Ιωάννης Συκουτρής. Ο κοινωνικός και επιστημονικός του περίγυρος τον κάλεσε σε θανατηφόρο «Συμπόσιο»

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Στο διακεκριμένο φιλόλογο Ιωάννη Συκουτρή το 1933 προτάθηκε η έδρα της κλασικής φιλολογία του Πανεπιστημίου της Πράγας, αλλά δεν αποδέχτηκε τη θέση…
Το 1934 εξέδωσε το «Συμπόσιον» το οποίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό. Ήταν το πρώτο έργο της Ελληνικής Βιβλιοθήκης της Ακαδημίας Αθηνών…
Το 1936 υπέβαλε υποψηφιότητα για την έδρα καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή. Φυσικά απορρίφθηκε η αίτησή του μιας και το κλίμα της εποχής (Δικτατορία 4ης Αυγούστου) δεν ευνοούσε τα ελεύθερα πνεύματα.

Τον ίδιο χρόνο – δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου – όσοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι την αποδοχή του Συκουτρή από το κοινό και τους μαθητές του μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν το «Συμπόσιο».
Με αφορμή λοιπόν το κεφάλαιο της Εισαγωγής – που αναφερόταν στις γενετήσιες σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα και ειδικότερα στην παιδεραστία – ο Σμυρνιός φιλόλογος άρχισε να δέχεται πολλές επιθέσεις από ακαδημαϊκούς και εξωακαδημαϊκούς κύκλους.

Το Φθινόπωρο του 1936 ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον του Συκουτρή από το περιοδικό «Επιστημονική Ηχώ» και τον Σπυρίδωνα Παπανικολάου. Αναμφίβολα η πολεμική εναντίον του Συκουτρή που αναπτύχθηκε, δεν είχε επιστημονικό υπόβαθρο με απτά επιχειρήματα εναντίον των θέσεων που είχε αναπτύξει, αλλά πότε κατηγορούσε τον φιλόλογο ως διαβολέα των Αρχαίων Ελλήνων, πότε τον κατηγορούσε ως υμνητή της ομοφυλοφιλίας, ως χυδαίο υβριστή της ηθικής των Αρχαίων Ελλήνων, ενώ ψευδώς διέδιδε ότι η Ακαδημία απέσυρε το βιβλίο όταν ήταν γνωστό πως αυτό είχε εξαντληθεί ήδη από το 1935.
Σε αυτές τις κατηγορίες – καταγγελίες η απάντηση του υπουργείου Παιδείας υπήρξε σαφής και κάθετη: «Ο Συκουτρής δεν υπεράσπιζε την ομοφυλοφιλία αντιθέτως καθαρά την αποδοκίμαζε, αλλά και η εργασία του ήταν απολύτως τεκμηριωμένη χωρίς να ανιχνεύεται πουθενά προσπάθεια να θιχτεί ο Αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός».

Αν και πολλοί θα περίμεναν το αντίθετο, η κυβέρνηση Μεταξά δεν συγκινήθηκε από τις αστήριχτες κατηγορίες εναντίον του Συκουτρή.

Οι κατήγοροί του συνέχισαν απτόητοι στρεφόμενοι εναντίον του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, γιατί ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών δεν εμπόδισε την έκδοση του «Συμποσίου».
Πολύ σύντομα ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος δήλωσε πως δεν έμαθε εγκαίρως για την έκδοση του «Συμποσίου», αλλά διαμαρτυρήθηκε έντονα όταν το πληροφορήθηκε, ενώ η Ακαδημία σε απάντησή της υποσχέθηκε ότι σε μελλοντική έκδοση θα αφαιρούσε το επίμαχο τμήμα από την εισαγωγή.
Αντιθέτως ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Νικόδημος, στήριξε τον νεαρό φιλόλογο αδιαφορώντας για τις αντίθετες φωνές που τον κατηγορούσαν για αθεΐα.
Για το ίδιο θέμα κατατέθηκαν εναντίον του Ιωάννη Συκουτρή δύο μηνύσεις.

***

Αμέσως τότε ο καθηγητής ανέτρεψε όλα τα επιχειρήματα των αντιπάλων με το δημοσίευμά του «Η εκστρατεία κατά του Συμποσίου. Τα κείμενα και οι κολουροπώλαι, 1937».
Απογοητευμένος όμως από τον κοινωνικό του περίγυρο και την πολεμική που δέχτηκε, κλείστηκε στον εαυτό του με μη αναμενόμενες συνέπειες…

***

Ο Ιωάννης Συκουτρής γεννήθηκε στη Σμύρνη, την 1η Δεκεμβρίου 1901. Καταγόταν από τη Χίο και φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.
Τα οικονομικά μέσα της οικογένειάς του ήταν περιορισμένα αλλά οι εξαιρετικές σχολικές επιδόσεις του τού εξασφάλιζαν την οικονομική υποστήριξη της αρχιεπισκοπής Σμύρνης ώστε να κατορθώσει να ολοκληρώσει τη φοίτησή του στο σχολείο.
Το 1918 αποφοίτησε από την Ευαγγελική Σχολή και διορίστηκε δάσκαλος στο χωριό Γκιαούρκιοϊ της Μαγνησίας.

***

Το 1919 γράφτηκε αναδρομικά ως δευτεροετής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1922. Τα χρόνια των σπουδών του τα οικονομικά προβλήματα συνεχίζονταν, αλλά κάλυπτε τις ανάγκες του με την εργασία του ως βοηθού στο Σπουδαστήριο της Φιλοσοφικής Σχολής και με τα έσοδα από τις υποτροφίες του Σεβαστοπούλειου Διαγωνισμού, στον οποίο συμμετείχε δύο φορές. Τα επόμενα δύο χρόνια, μετά την αποφοίτησή του, εργάστηκε ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη μελέτη ποικίλων εκφάνσεων του κυπριακού πολιτισμού και προσπάθησε να οργανώσει την πνευματική και επιστημονική ζωή του τόπου ιδρύοντας συλλόγους και εκδίδοντας το περιοδικό «Κυπριακά Χρονικά».

***

Το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ το 1925 αναγορεύτηκε διδάκτορας και αναχώρησε για σπουδές Κλασικής Φιλολογίας στη Γερμανία, όπου παρέμεινε μέχρι το 1929.
Σπούδασε στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας κοντά σε μεγάλους φιλολόγους όπως ο Ούλριχ Βιλαμόβιτς και ο Βέρνερ Γιέγκερ. Εκείνα τα χρόνια ήταν τα πιο παραγωγικά σε φιλολογικές μελέτες τις οποίες δημοσίευε σε πολλά φιλολογικά περιοδικά. Η διδακτορική του διατριβή είχε θέμα τον «Επιτάφιο» του Δημοσθένη για τους πεσόντες Αθηναίους οπλίτες της Χαιρώνειας, ο οποίος εθεωρείτο νόθο έργο του αρχαίου τραγικού. Όμως ο Συκουτρής απέδειξε ότι το έργο ήταν γνήσιο.
Ενδεικτικό της φήμης που απέκτησε ο Συκουτρής είναι το γεγονός ότι ο Βιλαμόβιτς τον είχε εντάξει στον φιλολογικό σύλλογο Graeca Wilamowitziana, τον οποίο αποτελούσαν φιλόλογοι που στις συναντήσεις του ερμήνευαν κλασικούς Έλληνες συγγραφείς. Ο Συκουτρής ήταν το μόνο μη γερμανικής καταγωγής μέλος που συμμετείχε στο σύλλογο. Εκτός από τις ποικίλες δημοσιεύσεις σε φιλολογικά περιοδικά ο Έλληνας φιλόλογος ανέλαβε να εκδώσει του «Λόγους του Δημοσθένη» για τον εκδοτικό οίκο Teubner.

***

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να διδάσκει στο Αρσάκειο και το 1930 εξελέγη υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ανέλαβε τότε την πρωτοβουλία για την οργάνωση της σειράς Ελληνική Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία θα περιελάμβανε σχολιασμένες και μεταφρασμένες εκδόσεις κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Μετά τον πρώτο τόμο της σειράς, το «Συμπόσιο του Πλάτωνα» [1934] ο καθηγητής άρχισε να προετοιμάζει την έκδοση της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη, η οποία εκδόθηκε το 1937 μετά τον θάνατό του.

***

Στο βιβλίο «Με φιλίαν παντοτινήν και άδολη – Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή στις μαθήτριές του, 1933-1937» [Εκδόσεις ΜΙΕΤ] διαβάζουμε ένα μικρό απόσπασμα από την επιστολή που έστειλε στη μαθήτριά του και φίλη του Αγλαΐα Φακάλου – Μακάρωφ, την «καλή του Αγλαΐτσα».
Επίσης υπάρχουν επιστολές που απευθύνονται στις μαθήτριές του, Μαρία Κακισοπούλου, Μαρίκα Στρομπούλη και Ηρώ Κουρμπέτη. Πρόκειται για επιστολές με «πλατωνική» και ερωτική τρυφερότητα. Με την Αγλαΐα επικοινωνεί για τελευταία φορά στις 3 Αυγούστου 1937.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 1937 ο Συκουτρής ταξιδεύει για την Κόρινθο, όπου και έμεινε στο ξενοδοχείο «Κεντρικόν» και συναντήθηκε επανειλημμένα με τον φίλο του φιλόλογο Ιωάννη Γιαμπουράνη.
Την Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου ο Συκουτρής αποφάσισε να ανέβει στον Ακροκόρινθο για να θαυμάσει – για τελευταία φορά όπως αποδείχθηκε – τη ελληνική φύση. Ζήτησε από κάποιο ημιονηγό να τον βοηθήσει να ανέβει και στην άρνησή του απάντησε:
«Θα κάνω μόνος μου και αυτό τον τελευταίο δρόμο».
Εκεί στον Ακροκόρινθο ο Συκουτρής θα γράψει ένα δυσανάγνωστο βιαστικό σημείωμα προς τον καθηγητή του Πολυτεχνείου Άγγελο Καλαμαρά στο οποίο κληροδοτούσε τα βιβλία του στην Ακαδημία, άφηνε ένα χρηματικό πόσο στη γυναίκα του Χαρά Πετυχάκη και ζητούσε να δημοσιευτεί το τμήμα της εισαγωγής στην «Ποιητική» του Αριστοτέλη που είχε ολοκληρώσει χωρίς κανείς να προσπαθήσει να το συμπληρώσει.
Το βράδυ της ίδια ημέρας [21 Σεπτεμβρίου] ο Συκουτρής επέστρεψε στο ξενοδοχείο κατάκοπος. Την επόμενη ημέρα [Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου] στο ξενοδοχείο βρέθηκε στο δωμάτιο του νεκρός από συγκοπή της καρδιάς.
Οι εφημερίδες της εποχής απέδιδαν στη συγκοπή τον θάνατό του, αλλά λίγους μήνες μετά μαθεύτηκε πως ο Συκουτρής είχε αυτοκτονήσει με ισχυρή δόση υπνωτικού.
Ο θάνατός του έκανε μεγάλη εντύπωση στον πνευματικό κόσμο της εποχής του, ο οποίος παρέστη στην κηδεία του την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 1937 στο Α΄ Νεκροταφείο.

***

Σε κρίσεις του για τον Συκουτρή, ο Τέλλος Άγρας έγραψε ότι «έζησεν αδιάκοπα με υψωμένο το θερμόμετρο», ο Άγγελος Σικελιανός τον θρήνησε με σονέτο, ενώ την επιβίωσή του διείδε προφητικά με στίχους του ο Κωστής Παλαμάς.