Cat Is Art

«Ηλίθιος”, ο πρίγκιπας της καλοσύνης…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς δε φρόνιμοι εν Χριστώ»
Προς Κορινθίους επιστολή Αποστόλου Παύλου (Α Κορινθίους 4,10)

Ο Αλμπέρ Καμί έλεγε πως «ελεύθερος είναι αυτός που λέει την αλήθεια». Με αυτό το δεδομένο δύσκολο είναι να βρούμε πιο ελεύθερο άνθρωπο στη λογοτεχνία από τον πρίγκιπα Μίσκιν.

Το μυθιστόρημα το είχα διαβάσει για πρώτη φορά στην εφηβεία μου. Ήταν ένα χοντρό κίτρινο βιβλίο, απλό και φτηνό, από κάποιες εκδόσεις τσέπης της εποχής, που έγραφε στο εξώφυλλο με μεγάλα γράμματα «Ο Ηλίθιος”. Από τότε ευγνωμονώ αυτές τις εκδόσεις γιατί με αυτή την ανάγνωση μου άνοιξαν δρόμους απαράμιλλης συγκίνησης. Τα αριστουργηματικά έργα ερευνούν σημαντικά  ερωτήματα  γύρω από τη ζωή και τον θάνατο. «Ο Ηλίθιος” όμως ξεχωρίζει γιατί είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα συγγράμματα του ενός μεγάλου ψυχογράφου και μυθιστοριογράφου, και θα παραμείνει στο εσαεί όπλο της ανθρώπινης πνευματικότητας. Ο βασικός του χαρακτήρας είναι ένας από τους  πιο πρωτότυπους και ξεχωριστούς που γνώρισε ποτέ η παγκόσμια λογοτεχνία. Ένας άνθρωπος που μπορεί η μοίρα να του έδωσε μια αρρώστια, ωστόσο είχε το χάρισμα της αφοπλιστικής, της καθηλωτικής ειλικρίνειας. Οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν «ηλίθιο” όχι επειδή δεν ήταν ευφυής, αλλά λόγω της αγνότητας της ψυχής του.

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι κληροδότησε στην ανθρωπότητα ένα αριστουργηματικό παραμύθι για έναν πρίγκιπα που θρυμματίζεται από καλοσύνη. Ταυτόχρονα στηλιτεύει τη ζωή των δημοσίων υπαλλήλων, που ζουν πλουσιοπάροχα σε βάρος άλλων, ενώ είναι σκληρός στην περιγραφή ιδιοτελών ανθρώπων και ιδιαίτερα τρυφερός όταν αναφέρεται σε μητέρες και θύματα κακομεταχείρισης.

Η προσωπική εμπειρία του συγγραφέα από την περίφημη εικονική του εκτέλεση, γίνεται μέρος του χαρακτήρα του πρίγκιπα Μίσκιν. Και τον Μίσκιν τον χρησιμοποιεί για να υπερασπιστεί τα χριστιανικά ηθικά ιδεώδη που εκείνα τα ταραχώδη χρόνια στην τσαρική Ρωσία είχαν γίνει στόχος επιθέσεων από τους ριζοσπάστες της δεκαετίας του 1860. Τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι τοποθετούν αυτά ακριβώς τα κοινωνικοπολιτικά πάθη και προβλήματα του καιρού του σε έναν πολύ ευρύτερο και πολύπλευρο ορίζοντα.

Το πιο βαθύ

Ο «Ηλίθιος” (1868) είναι το πιο βαθύ από τα μυθιστορήματά του, γιατί εκδραματίζει την απόλυτη αδυναμία του ανθρώπου να φτάσει το υψηλότερο χριστιανικό ιδεώδες.
Ο πρίγκιπας Μίσκιν («Ο Ηλίθιος»), πάσχων από επιληψία, επιστρέφει στη Ρωσία ύστερα από πολυετή απουσία. Στην Αγία Πετρούπολη περιφρονούν και χλευάζουν την αθωότητά του. Εκείνος όμως ανταποδίδει καλοσύνη. Όταν έξαφνα κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία βρίσκεται στο επίκεντρο του κοινωνικού ενδιαφέροντος. Για όλους η αγαθή φύση του πρίγκιπα είναι ακατανόητη και προκαλεί αντικρουόμενα συναισθήματα. Ο ιερός «Ηλίθιος» όταν βρίσκεται στη δίνη των ανθρώπινων παθών, της απαξίωσης, της απληστίας, του έρωτα και της ζήλιας, απαντά με αυταπάρνηση, αγάπη και αυτοθυσία. Είναι θλιβεροί οι καιροί, όταν η εντιμότητα ονομάζεται αφέλεια και η ειλικρίνεια λέγεται ηλιθιότητα!
Το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα γράφεται εξ ολοκλήρου στην Ευρώπη, μακριά από τη μητέρα Ρωσία, σε μια εποχή απελπισίας, δριμύτατης φτώχειας και νοσταλγίας του Φιοντόρ για την πατρίδα του. Με τις επιληπτικές κρίσεις να τον βασανίζουν και τις προσωπικές υπαρξιακές αγωνίες να τον ταλανίζουν, γεννιέται «Ο Ηλίθιος», ένα μυθιστόρημα που -όπως σημείωνε ο ίδιος ο συγγραφέας- «σχετίζεται με την απόδοση της εικόνας ενός πραγματικά καλού και θετικού ανθρώπου».
Όμως ποιος είναι καλός και θετικός άνθρωπος; Αυτός που δεν πράττει το κακό, το απεχθές; Πόσο δύσκολο είναι να είσαι καλός και να διατηρείς την αθωότητά σου; Στην εποχή μας, και σε κάθε εποχή στην ιστορία της ανθρωπότητας, αναγνωρίζεται η αξία των καλών; Και πάνω απ’ όλα, υπάρχει περίπτωση ο καλός να μη «σταυρωθεί»; Η ειλικρίνεια, βαθιά και άδολη, είναι το πρώτο χαρακτηριστικό των ηρωικών ανθρώπων.

 

Ο «ιερός μωρός»

«Ο Ηλίθιος» είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που φαίνεται να θέλει να ξορκίσει το κακό και να αναζητά το καλό. Ο «ιερός μωρός», όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον Ντοστογιέφσκι, ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι, κηρύττει την αγάπη. Αγάπη. «Αγάπη που οδηγεί πάντα στη σταύρωση», όπως σημειώνει και ο σκηνοθέτης Νίκος Διαμαντής ο οποίος σκηνοθετεί για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά το έργο που αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα όλων των εποχών.
Μία ιερή παραβολή για το καλό, που συνεισφέρει με διεισδυτικό τρόπο στην αυτογνωσία όλων μας. Ο Ρώσος συγγραφέας δείχνει τη μαεστρία του αναλύοντας σε βάθος την ψυχοσύνθεση των βασανισμένων ηρώων του. Κι ο σκηνοθέτης όμως καταθέτει πολλή από την καλλιτεχνική του δεινότητα, υλοποιώντας μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών με μεγάλο δείκτη δυσκολίας.

Το Δημοτικό Πειραιά

Σκηνοθέτης αλλά και καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ο Νίκος Διαμαντής ηγείται σε έναν πολιτιστικό οργανισμό που δουλεύει σε τρεις διαφορετικούς άξονες, τον καλλιτεχνικό, τον εκπαιδευτικό και τον κοινωνικό σε μια προσπάθεια που απαιτεί άφθαστη υπομονή. Το Δημοτικό Πειραιά έχει δημιουργήσει ένα εντελώς δικό του αποτύπωμα, έναν σαφή βηματισμό με μεγάλη επιμονή που σε συνδυασμό με την υπομονή είναι υπερδύναμη. Έχει ήδη αποδειχθεί ότι όλο αυτό δεν είναι ένα πυροτέχνημα, αλλά μια προσπάθεια που έδωσε κάτι διαφορετικό. Δηλαδή ένα ανοιχτό θέατρο, με διακριτές δυνατότητες που αφορά τον απλό κόσμο και τον καθένα ξεχωριστά, χωρίς αποκλεισμούς.

Μια δίνη γεγονότων

Εμβαθύνοντας μοναδικά στην ψυχολογία των ηρώων του Ντοστογιέφσκι, ο σκηνοθέτης Νίκος Διαμαντής περιγράφει στον «Ηλίθιο» την ιστορία του επιληπτικού πρίγκιπα Μίσκιν, ο οποίος ύστερα από μακροχρόνια παραμονή και θεραπεία στην Ελβετία, επιστρέφει στην Πετρούπολη. Αφοπλιστικά αθώος και ανιδιοτελής για τους κοσμικούς κύκλους της μεγαλούπολης, όταν κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία βρίσκεται αναπάντεχα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αντιμέτωπος με την περιέργεια, το σαρκασμό και την υστεροβουλία. Οι άντρες τον θεωρούν «ηλίθιο», αδυνατώντας να κατανοήσουν το χαρακτήρα του, μην μπορώντας να εξηγήσουν διαφορετικά την άδολη και αγνή φύση του, ενώ οι γυναίκες γοητευμένες από την απόκοσμη φύση του, συνεπαρμένες από αυτές ακριβώς τις ιδιότητές του, τον ερωτεύονται τρελά. Όλοι τους παρασύρονται σε μια δίνη γεγονότων μέχρι το τραγικό τέλος.

 

Το αριστούργημα

Η λέξη «αριστούργημα» δεν αποδίδεται τυχαία στον «Ηλίθιο». Το ίδιο σημαντικό όπως το έντονα δραματικό «Αδερφοί Καραμαζόφ» ή το εξαιρετικά διακριτικό και τρομακτικό «Οι Δαιμονισμένοι». Σε αυτά τα μυθιστορήματα, ο Ντοστογιέφσκι συνδύαζε, αρμονικά, στην πλοκή πολιτικές και θρησκευτικές ιδέες. Στον «Ηλίθιο» συλλαμβάνει μια ιστορία κι έναν χαρακτήρα που από τον μυστηριακό κόσμο και τον πνευματικό έρωτα κινούνται στη ζωή ενός Αγίου.

Η ειλικρίνεια

Οι συντελεστές της παράστασης κάνουν άθλο στον «Ηλίθιο» και μας παραδίδουν την ανθρώπινη ψυχή γυμνή, όπως είναι. Μια θεατρική δουλειά με υποβλητικότητα και ατμόσφαιρα. Από τα αρχικά δρώμενα που σε βάζουν στο κλίμα της, μέχρι τη λεκτική αντιπαράθεση της Ναστάζια με την Αγλαΐα, το δίπολο Μίσκιν – Ραγκόζιν, την αιφνιδιαστική είσοδο του Ιππόλυτου και το αποθεωτικό τέλος.

Η σπουδαιότητα του έργου έγκειται στην ειλικρίνειά του. Ο Ντοστογιέφσκι δεν έχει πρόθεση να μας παρασύρει σε έναν κόσμο που δεν γνωρίζουμε. Όλα όσα μας παρουσιάζει μέσα από την ιστορία, την περιπέτεια του πρίγκιπα Μίσκιν, μας είναι γνωστά, οικεία. Εκτός από το περιβάλλον, η λογοτεχνική υφή, η ατμόσφαιρα, η συναισθηματική εμπλοκή των χαρακτήρων, η διαλεκτική, η βάσανος της φιλοσοφικής ενατένισης των πραγμάτων, η δοκιμασία του έρωτα, της φιλίας και η αναζήτηση της αλήθειας είναι διαχρονικά θέματα. Ο Ντοστογιέφσκι δεν καταπιάνεται με όλα αυτά για να εντυπωσιάσει, να κάνει επίδειξη των δυνατοτήτων του στη μελέτη της ανθρώπινης ψυχής. Επιθυμεί να αναδείξει τη δύναμη του καλού. Από ανάγκη να αντισταθεί στον κυνισμό και την ψυχρή μεταβολή του κόσμου που τον περιέβαλλε. Ο μοναδικός τρόπος ήταν να φτιάξει το απόλυτο καλό, έναν ήρωα που θα αντανακλούσε τις αρετές και τις αδυναμίες του ανθρώπου. Έναν ήρωα που θα ήταν απλός, δίχως υστερόβουλες σκέψεις και προθέσεις αποδόμησης. Το καλό ως υπόμνηση ενός κόσμου που αντιστέκεται και δεν θέλει να αλλοτριωθεί από την πληθωρική εξέλιξη που έρχεται. Ο πρίγκιπας Μίσκιν όμως δεν είναι ήρωας μοναχικός, είναι ανεξάντλητη πηγή ενέργειας που τροφοδοτεί τον περίγυρο, όσους τον πλησιάζουν, όσους πλησιάζει. Κατά κάποιο τρόπο γίνεται ο μέγας εξομολογητής που αποσπά από τους συνομιλητές του, τους φίλους, τους εχθρούς του ομολογία πίστης στον εαυτό που κινδυνεύει να χαθεί. Ένα πολυπρόσωπο σαρωτικό έργο, πολυεπίπεδο αφηγηματικά, με απίστευτη διείσδυση στη ρωσική ψυχή, στην ψυχή της ανθρωπότητας.
Ευδιάκριτη η αντίθεση, από την αρχή της γνωριμίας με τον πρίγκιπα Λέων (λιοντάρι) Μίσκιν (ποντίκι). Επαγγέλλεται γραφιάς όπως πλήθος ντοστογιεφσκικών πρωταγωνιστών και όπως άλλωστε ο ίδιος ο Ντοστογιέφκσι.

Η διασκευή

Ένα τέτοιο έργο είναι δύσκολο να παρασταθεί δίχως να χαθεί η συνοχή, η αρμονία και η πνοή του. Σε αυτό όμως η παράσταση ευτύχησε με την αξιοποίηση της μετάφρασης – διασκευής των συγγραφέων Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη, οι οποίοι διατήρησαν τη δροσιά της ποίησης και τους μυστικούς ψιθύρους των ηρώων αλώβητους. Κράτησαν ζωντανό το πνεύμα του συγγραφέα δίνοντας σπονδυλωτή θεατρική μορφή στο έργο ώστε η παράσταση να έχει αυθεντικότητα και δράση.

Οι ερμηνείες

Ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο πρωταγωνιστής της παράστασης, που τον ενσαρκώνει ο Πέτρος Φιλιππίδης, παρότι κάπως μεγαλύτερος στην ηλικία από τον ήρωα, είναι ένας Ρώσος άγιος αγαθός, ένας απόγονος του Δον Κιχώτη, ένας Χριστός σε έναν αντιχριστιανικό κόσμο. Η φυσιογνωμία του ήρωα ήταν και η μεγάλη πρόκληση.
Ο Πέτρος Φιλιππίδης σαν ικανότατος ηθοποιός, λαμπρός και ευσυνείδητος που είναι, μπήκε στο σαρκίο του ήρωα και συγκίνησε. Έδωσε τη βαθύτερη μυστική και καθαρή διάσταση της ιδιόρρυθμης ψυχοσύνθεσής του και κράτησε το ρυθμό της παράστασης σε απόλυτη ισορροπία.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν μεγάλωσε ορφανός από γονείς, παθαίνοντας συχνές επιληπτικές κρίσεις. Ο χαρακτήρας του είναι αμφιλεγόμενος. Μερικοί τον θεωρούν τίμιο, ευγενικό, αγαθό και με μια υπερβολική καλοσύνη, κάτι που τον καθιστά «ηλίθιο». Άλλοι επιμένουν πως είναι πονηρός και ύπουλος και κρύβεται πίσω από μια ψευδή αίσθηση που δίνει στους άλλους. Το γεγονός ότι είναι πρόθυμος να συγχωρέσει ακόμη και τις χειρότερες συμπεριφορές που δέχεται, δικαιολογεί και πάλι τον χαρακτηρισμό του «ηλιθίου» που του αποδίδουν πολλοί κατά τη διάρκεια του έργου. Το ιδιαίτερό του χάρισμα είναι να ψυχολογεί τους άλλους και να κατανοεί οποιαδήποτε αλλόκοτη συμπεριφορά και διαφορετικότητα. Τέλος, έχει ενδιαφέρουσες απόψεις, τις οποίες εκφράζει με ιδιαίτερο σθένος και με υποστηρικτικό πνεύμα. Ο Φιλιππίδης πετυχαίνει πλήρως να μας τον ζωντανέψει και ταυτόχρονα μας καθηλώνει.

Πού χαρίζει όμως ο πρίγκιπας την αγάπη του; Στη Ναστάζια ή στην Αγλαΐα; Ο ίδιος σε μια έντονη εκμυστήρευση αποκαλύπτει πως αγαπά και τις δύο με όλη του την αγνή ψυχή, όμως νιώθει διαφορετική αγάπη για την καθεμία. Τη Ναστάζια τη βλέπει σαν παιδί, θέλει να τη φροντίζει, νιώθει μια αγάπη οίκτου που απορρέει από την καλοσύνη του και κατανοεί τα δύσκολα χρόνια που έχει περάσει αυτή η γυναίκα. Όσον αφορά την Αγλαΐα, είναι μια αμοιβαία αγάπη που αργεί να αποκαλυφθεί. Είναι μια απέραντη και βαθιά αγάπη με άδοξο τέλος.

Η Ναστάζια, που την υποδύεται σε μια ερμηνεία – σταθμό η Μαρία Κίτσου, είναι μια βασανισμένη και πληγωμένη ψυχή, η οποία μεγάλωσε ορφανή, κακοποιήθηκε και χειραγωγήθηκε στην παιδική της ηλικία από τον άνθρωπο που τη μεγάλωσε. Η εκμετάλλευση που έχει βιώσει την κάνει να πιστεύει ότι πλέον έχει δικαίωμα να συμπεριφέρεται όπως θέλει σε οποιονδήποτε άνθρωπο και να κατηγορεί όλους γι’ αυτό που συνέβη στα τρυφερά της χρόνια. Αυτός ο διφορούμενος χαρακτήρας, αυτή η κυνική και σκληρή γυναίκα είναι τόσο απρόβλεπτη και ασυγκράτητη, καθώς κάνει βεβιασμένες κινήσεις, ξαφνιάζοντας συνεχώς τους χαρακτήρες του έργου. Έχει διαβάσει πολύ όμως, γι’ αυτό είναι πιο ονειροπόλα και πιο συνεσταλμένη απ’ όσο θα φανταζόταν κανείς. Αυτοαποκαλείται πρόστυχη κι ανήθικη, ενώ φέρεται με μεγάλη αυθάδεια. Παρόλο που αγαπάει απέραντα τον πρίγκιπα Μίσκιν, δεν τον παντρεύεται τελικά, επειδή γνωρίζει ότι θα τον καταστρέψει, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αυτοκαταστροφική. Ακόμα και ο Μίσκιν, την αποκαλεί δικαίως ανισόρροπη και τρελή, αφού εκείνη αλλάζει συνεχώς απόψεις για το ποιον θα παντρευτεί. Αμφιταλαντεύεται τέλος ανάμεσα στο καταστροφικό πάθος για τον Ραγκόζιν και την όμορφη αγάπη της για τον Μίσκιν, το μόνο άνθρωπο που την αποδέχτηκε όπως είναι και πίστεψε σ’ αυτήν. Ουσιαστικά, προβλέπεται ο θάνατός της, καθώς το όνομά της (Μπαράσκοβα), σημαίνει πρόβατο προς σφαγή. Η Μαρία Κίτσου, πέρα από την εκθαμβωτική της ομορφιά επί σκηνής που μας πρόσφερε απλόχερα, προχώρησε ακόμα περισσότερο δίνοντας μια παθιασμένη ερμηνεία, με εσωτερικότητα και ένταση. Έπλασε ευαίσθητα και αληθινά αυτό το «εξαίσιο πλάσμα του Θεού» που αναζητά απεγνωσμένα τη λύτρωση. Μας έδειξε ολοζώντανη μια γυναίκα εκπάγλου καλλονής, αγέρωχη και περήφανη, που όμως τα ψυχικά της τραύματα είναι ανάλογου βάθους με εκείνα που φέρει ο Μίσκιν.

Ο Ραγκόζιν, που τον ερμήνευσε αδρά και σθεναρά ο Γιάννης Στάνκογλου, παρασύρεται από τα πάθη του απέναντι στην εξωπραγματική μορφή του Μίσκιν, ξεπερνώντας όλα τα όρια και φτάνοντας ακόμα και μέχρι το έγκλημα. Συναντιέται με τον Μίσκιν από την αρχή κιόλας του μυθιστορήματος μέσα στο τρένο που οδηγεί και τους δύο στην Πετρούπολη. Είναι άξεστος, αμόρφωτος, παρορμητικός και μισάνθρωπος, είναι επίσης εσωστρεφής ενώ δεν αφήνει κανέναν να δει τι κρύβεται μέσα στην ψυχή του. Ο Ραγκόζιν έχει μοναδικό του στόχο την κατάκτηση της Ναστάζια, παραβλέποντας οποιοδήποτε κόστος. Αγαπάει τον Μίσκιν και ταυτόχρονα τον ζηλεύει θανάσιμα, διότι γνωρίζει τα αισθήματα μεταξύ αυτού και της Ναστάζια. Όσο κι αν ο Μίσκιν επιμένει πως αγαπάει με οίκτο τη Ναστάζια και δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από αυτόν, ο Ραγκόζιν του στήνει ενέδρα και αποπειράται να τον δολοφονήσει, παρόλο που έχουν γίνει αδελφοποιητοί ανταλλάσσοντας σταυρούς. Συγκεντρώνει γύρω του όλο τον υπόκοσμο της εποχής, έναν εσμό συμφεροντολόγων ανθρώπων που ως κύριο σκοπό τους έχουν την απόκτηση χρημάτων, προκειμένου να τον βοηθήσουν να κατακτήσει τη Ναστάζια. Το πάθος του τον κάνει πάντα έτοιμο να δεχτεί τη Ναστάσια, όταν όμως εκείνη του παραδίδεται ολοκληρωτικά αυτός τη δολοφονεί. Με ζωηρά χρώματα, ρεαλισμό στην κίνηση και το λόγο, αρρενωπότητα και ορμή απέδωσε το ρόλο ο Γιάννης Στάνκογλου.

Όσο για την Αγλαΐα, που την υποδύεται με θέρμη και γλυκύτητα η Λένα Παπαληγούρα, είναι μια κοπέλα μεγαλωμένη με αγάπη και περισσή φροντίδα, με τα βλέμματα όλων στραμμένα επάνω της λόγω της ομορφιάς της, γεγονός που εξηγεί την ενίοτε κακομαθημένη, υπεροπτική συμπεριφορά που επιδεικνύει. Τα βιώματα και ο κόσμος της είναι ξένα προς τον πρίγκιπα και τη δύσκολη ζωή του, που νιώθει συνεπώς ανάξιος δίπλα της και αδυνατεί να την καταλάβει, ενώ συγχρόνως δυσκολεύεται να μεταφράσει τα δικά του συναισθήματα για εκείνη, καθότι πρωτόγνωρα. Όμορφη σαν μπουμπούκι και ζεστή σαν ηλιαχτίδα, λυγερή, γοητευτική, με μια δόση αναίδειας, τη δροσερή αναίδεια των χαϊδεμένων ανθρώπων, και το σκανδαλιάρικο ύφος εκείνων που -μη γνωρίζοντας τίποτα για τη ζωή- προσπαθούν να μάθουν περισσότερα, η Λένα Παπαληγούρα κατακτά έναν ακόμη ρόλο που προστίθεται στο ήδη πλούσιο βιογραφικό της.

Αξίζει να σημειώσουμε επίσης την πολύ αξιόλογη ερμηνεία του Χάρη Χιώτη, που παρότι νεότατος ακόμα μας έχει ήδη δείξει δείγματα του ταλέντου του και της αφοσίωσής του στην τέχνη, σε παραστάσεις όπως οι «Αλεπούδες», το «Ποπ κορν», αλλά και πρόσφατα στους «Επτά κρεμασμένους». Στον «Ηλίθιο» αποδίδει με ενάργεια τον έφηβο Κόλια, που κληρονομεί όλη τη σοφία του Μίσκιν. Πρόκειται για ένα συμβολικό χαρακτήρα ο οποίος υπόσχεται τον καινούργιο κόσμο που γεννιέται μέσα από τα συντρίμμια του παλαιού. Περιμένουμε να απολαύσουμε τον πολύ αληθινό Χάρη Χιώτη και σε επόμενους ρόλους πρώτης γραμμής.

Ζωντανοί οι χαρακτήρες και των υπόλοιπων προσώπων, που ξεπετάγονται μέσα από τα σπλάχνα της ρώσικης κοινωνίας της προεπαναστατικής Ρωσίας και αναλώνονται σε έναν αέναο αλληλοσπαραγμό. Ο έμπειρος Γιώργος Κωνσταντίνου τόνισε σωστά τη γραφική φιγούρα του Επάντσιν. Η Γιώτα Φέστα έδωσε έμφαση στην ιδιοσυγκρασία της αριστοκρατικής Λιζαβέτα. Πολύ εκρηκτικά και άξια, σε μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια, ενσάρκωσε τον μηδενιστή Ιππόλυτο ο εξαίρετος πρωταγωνιστής Ιωάννης Παπαζήσης. Άψογος, στο ρόλο του Γαβρίλα με την τρικυμισμένη και βασανισμένη ψυχή, ο πάντα σπουδαίος Στάθης Μαντζώρος. Πολύ ικανοποιητική και η ερμηνεία του Γιώργου Δεπάστα στο ρόλο του Λέμπεντεβ.

Οι συντελεστές

Έξοχα επιμελημένη η κίνηση από τον Γιάννη Γιαπλέ και όμορφα τα αφαιρετικά σκηνικά της Λίλης Πεζανού. Ωστόσο τα κοστούμια, αν και στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ήταν πολύ προσεγμένα και εντυπωσιακά, υστερούσαν στους μικρότερους. Ιδιαίτερα αρμονικό ηχητικό περιβάλλον προσέδωσε στην παράσταση, στην έναρξη και στο διάλειμμα αυτής, το δημοφιλές Πειραϊκό Φωνητικό Σύνολο Libro Coro.

Μια αριστοτεχνικά στημένη παράσταση τονισμένη από τη μουσική του Μίνωα Μάτσα και τους φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ, που συμπυκνώνει τις προσωπογραφίες των ηρώων δημιουργώντας μια σκηνική περίληψη του μυθιστορήματος δίχως να αυτονομείται από αυτό.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση – Διασκευή: Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης
Σκηνοθεσία: Νίκος Διαμαντής
Σκηνικά – Κοστούμια: Λίλη Πεζανού
Μουσική – Sound Design: Μίνως Μάτσας
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Κίνηση: Γιάννης Γιαπλές
Δημιουργία Video παράστασης: Xρυσούλα Κοροβέση
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ειρήνη Μαργαρίτη
Β’ Bοηθός σκηνοθέτη: Αντώνης Μόργκαν Κωνσταντουδάκης
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης

Παίζουν:
Πέτρος Φιλιππίδης, Γιάννης Στάνκογλου, Μαρία Κίτσου, Λένα Παπαληγούρα, Γιώργος Κωνσταντίνου, Γιώτα Φέστα, Ιωάννης Παπαζήσης, Γιώργος Δεπάστας, Στάθης Μαντζώρος,
Χάρης Χιώτης

Συμμετέχει το Πειραϊκό Φωνητικό Σύνολο Libro Coro:
Αλεξανδράκης Στέλιος, Αλμυράντη Ειρήνη, Αμπραχαμιάν Μαρία, Αργύρη Πηνελόπη, Αριστείδη Τίνα, Βαραμογιάννη-Μαματσή Βασιλική, Βλάχου Μαρία, Γουρουντή Ανθή, Δάλλας Κωνσταντίνος, Δανά Μικαέλα, Δημόγλου Ηλέκτρα, Δροσινού Χριστίνα, Καισαρίνης Σταύρος, Καραγιάννης Στράτος, Κολοσιώνης Δημήτρης, Κουκουράκης Ιωσήφ, Κουρσάρη Κυριακή, Κουρσάρης Χαράλαμπος, Κυριακίδου Ειρήνη, Κυριακίδου Φωτεινή, Κωστήρη Αγάθη, Μαματσή Νίκη, Μανταλόβα Ανδριάννα, Μάντζαρης Θανάσης, Μαυρογιάννη Τζένια, Μαυρομάτη Σοφία, Πηνελόπη,Μπαξεβανάκη Κατερίνα, Μπαρμπαγιάννη Ελένη, Μπούμπουλη Χρυσάνθη, Ξενοκτιστάκη Εβίτα, Οδαμπόσογλου Αλεξάνδρα, Πανδής Χριστόφορος, Παπαχειμώνα Κλεοπάτρα, Πουλέτσος Κώστας, Ράπτης Χρήστος, Ροδίτη Μαρίνα, Ρόμπας Ιωάννης, Ρούσου Αλεξία, Σκούτας Παναγιώτης, Τζίτζη Ελεάνvα, Τζίτζη Μαργιάννα, Τσουμπρής Διονύσης, Φουντουλάκη Ευαγγελία, Χυτήρη Σταυρούλα

Συμμετέχουν οι: Βεατρίκη Μίνα, Βούλγαρη Μαίρη, Δανά Μικαέλα, Κέντογλου Μελίνα, Κερολλάρη Ελένη, Μακρομαρίδου Βέρα, Πουλέτσος Κώστας, Στάικου Δήμητρα, Φωτίδη Σοφιάνα – Ανθίπη

Πληροφορίες

– Τελευταία παράσταση Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Ο Ηλίθιος του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Aπό 13/04 έως 03/06

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Ηρώων Πολυτεχνείου & Βασ. Γεωργίου, Πειραιάς, 210 4143310, 210 4142320

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή: 20.30, Σάββατο: 17.00 & 21.00, Κυριακή: 19.00, Εισιτήριο: 10 – 25 ευρώ

***

Vasily Perov – Портрет Ф.М. Достоевского

Σύντομη βιογραφία του Ντοστογιέφσκι

Ο Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι (ρωσ.: Фёдор Михайлович Достоевский, ΔΦΑ [ˈfʲɵdər mʲɪˈxajləvʲɪt͡ɕ dəstɐˈjefskʲɪj]) ήταν Ρώσος συγγραφέας, κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το έργο του οποίου αποτελεί ορόσημο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Έφυγε από τη ζωή στις 28 Ιανουαρίου του 1881. Ο ιδιοφυής Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς ως ένας από τους σπουδαιότερους ψυχογράφους, ενώ είναι αξιοθαύμαστη η ποιότητα του συνόλου των έργων του, η πλειονότητα των οποίων χαρακτηρίζεται αριστουργηματική.

Ο Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1821 στη Μόσχα. Ο μεσοαστός πατέρας του Mikhail Andreevich, συνταξιούχος στρατιωτικός χειρουργός, ήταν αλκοολικός με βίαια ξεσπάσματα ενώ η μητέρα του Maria το άκρως αντίθετο, μια τρυφερή μορφή με την οποία ο νεαρός Fyodor είχε μια βαθιά σχέση αγάπης. Η μητέρα του, η οποία πέθανε από φυματίωση την ίδια μέρα με τον εθνικό ποιητή της Ρωσίας Aleksandr Pushkin το 1837, αποτέλεσε το πρότυπο της γυναικείας καρτερικότητας και καλοσύνης για πολλές ηρωίδες στο έργο του, ενώ εμφύσησε στον γιο της τη βαθιά χριστιανική της πίστη.

Τον επόμενο χρόνο ο 17χρονος Fyodor εστάλη με τον αδερφό του Mikhail σε οικοτροφείο. Ο δρ. Ντοστογιέφσκι βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στο αλκοόλ και οι εκρήξεις βίας του έγιναν πιο συχνές και άγριες εις βάρος των δουλοπάροικών του, κάτι που απέβη μοιραίο, αφού στις αρχές του Ιουνίου ο γιατρός βρέθηκε δολοφονημένος – κατά τις ενδείξεις από υποτελείς του. Ήδη πριν από το θάνατο του πατέρα του, ο Fyodor είχε ξεκινήσει σπουδές στη Στρατιωτική Ακαδημία Μηχανικών, στην Αγία Πετρούπολη. Αν και απογοητεύτηκε σύντομα από το είδος της μόρφωσης που τελικά λάμβανε στην Ακαδημία, αποφοίτησε το 1843 με μέτριους βαθμούς. Μέτριοι βαθμοί, μέτριος ως συνέπεια και ο μισθός της θέσης γραφείου στην οποία διορίστηκε.

Ζούσε σε συνθήκες πενίας, αφού ξόδευε απλόχερα τα λίγα που λάμβανε ενώ είχε ήδη αναπτύξει πάθος με τον τζόγο, κάτι το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται χρεωμένος σε όλη του σχεδόν τη ζωή. Όταν το 1844 διορίστηκε σε ένα μακρινό πόστο, ωστόσο, αρνήθηκε τη θέση, λαμβάνοντας την απόφαση να ζει πια από την πένα του. Πρώτη του τυπωμένη δουλειά εμφανίζεται να είναι η μετάφραση της Eugénie Grandet του Honoré de Balzac, ενώ πρώτο δικό του συγγραφικό έργο, ο Φτωχόκοσμος, το 1846, που κερδίζει αμέσως τον έπαινο του γνωστού και με επιρροή κριτικού λογοτεχνίας Vissarion Belinsky. Ο Fyodor έρχεται σε επαφή με λογοτεχνικούς κύκλους και γίνεται μέλος μιας ομάδας ουτοπιστών σοσιαλιστών.

Άθελά του, κατά πολλούς, ο Dostoyevsky βρίσκεται μπλεγμένος σε μια συνωμοσία για την ανατροπή του τσάρου Νικόλαου του Α’ και, στις 22 Απριλίου 1849, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Στη δίκη του απαγγέλθηκαν οι ακόλουθες κατηγορίες: – Ως πρώην αξιωματικός του Στρατού άκουσε επικρίσεις για τον Στρατό χωρίς να αντιδράσει. – Ανάγνωσε σε έναν κύκλο ατόμων μια επιστολή του Belinsky προς τον διάσημο συγγραφέα Nikolai Gogol, στην οποία ασκούνταν κριτική προς την Εκκλησία και την κυβέρνηση. – Είχε στην κατοχή του παράνομο πιεστήριο. – Συμμετείχε σε συνωμοσία για τη δολοφονία του Τσάρου. Ο Dostoyevsky δήλωσε «αθώος» στην τελευταία κατηγορία αλλά χωρίς αυτό να φέρει κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Οι δικαστές καταδίκασαν όλους τους κατηγορούμενους σε θάνατο από εκτελεστικό απόσπασμα. Στις 22 Δεκεμβρίου του 1849, ο 28χρονος Fyodor οδηγείται, μαζί με τα άλλα μέλη του Κύκλου Petrashevsky, ενώπιον του αποσπάσματος.

Την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, ωστόσο, η εκτέλεση ματαιώθηκε αφού ανακοινώθηκε η απόφαση του Τσάρου να μετατρέψει τη θανατική καταδίκη σε καταναγκαστικά έργα, στο Ομσκ της Σιβηρίας. Στην παγωμένη Σιβηρία ο Dostoyevsky πέρασε τέσσερα χρόνια με βασανισμούς και εξευτελισμούς. Η επιληψία από την οποία έπασχε όλη του τη ζωή επιδεινώθηκε. Το 1854 απελευθερώνεται από τη φυλακή αλλά είναι υποχρεωμένος να εκτίσει το δεύτερο μέρος της ποινής του, τη στρατιωτική θητεία στην εσχατιά της Σιβηρίας, κοντά στα σύνορα με την Κίνα. Εκεί γνωρίζεται και με την Maria Dmitrievna Isaev, μια ήδη παντρεμένη γυναίκα και την ερωτεύεται. Το ζευγάρι παντρεύεται το 1857, μετά το θάνατο του συζύγου της, αλλά ο έγγαμος βίος δεν φέρνει την ευτυχία που ονειρευόταν ο Dostoyevsky. Από τις εμπειρίες του στο κάτεργο θα προκύψει το Σπίτι των Νεκρών (1862).

Απασχολείται όλο και περισσότερο με τη συγγραφή και τα ερωτήματα που τον απασχολούν, οι εμπειρίες από τη φυλακή και τη στρατιωτική εξορία είχαν επιφέρει μεγάλες αλλαγές στις πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Βαθιά θρησκευόμενος και πιο συντηρητικός, έχει πολύ πιο κριτική στάση απέναντι στα ευρωπαϊκά φιλοσοφικά ρεύματα και στα γραπτά του ασχολείται όλο και περισσότερο με τις ρώσικες παραδοσιακές αξίες της υπαίθρου. Το 1859 επιστρέφει ξανά στην Αγία Πετρούπολη και προχωρά μαζί με τον αδερφό του Mikhail στην έκδοση δύο περιοδικών, Vremya (Χρόνος) και Epokha (Εποχή), χωρίς επιτυχία όμως. Το 1864 επιφυλάσσει σκληρά χτυπήματα για τον Dostoyevsky: η σύζυγός του πεθαίνει από φυματίωση και σύντομα συνοδεύει στον τάφο και τον αδερφό του. Ενώ είναι ήδη χρεωμένος, αναλαμβάνει και τα χρέη του αδερφού του καθώς και τη διατροφή της χήρας και των παιδιών του. Βυθίζεται στην κατάθλιψη και συχνάζει όλο και περισσότερο σε σαλόνια τζόγου, συσσωρεύοντας όλο και περισσότερα χρέη. Σύμφωνα με πολλές αναφορές, ολοκλήρωσε υπό μεγάλη βιασύνη το Έγκλημα και Τιμωρία, το διασημότερο μάλλον έργο του, προκειμένου να λάβει μια προκαταβολή που είχε μεγάλη ανάγκη.

Το Έγκλημα και Τιμωρία δημοσιεύθηκε την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου του 1866 στο Ruskii vestnik (Ο Ρώσος Αγγελιοφόρος) και κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο ως βιβλίο. Με παρόμοιο τρόπο έγραψε και τον Παίχτη, αφού αν δεν τον παρέδιδε έγκαιρα, ο εκδότης του θα διεκδικούσε όλα τα δικαιώματα του συγγραφέα. Ερωτεύεται την 20χρονη στενογράφο Anna Grigoryevna Snitkina, στην οποία υπαγορεύει τον Παίχτη, και το 1867 παντρεύονται. Για να αποφύγει τους δανειστές το ζευγάρι αναχωρεί για την Ευρώπη, όπου θα παραμείνει για τέσσερα χρόνια. Επισκέπτονται τη Γερμανία, την Ελβετία και την Ιταλία ενώ η φήμη του Dostoyevsky πίσω στη Ρωσία μεγαλώνει σταδιακά. Οι Δαιμονισμένοι σημειώνουν μεγάλη επιτυχία όπως και οι μηνιαίες δημοσιεύσεις του Ημερολόγιου του Συγγραφέα, τα χρόνια 1873-1881. Την εποχή που κυκλοφορούν οι «Αδερφοί Καραμαζώφ» (1879-80), έργο που πολλοί χαρακτηρίζουν ως το καλύτερό του, ο Dostoyevsky απολαμβάνει ήδη την καθολική αναγνώριση ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της χώρας του. Με αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο έργο του, ο Dostoyevsky καταπιάνεται με την πατροκτονία, θέμα που απασχολεί σε ολόκληρη τη ζωή του τον συγγραφέα.

Το 1880, απαγγέλλει τον λόγο για τον Pushkin κατά τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του μεγάλου ποιητή στη Μόσχα. Με την ηλικία γίνεται όλο και πιο δύσκολη η ανάνηψη από τις επιληπτικές κρίσεις και, στις 28 Ιανουαρίου 1881, ο Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky πεθαίνει σε ηλικία 60 ετών. Την κηδεία και τη νεκρική πομπή του «εθνικού λογοτεχνικού ήρωα» ή «προφήτη» της Ρωσίας παρακολούθησαν σαράντα χιλιάδες πολιτών. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μοναστήρι Alexander Nevsky στην Αγία Πετρούπολη.

Λέγεται ότι o Leo Tolstoy, αν και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ οι δυο τους, ξέσπασε σε δάκρυα όταν έμαθε για το θάνατο του Dostoyevsky καθώς και ότι όταν ο Tolstoy πέθανε, στον σιδηροδρομικό σταθμό Astapovo, είχε μαζί του ένα αντίτυπο των Αδερφών Καραμαζόφ. Εκτός από τους Ρώσους, ο Dostoyevsky επηρέασε σημαντικά και πολλούς άλλους σύγχρονούς του και μελλοντικούς συγγραφείς, όπως οι Thomas Mann, Ernest Hemmingway, Virginia Woolf, James Joyce κ.α. Ο Albert Camus αναγνώριζε στον Dostoyevsky τον σπουδαιότερο προφήτη του 20ού αιώνα, ενώ τόσο ο Nietzsche όσο και ο Sigmund Freud έχουν αντλήσει από το έργο του. Ο Nietzsche αναφερόταν στον Dostoyevsky ως τον μοναδικό ψυχολόγο από τον οποίο είχε να μάθει κάτι. Ο Freud έγραψε το άρθρο Ο Dostoyevsky και η Πατροκτονία και αν και είναι κριτικός απέναντι στο έργο του συγγραφέα, κατατάσσει τους Αδερφούς Καραμαζόφ μεταξύ των τριών σπουδαιότερων έργων λογοτεχνίας. Ο δε Albert Einstein είχε πει: «Ο Dostoyevsky μου προσφέρει πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε επιστήμονα».

  • Με πληροφορίες από το Dartmouth College, Middlebury College, Joseph Frank: «Dostoevsky: Α Writer in His Time», Wikipedia.org
Εκτύπωση
eirini aivaliwtou«Ηλίθιος”, ο πρίγκιπας της καλοσύνης…

Related Posts