Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου
Τα μεγάλα έργα είναι διαχρονικά και διαπροσωπικά, αναμοχλεύουν μέσα μας αισθήματα υπαρξιακά και πάθη χειροπιαστά. Τα σπουδαία κείμενα μάς ακολουθούν σε όλη μας τη ζωή, ανταποκρίνονται σε κάθε βίωμά μας. Αλληλέγγυοι με μια μεγάλη τραγική οικογένεια, η οποία συμβολίζει ακόμα και σήμερα το οικογενειακό πλέγμα στον ανθρώπινο πολιτισμό, ήρθαμε σε μια καλοκαιρινή παράσταση, που διεξήχθη στο κέντρο της Αθήνας σε θέατρο κλειστό.
Mε πίστη στο πνεύμα και στη γραφή του αρχαίου ποιητή αλλά χωρίς συμβιβασμούς και ευκολίες σκηνοθετήθηκε η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή από τον Δημήτρη Ξανθόπουλο. Η επιδεξιότητα, η πείρα και η ευαισθησία του σκηνοθέτη δημιούργησαν μια πρωτότυπη και αυθεντική Ηλέκτρα, που γυμνώνεται από το χρόνο και ενδύεται με σκηνές πλούσιες, μεγεθύνοντας το δράμα και την τραγική μοίρα των Ατρειδών.
Θαυμάσαμε μια σύγχρονη προσέγγιση της γνωστής τραγωδίας από μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών της νεότερης γενιάς, στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, η οποία δίνει ένα λόγο με διαύγεια και χωρίς μεγαλοστομίες. Η παράσταση συνοδευόταν από υπέρτιτλους -σε δύο γλώσσες ανά ημέρα- για τις ανάγκες των επισκεπτών της Αθήνας αλλά και των μη ελληνόφωνων μόνιμων κατοίκων της.
Την ημέρα που την παρακολούθησα, η μετάφραση γινόταν στα αγγλικά (όπως κάθε μέρα) και στα ρώσικα. Η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή στο “Σύγχρονο Θέατρο” ήταν η μόνη παράσταση του φετινού καλοκαιριού που πραγματοποίησε θερινή σεζόν στην Αθήνα και απευθυνόταν σε Έλληνες και ξένους, παρουσιάζοντας το έργο με υπέρτιτλους σε πέντε γλώσσες. Το γεγονός αυτό και μόνο καταγράφεται ως μια ωραία και χρήσιμη καινοτομία.

Από τα πρώτα λόγια και τις πρώτες σκηνές της παράστασης μεταφερθήκαμε αυτομάτως σ’ έναν άλλο χρόνο, το χρόνο του μύθου. Από τις πρώτες λέξεις είχαμε τη συνείδηση ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει. Κάτι αλλιώτικο από τα συνηθισμένα. Το παρελθόν του ένδοξου και καταραμένου οίκου των Ατρειδών εισέβαλε στο χώρο σαν πυκνή ομίχλη και κατάργησε το δεδομένο παρόν.
Βρίσκουμε την Ηλέκτρα που ζει στο Άργος να θρηνεί τον πατέρα της Αγαμέμνονα και να κατηγορεί ανοιχτά τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον άντρα της Αίγισθο για τη δολοφονία του. Η αδελφή της, η Χρυσόθεμις, συμμερίζεται το θρήνο της και εύχεται και αυτή να επιστρέψει ο αδελφός τους Ορέστης και να εκδικηθεί, αλλά φέρεται με πολύ πιο συμβατικό τρόπο, αποδεχόμενη την κατάσταση, αναλογιζόμενη ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, τη λαμπρή αυτή τραγωδία με τις ασυνήθιστες συγκρούσεις και τις ασύγκριτα τραγικές στιγμές, όταν φτάνει η ώρα να εκδικηθούν τα δύο αδέλφια, κανένας δισταγμός δεν τα αναχαιτίζει πριν από το φόνο και καμιά αμφιβολία για το ορθό της πράξης τους τα κάνει να διστάσουν, ούτε κανένα βάρος στη συνείδησή τους νιώθουν μετά το φόνο. Σκοτώνουν με απίστευτη ευκολία, όπως σκότωναν πάντοτε στο σπίτι του προπάππου τους, του Πέλοπα.
Η Ηλέκτρα είχε καθημερινή την πίκρα να βλέπει στο πατρικό παλάτι τα όργια των φονιάδων του πατέρα της, που είχαν γίνει κι αυτής της ίδιας τύραννοι σκληρόψυχοι. Στην τραγωδία αυτή η συνείδηση δεν ταράσσεται. Τέτοιο ζήτημα δεν παρουσιάζεται. Εκτελείται ένα καθήκον, που το παράγγειλαν οι θεοί, οι παραδόσεις, οι αρχές.
Όλα θα συντελεστούν στο διάστημα μίας και μόνον ημέρας. Το έργο αρχίζει με την ανατολή του ήλιου όταν επιστρέφει ο Ορέστης στην πατρική γη και ολοκληρώνεται το ίδιο βράδυ με το φόνο της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου. Η ζωή τους τελειώνει με το τέλος της τραγωδίας. Δεν αντιμετωπίζεται το έγκλημα και τα φρικτά του επακόλουθα. Δεν υπάρχει μέλλον. Ό, τι ακριβώς συμβαίνει και με μία παράσταση.
Το τέλος του έργου σημαίνει και το τέλος της «ζωής» της. Αυτό το «παιχνίδι», το «πάντρεμα» της κατάστασης των προσώπων με την κατάσταση των ηθοποιών που ενσαρκώνουν τα πρόσωπα, γίνεται ο πυρήνας της σκηνικής δράσης.

«Ο Σοφοκλής, εξηγεί στο πολύ ενδιαφέρον σημείωμά του ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ξανθόπουλος, κτίζει έναν κόσμο στον οποίο τα πρόσωπα είναι αναγκασμένα να “παίζουν” ένα ρόλο. Η Ηλέκτρα δεν μπορεί παρά να είναι η Ηλέκτρα, ο Ορέστης δεν μπορεί παρά να είναι ο Ορέστης, η Κλυταιμνήστρα δεν μπορεί παρά να είναι η Κλυταιμνήστρα. Κι ενώ είναι στον καθένα γνωστή η ιστορία του έργου, η κατάληξή του με το φόνο των δύο εραστών, αυτό το αναπόδραστο γίνεται το πλέον ενδιαφέρον. Οι σχέσεις των προσώπων, οι ζωές τους πίσω από τα προσωπεία τους, η κατάσταση που αποκαλύπτεται από τις μεταξύ τους συγκρούσεις αλλά και τις βαθύτερες εσωτερικές τους».
Η Κλυταιμνήστρα με συνεργό τον Αίγισθο έχει πράξει ένα βδελυρό κακούργημα: Σκότωσε τον άντρα της. Και τώρα οι δυο φονιάδες χαίρονται τα κέρδη που τους πρόσφερε αυτό το έγκλημα. Αυτοί ορίζουν το σπίτι του σκοτωμένου κι όλα τα αγαθά του. Τα παιδιά του νεκρού, που ζουν σε μια κοινωνία, όπου η αυτοδικία είναι υψηλό ηθικό χρέος, πρέπει, αν δε θέλουν να λογαριάζονται για τιποτένιοι άνθρωποι, να αρνηθούν κάθε χαρά της ζωής και κάθε άλλη ασχολία, ώσπου να διορθωθεί η αδικία και να ικανοποιηθεί με φόνους εκδίκησης ο σκοτωμένος. Μια αλύγιστη ηθική επιταγή επιβάλλει στον Ορέστη και στην Ηλέκτρα να σκοτώσουν και τους δύο φονιάδες, έστω κι αν ο ένας από αυτούς είναι η μάνα τους, η γυναίκα που τους έφερε στον κόσμο.
Αλλά η πιο φρικτή πράξη για κάθε άνθρωπο είναι να σκοτώσει τη μάνα του.
Πρέπει λοιπόν να προχωρήσουν τα δύο αδέλφια ως τη φρικτή εκδίκηση να σκοτώσουν τη μάνα τους;
Ο λόγος γίνεται δράση σ’ αυτήν την -άγνωστης χρονολογίας- σοφόκλεια τραγωδία και είναι ο ίδιος που καθυστερεί την πραγματοποίηση του έργου, δηλαδή τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας. Σαν η κάθε λέξη που βγαίνει από τα στόματά τους να είναι ένα ακόμα γρονθοκόπημα σε έναν αγώνα ανηλεούς πάλης.
Η πιστότητα της παράστασης αναζητήθηκε στους βαθύτερους δραματικούς και ποιητικούς ρυθμούς του αρχαίου κειμένου. Δεν ενδιέφερε τους συντελεστές απλώς μια μίμηση λόγου. Τους ενδιέφερε να μεταφέρουν αυτούσιο το κείμενο κατευθείαν σ’ ένα δραστικό, σύγχρονο λόγο και το υλοποίησαν απλά και αθώα, συμμετρικά και συνεκτικά με μια αγάπη άδολη και με μια προσήλωση ιδιαίτερη και σπάνια.
Ο Ορέστης, με σύμβουλο τον πιστό παιδαγωγό του και βοηθό το φίλο του, Πυλάδη, επιστρέφει από τη Φωκίδα (όπου τον μεγάλωσε ο παιδαγωγός του για να τον σώσει από τους δολοφόνους του πατέρα του) με σκοπό να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του και να πάρει τη θέση του ως βασιλιάς. Προκειμένου να πλησιάσουν στο παλάτι χωρίς να κινδυνέψουν, εμφανίζεται πρώτα ο παιδαγωγός για να αναγγείλει στην Κλυταιμνήστρα ότι ο Ορέστης έχασε τη ζωή του σε ιππικό αγώνα και έπειτα ο ίδιος ο Ορέστης με τον Πυλάδη, μεταφέροντας ένα αγγείο που υποτίθεται πως περιείχε τις στάχτες του Ορέστη.
***
Σε αυτό το σημείο της τραγωδίας ο Θανάσης Δόβρης ως παιδαγωγός μας αφήνει άφωνους. Η αφήγηση της ανύπαρκτης αλλά φονικής αρματοδρομίας, στην οποία δήθεν σκοτώνεται ο Ορέστης, αποτελεί πρότυπο. Σίγουρα σε όσους είδαν την παράσταση πρέπει να κυριαρχεί ακόμα στο μυαλό τους η σκηνή όπου ο πανούργος παιδαγωγός αναγγέλλει τον ψεύτικο θάνατο του Ορέστη στους ιππικούς αγώνες. Το κάνει λιτά και πειστικά, με τα εργαλεία της αφαίρεσης και της εκβάθυνσης, ενώ ο θεατής γνωρίζει την αλήθεια και αγωνιά. Χρειάζεται άλλωστε ένα ψέμα, ένας «σκηνοθετημένος» θάνατος του Ορέστη, ώστε να περάσουν οι ήρωες στην πράξη, όταν πια τα λόγια δε θα έχουν αξία. Μια ιδανική ερμηνεία από έναν ικανότατο ηθοποιό.
«Μόνη λοιπόν. Μ’ αυτό μου το χέρι ό, τι κάνω – Αλλά θα το κάνω». Στο άκουσμα του θανάτου του αδελφού της, και έχοντας χάσει πια κάθε ελπίδα, η Ηλέκτρα θρηνεί τόσο σπαρακτικά, ώστε ο Ορέστης συγκινημένος από το θρήνο της, αναγκάζεται να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. H αποκορύφωση της συνθήκης του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» πραγματοποιείται με τη σκηνή της αναγνώρισης που έχει σαν επίκεντρο μια κενή τεφροδόχο, ένα άψυχο και άδειο αντικείμενο ικανό να κάνει τον Ορέστη να λυγίσει, να παρεκκλίνει από το σχέδιό του, να αποκαλυφθεί στην Ηλέκτρα.
Στη συνέχεια μπαίνει στο σπίτι και σφάζει τη μητέρα του, την Κλυταιμνήστρα. Βγάζει το σώμα της έξω σκεπασμένο με ένα πανί και όταν έρχεται ο Αίγισθος, του δείχνει το σώμα, λέγοντάς του ότι είναι του Ορέστη. Όταν αυτός το αποκαλύπτει και αντιλαμβάνεται ότι είναι το σώμα της Κλυταιμνήστρας, ο Ορέστης του ανακοινώνει ότι ήλθε να εκδικηθεί και τον οδηγεί μαζί με τον Πυλάδη στο ανάκτορο όπου και τον σκοτώνει.
Η Ηλέκτρα δεν μπορούμε να πούμε πως είναι και το πιο υποδειγματικό κορίτσι. Συναρπαστική μεν αλλά απεχθής. Επιθετική, χειριστική, εκδικητική. Η Βάσω Καβαλιεράτου είχε κάνει τεράστια μελέτη. Κράτησε με αξιοθαύμαστη θεατρικότητα το μέτρο του ρόλου, δίχως να καταφεύγει σε περιττές κραυγές, κυκλοθυμικές μεταπτώσεις και υστερίες. Είχε ρεαλισμό και σκληρότητα, οξυδέρκεια και δυναμική ιδιοσυγκρασία. Ανακαλύψτε την.
Ο Ορέστης – Γιάννης Παπαδόπουλος ήταν θαυμάσιος. Το παιδί με τις δύο μητέρες. Την Ηλέκτρα που θεωρεί πως τον ανέθρεψε και την Κλυταιμνήστρα μητέρα – φόνισσα του πατέρα του. Έρχεται από το παρελθόν για να τιμωρήσει, να εκδικηθεί και να δικαιωθεί. Απόλυτα πειστικός και στην εκφορά του λόγου και στη συνολική σκηνική του παρουσία. Κράτησε με αξιοζήλευτη θεατρικότητα την ισορροπία μεταξύ της ψυχρής λογικής και της πλημμυρίδας συναισθημάτων που τον κατείχαν.
Η σκηνή της αναγνώρισης των δύο παιδιών ήταν εκθαμβωτικής ομορφιάς και συγκίνησης. Δεν ξεχνιέται επίσης η πελώρια και εύγλωττη σιωπή επί σκηνής μετά την ανακοίνωση του θανάτου του Ορέστη.
Η Χρυσόθεμις της Κατερίνας Μαυρογεώργη ήταν τρυφερή και γοητευτική, πρακτική και προνοητική. Ο αντίποδας της Ηλέκτρας, μια πινελιά χάρης και γνωστικότητας, μια αγγελική μορφή.
Πολύ επιτυχημένος ο Αίγισθος που έπλασε ο (πάντα) πολύ καλός Γιάννης Λεάκος. Ακριβής, μετρημένος σε κάθε λεπτομέρεια του ρόλου του. Αντιπαθής γόης, ματαιόδοξος, φαύλος και στομφώδης.
Τη διανομή συμπλήρωνε ο ίδιος ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ξανθόπουλος ως Πυλάδης. Βουβό πρόσωπο αλλά εμβληματικό.
Ο Χορός της Στέλλας Βογιατζάκη και της Νάνσυς Σιδέρη κινήθηκε με αρμονία και αφηγηματική στρατηγική. Εντυπωσιακά τα εξαιρετικής ομορφιάς κοστούμια τους, έντονα φολκλορικά και πρωτότυπα. Οι κοπέλες κινούνταν πάνω σε κοθόρνους και έφεραν στο κεφάλι στεφάνια από κόκκινα και κίτρινα λουλούδια.
Αφήνω τελευταία τη Μαρία Πανουργιά διότι μου αρέσει πολύ η υποκριτική της. Κάθε φορά με εκπλήττει. Μια πολύ γόνιμη ερμηνεία. Η Κλυταιμνήστρα της ήταν κομψή, φιλάρεσκη, με έντονη θηλυκότητα και κυρίως με βασιλική μεγαλοπρέπεια. Πικρόχολη, σαρκαστική, εύπλαστη, χαμαιλεόντια. Συγκλονιστική!
Τα σκηνικά της Κλειώς Μπομπότη ήταν απέριττα και δωρικά. Σε ένα σκηνικό ευρύχωρο, με τους ηθοποιούς όλους διαρκώς επί σκηνής, με ένα χαλί στο χρώμα της γης να ορίζει το χώρο δράσης, έλαβαν χώρα εικόνες απίστευτου κάλλους.
Με ένα γοητευτικό παιχνίδι σκιών και φωτός κι έναν θρόνο – παγίδα, ο οποίος έμοιαζε με μαρμάρινο πολυτελές κλουβί, με ενσωματωμένο ένα σήμαντρο αλλά κι ένα ανάκλιντρο για την ανάπαυση της Κλυταιμνήστρας, όλα παρουσίαζαν μιαν εικόνα εικαστικής τελετουργίας. Τελετουργικός και βίαιος συνάμα ήταν βέβαια και ο φόνος, σαν μια καθαρτήρια ιεροτελεστία επανάληψης του προηγούμενου φόνου.
Όλα τα σκηνοθετικά ευρήματα ήταν ενσωματωμένα στη σημειολογία της παράστασης, δίχως τίποτα να μένει μετέωρο. Τα κοστούμια ήταν της Ιωάννας Τσάμη. Πολύ καλαίσθητα, τόσο το κοστούμι της Ηλέκτρας στα χρώματα της ύαινας, όσο και το τύπου Σανέλ ταγέρ της Κλυταιμνήστρας με το τακούνι στιλέτο στα σέξι πέδιλα, αλλά και τα υπέρκομψα ανδρικά που παρέπεμπαν σε ταινίες του Βισκόντι.
Σίγουρα αξίζουν έπαινοι στην υπέροχη φωνητική διδασκαλία της Ρηνιώς Κυριαζή αλλά και στην εκφραστικότητα της κίνησης του Ερμή Μαλκότση.
Οι δε δραματικοί και σημαίνοντες φωτισμοί οφείλονται στον Τάσο Παλαιορούτα.
Η Ηλέκτρα εκδικείται αλλά η εκδίκησή της είναι και η τιμωρία της. Δεν υπάρχει έλεος σ’ αυτή την τραγωδία, υπάρχει μόνο η φρίκη και ένα μίσος μολυσματικό. Μια παράσταση – διαδρομή στα τρίσβαθα της ψυχής του καθενός μας.

Συντελεστές
Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Ξανθόπουλος
Φωνητική διδασκαλία: Ρηνιώ Κυριαζή
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη
Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης
Σχεδιασμός φωτισμών: Τάσος Παλαιορούτας
Διανομή
Ηλέκτρα: Βάσω Καβαλιεράτου
Ορέστης: Γιάννης Παπαδόπουλος
Κλυταιμνήστρα: Μαρία Πανουργιά
Παιδαγωγός: Θανάσης Δόβρης
Χρυσόθεμις: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Αίγισθος: Γιάννης Λεάκος
Χορός: Στέλλα Βογιατζάκη / Νάνσυ Σιδέρη
Πυλάδης: Δημήτρης Ξανθόπουλος
Πληροφορίες
“Ηλέκτρα”
Σοφοκλή
Σύγχρονο Θέατρο
Ευμολπιδών 45, Γκάζι / 210. 34.64.380.
Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου Λόγος
* Φωτογραφίες: Δημήτρης Κοιλαλούς



