήρωα της επανάστασης Τσε Γκεβάρα συνθέτουν το συγκρότημα που έχει δημιουργηθεί προς τιμήν του γύρω από το σημείο ταφής. Το μπρούτζινο ολόσωμο άγαλμα είναι στραμμένο νοτιοδυτικά, συμβολίζοντας το όραμά του για μία ενωμένη Λατινική Αμερική. Η φράση «Hasta La Victoria Siempre» που είναι χαραγμένη, ακολουθούσε κάθε επιστολή του προς τον Φιντέλ και σημαίνει «Μέχρι τη νίκη, πάντα».

Το πρόβλημα για εμάς τη συγκεκριμένη στιγμή είναι η αφόρητη ζέστη. Ο Κώστας χρησιμοποιεί μια μισοσπασμένη ομπρέλα για να προστατευτεί από τον ήλιο. Εγώ από τη άλλη, που συνήθως δεν έχω πρόβλημα με τις υψηλές θερμοκρασίες, είμαι ελαφρώς αδιάθετος και έχω βγάλει πολλές μικρές φουσκάλες στο μέτωπο και τον λαιμό μετά το Βαραδέρο. Αποτέλεσμα του θαλασσινού νερού σε συνδυασμό με την ψιλή κρυσταλλική άμμο, τις υψηλές θερμοκρασίες και τον ιδρώτα. Κάτι που πιθανότατα θα είχα αποφύγει αν έκανα ντους στην παραλία αμέσως μετά το μπάνιο.

Περιμένοντας το λεωφορείο

Το υπόλοιπο της μέρας περιπλανιόμαστε στη γειτονιά του σταθμού λεωφορείων μέχρι την αναχώρηση για το Σαντιάγκο ντε Κούβα. Οι επιλογές για φαγητό είναι αρκετές αλλά αμφιβόλου ποιότητας. Τα υποτιθέμενα μικροσκοπικά εστιατόρια είναι στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο και μοιάζουν περισσότερο με εντοιχισμένες καντίνες. Αναγκαστικά επιλέγουμε το λιγότερο χάλια που έχει ως σπεσιαλιτέ την πίτσα-διάρροια. Το όνομα το έδωσε αυθαίρετα η Μαρία, χωρίς να υπάρχουν επιβεβαιωμένα συμπτώματα, μόνο και μόνο από την όψη.

Ενα εμπορικό κατάστημα απέναντι από τον σταθμό μάς δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τις τάσεις της εγχώριας αγοράς και από ένα σούπερ μάρκετ προμηθευόμαστε διάφορα σνακ για τη διαδρομή. Το λεωφορείο έχει καθυστέρηση, πράγμα που μας δίνει την ευκαιρία να παρατηρήσουμε καλύτερα το κτίσμα. Σε έναν τοίχο του διακρίνεται αμυδρά η γνωστή προσωπογραφία του Τσε. Αυτή η ξεθωριασμένη φιγούρα ίσως να αντιπροσωπεύει τη γενικότερη ιδέα του κόσμου απέναντι στην επανάσταση που έχει ολοκληρώσει το έργο της.

Το μοναδικό ολονύχτιο δρομολόγιο του ταξιδιού θα το προτιμούσα με τρένο. Τέλος πάντων, δεν είναι άσχημο και το λεωφορείο… να θυμηθούμε τα καλά της Λατινικής Αμερικής. Στη διάρκεια της διαδρομής αντιλαμβανόμαστε τον λόγο της καθυστέρησης. Αντί να κινείται στον αυτοκινητόδρομο κανονικά, στην αριστερή λωρίδα, ακολουθεί έναν πιο εγκάρσιο τρόπο. Είχαμε ακούσει για την κακή ποιότητα των δρόμων στο νότιο κομμάτι της χώρας αλλά δεν φανταστήκαμε ότι κατά τόπους είναι χειρότεροι από τα μη ασφαλτοστρωμένα κομμάτια.

Το Σαντιάγκο ντε Κούβα

Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κούβας που κάποτε διετέλεσε καθήκοντα πρωτευούσης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη νεότερη ιστορία της χώρας. Σπίθα της επανάστασης αποτέλεσε η επίθεση στον στρατώνα της πόλης από μία μικρή ομάδα ενόπλων με επικεφαλής τον Φιντέλ Κάστρο.

Εμείς από την άλλη αισθανόμαστε ελαφρώς ταλαιπωρημένοι από το 12ωρο ταξίδι. Η Μαρία αρνείται να λειτουργήσει αν δεν της παρασχεθεί επειγόντως ένα continental πρωινό με αβγά, μπέικον και άφθονο καφέ. Κάνει μία μικρή παραχώρηση επειδή τυχαίνει να βρισκόμαστε δίπλα στο νεκροταφείο όπου βρίσκεται ο τάφος με τις στάχτες του ηγέτη της χώρας Φιντέλ Κάστρο. Την ώρα που φτάνουμε εκτυλίσσεται ένα μικρό άγημα. Μεταφέρουμε τους χαιρετισμούς από τον συναγωνιστή Τσε και τον κατσαδιάζουμε ελαφρώς που δεν ανέβαλε τον θάνατό του κατά επτά μήνες ώστε να τον προλάβουμε ζωντανό.

Τέρμα οι παραχωρήσεις. Ταξί και καρφί στο κέντρο της πόλης χωρίς περαιτέρω συζητήσεις. Λίγο ερείπιο το τροχοκίνητο που διαθέτει τα απολύτως απαραίτητα για να κάνει τη δουλειά του. Ευχαριστημένοι να είμαστε που έχει πόρτες. Οι μύγες δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν.

Η επιθυμία της Μαρίας γίνεται πραγματικότητα στο εστιατόριο που βρίσκεται στην ταράτσα ξενοδοχείου μπροστά στην πλατεία του δημαρχείου.

Τελευταίες ώρες στην Κούβα

Στο Σαντιάγκο ντε Κούβα ήρθαμε για δύο λόγους, και ο ένας έχει ήδη εκπληρωθεί. Ο δεύτερος λόγος είναι να πάρουμε αεροπλάνο και να περάσουμε απέναντι στην Αϊτή. Η πτήση είναι στις 5 το απόγευμα πράγμα που μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε την πόλη. Στην ουσία, το ενδιαφέρον εμπορικό κομμάτι βρίσκεται μεταξύ των δύο κεντρικών πλατειών. Οπότε το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να κατευθυνθούμε προς τη δεύτερη. Αρκετός κόσμος περιφέρεται ανάμεσα στα μαγαζιά και τα φαγάδικα. Αν και πολλοί τουρίστες δεν φτάνουν μέχρι αυτό το απομακρυσμένο σημείο της χώρας, συναντάμε αρκετά σουβενιράδικα για τις τελευταίες μας αγορές. Για φαγητό-κολατσιό περιοριζόμαστε στα λουκανικοπιτάκια της Θεοπούλας.

Στη δεύτερη πλατεία συναντάμε τον άνθρωπό μας. Εναν νταβατζή. Δεν έχει τίποτα, αλλά μπορεί να σου βρει τα πάντα. Ο,τι κι αν ζητήσεις θα τρέξει και θα σου το φέρει, από «αυθεντικά» πούρα μέχρι σπιτικό ρούμι. Εμείς δεν έχουμε χώρο στις βαλίτσες μας για περισσότερα υλικά αγαθά, το μόνο που μας νοιάζει είναι το πώς θα πάμε στο αεροδρόμιο. «Μην ανησυχείτε, εγώ είμαι εδώ», μας λέει και μας τραβάει σε ένα παραδίπλα σοκάκι. Μας καθίζει σε ένα παγκάκι και εξαφανίζεται. Μετά από λίγο καταφθάνει με ένα τζιπ μινιατούρα και τον οδηγό του.

Αφιξη στην Αϊτή

Η πτήση για την πρωτεύουσα της Αϊτής διαρκεί περίπου μία ώρα. Από τον κόσμο στο αεροπλάνο γίνεται αισθητό ότι έχουμε να κάνουμε με ένα εντελώς διαφορετικό είδος ανθρώπων. Μία πιο σκούρα και στρογγυλοπρόσωπη φυλή με καθαρά αφρικάνικα χαρακτηριστικά. Καμία σχέση με τις 50 αποχρώσεις του καφέ που συναντήσαμε στην Κούβα. Οταν, δε, προσγειωνόμαστε και μπαίνουμε στην αίθουσα αφίξεων, διαπιστώνουμε εμφανείς διαφορές στο στυλ και την κουλτούρα. Ολοι οι επιβαίνοντες τρέχουν σαν παλαβοί να προλάβουν να φτάσουν πρώτοι στον γκισέ ελέγχου… προσπερνούν ο ένας τον άλλον, πηδάνε πάνω από καρέκλες, παρακάμπτουν διαχωριστικά προτεραιότητας, λες και βγήκε ανακοίνωση για βόμβα.

Για την είσοδο στη χώρα, απαιτείται η συμπλήρωση μιας πράσινης καρτέλας. Μια υπάλληλος έχει αναλάβει το μοίρασμα των συγκεκριμένων εντύπων. Διακατέχεται, όμως, από μια δόση ειρωνείας και σαδισμού. Αντί να αφήσει τις καρτέλες ελεύθερες στον πάγκο, τις μοιράζει μία μία με χαλαρούς ρυθμούς στις δεκάδες των απλωμένων χεριών που τις αποζητούν με μανία. Και μόλις εξαντλείται το πάκο που κρατάει, αναφωνεί ότι τελειώσανε. Και μένουν όλοι να αναρωτιούνται αν θα περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στο αεροδρόμιο. Μέχρι να σκύψει και να σηκώσει ένα νέο πάκο.

Οι υπάλληλοι που ελέγχουν τα διαβατήρια, αδυνατούν να πιστέψουν την αιτιολογία της επίσκεψής μας και κοιτούν ο ένας τον άλλον. Νομίζουν ότι τους κοροϊδεύουμε λέγοντας ότι ήρθαμε για τουρισμό. Μάλιστα, δεν γνωρίζουν την ακριβή διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσουν σε αυτήν την περίπτωση. Για παράδειγμα, μόνο η Μαρία και εγώ πληρώσαμε ένα ειδικό τέλος.

[envira-gallery id=”49197″]

Υπηρεσία υποδοχής

Η αλλαγή συναλλάγματος στο αεροδρόμιο είναι εξαιρετικά ασύμφορη και τα ATM δεν μας κάνουν τη χάρη να δουλέψουν. Οπότε, πέφτουμε στην ανάγκη του νταβατζή καλωσορίσματος. Είναι κάτι παρόμοιο με αυτόν που συναντήσαμε στο Σαντιάγκο με μια διαφοροποίηση ως προς τις υπηρεσίες και το κόστος της προμήθειάς του. Αυτός αναλαμβάνει να κάνει συνάλλαγμα, να προτείνει ξενοδοχείο ή να σε μεταφέρει όπου θελήσεις. Είναι αρκετά επίμονος και κολλιτσίδας. Οπότε, τον παραμερίζουμε για να μπορέσουμε να συσκεφτούμε με την ησυχία μας. Αποφασίζουμε να τον προτιμήσουμε παρά την εκμετάλλευση για τον λόγο του ότι δεν έχουμε ντόπια χρήματα στα χέρια μας για να πάρουμε ταξί για το ξενοδοχείο. Ασε που μετά από τόσο μπούρου μπούρου έχουμε αποκτήσει άλλη οικειότητα.

Ο νταβατζής δεν αρκείται στο κέρδος από τη μεταφορά και επιμένει να μας πάει σε ένα καλό ξενοδοχείο που γνωρίζει, ισχυριζόμενος ότι στη διεύθυνση που του δώσαμε δεν υπάρχει κανένα. Βλέποντας ότι δεν μπορεί να μας μεταπείσει, δηλώνει προθυμία μαζί με τον οδηγό του να μας εξυπηρετήσουν σε οποιαδήποτε μετακίνηση χρειαστούμε στο μέλλον. Του εξηγούμε ότι με τέτοιες τιμές δεν έχουμε σκοπό να τον ξαναπροτιμήσουμε. Και μας εξηγεί ότι τώρα που γνωριστήκαμε θα μας κλέψει λιγότερο. Οσο για το ξενοδοχείο, δεν γνώριζε την ύπαρξή του, αλλά ούτε φανταζόταν ότι θα μπορούσε να υπάρχει κάτι στη συγκεκριμένη τοποθεσία. Μάλιστα, πήρε μερικές κάρτες για να το έχει στα υπ’ όψιν του.

Το ξενοδοχείο

Πρώτα από όλα να ξεκαθαρίσουμε κάτι… το Πορτ ο Πρενς όντως δεν είναι μέρος για τουρίστες. Επίσης, από πλευράς επιχειρηματικότητας, δεν θα έλεγα ότι μπορεί κάποιος ξένος να κάνει δουλειές με φούντες, εκτός κι αν κάνει δουλειές με «φούντες», αν καταλαβαίνετε τι εννοώ; Αρα, για ποιον λόγο να έχει ξενοδοχεία; Ο μόνος λόγος που μπορεί να φέρνει ξένο κόσμο είναι οι αμέτρητες ΜΚΟ. Ενα το κρατούμενο.

Από κει και πέρα, η καλή γειτονιά της πόλης δεν είναι σίγουρα το κέντρο, αλλά τα υπερυψωμένα «κυριλέ» προάστια όπως το Πετιόν Βιλ. Οπότε, αν υπάρχει κάποιου είδους σύγχρονο και κοινώς αποδεκτό ξενοδοχείο θα βρίσκεται εκεί. Δεύτερο κρατούμενο.

Εμείς που δεν είμαστε εδώ για δουλειές και μας ενδιαφέρει να βρισκόμαστε στην καρδιά της πόλης, επιλέξαμε το Park Hotel. Το οποίο αποδείχθηκε ένα αποικιακό διαμάντι, καλά κρυμμένο ανάμεσα στα χαλάσματα και τη βαβούρα του κέντρου. Ξεχασμένο από τον χρόνο, περιμένει νωχελικά τους λιγοστούς πελάτες που το προτιμούν ακόμα. Διάδρομοι με κολώνες και ανεμιστήρες στα ταβάνια. Ψηλόλιγνες ξύλινες καρέκλες στην τραπεζαρία, κοντόχοντρες στο καθιστικό, κουνιστές στη βεράντα. Μεγάλα, ψηλοτάβανα δωμάτια. Βαριά ξύλινα ντεκόρ αραιά σπαρμένα στους χώρους με τον πάγκο της ρεσεψιόν να θυμίζει εκκλησιαστικό τέμπλο.

Από την άλλη, το υπαλληλικό προσωπικό, να κινείται σε χαλαρούς ανέμελους ρυθμούς, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους συμπατριώτες τους. Ολα αυτά, συνδεδεμένα με τον ιδιοκτήτη. Εναν πράο, βαρύ, ευγενή, ηλικιωμένο Γάλλο έποικο που γνωρίζει δυο-τρεις γλώσσες και κάθεται όλη μέρα σε ένα τραπεζάκι χαμένος στους υπολογισμούς του ή διαβάζοντας τα νέα στην εφημερίδα.

Η πρώτη εντύπωση

Μέχρι να βολευτούμε στο ξενοδοχείο, μας έχει προλάβει η νύχτα. Αυτό που δεν έχουμε καταφέρει ακόμα, είναι να κάνουμε συνάλλαγμα. Ο ρεσεψιονίστ μας ενημερώνει ότι στο επόμενο οικοδομικό τετράγωνο υπάρχει σούπερ μάρκετ με ανταλλακτήριο. Αλλά θα πρέπει να βιαστούμε αν θέλουμε να το προλάβουμε ανοιχτό, γιατί κλείνει στις 8. Το βρίσκουμε ως μία καλή ευκαιρία για να τσεκάρουμε τι «παίζει» στη γειτονιά. Ενδεχομένως να εντοπίσουμε κανένα μπαράκι για αργότερα. Αλλά, τι μπαράκια και χαζομάρες… μόλις βλέπουμε το μπάχαλο που επικρατεί στους δρόμους αποφασίζουμε να αμπαρωθούμε στο ξενοδοχείο.

Δεν αντιλέγω, μπορεί μετά από μερικές μέρες να συνηθίζαμε αυτήν την κατάσταση. Αλλά, το μέρος εμφανώς δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Θα μου πείτε ότι τα ίδια έλεγα και για την Αβάνα. Σωστά, αλλά μετά το ανακάλεσα. Και στο Ρίο ήταν επικίνδυνα αλλά δεν φαινότανε. Ισως να επηρεάζει το θέμα του φωτισμού. Εδώ που βρισκόμαστε, η κύρια πηγή φωτισμού του δρόμου είναι τα αυτοκίνητα, και δεν είμαστε σε κανένα απόμερο χωριουδάκι. Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, αλλά security με αυτόματα πολυβόλα κρεμασμένα στον ώμο, σαν να έχουμε πόλεμο, μέσα σε σούπερ μάρκετ, δεν έχω ξαναδεί. Οπότε, κάναμε το συνάλλαγμά μας, αγοράσαμε μερικές μπίρες και καθίσαμε ήσυχα ήσυχα στον προαύλιο χώρο να τις πιούμε, μέχρι που πήγαμε για ύπνο.

Η δεύτερη εντύπωση

Η δεύτερη εντύπωση για την πρωτεύουσα είναι περίπου σαν τη χθεσινοβραδινή, αλλά με φως. Αυτή η πόλη είναι ισοπεδωμένη. Παρότι έχουν περάσει επτά χρόνια από τον καταστροφικό σεισμό, τα περισσότερα κτήρια εξακολουθούν να παραμένουν γκρεμισμένα. Καμία προσπάθεια αναστήλωσης, σα να μην τους ενδιαφέρει. Ακόμα και κτήρια όπως το προεδρικό μέγαρο ή ο καθεδρικός ναός μοιάζουν βγαλμένα από ταινίες καταστροφής. Μερικά κεντρικά κομμάτια έχουν χωματόδρομο. Κυκλοφορεί τόσος κόσμος, που σε κάνει να αναρωτιέσαι: πού μένουν όλοι αυτοί; Υπάρχουν διάφοροι καταυλισμοί γύρω από την πόλη, αλλά και πάλι…

Οι πιο επίμονοι είναι αυτοί που πουλάνε πίνακες ζωγραφικής φτιαγμένους από τα χεράκια τους. Κουβαλούν επάνω τους αρκετούς καμβάδες τυλιγμένους σε ρολά και τους ξετυλίγουν έναν προς έναν μέχρι να βρεθεί κάποιος της αρεσκείας σου. Για αυτούς, το «δεν θέλω» αποτελεί άγνωστη πρόταση. Περισσότερο το εκλαμβάνουν ως «δεν μου αρέσει». Οπότε, όσο κι αν επιμένεις ότι δεν θες να αγοράσεις, τόσο περισσότερους σου δείχνουν. Η Μαρία θεωρεί ότι έχουν παρακολουθήσει μαθήματα μάρκετινγκ.

Σε ένα ξέφωτο συναντάμε μερικά παιδάκια που παίζουν. Με το που μας βλέπουν, πλησιάζουν ζητώντας να τους δώσουμε κάτι. Η Μαρία κρίνει ότι είναι καλή ευκαιρία να εκμεταλλευτούμε τα χρωματιστά μολύβια που κουβαλούσαμε μαζί μας για παρόμοιες περιπτώσεις στην Κούβα. Τους δίνουμε από ένα σετ στο κάθε ένα. Γεμάτα χαρά τρέχουν να το πουν στους γονείς τους που κάθονται στις γύρω καλύβες. Τα νέα διαδίδονται αμέσως και μετά από λίγο έρχονται κι άλλα παιδιά ζητώντας μολύβια, αλλά τα λιγοστά αποθέματά μας τελείωσαν ήδη από την πρώτη φουρνιά.

Τα καταστήματα

Τα μαγαζιά αποτελούνται από στριμωγμένους πάγκους που περιστοιχίζουν τα οικοδομικά τετράγωνα. Φανταστείτε μια εμποροπανήγυρη επί μονίμου βάσεως να εκτείνεται σχεδόν σε όλη την πόλη. Η ποικιλία των προϊόντων και των υπηρεσιών καλύπτει όλες τις απαιτήσεις. Εμείς, που χρειάστηκε κάποια στιγμή να περάσουμε από την πίσω μεριά κάποιων «επιχειρήσεων», βρεθήκαμε μούρη με μούρη με τους υπαλλήλους ενός service τη στιγμή που επισκεύαζαν. Ενώ, τα φωτοτυπεία και τα γραφεία γραμματειακής υποστήριξης δεν χρειάζονται κάτι παραπάνω από ένα τραπεζάκι με έναν υπολογιστή και ένα φωτοτυπικό μηχάνημα.

Μόνο κάτι μαγαζιά με την επιγραφή «bank» στεγάζονται σε υποτυπώδη κτίσματα με κάγκελα χωρίς να θυμίζουν τράπεζες. Μπορεί να ασχολούνται με χρηματικές συναλλαγές ή με τζόγο γιατί αναγράφουν και τη λέξη lotto. Τα σκουπίδια δεν είναι πρόβλημα. Τα πετάνε όπου βρουν ή στην καλύτερη τα μαζεύουν σε μεγάλες στοίβες στη μέση του δρόμου και τους βάζουν φωτιά. Η κατάσταση αυτής της ταλαιπωρημένης χώρας αποτυπώνεται και στα χαρτονομίσματα που είναι βρώμικα και πολυχρησιμοποιημένα, σαν πατσαβούρια. Γενικά, οι άνθρωποι και η συνολική κατάσταση δεν ταιριάζουν με την Καραϊβική, αλλά με την Αφρική. Επίσης, δεν γουστάρουν να τους φωτογραφίζεις.

Το εθνικό μουσείο

Το εθνικό μουσείο που επισκεφτήκαμε είναι σε καλή κατάσταση, και όχι μόνο, αφού η Μαρία το χαρακτηρίζει ως αριστούργημα αρχιτεκτονικής. Με την ευκαιρία να πούμε ότι δεν έχει κάτι ουσιαστικά ενδιαφέρον, εκτός από την άγκυρα της ναυαρχίδας «Santa Maria» του Κολόμβου. Κυρίως, αποτελείται από πίνακες ζωγραφικής, οι οποίοι είναι αρκετά συμπαθητικοί με έντονα χρώματα. Αστείοι κατά κάποιον τρόπο, είναι αυτοί που απεικονίζουν ηγέτες και ευγενείς του 19ου αιώνα. Βλέπουμε Αφρικανούς ντυμένους με ρούχα εποχής Ναπολέοντα.

Δύο δημοτικά σχολεία, ένα αρρένων και ένα θηλέων, ξεναγούνται στα εκθέματα από τους δασκάλους τους. Φοράνε τη στολή του σχολείου τους, ροζ φορεματάκια τα κορίτσια, με ροζ σοσονάκια και κορδέλες στα μαλλιά, κοντό παντελόνι και πουκάμισο τα αγόρια, επαναλαμβάνουν με μια φωνή αυτά που τους εξηγούν οι δάσκαλοί τους. Ξανά και ξανά. Είναι τυχερά, η Αϊτή είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που δεν παρέχει δωρεάν παιδεία.

Η γκαλερί τέχνης

Πήγαμε και σε μία γκαλερί τέχνης. Για προσπαθήστε να φανταστείτε πώς μοιάζει μια γκαλερί τέχνης… ε, καμία σχέση. Καθώς περπατάμε στους δρόμους, συναντάμε την επιγραφή «Atis Rezistans» που σημαίνει καλλιτεχνική αντίσταση. Κοντοστεκόμαστε λίγο, και αποφασίζουμε να μπούμε… Σκηνή, κλακέτα, πάμε… Οι τρεις ντετέκτιβ εισέρχονται σε ένα αδιέξοδο στενό. Τα στοιχεία τούς οδήγησαν σε αυτό το γκέτο που διοικείται από μία συμμορία μαύρων.

Στο βάθος, ένας σχετικά λεπτοκαμωμένος τύπος, κάθεται σε μια καρέκλα σκαλίζοντας ένα κομμάτι ξύλου. «Ηρθαμε για την γκαλερί τέχνης», του λένε. Τους κοντοζυγώνει… Απλώνει το χέρι του και χτυπά συνθηματικά την πόρτα δίπλα του. Μετά από λίγο, ξεπροβάλει ένας ψηλός, γεροδεμένος «φουσκωτός». «Αυτοί ήρθαν για την γκαλερί» του λέει. «Χα! Ελάτε σε μένα», αναφωνεί και ανοίγει διάπλατα την πόρτα κάνοντας νόημα να περάσουν.

Οι τρεις ήρωες εισέρχονται στον χώρο με τα βλέμματα χαμηλά για να μη δώσουν δικαιώματα. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι από ανθρώπινα οστά, καρφιά, παλιοσίδερα, λάστιχα αυτοκινήτων και οτιδήποτε μπορεί να βρεθεί σε μία χωματερή. Μπλεγμένα σε ποικίλους συνδυασμούς και μεγέθη που θυμίζουν τοτέμ. Ο χώρος είναι γεμάτος από αυτά δημιουργώντας ένα απόκοσμο περιβάλλον. Οι τρεις ντετέκτιβ αντιλαμβάνονται ότι δεν ήταν καλή ιδέα να επισκεφτούν τον χώρο χωρίς ενισχύσεις. Προβαίνουν σε μία σύντομη επιφανειακή περιήγηση για να μην κινήσουν υποψίες και την «κάνουν» με ελαφρά πηδηματάκια.

[envira-gallery id=”49198″]

Αστική συγκοινωνία

Αυτά όσον αφορά τον κεντρικό τομέα της πόλης που συνήθως, ανά τον κόσμο, είναι πιο λαϊκός. Υπάρχει, όμως, και η καλή γειτονιά, τα βόρεια προάστια ή το Κολωνάκι. Θα χρειαστούμε μεταφορικό μέσο για να πάμε. Τα ταπ-ταπ είναι ο πιο διαδεδομένος τρόπος μετακίνησης. Ανήκουν στην αγαπημένη κατηγορία του Κώστα, αυτή των μίνι-βαν όπως τα ότομπους και τα ντολμούς. Η βασική διαφορά τους από τα προαναφερθέντα είναι στην εμφάνιση.

Ζωγραφισμένα με έντονα χρώματα και στολισμένα με διάφορα αξεσουάρ όπως πρόσθετα φανάρια, προστατευτικά, αεροτομές, λασπωτήρες, σημαίες και άλλα. Ακολουθούν ξεχωριστή θεματολογία το καθένα, από λουλούδια, τοπία και διάφορες φιγούρες ανθρώπων και ζώων μέχρι σούπερ ήρωες όπως ο σούπερμαν ή ο μπάτμαν. Το καθένα από αυτά προσπαθεί να περάσει το δικό του μήνυμα που συνήθως αφορά την αγάπη και την ειρήνη. Απόλυτος ροκ σταρ που εμφανίζεται σε αρκετά από αυτά είναι ο Ιησούς Χρηστός. Παρότι προσδίδουν έναν ευχάριστο και αισιόδοξο τόνο στην πόλη, είναι λίγο γύφτικα αν το καλοσκεφτείς.

Είναι ωραίο να τα βλέπεις να κυκλοφορούν, αλλά μέχρι εκεί. Οπότε, για τη μετακίνησή μας, επιλέξαμε ένα πιο λιτού τύπου λεωφορειάκι. Μια κυρία μας καλωσορίζει και κάνει χώρο για να κάτσουμε. Μας δίνει οδηγίες για το πού θα πρέπει να κατεβούμε και μας πληρώνει τα εισιτήρια. Αυτό ήταν το πιο έντονο δείγμα ευγενούς συμπεριφοράς που συναντήσαμε σε διάφορες συναναστροφές μας στην Αϊτή.

Το Κολωνάκι

Το Πετιόν Βιλ στους πρόποδες του βουνού, βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα από το κέντρο. Εδώ δεν υπάρχουν γκρεμισμένα κτήρια. Η διαφορά βιοτικού επιπέδου είναι αισθητή. Το ενδιαφέρον μας κεντρίζει η λειτουργία σε μία εκκλησία. Καθόμαστε λίγο για να παρακολουθήσουμε μια χορωδία με θρησκευτική μαύρη μουσική και ενθουσιώδες κήρυγμα. Ο Κώστας έχει κάνει την έρευνά του ως υπεύθυνος σίτισης και έχει επιλέξει ένα λιβανέζικο εστιατόριο για τη σημερινή ημέρα. Ο χώρος είναι ανέλπιστα κυριλέ δεδομένων των μέχρι στιγμής εμπειριών μας και αποπνέει μία ζεστή και οικεία ατμόσφαιρα, προδιαθέτοντάς μας ευχάριστα. Η απαλή μουσική κάνει τον Κώστα να αισθάνεται σαν σε ελληνική μπουάτ. Η πολυπολιτισμικότητα σε όλο της το μεγαλείο… βρισκόμαστε σε λιβανέζικο στη μακρινή Αϊτή και ακούμε την Αλέκα Κανελλίδου να τραγουδά το «Ασε με να φύγω».

Πέφτει η νύχτα στο Πορτ ο Πρενς. Μέχρι να τελειώσουμε το γεύμα μας έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει και δεν αισθανόμαστε άνετα να κυκλοφορούμε νυχτιάτικα. Περπατάμε προς το κέντρο της περιοχής όπου επικρατεί ένας πανζουρλισμός. Από ό,τι φαίνεται, είναι η ώρα του σχολάσματος και όλος ο κόσμος ψάχνει για μεταφορικό μέσο. Οπως προείπα για τη νοοτροπία αυτών των ανθρώπων, δεν υπάρχει καμία σειρά και τάξη. Ολοι μαζί προσπαθούν να χωθούν όπου βρουν δημιουργώντας μια κατάσταση άτακτης υποχώρησης. Πράγμα που δυσκολεύει αρκετά τη δική μας αναζήτηση. Αφού διαπιστώνουμε ότι δεν έχουμε καμία ελπίδα, μπαίνουμε σε ένα εστιατόριο-μπαρ και ζητάμε από τον ιδιοκτήτη να μας καλέσει ένα ταξί. Ετσι γλιτώνουμε και το ψιλόβροχο που ξεκίνησε.

Το ταξί στην Αϊτή

Ως ταξί μας παρουσιάζεται ένα ντάτσουν με κλούβα που μπορεί να χωρέσει οχτώ στριμωγμένα άτομα στην καρότσα του. Συνήθως, εκτελεί δρομολόγια μεταφέροντας κόσμο αλλά στην προκειμένη περίπτωση έχουμε κάνει πριβέ κράτηση. Δηλαδή, αποβιβάζει αυτούς που έφερε και δεν δέχεται άλλους εκτός από εμάς. Πράγμα που το μετουσιώνει σε ταξί. Για να μην τα πολυλογώ… τρακάραμε μετωπικά με ένα περιπολικό. Ευτυχώς με σχετικά μικρή ταχύτητα που περιόρισε τους τραυματισμούς. Μόνο η συνοδηγός χτύπησε το κεφάλι της στο παρμπρίζ και έτρεχαν αίματα, αλλά είχε τις αισθήσεις της.

Η Μαρία από την άλλη, που είχε καθίσει από την εσωτερική μεριά, δέχθηκε την πίεση από τον Κώστα και εμένα που πέσαμε επάνω της. Αν υπολογίσουμε το συνολικό μας βάρος και την ταχύτητα με την οποία πηγαίναμε, θα πρέπει να δέχθηκε στιγμιαία μια δύναμη της τάξεως των 20.000 νιούτον που είναι ίση με βάρος δύο τόνων, αποδεικνύοντας ότι είναι γερή κράση, σε αντίθεση με το κινητό στην τσάντα της που έγινε θρύψαλα.

Μετά το συμβάν, ακολουθούν οι γνωστές κλασικές σκηνές… όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν βγει έξω και προσπαθούν να εκτιμήσουν ζημιές και υπαιτιότητες, ενώ ταυτόχρονα έχει μπλοκάρει ο δρόμος σχηματίζοντας ατελείωτες ουρές από αυτοκίνητα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Κανένας όμως, δεν πέρασε να μας ρωτήσει αν είμαστε καλά. Πράγμα που μας δίνει την εντύπωση των παρείσακτων. Αλλο που δεν θέλουμε, καθώς ενδεχόμενο μπλέξιμο στην ιστορία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη συνέχιση του ταξιδιού. Οπότε, διακριτικά και τοίχο τοίχο… εξαφανιζόμαστε.

Λεωφορείο για Καπ Αϊτιέν

Ξημερώματα, επιβιβαζόμαστε στο ταξί που ήρθε να μας παραλάβει από το ξενοδοχείο. Το λεωφορείο για το Καπ Αϊτιέν αναχωρεί στις 7.00, αλλά φεύγει αρκετά αργότερα. Στη διαδρομή έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε καλύτερα τους ντόπιους. Συναντάμε αρκετά παζάρια εκτός πόλεων που επικρατεί το αδιαχώρητο. Ασχέτως αν είχε βρέξει το προηγούμενο βράδυ και είναι όλα μες στις λάσπες. Ο οδηγός κορνάρει συνεχώς και ακατάπαυστα για να κάνουν στην άκρη οι υπόλοιποι ή για να αποσπάσει την προσοχή τους. Δεν μπορείτε να φανταστείτε για πόσο κορνάρισμα μιλάμε. Ενα επιπλέον έντονο χαρακτηριστικό είναι η μουσική. Ακούμε την ίδια κασέτα ξανά και ξανά με επιλογές από γκόσπελ χιτ.

Εκτός από την καθυστέρηση στην αναχώρηση, υπάρχει καθυστέρηση και στη διαδρομή. Λίγα κομμάτια δρόμου επιτρέπουν την ανάπτυξη ταχύτητας. Ειδικά το δεύτερο μέρος είναι σχεδόν όλο υπό κατασκευή. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να καταστρατηγηθεί το πρόγραμμα της ημέρας. Μια μικρή ξώφαλτση βόλτα στην πόλη, φαγητό και ξεκούραση στο ημιπολυτελές ξενοδοχείο μας, καθότι είμαστε και τραυματίες.

Η Δομινικανή Δημοκρατία

Η σημερινή μέρα δεν διαφέρει πολύ από την προηγούμενη. Εκτός του γεγονότος, ότι δεν υπάρχει επιβεβαιωμένος τρόπος μετακίνησης. Κάτι το οποίο ξεκαθαρίζεται με μία επίσκεψή μου στο πιθανό σημείο αναχώρησης. Ξεκινάμε πρωινιάτικα για το Σαντιάγκο ντε λος Καμπαλέρος, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Δομινικανής Δημοκρατίας. Τα συναισθήματα για την Αϊτή που εγκαταλείπουμε ποικίλλουν. Η Μαρία θέλει να φύγει από αυτήν την παλιοχώρα, ενώ ο Κώστας λέει ότι του άρεσε και θα καθότανε λίγο ακόμα.

Στα σύνορα γίνεται η απαραίτητη στάση για τον έλεγχο εγγράφων και αποσκευών. Μερικά πιτσιρίκια έχουν μαζευτεί γύρω από το λεωφορείο και αρπάζουν τις βαλίτσες για να εξυπηρετήσουν στη διαδικασία. Ολες οι τσάντες ανοίγονται και τσεκάρονται σχολαστικά.

Το Σαντιάγκο ντε λος Καμπαλέρος δεν αποτελεί σταθμό του ταξιδιού αλλά ενδιάμεση στάση για μετεπιβίβαση σε άλλο λεωφορείο. Η συγκεκριμένη πόλη αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο για το βόρειο μέρος της χώρας. Με το που κατεβαίνουμε στον σταθμό λεωφορείων καταλαβαίνουμε ότι έχουμε αλλάξει χώρα. Τα πράγματα εδώ είναι πιο αξιοπρεπή. Μεγάλη διαφορά από τη γειτονική Αϊτή.

Αργά το απόγευμα καταφθάνουμε στον προορισμό μας. Η ευρύτερη περιοχή της πόλης Πουέρτο Πλάτα είναι ένας από τους τουριστικούς προορισμούς της χώρας με πρόσβαση σε αξιόλογες παραλίες, χωρίς να χρειάζεται να διανύσεις μεγάλες αποστάσεις σε κατσικόδρομους για να τις προσεγγίσεις. Προς το παρόν, αρκούμαστε σε μία βόλτα στην παραλιακή και ένα βραδινό δείπνο στο πιο εμφανίσιμο -και όχι στο προτεινόμενο- από τα φαγάδικα. Στην απέναντι μεριά του δρόμου συναντάμε ομάδες ανθρώπων να έχουν μαζευτεί γύρω από ένα αμάξι με τέρμα τη μουσική, να χορεύουν και να ψήνουν κρεατικά. Η Μαρία αναρωτιέται πού θα πάμε για μπάνιο στη θάλασσα, βλέποντας όλα τα σκουπίδια και ενδεχομένως απόβλητα της πόλης γεμάτα κολοβακτηρίδια να επιπλέουν καθ’ όλο το μήκος της ακτής.

Ημέρα μπάνιου

Μετά τις δύο απανωτές ημέρες σε πολύωρα λεωφορεία έφτασε η χαλαρή στιγμή που δεν έχουμε παρά να πάμε για μπάνιο στη θάλασσα. Σε κοντινή απόσταση από το κατάλυμα διέρχεται ανά τακτά διαστήματα ένα βανάκι που εκτελεί κυκλική διαδρομή. Προορισμός, η γειτονική Σοσούα, η παραλία της οποίας είναι πολύ συμπαθητική. Εχει μήκος περίπου ενός χιλιομέτρου με άμμο και ψηλά δέντρα που προσφέρουν ικανοποιητική σκιά. Τουριστικά αξιοποιημένη στο έπακρο, έχοντας μεγάλη ποικιλία από εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, μπαράκια και σουβενιράδικα σε όλο το μήκος της. Ακολουθούμε το μοτίβο του Βαραδέρο… επιλέγουμε ένα από τα εστιατόρια για να αράξουμε και πεταγόμαστε για βουτιές. Μια περαστική μπόρα διακόπτει προσωρινά το πρόγραμμα που κράτησε σχεδόν όλη τη μέρα. Οι βελτιωμένες συνθήκες μας επιτρέπουν να ξεστρατίσουμε το βράδυ για ένα ποτό.

Παρεμπιπτόντως, να πούμε ότι η Μαρία και ο Κώστας εξακολουθούν να φέρουν τραύματα από το τράκο στο Πορτ ο Πρενς. Η Μαρία, συγκεκριμένα, έχει κρεμασμένο το χέρι της από το λαιμό με ένα αυτοσχέδιο ιμάντα στήριξης από φουλάρι και αδυνατεί να το σηκώσει με αποτέλεσμα να χρειάζεται βοήθεια για να φορέσει μία μπλούζα. Ενώ ο Κώστας έχει ελαφριές ενοχλήσεις στην περιοχή της κλείδας.

Η βίλα Καρολίνα

Στο Πουέρτο Πλάτα είχαμε την τιμή να μείνουμε δύο μέρες στη βίλα Καρολίνα. Μια συμπαθητική εξοχική κατοικία. Τα δύο χαρακτηριστικά που έχουμε να θυμόμαστε είναι η εξωπραγματική υγρασία που τρυπάει κόκαλα και ο επικίνδυνος κήπος. Για το πρώτο δεν έχω να σας πω τίποτα γιατί δεν περιγράφεται. Αλλά ο κήπος ήταν πολύ μάγκικος… γεμάτος πανύψηλα δέντρα μάνγκο. Ξέρετε πόσο ζυγίζει ένα τέτοιο φρούτο; Να σας πω εγώ… έως 500 γραμμάρια. Φανταστείτε, λοιπόν, να πέσει στο κεφάλι σας ένα αντικείμενο με βάρος σχεδόν μισό κιλό από ύψος 15 μέτρων. Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, ο κήπος μας ήταν ένα μικρό πεδίο βολής με τουλάχιστον μία πτώση την ώρα. Κάτι που γινόταν αντιληπτό τη νύχτα που πηγαίναμε για ύπνο και τα ακούγαμε. Ειδικά όταν προσγειώνονταν στην τσίγκινη σκεπή του στεγάστρου ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός.

[envira-gallery id=”49199″]

Διαδικαστικά

Η νέα μέρα ξεκινά πάλι με πρωινό λεωφορείο. Αυτή τη φορά πάμε στον Αγιο Δομίνικο. Το αξιοπρεπές οδικό δίκτυο δεν προσθέτει καθυστερήσεις και το μεσημέρι μας βρίσκει στην πρωτεύουσα της χώρας. Εχουμε τέσσερις ώρες στη διάθεσή μας για ένα σύντομο τουρ μέχρι την αναχώρηση του πλοίου. Μας προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι οι ταξιτζήδες στο σταθμό λεωφορείων δεν γνωρίζουν προς τα πού είναι το λιμάνι αναχώρησης.

Τα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρείας «Ferries del Caribe» που εκτελούν το δρομολόγιο μεταξύ της Δομινικανής Δημοκρατίας και του Πόρτο Ρίκο βρίσκονται στην είσοδο της προβλήτας. Ας βγάλουμε τα εισιτήρια, να τα έχουμε στο χέρι, και κάνουμε μετά τη βόλτα μας. Εχει προηγηθεί εκτενής συνεννόηση για τη συγκεκριμένη κράτηση πριν από μήνες με αλλεπάλληλα ακαταλαβίστικα ηλεκτρονικά γράμματα. Χρειάστηκε να ανταλλάξουμε πάνω από 50 μηνύματα και στο τέλος να μην έχουμε ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Εντάξει, καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι δύσκολη η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων που δεν μιλούν κάποια κοινή γλώσσα και ο μεταφραστής της Google, παρότι βοηθάει την κατάσταση, έχει ορισμένα θεματάκια. Αλλά, για αυτήν την απίστευτη ασυνεννοησία, την έλλειψη στοιχειωδών πληροφοριών για το μοναδικό δρομολόγιο που διαχειρίζεται η εταιρεία και την αποστολή λογαριασμού κατάθεσης χρημάτων που δεν υφίσταται πλέον, δεν νομίζω ότι φταίει ο μεταφραστής. Το μόνο που καταφέραμε τελικά, είναι απλά να γνωριστούμε καλύτερα. Με το που μπαίνουμε στα γραφεία αρχίζουμε τις χαιρετούρες. Παρόλα αυτά, χρειάστηκε περίπου μία ώρα για να αγοράσουμε τρία εισιτήρια με καμπίνα.

Γραφειοκρατικά

Βγαίνοντας ανακουφισμένοι από τα γραφεία, μας υποδεικνύουν την είσοδο προς την αποβάθρα. Καθίστε καλά… δεν είναι αστεία τα πράγματα, διότι πρόκειται να μπούμε σε αμερικάνικο έδαφος. Προμηνύεται εξονυχιστικός έλεγχος. Ας περάσουμε ό,τι είναι να περάσουμε, μην τυχόν προκύψει κανένα γραφειοκρατικό εμπόδιο, και κάνουμε μετά τη βόλτα μας. Στον πρώτο γκισέ που συναντάμε, ελέγχουν τα εισιτήρια, στον δεύτερο τα διαβατήρια, στον τρίτο τις βαλίτσες, στον τέταρτο τις άδειες εισόδου και στο τέλος μας βάζουν σε ένα μικρό δωματιάκι για μία μίνι συνέντευξη.

Ολοκληρώνοντας αυτό το σετ διαδικασιών, βρεθήκαμε σε έναν χώρο αναμονής που λειτουργεί ως ουδέτερη ζώνη μεταξύ Δομινικανής Δημοκρατίας και ΗΠΑ. Πρακτικά, καταφέραμε να εγκλωβιστούμε και να μην είμαστε σε θέση να αξιοποιήσουμε τις 3,5 τελικά εναπομείνασες ώρες για τη βόλτα που λέγαμε. Οπότε οι μόνες εικόνες που έχουμε από την πρωτεύουσα της χώρας είναι της γύρω από το κατάστρωμα του πλοίου, περιοχής του λιμανιού.

Τα μέρη που είχαμε σκοπό να επισκεφτούμε είναι ορατά, οπότε κάνουμε μια ξενάγηση εξ αποστάσεως στον παλαιότερο Καθολικό Καθεδρικό Ναό στην ήπειρο της Αμερικής, το Παλάτι του Κολόμβου όπου κατοικούσε ο γιος του Ντιέγκο μαζί με την οικογένειά του ως κυβερνήτης της περιοχής και το Φάρο του Κολόμβου, ένα μοντέρνο κτίσμα από μπετόν που φιλοξενεί πολλά αντικείμενα του Ισπανού θαλασσοπόρου καθώς επίσης και τα λείψανά του. Για το τελευταίο υπάρχει μια μικρή αμφιβολία καθώς τα οστά ισχυρίζονται ότι τα έχουν οι Κουβανοί και οι Ισπανοί στη Σεβίλλη. Διαπιστώσαμε επίσης, έντονη κυκλοφοριακή συμφόρηση στις επτά η ώρα, το απόγευμα, να το έχετε υπ’ όψιν.

Το πλοίο

Να πούμε δυο λόγια και για το πλοίο… Το συγκεκριμένο δρομολόγιο μεταξύ του Αγίου Δομίνικου και του Σαν Χουάν είναι το μοναδικό μεταξύ των νησιών που επισκεπτόμαστε σε αυτό το ταξίδι. Οπότε, υπήρχε μεγάλη επιθυμία να το χρησιμοποιήσουμε. Το πρόβλημα είναι ότι η εταιρεία που διαχειρίζεται το δρομολόγιο είναι «τρία πουλάκια κάθονταν», όπως μπορεί να το έχετε διαπιστώσει ήδη. Αφενός, έχει στον στόλο της μόνο ένα καράβι, που μπορεί να το νοικιάζει κιόλας. Με αποτέλεσμα να εκτελεί νυχτερινά δρομολόγια εναλλάξ πήγαινε-έλα. Αφετέρου, είχε αφήσει τις δύο χώρες χωρίς σύνδεση για έναν χρόνο, από πέρσι που πήρε φωτιά το καράβι της λίγο έξω από το Σαν Χουάν. Μέχρι πριν από δύο μήνες που μίσθωσε άλλο καράβι.

Εμείς, που παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις από την Αθήνα, χαρήκαμε από το γεγονός και ξεκινήσαμε τη διαδικασία αγοράς των εισιτηρίων. Δεν πρόλαβε να συμπληρώσει μήνα το νέο καράβι και το στουκάρουν στην προβλήτα του Αγίου Δομίνικου. Εσπασε ένας κάβος και σύρθηκε για αρκετά μέτρα παρασέρνοντας τα παρκαρισμένα κοντέινερ με την πλαϊνή μπουκαπόρτα. Ευτυχώς, για εμάς, το πλοίο παροπλίστηκε μόνο για δύο εβδομάδες, μέχρι να έρθει συνεργείο από την Αθήνα για να την επισκευάσει. Δεν ξέρω αν σας το είπα… το συγκεκριμένο πλεούμενο λέγεται «Κύδων» και ανήκει στην ΑΝΕΚ. Κατά τα λοιπά, κάναμε ένα ευχάριστο και άνετο ταξίδι με ελληνικό φαγητό στο εστιατόριο και λάτιν ζωντανή μουσική στο κατάστρωμα.

Πρώτη φορά ΗΠΑ

Το Πόρτο Ρίκο δεν έχει ενσωματωθεί στις ΗΠΑ, αλλά διοικείται από την αμερικανική κυβέρνηση. Στην ουσία είναι σαν να μπήκαμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Κώστας δεν θέλει ούτε να το σκέφτεται… του έρχεται να ξεράσει. Δεν γίνεται στο ίδιο ταξίδι να επισκεπτόμαστε την Κούβα και την Αμερική. Εχει πάθει ιδεολογική αναγούλα.

Επιτέλους πολιτισμός, συνέπεια και σωστή επικοινωνία, όχι εντελώς, γιατί εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε ισπανόφωνη, λατινοαμερικάνικης νοοτροπίας περιοχή, αλλά είμαστε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω τις προηγούμενες χώρες που ενδεχομένως να μην είναι στις προτεραιότητές τους η οργάνωση. Υπάρχει, όμως, ουσιώδης διαφορά με απαρχή το γεγονός ότι είχαμε τη δυνατότητα να νοικιάσουμε αυτοκίνητο μέσω ιστοσελίδας, να ορίσουμε πότε θα το παραλάβουμε, να διαχειριστούμε τις επιπλέον χρεώσεις και τα ασφαλιστικά πακέτα και να επιλέξουμε να πληρώσουμε με κάρτα. Μπορεί να σας φαίνεται περίεργο που αναλύω πράγματα τα οποία θεωρούμε υποτυπώδη και δεδομένα, αλλά δεν είναι πάντα έτσι.

Παρθένοι Νήσοι

Το αμάξι το χρειαζόμαστε για να μεταβούμε στο λιμάνι του Φαγιάρδο. Σε σχετικά μικρή απόσταση βρίσκονται δύο νησάκια που ανήκουν στο Πόρτο Ρίκο και αποκαλούνται Ισπανικές Παρθένοι Νήσοι. Υπάρχουν επίσης οι πιο διάσημες Αμερικάνικες και Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι που είναι εκτός προγράμματος. Στο λιμάνι υπάρχει αξιόλογος χώρος στάθμευσης για το αυτοκίνητο και υποδομές για τη διαχείριση μεγάλης ουράς κόσμου. Τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες πρέπει να επικρατεί το αδιαχώρητο.

Δεν χρειάζεται πάνω από 1,5 ώρα για να φτάσουμε στο Βιέκουες με το καραβάκι και μερικά λεπτά μέχρι την Εσπεράντζα. Το παραλιακό χωριουδάκι είναι συμπαθητικό και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να πας για μπάνιο στη θάλασσα. Αφήνουμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο, βάζουμε τα μαγιό μας και ξεχυνόμαστε για ένα πλατσούρισμα. Το λέω έτσι γιατί ο βυθός είναι γεμάτος φύκια και δεν σου κάνει αίσθηση να ανοιχτείς στα βαθιά, με αποτέλεσμα να καθόμαστε και να μουλιάζουμε στα ρηχά που έχει άμμο.

Η Μαρία απορεί τι ήρθαμε να κάνουμε σε αυτό το μέρος. Δικαιολογημένα, θα έλεγα, αφού δεν γνωρίζει τον πραγματικό λόγο που βρισκόμαστε εδώ. Πήγαμε για μπάνιο ώστε να περάσει η ώρα μέχρι το ραντεβού μας στις 6 το απόγευμα. Εξω από το κατάστημα δώρων του χωριού αρχίζει να μαζεύεται κόσμος. Μετά από λίγο επιβιβαζόμαστε σε ένα κίτρινο λεωφορείο. Είναι από αυτά τα γνωστά αμερικάνικα σχολικά. Μας κατεβάζουν σε μία αλάνα και αρχίζουν να μας εξηγούν τους κανόνες.

Βιοφωταύγεια

Βιοφωταύγεια ονομάζεται η δημιουργία φωτός από διάφορους ζωντανούς οργανισμούς, όπως οι πυγολαμπίδες. Εμείς ήρθαμε στο Βιέκουες επειδή φημίζεται ότι η λιμνοθάλασσα Μοσκίτο Μπέι έχει τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα παγκοσμίως από τέτοιους θαλάσσιους μικρο-οργανισμούς. Ετσι, έχει δημιουργηθεί μια τουριστική επιχείρηση που σου προσφέρει αυτήν την εμπειρία μέσα από την άνεση ενός κανό. Δεν ξέρω αν παρατηρήσατε πώς λέγεται το μέρος; Μοσκίτο Μπέι, δηλαδή ο κόλπος των κουνουπιών. Οπότε, εκτός από τα σωσίβια γιλέκα και την ενημέρωση για τους κανόνες συμπεριφοράς, μας προτείνουν να πασαλειφτούμε με αντικουνουπικά. Προσοχή, να μην περιέχουν χημικά γιατί κάνουν ζημιά και στους μικρο-οργανισμούς. Μια τελευταία λεπτομέρεια… η ένταση του φαινομένου δεν είναι ίδια όλες τις μέρες. Ιδιαίτερα η εβδομάδα πριν από την πανσέληνο δεν ενδείκνυται για επίσκεψη.

Ανεση ενός κανό λέει… ας γελάσουμε. Ο τραυματισμός της Μαρίας γίνεται αισθητός σε όλους μας. Εφόσον είναι ανήμπορη να χειριστεί το κουπί, στρογγυλοκάθεται στη μέση και αναλαμβάνει την οργάνωση του τριμελούς πληρώματος. Το αποτέλεσμα είναι απελπιστικό. Οσο κι αν προσπαθούμε δεν καταφέρνουμε να κρατήσουμε σταθερή την πορεία μας. Προχωράμε κάνοντας σβούρες γύρω από τον εαυτό μας. Μάλιστα, η Μαρία μας μαστιγώνει όποτε πέφτουμε πάνω σε άλλο κανό.

Το θέαμα από την άλλη, είναι πρωτοφανές. Πλέουμε σε μία λίμνη όπου το παραμικρό πάφλασμα κάνει το νερό να φωσφορίζει. Παρότι έχει σκοτεινιάσει για τα καλά και δεν βλέπουμε πού πάμε, μπορούμε να εντοπίσουμε του υπολοίπους από το φωτεινό φωτοστέφανο που δημιουργείται γύρω από το κανό. Δυστυχώς, δεν μπορούμε να απαθανατίσουμε το γεγονός. Οι φωτογραφίες και τα βίντεο είναι σκέτη μαυρίλα.

Αερομετακίνηση

Το επόμενο πρωί πηγαίνουμε στο μικρό αεροδρόμιο του νησιού. Τα οχταθέσια αεροπλανάκια τύπου Britten-Norman Islander είναι πολύ διαδεδομένα στην ευρύτερη περιοχή του Πόρτο Ρίκο και των Παρθένων Νήσων και εκτελούν τακτά δρομολόγια. Το δεύτερο νησί που θέλουμε να επισκεφτούμε λέγεται Κουλέμπρα και περιέργως δεν έχει απευθείας ακτοπλοϊκή σύνδεση με το Βιέκουες.
Για να μη χάσουμε άδικα πέντε ώρες σε θαλάσσιες μετακινήσεις, επιλέγουμε το εν λόγω μέσο. Η διαδικασία του τσεκ-ιν και της αναγγελίας των πτήσεων διαφέρει από τα συνηθισμένα. Αφού ζυγίσουν τις βαλίτσες μας, ζυγίζουν και εμάς τους ίδιους. Η αλήθεια είναι ότι είχαμε δηλώσει τις λίμπρες μας κατά την αγορά των εισιτηρίων και μάλλον θέλουν να δουν αν παχύναμε για να μας προτείνουν κάποια δίαιτα. Επίσης, αντί να ανακοινώνουν τον αριθμό της πτήσης προς επιβίβαση, φωνάζουν τα ονόματα των επιβατών.

Μας συνοδεύουν μέχρι το πετούμενο όπου μας καλωσορίζει ο πιλότος και μας δίνει κάποιες γρήγορες οδηγίες. Ταυτόχρονα μας προϊδεάζει ότι το αεροδρόμιο του προορισμού έχει μια ιδιορρυθμία που επηρεάζει τον τρόπο προσγείωσης, ώστε να μην αρχίσουμε να στριγκλίζουμε στα καλά πετούμενα. Αλήθεια… ποιος βάζει ένα βουνό μπροστά από τον διάδρομο; Η ευχάριστη πτήση διαρκεί μόλις 10 λεπτά, ενώ για την προσγείωση που λέμε κάνουμε ένα μικρό ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα στους λόφους, μετά σκαμπανεβασμάτων από τα ρεύματα αέρος που τους συνοδεύουν. Ο Κώστας μετά την επιτυχημένη προσγείωση με κατηγορεί που αντί να βιντεοσκοπώ τη διαδικασία, ετοιμαζόμουν να πηδήξω από το αεροσκάφος.

[envira-gallery id=”49200″]

Η Κουλέμπρα

Η Κουλέμπρα είναι εξαιρετικά μικρή και δεν χρειαζόμαστε κανένα μεταφορικό μέσο για οποιαδήποτε απόσταση. Αρχικά, πάμε να αφήσουμε τα πράγματά μας στο ξενοδοχείο το οποίο βρίσκεται σε πολύ όμορφη τοποθεσία, μπροστά από ένα θαλάσσιο κανάλι στο κέντρο της μικρής χώρας του νησιού. Εδώ ήρθαμε λόγω της πασίγνωστης παραλίας Φλαμένγκο που τα τελευταία χρόνια φιγουράρει στις 10 καλύτερες του κόσμου. Θα χρειαστεί να κάνουμε υπομονή μέχρι να περάσει η μπόρα που μόλις ξέσπασε, στο κάτω κάτω δεν είναι άσχημα στο μπαράκι του ξενοδοχείου. Η ειδική σε θέματα μετεωρολογίας και μελέτης τοπικών καιρικών φαινομένων σε τροπικά νησιά, Μαρία, δίνει πρόβλεψη ότι η βροχή θα σταματήσει στις 12:03 ακριβώς. Ας πούμε ότι το πέτυχε.

Η παραλία Φλαμένγκο

Η βροχή σταμάτησε και εμείς ξεκινήσαμε περπατώντας για την παραλία. Κάναμε περίπου μία ώρα μέχρι να φτάσουμε. Η Φλαμένγκο φημίζεται για τα ρηχά, γαλαζοπράσινα νερά και την λευκή άμμο. Ωστόσο, σύμφωνα με δήλωση του αυτόπτη μάρτυρα Κώστα, η είσοδός της μοιάζει με γιαπί. Προστατευμένη μέσα σε έναν φυσικό κόλπο, έχει συνολικό μήκος δύο χιλιομέτρων. Ενας λουόμενος που με είδε να κολυμπώ στα βαθιά με ρωτά αν έχει καρχαρίες.

Το στοιχείο που της προσδίδει ιδιαίτερο χαρακτήρα είναι δύο παρατημένα τανκ τύπου Sherman M4 που εγκατέλειψε το Πολεμικό Ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την αποχώρησή του το 1975, έπειτα από 30 χρόνια χρήσης της περιοχής ως δοκιμαστήριο όπλων. Παρότι είχε αρκετά κουσούρια, παρήχθη σε πολλά κομμάτια και αποτέλεσε το άρμα μάχης των Συμμάχων στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα συγκεκριμένα έχουν επιμεληθεί με γκράφιτι για να καλυφθούν οι σκουριές που προκλήθηκαν από την έκθεσή τους στην αλμύρα της θάλασσας και τον ήλιο.

Επιστρέφοντας σταματήσαμε σε μία καντίνα με χάμπουργκερ. Η θέα από το μπαλκόνι του δωματίου μπροστά στο κανάλι επιφύλασσε ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα.

Το Πόρτο Ρίκο

Είμαστε ήδη δύο ημέρες στη χώρα και δεν έχουμε δει καθόλου το καθεαυτό νησί του Πόρτο Ρίκο. Γι’ αυτόν τον λόγο αναχωρούμε από την Κουλέμπρα στις 6:00 με το πρώτο πρωινό πλοίο. Η θάλασσα είναι «λάδι» και ο ήλιος έχει αρχίσει να ξεπροβάλλει. Το απότομο ξύπνημα δεν μας άφησε περιθώρια για πρωινό γεύμα και έτσι ξεδίνουμε στο πρώτο Burger King που συναντάμε στην αντίπερα όχθη.

Μιας και έχουμε αυτοκίνητο, αποφασίζουμε να περάσουμε όλη τη μέρα στους δρόμους, αρχής γενομένης από το μοναδικό αληθινό τροπικό δάσος των ΗΠΑ. Το Ελ Γιούνγκε είναι εύκολα προσβάσιμο και περιλαμβάνει μια σειρά από σημαδεμένα μονοπάτια για εξερεύνηση. Το «La Mina trail» με τον ομώνυμο καταρράκτη, έχει μήκος μόλις δυόμισι χιλιόμετρα και είναι το πιο διαδεδομένο. Είναι χτιστό σχεδόν σε όλο το μήκος του, με κουπαστές στα δύσκολα σημεία και τις σκάλες. Επίσης υπάρχουν τσιμεντένια κιόσκια με παγκάκια και τραπέζια για ξεκούραση και πικ-νικ. Εχει έντονη βλάστηση και δεν είδαμε κανένα από τα 26 είδη πτηνών που υπάρχουν μόνο σε αυτό το δάσος. Τέλος, ο Κώστας ισχυρίζεται ότι ο καταρράκτης δεν θα έπρεπε να λέγεται Mina αλλά Mini.

Το Πόνσε

Το Πόρτο Ρίκο έχει το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοκινήτων στον κόσμο, σε αναλογία με το μέγεθος του οδικού δικτύου. Κάτι που γίνεται εμφανές στο δρόμο μας για το Πόνσε, μία από τις μεγαλύτερες πόλεις. Τζάμπα η ταλαιπωρία, αφού δεν έχει κάτι το αξιόλογο. Μόνο τον ιδιόρρυθμο παλιό σταθμό πυροσβεστικής που είναι ένα από τα ορόσημα της χώρας. Γενικά, κάνουμε μια βόλτα γύρω από την κεντρική πλατεία με τον καθεδρικό και το σιντριβάνι με τα λιοντάρια. Παραδίπλα είναι η Ερμού με τα περισσότερα μαγαζιά να είναι κλειστά.

Ενα άλλο στοιχείο της πόλης είναι τα πολλά μουσεία, αλλά πού να τρέχουμε τώρα. Το ενδιαφέρον μας κεντρίζουν δύο πράγματα. Ενα υπερκατάστημα με αναμνηστικά και είδη δώρων, και ένα παγωτατζίδικο που οι γνώμες για τη νοστιμιά των προϊόντων του είναι διφορούμενες. Ας ρίξουμε μια ματιά στις επιχειρηματολογίες της κάθε πλευράς. Η Μαρία υποστηρίζει ότι το παγωτό είναι ωραίο επειδή το προτιμά πολύς κόσμος, ενώ ο Κώστας λέει ότι ο κόσμος το επιλέγει αναγκαστικά γιατί είναι το μοναδικό στην περιοχή.

Το βράδυ θα μας βρει στην πρωτεύουσα να επιστρέφουμε το αμάξι και να τριγυρνάμε στα μπαράκια. Η επιλογή διαμονής στο Σαν Χουάν δυσαρεστεί τη Μαρία, κυρίως λόγω έλλειψης ιδιωτικού μπάνιου στο δωμάτιο. Θέλει να πάει σε άλλο ξενοδοχείο, όμως τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Μένουμε σε έναν θρησκευτικό ξενώνα με ξύλινους σταυρούς πάνω από κάθε κρεβάτι στον έκτο όροφο κτηρίου με δυσλειτουργικό ασανσέρ. Τα θετικά του είναι τα μεγάλα δωμάτια, η εξαιρετική τοποθεσία, η όμορφη θέα από το μπαλκόνι και φυσικά η οικονομική τιμή του σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες επιλογές.

Ανακαλύπτοντας το Σαν Χουάν

Το Σαν Χουάν ήταν το μέρος που κατεβήκαμε ερχόμενοι από τη Δομινικανή Δημοκρατία, αλλά δεν το είδαμε καθόλου γιατί φύγαμε απευθείας για τα νησιά. Σήμερα έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας για να το απολαύσουμε. Η παλιά πόλη με τα κάστρα και όλα τα σημεία ενδιαφέροντος είναι απομονωμένη σε ένα νησί που ενώνεται με τρεις γέφυρες με το υπόλοιπο αδιάφορο κομμάτι. Ομορφη, περιποιημένη και λαμπερή, προσφέρει ό,τι ζητά ένας επισκέπτης. Μη φανταστείτε μεγαλειώδη πράγματα, αλλά γεμίζει ευχάριστα μια ολόκληρη μέρα περιπάτου.

Ακόμα δεν ξεκινήσαμε την περιπλάνηση και η Μαρία είναι έτοιμη να αγοράσει έναν πίνακα ζωγραφικής με θέμα το αγαπημένο της δέντρο φλαμπογιάντ. Το συνάντησε για πρώτη φορά στην Κούβα και ξετρελάθηκε με τα κόκκινα φύλλα του. Μέχρι και σπόρους καβάτζωσε από το Τρινιδάδ για να τους φυτέψει στην Αθήνα. Τον πίνακα, όμως, δεν τον αγόρασε γιατί δεν θα μπορούσε να τον «φυτέψει» στη φουσκωμένη τσάντα της.

Τραπεζικές συναλλαγές

Οι τράπεζες χρησιμοποιούν ένα περίεργο πρωτόκολλο συναλλάγματος. Μπήκαμε σε μία μεγάλη απέναντι από τον ξενώνα και μας περιποιήθηκαν. Πολλή γκλαμουριά. Μου πήραν το διαβατήριο, στοιχεία διαμονής και με καταχώρισαν στη βάση δεδομένων τους. Τυπικοί και ωραίοι, έφαγαν σχεδόν μισή ώρα για αυτήν τη διαδικασία. Στο τέλος, μας είπαν πόσο κοστίζει η αλλαγή από ευρώ σε δολάρια. Τους είπαμε ότι δεν μας συμφέρει, τους ευχαριστήσαμε για τον κόπο τους και σηκωθήκαμε και φύγαμε.

Αυτό με τις τράπεζες ήταν άσχετο, αλλά έπρεπε να το χώσω κάπου. Η πόλη έχει τρία κάστρα με διαφορετικό χαρακτήρα το καθένα. Το El Morro συγκεντρώνει τις προτιμήσεις λόγω της τοποθεσίας του στην είσοδο του λιμανιού. Ενα βαρύ κτίσμα με πολλά επίπεδα, κρυφούς διαδρόμους και εντυπωσιακές πολεμίστρες ατενίζει τον Ατλαντικό. Από τη μεριά της εισόδου υπάρχει μια τεράστια έκταση με γκαζόν. Η ηλιόλουστη μέρα θυμίζει Καθαρά Δευτέρα. Πολύς κόσμος έχει καθίσει για πικ νικ, ενώ τα παιδιά πετούν χαρταετούς. Παραδίπλα βρίσκεται η γειτονιά «La Perla» που σημαίνει μαργαριτάρι. Είναι το πιο όμορφο κομμάτι της παλιάς πόλης, αλλά και το πιο επικίνδυνο. Με μικρά πολύχρωμα σπιτάκια, είναι ένα είδος φαβέλας που στα πορτορικάνικα ονομάζονται Caserios.

Η πύλη της πόλης

Ενα παραθαλάσσιο μονοπάτι έξω από τα τείχη, ενώνει το κάστρο με την πόρτα του Σαν Χουάν. Μία κατακόκκινη πύλη που είναι το πιο αναγνωρίσιμο μέρος της πόλης. Τα υπόλοιπα είναι σιντριβάνια, πλατειούλες, εκκλησίες και μνημεία διάσπαρτα στα πλακόστρωτα δρομάκια με τα πολύχρωμα ισπανικά αποικιακά κτήρια. Δοκιμάσαμε και χειροποίητη γρανίτα από πλανόδιο που είχε ένα καρότσι με ένα μεγάλο κομμάτι πάγου που το έξυνε και στο έβαζε σε ποτήρι, περιλουσμένο με τη γεύση σιροπιού της αρεσκείας σου.

Το βράδυ βγαίνουμε για φαγητό και οι μυρωδιές μας οδηγούν σε μία καντίνα που ψήνει καλαμάκια με κρέας. Πολύ νόστιμα, αλλά χρειάστηκε να περιμένουμε αρκετή ώρα στη λιγοστή ουρά που προχωρούσε με ρυθμούς χελώνας. Γενικά περιφέρεται πολύς κόσμος και τα μαγαζιά είναι σχεδόν γεμάτα. Ενας περίεργος κανονισμός, απαγορεύει να κυκλοφορείς με ένα μπουκάλι μπίρα στο χέρι. Η ψιλικατζού αρνείται πεισματικά στη Μαρία να της ανοίξει το μπουκάλι. Τελικά, συμβιβάζονται στο να τη βάλει σε πλαστικό ποτήρι. Οπότε, τώρα που η Μαρία κυκλοφορεί με ένα ποτήρι μπίρα στο χέρι είναι νόμιμη.

[envira-gallery id=”49201″]

Το Μαϊάμι

Ενώ ο τελευταίος προορισμός του ταξιδιού μας ήταν η Τζαμάικα, δεν υπάρχει απευθείας πτήση από το Πόρτο Ρίκο. Οι περισσότερες επιλογές έχουν ανταπόκριση στο Μαϊάμι, και σκεφτήκαμε ότι θα ήταν κρίμα να περάσουμε χωρίς να πούμε ένα γεια. Επιλέξαμε, λοιπόν, μια πτήση με 22 ώρες αναμονή στο ενδιάμεσο. Αυτό μας δίνει την ευκαιρία να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στην πόλη. Νοικιάζουμε ένα αμάξι και ξεκινάμε. Αρχικά, πρωινό. Πού αλλού; Στο Burger King.

Επιλέγουμε να επισκεφτούμε τους βάλτους Everglades. Η μέρα είναι ηλιόλουστη και μια βόλτα με αερόβαρκα δεν θα ήταν άσχημη. Αερόβαρκα, λένε οι Αμερικάνοι αυτές τις βάρκες με επίπεδο πυθμένα για να γλιστρούν στην επιφάνεια νερών με πυκνή υδρόβια βλάστηση. Επίσης, έχουν έναν τεράστιο δυνατό ανεμιστήρα για να κινούνται, αντί για προπέλα. Επειδή είναι λίγο φασαριόζικος, μας έχουν δώσει ωτοασπίδες. Εξαιρετικός τρόπος μετακίνησης σε αυτά τα μέρη που δεν μπορεί να κινηθεί ούτε βάρκα ούτε κανένα άλλο όχημα. Αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα και έχουν διαφορετικό τρόπο πλοήγησης από τα συνηθισμένα πλεούμενα. Τις στροφές, τις παίρνουν με κωλιές.

Στην περιοχή κυκλοφορούν αλιγάτορες, μόνο που λόγω της ζέστης είναι χωμένοι κάτω από το νερό. Δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε κανένα κατά τη διάρκεια της αεροβαρκάδας παρότι πήγαμε στα λημέρια τους. Είναι λίγο βαρεμένοι και τους αρέσουν οι ξάπλες. Εχουν, όμως, δυο-τρεις μπουζουριασμένους σε έναν χώρο επίδειξης. Ενας υπάλληλος εισέρχεται και αρχίζει να τους μπαλαμουτιάζει και να τους κάνει μασάζ. Οι αλιγάτορες, μήκους τριών μέτρων, κάθονται ακίνητοι σα να μη συμβαίνει τίποτα. Μας εξηγούν ότι δεν έχουν επιθετικές τάσεις απέναντι στους ανθρώπους, όπως οι κροκόδειλοι. Μόνο, μη βάλεις το χέρι σου μέσα στο στόμα τους. Μόλις αισθανθούν το παραμικρό, το κλείνουν απότομα και δεν ανοίγει με τίποτα.

Downtown

Επόμενη στάση, το κέντρο της πόλης του Μαϊάμι. Εμείς είχαμε την εντύπωση ότι όλοι εδώ πέρα θα μιλούσαν σαν καουμπόηδες, αλλά όχι μόνο δεν ισχύει αυτό, οι περισσότεροι σταθμοί στο ραδιόφωνο είναι στα ισπανικά. Τι να πεις, αν το 70% του πληθυσμού αυτής της μεγαλούπολης προέρχεται από λατινογενείς περιοχές;

Πού να δείτε το ξενοδοχείο μας. Σαν γκαλερί τέχνης, αλλά χωρίς το «τέχνης». Πλουραλισμός στο φουλ. Δεν έχουν αφήσει χώρο για να κρεμάσουν κάτι αν χρειαστεί. Ας σταματήσουμε να το φωτογραφίζουμε γιατί ήρθε η ώρα να βάλουμε τα μαγιό μας, δεν μπορεί να περιμένει άλλο το Maiami beach. Η παραλία είναι τεράστια. Λευκή άμμος που εκτείνεται για δεκάδες χιλιόμετρα. Η αμμουδιά είναι τόσο φαρδιά που μοιάζει με διάδρομο προσγείωσης. Σχεδόν όπως την έχουμε συνηθίσει από τις ταινίες… δυνατή μουσική κατά τόπους και πολλοί κώλοι να πηγαινο-έρχονται. Στο βάθος, πλέουν βάρκες με διαφημιστικές γιγαντοοθόνες. Ο καιρός είναι καλός, αλλά η θάλασσα θα μπορούσε να είναι καθαρότερη. Η Μαρία πάντως, δεν τρελαίνεται, προτιμά το Πόρτο Χέλι. Ο Κώστας σιγοντάρει… «και καλά κάνει».

Ολιγόωρη ξεκούραση στο ξενοδοχείο και ξανά έξω. Για φαγητό πηγαίνουμε στους Five Guys. Αλλη μια μεγαλειώδης στιγμή, θα δοκιμάσουμε τοπικές πατροπαράδοτες συνταγές της περιοχής… χάμπουργκερ, τηγανητές πατάτες και κόκα κόλα.

Στη δημοφιλή παραλιακή οδό Ocean Drive με τα κτήρια που φωτίζονται με λάμπες νέον, η κίνηση είναι αυξημένη. Εδώ είναι μαζεμένα όλα τα μπαρ και τα κλαμπ. Τα πολυτελή αυτοκίνητα παρελαύνουν σε όλο το μήκος της.

Το Κίνγκστον

Μην ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε σε πτήση με ανταπόκριση. Στις 4:00 τα ξημερώματα καβαλάμε το αμάξι και επιστρέφουμε στο αεροδρόμιο. Μέσα σε τέσσερις ώρες προσγειωνόμαστε στο Κίνγκστον. Στον έλεγχο της υποδοχής, βλέποντας τους προηγούμενους προορισμούς μας, αναρωτιούνται μήπως κουβαλάμε καμία ασθένεια. Συγκεκριμένα, τους καθησυχάζουμε όταν μας ρωτούν αν έχουμε πάρει προφύλαξη κατά της μαλάριας. Οπως ήταν αναμενόμενο, το ανταλλακτήριο στον χώρο αφίξεων, είναι σκέτο φαρμακείο. Αυτή τη φορά μας κάνει το χατίρι το ΑΤΜ και έτσι δεν έχουμε ανάγκη κανέναν. Μόνο που τα 30.000 τζαμαϊκανά χρήματα τα βγάζει σε 100άρικα και δεν χωρούν στις τσέπες μας.

Επιστροφή σε επίφοβες περιοχές για να μην παίρνουμε θάρρος. Το Κίνγκστον δεν αντιπροσωπεύει στα σίγουρα τη γνώμη που έχουμε για τη χώρα. Ούτε δίνει την εντύπωση πρωτεύουσας. Περισσότερο μοιάζει με αραιοκατοικημένο καταυλισμό με χαμηλά κτίσματα, το πολύ τριώροφα. Υπάρχουν και λιγοστές πολυκατοικίες ή τέλος πάντων ψηλά εταιρικά κτήρια. Η γειτονιά που βρίσκεται το κατάλυμά μας, αν και κεντρική, μοιάζει με την περιοχή των πρακτορείων μεταφορικών εταιρειών στον Ταύρο, αν γνωρίζετε. Αυτό που ταιριάζει με τη γνώμη που έχουμε για τη χώρα, είναι η χύμα κατάσταση.

Η κακόφημη γειτονιά της πόλης που δεν πρέπει να πατήσεις λέγεται Trench Town. Υπήρξε εποχή που οι συμμορίες αντάλλασαν πυροβολισμούς για καλημέρα και εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στις λίστες με τις πιο επικίνδυνες στον κόσμο. Αντε και εις ανώτερα. Πάντως, η συγκεκριμένη περιοχή είναι γενέτειρα του Μπομπ Μάρλεϊ και της ρέγγε μουσικής γενικότερα.

Μια μικρή βόλτα

Εχουμε όλη τη μέρα μπροστά μας για να κλειστούμε μέσα. Το ίδιο μάς συστήνει και η υπάλληλος του ξενώνα που κυκλοφορεί φορώντας ένα μαγειρικό σκουφί. Ας πάμε μια βόλτα με τα πόδια μέχρι το Devon House που είναι δίπλα και βλέπουμε. Ο δήμαρχος προσπαθεί να δημιουργήσει έναν περιποιημένο πολυχώρο στον κήπο του αρχοντικού μαζεύοντας όλες τις αξιόλογες επιχειρήσεις του Κίνγκστον. Η πιο δημοφιλής είναι το παγωτατζίδικο «I SCREAM» όπου πολύς κόσμος έρχεται εδώ μόνο και μόνο γι’ αυτό, και όχι άδικα.

Μία άλλη ενδιαφέρουσα επιχείρηση είναι το εστιατόριο «Opa» του Αλέξη Ανταίου, ο οποίος μιλάει ελληνικά με αμερικάνικη προφορά και μας εξηγεί πώς βρέθηκε να είναι ο ένας από τους τρεις ελληνικής καταγωγής μονίμους κατοίκους της Τζαμάικα. Μας ξεναγεί πρόθυμα στην επιχείρησή του, η οποία περηφανεύεται ότι φιλοξενεί κάθε βράδυ τα πάρτι της τοπικής υψηλής κοινωνίας. Ενας ιδιόρρυθμος χαρακτήρας που είναι «κολλημένος» με την αρχαία ελληνική ιστορία και ονειρεύεται να ιδρύσει στο Κίνγκστον μια Ορθόδοξη Εκκλησία, για να εκκλησιάζεται η μαμά του. Είναι ταυτόχρονα μουσικός παραγωγός και διατηρεί στούντιο ηχογραφήσεως στη Νέα Υόρκη.

Πέραν του συγκεκριμένου χώρου, η πόλη δεν εμπνέει για βόλτες. Η Μαρία προτιμά να επιστρέψει στο κατάλυμα και να καθίσει να ξεκουραστεί για το υπόλοιπο της μέρας. Ο Κώστας κι εγώ πεταγόμαστε μέχρι την Pizza Hut για να πάρουμε φαγητό. Αγοράζουμε και μερικές φτερούγες κοτόπουλου από ντόπιο παρακείμενο φαστφουντάδικο. Παρότι η επίσημη γλώσσα της χώρας είναι τα αγγλικά, η τοπική διάλεκτος κάνει αρκετά δύσκολη την επικοινωνία.

Ενδιάμεση στάση

Τα ξημερώματα ξεκινάμε με λεωφορείο για το Νεγκρίλ, το τουριστικό θέρετρο της Τζαμάικας που απέχει πέντε ώρες από την πρωτεύουσα. Μόνο που θα κάνουμε μια πολύωρη στάση στη μέση της διαδρομής για να πάμε στο παγκοσμίως διάσημο Pelican bar.

Το λεωφορείο δεν διέρχεται μέσα από το χωριό Black River, αλλά κάνει στάση περίπου έξι χιλιόμετρα μακριά. Σε έναν υπαίθριο χώρο με βενζινάδικο, μπαρ και τα ζουμερά patties της Λουάνας… μπουρεκάκια με γέμιση από διάφορα κομματάκια κρέατος. Αφού δοκιμάσουμε μερικά, ζητάμε από τους υπαλλήλους να μας καλέσουν ένα ταξί για το μπαρ που μας ενδιαφέρει.

Ο ταξιτζής, αντί να μας πάει στο χωριό, το προσπερνά και τελικά μας αφήνει μερικά χιλιόμετρα παρακάτω σε μία παραλιακή κατοικία. Η πολυμελής οικογένεια μάς υποδέχεται με ενθουσιασμό και αναλαμβάνει να μας μεταφέρει στον προορισμό μας. Βλέπετε, το Pelican bar βρίσκεται σε μια αμμονησίδα που απέχει δύο χιλιόμετρα από την ακτή. Ολα τα μέλη της οικογένειας συμμετέχουν στην επιχείρηση καθέλκυσης της βάρκας. Αφού τοποθετήσουν την εξωλέμβια μηχανή, τη σπρώχνουν στο νερό. Ενας από αυτούς αναλαμβάνει καθήκοντα σοφέρ για το υπόλοιπο της μέρας.

Το μπαρ Pelican

Το μπαρ βρίσκεται απομονωμένο στη μέση της θάλασσας. Είναι μία ξύλινη καλύβα με αχυρένια οροφή που στέκεται πάνω σε πασσάλους. Αν κάποιος πει ότι φαίνεται σαν ετοιμόρροπη, δεν θα διαφωνήσω. Ο βαρκάρης μας αποβιβάζει στην είσοδο και παρκάρει παραδίπλα. Για την ώρα, είμαστε οι μοναδικοί πελάτες. Το κατάστημα είναι στολισμένο με σημαίες, κασκόλ, πολύχρωμες πινακίδες αυτοκινήτων και διαθέτει παγωμένες μπίρες και ρούμι. Ολες οι ξύλινες σανίδες είναι χαραγμένες με τα ονόματα των επισκεπτών. Η Μαρία κι εγώ αποφασίζουμε να βουτήξουμε στα ρηχά νερά. Του Κώστα δεν του κάνει αίσθηση και αναπολεί το Θυμάρι λέγοντας ότι «θα λέμε Καραϊβική και θα γελάμε».

Κάθε λίγο καταφθάνει μια βάρκα και το μαγαζί αρχίζει να γεμίζει. Κάποια στιγμή έρχεται και ο ιδιοκτήτης. Ο Κώστας τον αναγνωρίζει καθώς τον έχει δει σε τουριστικές τηλεοπτικές εκπομπές. Ολοι οι ντόπιοι μαζεύονται γύρω από ένα τραπέζι και παίζουν μανιωδώς ντόμινο. Το παιχνίδι είναι πολύ διαδεδομένο στην περιοχή της Καραϊβικής και έχουμε δει να το παίζουν σε όλα τα μέρη που επισκεφτήκαμε από την Κούβα μέχρι εδώ.

Στην επιστροφή θα μας παραλάβει με το αυτοκίνητό της η μητέρα της οικογένειας μαζί με τα δύο μικρά παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Δείχνουν ενδιαφέρον για τις φωτογραφικές μηχανές του Κώστα και της Μαρίας. Τις παίρνουν και αρχίζουν να βγάζουν φωτογραφίες. Πίσω στη στάση του λεωφορείου, παίζουμε κι εμείς ντόμινο μέχρι να φτάσει η ώρα της αναχώρησης.

Το Νεγκρίλ

Στο Νεγκρίλ φτάσαμε αργά το βράδυ και δεν πήγαμε πουθενά εκτός από το μάρκετ της γειτονιάς για μερικά φαγώσιμα. Ωστόσο, μας δόθηκε η ευκαιρία να αγοράσουμε πρώτης τάξεως χόρτο. Μέχρι να κάνουμε τη σύντομη βόλτα, μας προσέγγισαν κάνα δυο «φτιαγμένοι» Τζαμαϊκανοί πάνω σε ποδήλατα.

Το κατάλυμά μας βρίσκεται λίγα μέτρα από την όμορφη παραλία Seven Mile. To μέρος είναι εντελώς τουριστικό και έχει αρκετά μαγαζιά σε όλο το μήκος της ακτής. Η χρυσή αμμουδιά και τα γαλανά νερά δεν σου αφήνουν άλλο περιθώριο από το να κάνεις μπάνιο όλη μέρα. Ενα απογευματινό μπουρίνι μας θυμίζει να γυρίσουμε σπίτι.

Αφού κοπάσει η βροχή, παίρνουμε ένα ταξί για ένα από τα πιο διάσημα beach bars στον κόσμο. Το Rick’s cafe είναι κρεμασμένο στα βράχια ενός μικρού κόλπου όπου ντόπιοι και επισκέπτες κάνουν βουτιές από διάφορα ύψη. Υπάρχουν διάφορες επιλογές για φαγητό και ποτό, ενώ όλη την ώρα παίζει ζωντανή μουσική, κυρίως ρέγγε. Ενα επιπλέον στοιχείο που το κάνει διάσημο, είναι η εκπληκτική θέα στη θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα.

Για βραδινό γεύμα επιλέγουμε ένα παραλιακό εστιατόριο κοντά στη γειτονιά του καταλύματός μας. Ο Κώστας, που δεν έχει συνηθίσει να συναναστρέφεται με Τζαμαϊκανούς, ακόμα περιμένει τα ρέστα.

[envira-gallery id=”49202″]

Το Μοντέγκο Μπέι

Το Μοντέγκο Μπέι είναι ο δεύτερος τουριστικός προορισμός της χώρας και τελευταίος του ταξιδιού μας. Προλαβαίνουμε για μια γρήγορη βουτιά μετά πρωινού γεύματος μέχρι την αναχώρηση του λεωφορείου στη 1:00 το μεσημέρι.

Η διαδρομή διαρκεί λιγότερο από δύο ώρες. Το κατάλυμά μας βρίσκεται στο μη τουριστικό κέντρο της πόλης. Είναι σχετικά νωρίς ακόμη, πράγμα που μας επιτρέπει να περπατήσουμε δύο χιλιόμετρα μέχρι τη φανταστική παραλία Doctor’s Cave. Φανταστική για τον Κώστα που αρνείται πεισματικά να πληρώσει αντίτιμο εισόδου για να κάνει μπάνιο στη θάλασσα και μάλιστα για μιάμιση ώρα που μένει μέχρι να κλείσει. Η Μαρία και εγώ από την άλλη υποκύπτουμε στον εκβιασμό και δίνουμε ραντεβού με τον Κώστα στην είσοδο. Ησυχη, περιποιημένη μικρή παραλία με εστιατόριο, μπαρ και αθλητικές δραστηριότητες. Η Μαρία νιώθει μια νοσταλγία γιατί της θυμίζει την παραλία του Φλοίσβου στο Παλαιό Φάληρο.

Στην επιστροφή για το σπίτι θα σταματήσουμε στο Pork Pit. Επιτέλους, μετά από τέσσερις μέρες στη χώρα, έχουμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε αυθεντικό τζέρκι κοτόπουλου. Ψήνεται στα κάρβουνα καλυμμένο με λαμαρίνες για να εγκλωβίζεται όλη η καπνίλα, ενώ ταυτόχρονα μαρινάρεται με ειδική πικάντικη μίξη από μπαχαρικά. Το αποτέλεσμα είναι ένα νόστιμο, «αρπαγμένο» από το ψήσιμο κοτόπουλο. Το εστιατόριο, που ξεφεύγει λίγο από τα τουριστικά πρότυπα και ακολουθεί μία πιο ντόπια νοοτροπία, δημιουργεί ερωτηματικά στο θέμα της υγιεινής.

Το τελευταίο βράδυ έχουμε αποχαιρετιστήρια εκδήλωση στο μπαρ «Pier 1» που βρίσκεται απομονωμένο από την πόλη, στην άκρη της προβλήτας.

Τελευταία μέρα

Στο αεροδρόμιο θα πρέπει να βρισκόμαστε μέχρι τις 3:00 το μεσημέρι. Αυτό το χρονικό περιθώριο δεν μας αφήνει να κάνουμε τίποτα παραπάνω από μια βόλτα στην πόλη. Πηγαίνουμε σε ένα τοπικό φαστφουντάδικο με patties για πρωινό, σε ένα σούπερ μάρκετ και μία αγορά με διάφορα τουριστικά περίπτερα για να εκδηλώσουμε το παζαρευτικό μας ταλέντο. Ο,τι μας απέμεινε από χρήματα, τα δίνουμε στην οικοδέσποινα για να μας μεταφέρει με το αυτοκίνητό της.

Ο καθένας κάνει ό,τι θέλει στους ελέγχους αποσκευών. Μας κατάσχουν όλα τα αντικουνουπικά λέγοντας ότι δεν επιτρέπονται. Αυτά, που πέρασαν από τον έλεγχο άλλων έξι πτήσεων, συμπεριλαμβανομένων των «αυστηρών» ΗΠΑ. Ο Κώστας εννοείται ότι κατάφερε να τα περάσει… μην τα ξαναλέμε. Εχε χάρη που δεν τα χρειαζόμαστε πλέον. Κατά τη διάρκεια της αναμονής μας στην πύλη, έχουμε την ευχάριστη ευκαιρία να θυμηθούμε τη γεύση των μπέργκερ Wendy’s.

Η EuroWings μας επιφυλάσσει την πιο ευχάριστη πτήση μεγάλης απόστασης που έχουμε κάνει. Αν εξαιρέσουμε την καθυστέρηση στην αναχώρηση. Εχουμε την άνεση να βολευτούμε όπου θέλουμε καθώς σε ένα Airbus A330 που μπορεί να μεταφέρει πάνω από 400 άτομα, είναι ζήτημα αν είμαστε 30 νοματαίοι. Δεν ξέρω τι προσδοκίες είχε η εταιρεία από αυτήν την πτήση, που ακόμα και το φαγητό περίσσεψε. Την κάνουμε «ταράτσα» τρώγοντας από τρεις μερίδες ο καθένας. Ο Κώστας απολαμβάνει την κατάσταση, χαρακτηρίζοντάς την σαν πανηγύρι. Πρώτη φορά κοιμήθηκα οριζόντια σε αεροπλάνο.