Ιακώβ Σιμπή: Οι Εβραίοι ξέρουν να συγχωρούν αλλά και να ξεχνούν…

Του Παναγιώτη Μήλα

Το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, στην τάξη των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών, για ένα βιβλίο είναι μια εξαιρετική αφορμή για να ζητήσεις συνέντευξη από έναν συγγραφέα. Όμως δεν ήταν αυτός ο λόγος που επικοινώνησα με τον Ιακώβ Σιμπή.
Ο άνθρωπος αυτός έζησε μέσα στην οικογένειά του τη φρίκη του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς.
-Ένοιωσε πίκρα, πόνο και απογοήτευση στα σχολικά θρανία.
-Έπαθε σοκ όταν άκουσε τα λόγια του καθηγητή του σε ένα μάθημα Χημείας στο Γυμνάσιο. Ακόμη ένιωσε έκπληξη όταν είδε έναν καθηγητή του να δακρύζει.
-Δέχθηκε επιθέσεις από αυτούς που δεν περίμενε.
-Σήμερα γράφει για το παρελθόν, ώστε να βοηθήσει για να λυθούν προβλήματα στο παρόν και στο μέλλον.
-Ξέρει να συγχωρεί, ξέρει πότε πρέπει να ξεχνά και πότε να ζητά συγγνώμη…

***

Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο συγγραφέας Ιακώβ Σιμπή απαντά σε 8+1 ρήματα – ερωτήσεις του Catisart.gr και μας χαρίζει έναν εξόχως ενδιαφέροντα εξομολογητικό μονόλογο.

***

-ΣΥΝΔΕΩ. Γεννήθηκα σε μια εβραϊκή οικογένεια της Θεσσαλονίκης, λίγο μετά το τέλος του πολέμου. Ο πατέρας μου έχασε ολόκληρη σχεδόν την οικογένειά του- τους γονείς του, τις αδελφές του, τα ανίψια του- στο Άουσβιτς. Ήταν δημοσιογράφος και όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα, εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Έτσι σώθηκε. Η μητέρα μου ήταν Αθηναία. Στην Κατοχή, βρήκε καταφύγιο σε ένα νοσοκομείο, όπου εργάστηκε με πλαστά χαρτιά. Σε όλη μου την παιδική ηλικία, μου φαινόταν παράξενο που όλοι οι φίλοι μου μιλούσαν για τους παππούδες και τους θείους τους και το χαρτζιλίκι που τους έδιναν στις γιορτές. Εγώ δεν είχα ούτε παππούδες, ούτε θείους. Ήξερα αυτά που είχαν συμβεί, αλλά φαίνεται πως δεν μπορούσα τότε να τα συνδέσω. Αργότερα κατάλαβα.
Ο πατέρας μου ήταν διανοούμενος, η μάνα μου ήταν μια καλή νοικοκυρά. Και οι δυο ήταν, όπως λένε όσοι τους γνώρισαν, πολύ αγαπητοί και «απαλλαγμένοι από κάθε πονηριά». Έχω δύο αδέλφια, ο αδελφός μου έγινε φυσικομαθηματικός, η αδελφή μου γιατρός. Ο πατέρας μου αγόραζε πολλά βιβλία και όταν ήμασταν μικροί, πριν καλά-καλά μάθουμε να διαβάζουμε, μας τα έδινε να τα ξεφυλλίσουμε. Ερχόταν αργά από τη δουλειά του και θυμάμαι μια μέρα, που καθόμασταν στη σάλα και τρώγαμε, και κατέφθασε με έναν μαύρο. Θεωρούσε ότι έπρεπε να ξέρουμε ότι υπάρχουν και μαύροι άνθρωποι. Έκανε πολλά τέτοια…

-ΣΥΝΑΝΤΩ. Ήμουν από τους λίγους Εβραίους που στο γυμνάσιο πήγα σε δημόσιο σχολείο. Αργότερα κατάλαβα γιατί: οι περισσότεροι Εβραίοι έβαζαν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά, επειδή νόμιζαν ότι έτσι τα «προστάτευαν». Αυτή η λέξη μου ήρθε στο μυαλό, επειδή στο σχολείο δεν πέρασα μόνο καλές, αλλά και κακές στιγμές. Για παράδειγμα, όταν ο καθηγητής της Χημείας, σε ένα πείραμα με δοκιμαστικό σωλήνα, μας είπε ότι τον καίμε από κάτω, όπως έκαιγαν οι Γερμανοί τους Εβραίους. Ή όταν ο καθηγητής της Ιστορίας, αναφερόμενος στην Επανάσταση, μας μίλησε για κάποιον ήρωα που τον έπιασαν οι Εβραίοι και τον σκότωσαν. Όταν είπε, δεν φαντάζομαι να υπάρχει κανένας Εβραίος εδώ, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
Αυτά συνέβαιναν καμιά δεκαπενταριά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Υπήρχε, όμως, και ένας καθηγητής Μαθηματικών, ήταν ο γυμνασιάρχης του Ε’ Γυμνασίου Αρρένων Θεσσαλονίκης, Παναγιωτόπουλος λεγόταν, που δεν μας σήκωνε στο μάθημα, αλλά έπρεπε κάθε φορά να λύσουμε όλοι μαζί το θεώρημα της μέρας. Μια μέρα μας είπε, ελάτε να μου αποδείξετε αυτό το θεώρημα, και όλοι έβγαλαν χαρτί και μολύβι, και ο καθηγητής τριγύριζε στην τάξη και παρακολουθούσε πώς προχωρούσε ο καθένας. Κάποια στιγμή, είδε φαίνεται ότι προχωρούσα καλά, και μου είπε: Παιδί μου, έλα στον πίνακα. Κι εκεί λύσαμε το θεώρημα. Τότε ήμασταν πολλοί στην τάξη και οι καθηγητές δεν ήξεραν το όνομα του κάθε παιδιού. Έτσι, όταν κάθισα με ρώτησε πώς με λένε. Ιακώβ Σιμπή, είπα. Εβραίος είσαι; με ρώτησε. Ναι, απάντησα. Και τότε άρχισε να κλαίει και να μας λέει ότι πριν από μερικά χρόνια ήταν καθηγητής σε κάποιο σχολείο και όταν μια μέρα μπήκε στην τάξη, τη βρήκε άδεια από Εβραίους. Πάλι ένιωσα πολύ άσχημα. Δεν ήξερα τι να κάνω, τι να πω. Νόμιζα ότι εγώ έφταιγα που ο καθηγητής έκλαιγε.
Όταν τελείωσα το Γυμνάσιο, πήγα στο Ισραήλ και σπούδασα εκεί. Όμως, συναντώ τακτικά στη Θεσσαλονίκη τους συμμαθητές μου του Δημοτικού. Οι συμμαθητές του Γυμνασίου συναντιόμαστε κάθε χρόνο, το φθινόπωρο. Και κάθε χρόνο είμαι εκεί.

 

«Αυτός που δεν αγαπά τους γείτονές του δεν αγαπά τους γονείς του όχι τον αδερφό του και περισσότερο απ’ όλα μισεί τον εαυτό του. Γι’ αυτό οι Εβραίοι και οι Άραβες αρνούνται να είναι εχθροί ακόμα κι αν αυτή η έχθρα θρέφει κάποιους ηγέτες».

 

-ΣΥΝΟΜΙΛΩ. Ένας άνθρωπος που μιλούσα πολύ μαζί του ήταν ο πατέρας μου. Εγώ κοιμόμουν στο σαλόνι, και πάντα όταν γύριζε σπίτι αργά το βράδυ, με ξυπνούσε και μου έλεγε κάτι που είχε σκεφτεί εκείνη τη μέρα… Με τους φίλους μου ζούσαμε την εποχή της «κομμουνιστικής μας ηλικίας», όπως την έλεγα. Δεν ξέραμε ακριβώς τι ήταν ο κομμουνισμός και τι η Σοβιετική Ένωση, νομίζαμε όμως ότι ήταν ο παράδεισος. Μιλούσαμε πολύ γι’ αυτά όλοι οι φίλοι, ο Γιάννης ο Διαμαντίδης, ο Άγγελος ο Αυγουστίδης και άλλοι. Εγώ δεν τα έβλεπα τόσο ειδυλλιακά, διότι διάβαζα και εβραϊκά εφημεριδάκια, όπως η Ισραηλιτική Επιθεώρηση, και μάθαινα για αυτά που συνέβαιναν στους Εβραίους στη Σοβιετική Ένωση και τσαντιζόμουν πολύ… Αργότερα, στο Ισραήλ, είχα την τύχη να κάνω πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις με τους δασκάλους μου, ορισμένοι από τους οποίους ήταν μεγάλοι ιστορικοί. Και έμαθα πολλά από αυτούς.

-ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΩ. Στο Ισραήλ δεν είχα πρόβλημα, αλλά δεν νομίζω ότι και στην Ελλάδα θα είχα πρόβλημα. Ποτέ δεν ένιωσα κάτι τέτοιο, ούτε άκουσα από τους Εβραίους φίλους μου ότι είχαν πρόβλημα. Πολλοί ήταν αυτοί που προχώρησαν στη ζωή τους, κάποιοι έφτασαν μάλιστα σε μεγάλα αξιώματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια από τις διαλέξεις που έδωσα, και είπε κάποια πράγματα, όπως ότι «οι Χριστιανοί δεν έκαναν πολλά για να σώσουν τους Εβραίους», ο μόνος που μου επιτέθηκε ήταν Εβραίος.

-ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΦΩ. Έχουμε ετοιμάσει ένα καινούργιο βιβλίο, που είναι έτοιμο να εκδοθεί. Ελπίζουμε να βγει σύντομα. Τον τελευταίο καιρό, λόγω της πανδημίας, πολλά πράγματα πήγαν πίσω, και είναι κατανοητό. Με τη δημοσιογράφο Καρίνα Λάμψα, πολλές φορές «πλακωνόμαστε», αλλά στο τέλος φτάνουμε σε κοινή απόφαση. (Υποχωρώ πάντα εγώ!) Θέλω να γράψουμε κι άλλο ένα βιβλίο, που αυτή τη φορά θα έχει να κάνει με ένα αυτοβιογραφικό γεγονός, αλλά προς το παρόν δεν φαίνεται να δίνει σημασία.

-ΣΥΓΚΡΙΝΩ. Δεν ξεχωρίζω τους λαούς, αλλά τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι συχνά το πρόβλημα είναι η άγνοια και η προκατάληψη… Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, που η οικονομική μας κατάσταση ήταν καλύτερη, ερχόταν μια τσιγγάνα για τις δουλειές του σπιτιού. Και η μάνα μου τσακωνόταν με τον πατέρα μου, επειδή εκείνος αντί να την αφήσει να δουλέψει, καθόταν μαζί της στο πεζοδρόμιο και «φιλοσοφούσαν»…

 

-ΣΥΝΕΧΙΖΩ. Βεβαίως θα συνεχίσω. Αλλά αυτή είναι πολύ μεγάλη συζήτηση. Πολλοί έγραψαν για το εβραϊκό ζήτημα, και ανάμεσά τους μεγάλοι φιλόσοφοι, όπως ο Σαρτρ ή ο Μαρξ, αν και το κείμενο του Μαρξ θεωρείται από τους περισσότερους ιστορικούς ως αντισημιτικό. Και ο αντισημιτισμός καλά κρατεί… Εγώ δεν γράφω σαν ιδεολόγος, γράφω σαν επιστήμονας, ιστορικός, και προσπαθώ να είμαι όσο δυνατόν αμερόληπτος. Στο κάτω-κάτω, ο καθένας έχει μια αντίληψη για την Ιστορία… Καμιά φορά γράφουμε πράγματα που θα μπορούσαν να ενοχλήσουν έναν Έλληνα ή έναν Εβραίο, αλλά τα γράφουμε μετά από έρευνα. Αναφερόμαστε στο παρελθόν, για να μπορέσουμε να λύσουμε προβλήματα στο παρόν και στο μέλλον.

-ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΩ. Αγαπώ τα ζώα πάρα πολύ. Τα παιδιά μου είχαν πάντα στο σπίτι γάτες, όπως τώρα τα εγγόνια μου. Εγώ θα ήθελα να έχω ένα σκυλί, αλλά αυτό προϋποθέτει δέσμευση. Κι επειδή ταξιδεύω συχνά, (τουλάχιστον, πριν από την πανδημία), δεν μπορώ να δεσμευτώ. Εδώ στο Ισραήλ, κάθε οικογένεια έχει σκυλί και όλοι βγαίνουν και ταΐζουν τις γάτες και τα αδέσποτα. Τα τελευταία χρόνια, βλέπω πράγματα που δεν έβλεπα στην εποχή μου. Κάτι άλλαξε… Αν και θυμάμαι ότι και πιο παλιά, όταν επισκεπτόμουν σπίτι του έναν καθηγητή μου στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, τον φημισμένο ιστορικό Νταβίντ Φλούσερ, γάτες, σκυλιά και ό,τι ζώο ήθελες, περπατούσαν πάνω στο γραφείο του…

-ΣΥΓΧΩΡΩ. Υπάρχει μια αντίληψη ότι οι Εβραίοι συγχωρούν, αλλά δεν ξεχνούν. Εγώ νομίζω ότι και συγχωρούν και ξεχνούν. Όταν συγχωρείς, ξεχνάς… Εγώ πάντα συγχωρώ. Πρέπει να είναι κάτι πολύ μεγάλο, για να μην μπορώ να το ξεχάσω… Αν ζητάω συγγνώμη; Προσπαθώ να μην προσβάλω τους ανθρώπους, όχι επειδή είμαι καλός άνθρωπος, αλλά επειδή μου είναι πολύ δύσκολο να ζητήσω συγγνώμη. Για τα μικρά, καθημερινά πράγματα, δεν έχω πρόβλημα. Για τα μεγάλα, μου είναι πιο δύσκολο.

*Κύριε Σιμπή σας ευχαριστώ πολύ για αυτόν τον μονόλογο, γι αυτή την κατάθεση ψυχής.

-Κι εγώ σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε.

***

Η διάσωση της ιστορίας με ονοματεπώνυμα και φως σε σκοτεινές σελίδες της Κατοχής

Ο Ιακώβ Σιμπή γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Εβραϊκή και Κλασική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και δίδαξε Εβραϊκή Ιστορία. Έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα, δύο μελέτες για τους Εβραίους της Ελλάδας και μια ανθολογία ισραηλινής ποίησης.

Το διδακτορικό του στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως θέμα την «Έννοια της Κοινότητας στους Εβραίους της Ελλάδας».

Έχει μεταφράσει από τα εβραϊκά μεγάλους ισραηλινούς συγγραφείς, μεταξύ των οποίων ο Άμος Οζ και Νταβίντ Γκρόσμαν.
Το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, στην τάξη των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών, για το 2020, απονεμήθηκε στους Ιακώβ Σιμπή και Καρίνα Λάμψα για το βιβλίο τους «Η Διάσωση- Η σιωπή του κόσμου, η αντίσταση στα γκέτο και τα στρατόπεδα, οι Έλληνες Εβραίοι στα χρόνια της Κατοχής», (Εκδόσεις ΚΑΠΟΝ, β΄ έκδοση εμπλουτισμένη με νέα στοιχεία, 2021).
Η απονομή έγινε στις 23 Μαρτίου 2021, κατά τη Διαδικτυακή Πανηγυρική Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών για τον εορτασμό της 200ής επετείου από την Ελληνική Επανάσταση.
Το βιβλίο «Η Διάσωση», που πρωτοκυκλοφόρησε το 2012, είναι βασισμένο σε ανέκδοτο αρχειακό υλικό και ερευνά σε βάθος τις προσπάθειες για τη διάσωση των Ελλήνων Εβραίων, αποκαλύπτοντας νέα στοιχεία και ρίχνοντας φως σκοτεινές σελίδες της Κατοχής.
Η δεύτερη έκδοση του βιβλίου -που μόλις κυκλοφόρησε- είναι εμπλουτισμένη με τους καταλόγους των Εβραίων αιχμαλώτων πολέμου ή κρατουμένων στα ναζιστικά στρατόπεδα που επέστρεψαν στην Ελλάδα. Εκτός από τα ονοματεπώνυμά τους, παρατίθενται οι ηλικίες, τα επαγγέλματα και οι ημερομηνίες άφιξής τους, από τις 17 Απριλίου έως τις 11 Οκτωβρίου 1945.