Cat Is Art

Η Βηρυτός στο “χείλος της αβύσσου” ή πόσο εύκολα ξεχνάμε τις παλιές σφαγές…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου / catisart.gr

Στη μαρτυρική πόλη της Βηρυτού, οι άνθρωποι έχασαν τα πάντα και έμειναν με τη μνήμη που πληγώνει. Μια κοσμοπολίτισσα πόλη η Βηρυτός, ένας τόπος, ο Λίβανος, με χιλιάδες χρόνια ιστορίας και πολιτισμού, έρχεται να προστεθεί στα ήδη μεγάλα προβλήματα της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Πέρα από την τραγωδία που βιώνει ο Λίβανος, χρειάζεται επειγόντως διαχείριση της κατάστασης, με υψηλού επιπέδου ψύχραιμη πολιτική διπλωματία, για ηρεμία και ευημερία στην περιοχή.

 

 

Οι κάτοικοι της Βηρυτού είναι σκληροί άνθρωποι, δεν συγκινούνται εύκολα. Τον Ιούλιο του 2006 όμως πολλοί λύγισαν μπροστά σε μια φωτογραφία:
ένα μικρό κορίτσι, παραπεταμένο σαν σπασμένο λουλούδι σε ένα χωράφι κοντά στο Τερ Χάρφα, με το χέρι της ακουμπισμένο στις σκισμένες μπλε πιτζάμες της, τα μάτια της – κάτω από τα μακριά, απαλά μαλλιά – κλειστά, στραμμένα μακριά από τον φακό. Ήταν ακόμη ένας «τρομοκρατικός» στόχος του Ισραήλ και πολλοί άνθρωποι είδαν μια τρομακτική ομοιότητα ανάμεσα σε αυτήν και τη φωτογραφία μιας μικρής Πολωνέζας να κείται νεκρή σε ένα χωράφι πλάι στην τσακισμένη από τον πόνο αδελφή της το 1939.

Παλιές φωτογραφίες της ισραηλινής εισβολής του 1982. Κι άλλες φωτογραφίες από νεκρά παιδιά και κατεστραμμένες γέφυρες. Πρωτοσέλιδα εφημερίδων και πηχυαίοι τίτλοι: «Οι Ισραηλινοί απειλούν να εισβάλουν στη Βηρυτό». «Ο Λίβανος σε πόλεμο». «H Βηρυτός πολιορκείται». «Σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα».

Πόσο εύκολα ξεχάσαμε αυτές τις παλιές σφαγές.
Έως και 3.200 Παλαιστίνιοι σφαγιάσθηκαν στη Σάμπρα και τη Σατίλα τον Σεπτέμβριο του 1982 από τους «αντιπροσώπους» του Ισραήλ, τους Χριστιανούς πολιτοφύλακες.

Το 1840 – τότε που η Βηρυτός ήταν μια σπουδαία οθωμανική πόλη – μια αγγλική εφημερίδα έγραφε: «Βηρυτός. H αναρχία βρίσκεται πλέον στην ημερησία διάταξη, οι περιουσίες και η προσωπική μας ασφάλεια διατρέχουν κίνδυνο. Πολλοί Ευρωπαίοι έχουν εγκαταλείψει τις οικίες και τις επιχειρήσεις τους, αναζητώντας ασφάλεια σε πιο ήρεμες χώρες».

 

 

H καταστροφή και η αναγέννηση

Αλλεπάλληλες κατακτήσεις αλλά και μεγάλες δόξες σημάδεψαν την ιστορική πορεία της πρωτεύουσας του Λιβάνου, που είναι η μεγαλύτερη πόλη και το κύριο λιμάνι
της χώρας. Με πληθυσμό περίπου 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους, πριν από τον Εμφύλιο, η κοσμοπολίτικη Βηρυτός ήταν γνωστή ως το Παρίσι της Μέσης Ανατολής.

Χριστιανοί εναντίον Μουσουλμάνων

Ο Εμφύλιος του Λιβάνου (1975-1990) ανάμεσα σε Μουσουλμάνους και Χριστιανούς έχει τις ρίζες του στις συγκρούσεις αλλά και τους πολιτικούς συμβιβασμούς που
ακολούθησαν το τέλος της κατοχής της χώρας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι εντάσεις υποδαυλίστηκαν από τις μεταβαλλόμενες δημογραφικές τάσεις, τις
διαμάχες μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών αλλά και την ανάμειξη της Συρίας, του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ). H
Συρία θα αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον Λίβανο.

1982: H σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα

Από τα πιο αιματοβαμμένα κεφάλαια στην ιστορία της μαρτυρικής πόλης. Κατά εκατοντάδες σφαγιάσθηκαν οι Παλαιστίνιοι και οι Λιβανέζοι στους προσφυγικούς
καταυλισμούς της Σάμπρα και της Σατίλα από τους Λιβανέζους Μαρωνίτες Χριστιανούς πολιτοφύλακες – συμμάχους του Ισραήλ – στις 16 Σεπτεμβρίου του 1982. Ο αριθμός των απωλειών κυμαίνεται από 700 μέχρι 3.500.

1983: Ο βομβαρδισμός των στρατώνων

Δύο φορτηγά παγιδευμένα με εκρηκτικά πλήττουν στη Βηρυτό τα κτήρια που φιλοξενούσαν τους Αμερικανούς και τους Γάλλους – μέλη της Πολυεθνικής Δύναμης
του Λιβάνου -, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 241 Αμερικανοί πεζοναύτες και 58 Γάλλοι αλεξιπτωτιστές. Οι επιθέσεις αυτές θεωρούνται από τις πρώτες «αυτοκτονίας» που έχουν καταγραφεί. H Χεζμπολάχ αρνήθηκε την ευθύνη.

H ανοικοδόμηση της Βηρυτού

Αν ένα όνομα σφράγισε τη μεταπολεμική Βηρυτό, αυτό ήταν σίγουρα εκείνο του δολοφονημένου πρώην πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι. Ήταν ο άνθρωπος που αναστήλωσε την κατεστραμμένη πρωτεύουσα ύστερα από τον ισοπεδωτικό 15ετή εμφύλιο.
Χρησιμοποιώντας την προσωπική του οικονομική επιρροή – τα συμφέροντά του εξαπλώνονταν από το Ριάντ, μέχρι το Παρίσι και το Χιούστον – ο δισεκατομμυριούχος εργολάβος προσείλκυσε ξένες επενδύσεις και ίδρυσε ιδιωτικές κατασκευαστικές εταιρείες για να ανοικοδομήσει την επιχειρηματική καρδιά της Βηρυτού. Ήταν στην ουσία εκείνος που τοποθέτησε ξανά τη χώρα στο διεθνή οικονομικό και τουριστικό χάρτη.

Μετά την Ανεξαρτησία

* 1967: Αν και χωρίς ενεργό ρόλο στον αραβο-ισραηλινό πόλεμο, το έδαφος
του Λιβάνου χρησιμοποιείται από τους Παλαιστινίους ως βάση επιθέσεων κατά του
Ισραήλ.

* 1968: Το Ισραήλ πραγματοποιεί επιδρομή στο αεροδρόμιο της Βηρυτού,
καταστρέφοντας 13 πολιτικά αεροπλάνα.

* 1975: Έναρξη Εμφυλίου

* 1976: Συριακά στρατεύματα εισβάλλουν στον Λίβανο για να
αποκαταστήσουν την ειρήνη.

* 1982: Μαζική εισβολή ισραηλινών δυνάμεων. Κατάληψη δυτικής Βηρυτού.
Άφιξη πολυεθνικής δύναμης.

* 1983: Συμφωνία Ισραήλ – Λιβάνου για αποχώρηση ισραηλινών, τερματισμό
των συγκρούσεων και δημιουργία ασφαλούς περιοχής στον Νότο.

* 1992: Γίνεται πρωθυπουργός ο Ραφίκ Χαρίρι.

* 2000: Τερματίζεται η ισραηλινή στρατιωτική παρουσία στον Νότιο
Λίβανο, ύστερα από 22 χρόνια.

* 2004: Το Συμβούλιο Ασφαλείας ζητεί αποχώρηση όλων των ξένων
στρατευμάτων από τον Λίβανο. H Συρία αποχωρεί δύο χρόνια αργότερα.

* 2005: Ο πρώην πρωθυπουργός Ραφίκ Χαρίρι δολοφονείται.

* 2006: Δύο Ισραηλινοί στρατιώτες κρατούνται από τη Χεζμπολάχ. Το
Ισραήλ σφυροκοπεί τον Λίβανο.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος του Λιβάνου (αραβικά: الحرب الأهلية اللبنانية) υπήρξε πολυετής πολεμική σύγκρουση την περίοδο 1975-1990, η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις προκάλεσε 120.000 θανάτους. Σήμερα, περίπου 76.000 άνθρωποι παραμένουν εκτοπισμένοι στο εσωτερικό του Λιβάνου. Υπήρξε επίσης η αιτία της μαζικής εξόδου σχεδόν 1.000.000 ανθρώπων από τη χώρα.

Πριν από τον πόλεμο, ο Λίβανος αποτελούταν από πολλές σέχτες, με Σουνίτες να κυριαρχούν στις ακτές, Σιίτες στο νότο, ενώ στην κυβέρνηση της χώρας κυριαρχούσαν οι Χριστιανοί Μαρωνίτες. Η σχέση μεταξύ πολιτικής και θρησκείας είχε ενισχυθεί στο πλαίσιο της Εντολής (Μandate) των γαλλικών αποικιακών δυνάμεων την περίοδο 1920-1943, ενώ η κοινοβουλευτική δομή ευνοούσε την ηγετική θέση των χριστιανών. Ωστόσο, η χώρα είχε μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό, και πολλές παναραβικές και αριστερές ομάδες που αντιτίθεντο στη φιλοδυτική κυβέρνηση. Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ τo 1948 και η μετατόπιση των 100.000 Παλαιστίνιων προσφύγων στο Λίβανο, άλλαξε τη δημογραφική ισορροπία υπέρ του μουσουλμανικού πληθυσμού. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε ισχυρή αποδιοργανωτική επίδραση στη χώρα, η οποία συνδέεται στενά με την πόλωση που προηγήθηκε της πολιτικής κρίσης του 1958, δεδομένου ότι οι Μαρωνίτες πρόσκεινταν στη Δύση, ενώ οι αριστερές και παναραβικές ομάδες πρόσκεινταν στις τότε σοβιετικά ευθυγραμμισμένες αραβικές χώρες.

Οι μάχες μεταξύ των Μαρωνιτών και των παλαιστινιακών δυνάμεων ξεκίνησαν το 1975, ενώ αριστερές, παναραβικές και μουσουλμανικές ομάδες του Λιβάνου συμμάχησαν αργότερα με τους Παλαιστινίους. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι συμμαχίες μετατοπίζονταν γρήγορα και απρόβλεπτα. Επιπλέον, ξένες δυνάμεις, όπως το Ισραήλ και η Συρία, ενεπλάκησαν στον πόλεμο και αγωνίστηκαν στο πλευρό διαφορετικών παρατάξεων, για να προασπίσουν τα δικά τους συμφέροντα ελέγχου της στρατηγικής αυτής περιοχής. Ειρηνευτικές δυνάμεις, όπως η Πολυεθνική Δύναμη στο Λίβανο και η Προσωρινή Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στο Λίβανο (UNIFIL, δηλ. United Nations Interim Force in Lebanon), στάθμευσαν επίσης στην περιοχή.

Η Συμφωνία του Ταΐφ στη Σαουδική Αραβία το 1989 σηματοδότησε την αρχή του τέλους του πολέμου. Τον Ιανουάριο του 1989, μια επιτροπή διορισμένη από τον Αραβικό Σύνδεσμο άρχισε να προτείνει λύσεις για τον τερματισμό της ένοπλης διαμάχης. Το Μάρτιο του 1991, το κοινοβούλιο του Λιβάνου ψήφισε ένα νόμο αμνηστίας, με τον οποίο δόθηκε χάρη για όλα τα πολιτικά εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί έως την ψήφισή του. Το Μάιο του 1991, οι πολιτοφυλακές διαλύθηκαν, με εξαίρεση τη Χεζμπολάχ που αρνήθηκε να το πράξει, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου άρχισαν την ανοικοδόμηση σιγά σιγά, όντας το μόνο μεγάλο μη θρησκευτικό ίδρυμα. Οι δε εντάσεις μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών παρέμειναν μετά τον πόλεμο.

Οι βαθύτερες ρίζες του εμφυλίου πολέμου

Σταυροφορίες

 

“Πλατεία των Μαρτύρων”, Βηρυτός, 1982

Μετά την πτώση της χριστιανικής βυζαντινής Ανατολίας στους μουσουλμάνους Σελτζούκους Τούρκους, οι Βυζαντινοί, έστω και με καχυποψία, ζήτησαν τη βοήθεια του πάπα τον 11ο αιώνα. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά πολέμων γνωστών με την ονομασία Σταυροφορίες, που εξαπέλυσαν οι Φράγκοι για ν’ ανακτήσουν τις πρώην ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολικής Μεσογείου, κυρίως τη Συρία και την Παλαιστίνη.

Ο Λίβανος βρισκόταν γεωγραφικώς πάνω στην οδό προέλασης των στρατιών της Α΄ Σταυροφορίας στην Ιερουσαλήμ. Οι Φράγκοι ευγενείς κατέκτησαν το σημερινό Λίβανο και τον έκαναν τμήμα των νοτιοανατολικών Σταυροφορικών Κρατών. Το νότιο τμήμα του σημερινού Λιβάνου σχημάτισε το βόρειο σύνορο του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Το βόρειο μισό της χώρας αποτέλεσε την καρδιά της Κομητείας της Τρίπολης. Παρ’ όλο δε που ο Σαλαντίν επανέκτησε τους Αγίους Τόπους περίπου το 1190 μ.Χ., τα σταυροφορικά κράτη στο Λίβανο και τη Συρία κράτησαν περισσότερο λόγω της καλύτερης αμυντικής τους οργάνωσης.

Αποτέλεσμα της αρχικής φραγκικής κατάκτησης στην περιοχή, υπήρξε η επαφή μεταξύ των Φράγκων και των Μαρωνιτών. Η επαφή αυτή, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες χριστιανικές κοινότητες στην περιοχή, οδήγησε στην πρόσδεση των Μαρωνιτών στο θρησκευτικό άρμα της Καθολικής Εκκλησίας, γεγονός που οδήγησε στην υποστήριξη της Γαλλίας και της Ιταλίας προς αυτούς κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων. Οι Μαρωνίτες αποτέλεσαν έτσι “κόκκινο πανί” για τους Δρούζους, πολύ περισσότερο που η ελίτ των Μαρωνιτών αποτελούσε το ισχυρότερο τμήμα της σύνθετης λιβανέζικης ελίτ.

Αποικιοκρατία

Τη δεκαετία του 1860, ο Λίβανος βρισκόταν υπό οθωμανική κατοχή. Τα ξένα συμφέροντα, που ήδη διέβλεπαν τη μελλοντική αποσύνθεση της αυτοκρατορίας, παρενέβησαν με έντονο τρόπο στα εσωτερικά πράγματα της χώρας, εκμεταλλευόμενα τη διαίρεση το έτος 1842 της περιοχής του όρους Λίβανος, μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, αναζωπυρώνοντας έτσι τη θρησκευτική διαμάχη, η οποία επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο, προστιθέμενη στις υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτικές διαφορές των εθνοτικών αυτών κοινοτήτων. Οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων δεν άργησαν να ξεσπάσουν στην οθωμανική επαρχία του όρους Λίβανος, καταλήγοντας στο θάνατο 10.000 ανθρώπων.

Πολιτικές ομάδες και πολιτοφυλακές του Εμφυλίου

Μαρωνίτες

 

 

Οι ηγέτες των Φαλαγγιτών, Ουίλλιαμ Χάουι και Μπασίρ Τζεμαγιέλ (με στρατιωτική περιβολή), ενώ επιθεωρούν Μαρωνίτες πολιτοφύλακες στο όρος Λίβανος το 1972

 

Οι χριστιανικές πολιτοφυλακές των Μαρωνιτών απέκτησαν οπλισμό από τη Ρουμανία και Βουλγαρία καθώς και από τη Δυτική Γερμανία, το Βέλγιο και το Ισραήλ, και άντλησαν υποστηρικτές από τον κυριαρχούμενο από Μαρωνίτες πληθυσμό στα βόρεια της χώρας. Γενικώς δεξιάς πολιτικής τοποθέτησης, όλες οι κύριες χριστιανικές πολιτοφυλακές κυριαρχούνταν από τους Μαρωνίτες, ενώ υπήρξαν και άλλες χριστιανικές σέκτες, που διαδραμάτισαν όμως δευτερεύοντα ρόλο.

Αρχικώς, η πιο ισχυρή πολιτική οργάνωση των Μαρωνιτών ήταν το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα, επίσης γνωστό ως Αχράρ (NLP/AHRAR), που πολιτικώς καθοδηγούταν από τον πρώην πρόεδρο του Λιβάνου (23 Σεπτεμβρίου 1952 – 22 Σεπτεμβρίου 1958) Καμίλ Σαμούν, και στρατιωτικώς από τον υιό του, Ντάνυ Σαμούν (δολοφονήθηκε το 1990). Η πολιτοφυλακή Τίγρεις ήταν το στρατιωτικό σκέλος του Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Οι Τίγρεις σχηματίστηκαν στo χωριό Ας-Σααντίγιατ της περιοχής Σουφ το 1968, ως Νουμούρ Αλ Αχράρ (Τίγρεις των Φιλελευθέρων) υπό την ηγεσία αρχικώς του Καμίλ Σαμούν. Η πολιτοφυλακή πήρε την ονομασία της από το μεσαίο όνομα του Καμίλ Σαμούν, Νεμρ (Nemr), που σημαίνει τίγρη. Εκπαιδευμένη από τον Ναΐμ Μπερντκάν, που ήταν ο πρώτος διοικητής της επί του πεδίου, όταν αυτός σκοτώθηκε, η μονάδα πέρασε υπό την ηγεσία του υιού του Καμίλ Σαμούν, Ντάνυ. Μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 1975, οι Τίγρεις πολέμησαν ενάντια στο Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους συμμάχους του.

Μια άλλη μαρωνιτική πολιτική οργάνωση ήταν το Κόμμα Καταέμπ, οι λεγόμενοι Φαλαγγίτες. Το κόμμα Καταέμπ ιδρύθηκε το 1936 από τον Πιερ Τζεμαγιέλ και τέσσερις φίλους του, ως μαρωνιτική παραστρατιωτική οργάνωση νεολαίας. Ο Τζεμαγιέλ διαμόρφωσε το κόμμα στα πρότυπα της ισπανικής Φάλαγγας και του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος της Ιταλίας, τα οποία είχε παρατηρήσει ως αθλητής κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 που πραγματοποιήθηκαν στο Βερολίνο της Ναζιστικής Γερμανίας, θαυμάζοντας την πειθαρχία και οργάνωσή τους, θεωρώντας ότι αυτά τα χαρακτηριστικά εξέλιπαν περισσότερο από τη χώρα του για να προοδεύσει. Η πολιτοφυλακή των Φαλαγγιτών ιδρύθηκε το 1937 με την ονομασία Οργάνωση Μαχητών από τον πρόεδρο του κόμματος Πιερ Τζεμαγιέλ και τον Ουίλλιαμ Χάουι, έναν Αμερικανολιβανέζο βιομήχανο υαλικών. Τον Ιανουάριο 1961 η Οργάνωση Μαχητών διαλύθηκε κατόπιν σχετικής διαταγής του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, και ο Χάουι δημιούργησε στη θέση της τις Ρυθμιστικές Δυνάμεις Φαλαγγιτών (Ρυθμιστικές Δυνάμεις Καταέμπ). Για το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των παραστρατιωτικών υποομάδων των Φαλαγγιτών, το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος σύστησε το Πολεμικό Συμβούλιο των Φαλαγγιτών (προφορά στ’ αραβικά: Ματζλίς αλ-Χάρμπι) το 1970, με τον Ουίλλιαμ Χάουι στην κεφαλή του. Η έδρα του συμβουλίου βρισκόταν στο αρχηγείο του κόμματος στην καρδιά της συνοικίας Ασραφίγιε στην Ανατολική Βηρυτό, ενώ ακολούθησε μια “αθόρυβη” επέκτασή τους, ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της υποδομής εκπαίδευσής τους. Το 1963 δημιουργήθηκαν δύο, επιπέδου λόχου, μονάδες ειδικών δυνάμεων, η 1η Κομάντο και η 2η Κομάντο, ενώ σύντομα ακολούθησε η ομάδα Πιερ Τζεμαγιέλ (αργότερα εξελίχθηκε σε λόχο) και μια ομάδα προστασίας VIP. Σε αυτές προστέθηκε το 1973 μια διμοιρία κομάντο και ένα Σχολείο Μάχης άνοιξε μυστικά στo χωριό Ταμπρίε, στην Περιφέρεια Κεσερουάν του Λιβάνου. Μια ακόμη μονάδα ειδικών δυνάμεων, η Ταξιαρχία Μπασίρ Τζεμαγιέλ (πήρε το όνομά της από το μικρότερο γιο του Πιερ Τζεμαγιέλ, Μπασίρ) σχηματίστηκε την επόμενη χρονιά, απορροφώντας στην πορεία στις τάξεις της την παλαιά ομάδα και νυν δύναμη επιπέδου λόχου Πιερ Τζεμαγιέλ. Μετά το θάνατο του Χάουι από πυρά Παλαιστίνιου ελεύθερου σκοπευτή, λίγα χρόνια μετά την έναρξη του Εμφυλίου, οι Ρυθμιστικές Δυνάμεις Φαλαγγιτών τέθηκαν υπό την ηγεσία του Μπασίρ Τζεμαγιέλ, συγχωνευθείσες με αρκετές άλλες μικρότερες ακροδεξιές ομάδες (Αλ-Τανζίμ, Φρουροί των Κέδρων, Λιβανέζικο Κίνημα Νεολαίας, Ομάδα Κομάντος Τύους).

Οι ενισχυμένες πλέον δυνάμεις του Μπασίρ Τζεμαγιέλ, αφού ενώθηκαν με τις Τίγρεις του AHRAR, σχημάτισαν ένα μέτωπο και επαγγελματικό στρατό με την ονομασία Λιβανέζικες Δυνάμεις. Με τη βοήθεια του Ισραήλ, οι Λιβανέζικες Δυνάμεις παγίωσαν τις θέσεις τους στα οχυρά και περιοχές που κυριαρχούνταν από Μαρωνίτες και γρήγορα μεταμορφώθηκαν από μια ανοργάνωτη και φτωχά εξοπλισμένη πολιτοφυλακή σε έναν επίφοβο και ισχυρό στρατό που είχε το δικό του οπλισμό, πυροβολικό, μονάδες Ειδικών Δυνάμεων (SADM), ένα μικρό Ναυτικό, και ένα ιδιαιτέρως εξελιγμένο τμήμα Πληροφοριών.

To 1980, οι Τίγρεις αποχώρησαν από τις Λιβανέζικες Δυνάμεις. Το 1985, υπό την ηγεσία των Ελίε Χομπέικα (δολοφονήθηκε το 2002 στη Βηρυτό) και Σαμίρ Τζατζά, οι Λιβανέζικες Δυνάμεις χωρίστηκαν και από τις Ρυθμιστικές Δυνάμεις Φαλαγγιτών και άλλες ομάδες, για να σχηματίσουν μια ανεξάρτητη πολιτοφυλακή που αποτέλεσε την κυρίαρχη δύναμη σε πολλές περιοχές Μαρωνιτών. Το Συμβούλιο Διοίκησης εξέλεξε τότε τον Χομπέικα ως πρόεδρο των Λιβανέζικων Δυνάμεων και διόρισε τον Τζατζά ως αρχηγό του επιτελείου τους. Τον Ιανουάριο του 1986, η σχέση των Χομπέικα και Τζατζά διερράγη λόγω της υποστήριξης του Χομπέικα στην Τριμερή Συμφωνία, η οποία εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Συρίας, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένας εσωτερικός εμφύλιος πόλεμος στις τάξεις των Μαρωνιτών των Λιβανέζικων Δυνάμεων. Η σύγκρουση Τζατζά-Χομπέικα κατέληξε στο θάνατο 800-1.000 ανθρώπων πριν ο Τζατζά εξασφαλίσει την ηγεσία των Λιβανέζικων Δυνάμεων και εξαναγκάσει τον Χομπέικα σε φυγή. Ο τελευταίος σχημάτισε τότε την πολιτοφυλακή Λιβανέζικες Δυνάμεις – Εκτελεστική Διοίκηση, που παρέμεινε σύμμαχος της Συρίας μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου στο Λίβανο.

Εν τω μεταξύ, στο βορρά της χώρας, οι Ταξιαρχίες Μαράντα (μετέπειτα Κίνημα Μαράντα) αποτελούσαν την προσωπική πολιτική οργάνωση της σημαίνουσας οικογένειας Φραντζίε (απόγονο Φράγκων Σταυροφόρων) με την παραστρατιωτική της πτέρυγα-πολιτοφυλακή, τον Απελευθερωτικό Στρατό της Ζγάρτα (ZLA). Oι Ταξιαρχίες Μαράντα συμμάχησαν με τη Συρία, αφού αποσκίρτησαν από το Λιβανέζικο Μέτωπο το 1978.

Κοσμικού χαρακτήρα ομάδες

Παρόλο που αρκετές λιβανέζικες πολιτοφυλακές ισχυρίζονταν ότι ήταν κοσμικού χαρακτήρα, οι περισσότερες ήταν απλώς κάτι περισσότερο από «οχήματα» για την προώθηση σεκταριστικών συμφερόντων. Επιπλέον, υπήρχε ένας αριθμός μη θρησκευτικών ομάδων, πρωταρχικά άλλα όχι αποκλειστικά, της Αριστεράς ή της παναραβικής Δεξιάς, όπως το Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα (LCP) και η πιο ριζοσπαστική και ανεξάρτητη, Κομμουνιστική Οργάνωση Δράσης (COA).

Μια άλλη αξιοσημείωτη οργάνωση ήταν το πανσυριακό Συριακό Σοσιαλιστικό Εθνικιστικό Κόμμα (SSNP), που προωθούσε την ιδέα της «Μεγάλης Συρίας», σε αντίθεση με τον παναραβικό ή λιβανέζικο εθνικισμό. Το SSNP ήταν γενικώς σε συμμαχία με την κυβέρνηση της Συρίας, παρά το γεγονός ότι ιδεολογικώς δεν ενέκρινε την μπααθική κυβέρνηση (αυτό άλλαξε πρόσφατα, υπό τον Μπασάρ αλ Άσαντ, μετά την άδεια που εδόθη στο SSNP να ασκεί πολιτική δραστηριότητα και εντός της Συρίας). Του πολυσυλλεκτικού SSNP ηγούνταν ο Ινάαμ Ραάντ, ένας χριστιανός Καθολικός, και ο Αμπντάλλα Σααντέχ, ένας Ελληνορθόδοξος χριστιανός. Το κόμμα ήταν ενεργό στην περιοχή του Βορείου Λιβάνου (Κούρα και Ακκάρ), τη Δυτική Βηρυτό (γύρω από την οδό Χάμρα), το Όρος Λίβανος (Άνω Μετν, Μπάαμπντα, Άλεϋ, Σουφ), το Νότιο Λίβανο (Ζαχράνι, Ναμπατίγιε, Μαρτζαγιούν, Χασμπάγια) και την Κοιλάδα Μπεκάα (Μπααλμπέκ, Χερμέλ, Ρασάγια).

Μια ακόμη κοσμικού χαρακτήρα ομάδα ήταν ο Στρατός του Νοτίου Λιβάνου (SLA), υπό την ηγεσία του Σαάντ Χαντάντ. Ο SLA επιχειρούσε στο Νότιο Λίβανο σε συντονισμό με τους Ισραηλινούς, και εργαζόταν για την υπό ισραηλινή στήριξη παράλληλη κυβέρνηση με την ονομασία Κυβέρνηση του Νοτίου Λιβάνου. Ο SLA προήλθε από τη διάσπαση του Στρατού του Ελεύθερου Λιβάνου, μια μαρωνιτική φατρία εντός του Λιβανέζικου Στρατού, των ενόπλων δυνάμεων δηλ. του επίσημου κράτους του Λιβάνου. Αρχικός στόχος του SLA ήταν να αποτελέσει «ανάχωμα» ενάντια στις επιθέσεις και επιδρομές της Ο.Α.Π. (PLO) εντός της περιοχής της Γαλιλαίας στο Ισραήλ, παρόλο που αργότερα εστίασε τις προσπάθειές του στην καταπολέμηση της σιιτικής Χεζμπολάχ. Οι αξιωματικοί του SLA συνήθως ήταν Χριστιανοί με ισχυρή δέσμευση να πολεμήσουν τους εχθρούς του, ενώ οι περισσότεροι από τους στρατιώτες του ήταν σιίτες Μουσουλμάνοι που συχνά εντάσσονταν σε αυτόν για τους μισθούς και δεν ήταν πάντα αφοσιωμένοι στο σκοπό καταπολέμησης της Ο.Α.Π. και της Χεζμπολάχ. Ο SLA συνέχισε να επιχειρεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά κατέρρευσε όταν ο Ισραηλινός Στρατός αποσύρθηκε από το Νότιο Λίβανο το 2000. Πολλοί τότε στρατιώτες και αξιωματικοί του SLA κατέφυγαν στο Ισραήλ, ενώ άλλοι συνελήφθησαν στο Λίβανο και προσήχθησαν σε δίκη με την κατηγορία της προδοσίας και συνεργασίας με το Ισραήλ.

Δύο ακόμη κοσμικής ιδεολογίας ομάδες που ξεχώρισαν στα αρχικά στάδια του πολέμου ήταν δύο ανταγωνιστικά μεταξύ τους μπααθικά κινήματα, μια εθνικιστική φιλοϊρακινή ομάδα, υπό την ηγεσία του σουνίτη Αμπντούλ-Ματζίντ αλ-Ραφέι και του ελληνορθόδοξου χριστιανού Νικoλά Φερζλί, και μια μαρξιστική φιλοσυριακή ομάδα υπό την ηγεσία του σιίτη Ασσέμ Κάνσο.

Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) του Αμπντουλάχ Οτζαλάν διατηρούσε εκείνο τον καιρό στρατόπεδα εκπαίδευσης στο Λίβανο, λαμβάνοντας υποστήριξη από τη Συρία και την Ο.Α.Π. (PLO). Κατά την ισραηλινή εισβολή, όλες οι μονάδες του PKK διατάχθηκαν να πολεμήσουν ενάντια στις Ισραηλινές Δυνάμεις. Έντεκα μαχητές του PKK σκοτώθηκαν στη σύγκρουση αυτή. Διοικητής όλων των δυνάμεων του PKK στο Λίβανο ήταν ο Μαχσούμ Κορκμάζ, ιστορική φυσιογνωμία του κόμματος.

Μια ακόμη κοσμικού χαρακτήρα οργάνωση ήταν η αρμενική μαρξιστική-λενινιστική πολιτοφυλακή Μυστικός Στρατός για την Απελευθέρωση της Αρμενίας (ASALA), που ιδρύθηκε στην υπό τον έλεγχο της Ο.Α.Π (PLO) περιοχή της Δυτικής Βηρυτού το 1975. Η πολιτοφυλακή αυτή ήταν υπό την ηγεσία του επαναστάτη μαχητή Μόντε Μελκονιάν και του ιδρυτή της ομάδας Χαγκόπ Χαγκοπιάν. Στενά συνδεδεμένη με τους Παλαιστινίους, η οργάνωση ASALA πήρε μέρος σε πολλές μάχες στο πλευρό του Λιβανέζικου Εθνικού Κινήματος και της Ο.Α.Π., διακρινόμενη κυρίως εναντίον των ισραηλινών δυνάμεων και των δεξιών συμμάχων τους κατά την ισραηλινή εισβολή του 1982. Ο Μελκονιάν ήταν ο στρατιωτικός διοικητής της ASALA σε αυτές τις μάχες, όπου η οργάνωση συνέδραμε την Ο.Α.Π. στην προάσπιση της περιοχής της Δυτικής Βηρυτού.

Παλαιστίνιοι

 

Παλαιστίνιοι μαχητές της Φατάχ στη Βηρυτό το 1979

 

Το Παλαιστινιακό Κίνημα μετέφερε τη μεγαλύτερη μαχητική του δύναμη στο Λίβανο στο τέλος του 1970 μετά την εκδίωξη του από την Ιορδανία στα γεγονότα που έγιναν γνωστά ως Μαύρος Σεπτέμβρης. Η οργάνωση-ομπρέλα των Παλαιστινίων, με την ονoμασία Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), αναμφίβολα η πιο ικανή πολεμική δύναμη στο Λίβανο εκείνα τα χρόνια, αποτελούσε κάτι λιγότερο από μια χαλαρή συνομοσπονδία, αλλά ο ηγέτης της, και ηγέτης της ισχυρότερης φατρίας της, της Φατάχ, ο Γιάσερ Αραφάτ, κατάφερε να εξισορροπεί και ελέγχει σε σημαντικό βαθμό τις διάφορες φατρίες της. Όπλο γι’ αυτό αποτέλεσε και η αποκλειστική διαχείριση των οικονομικών της οργάνωσης από ανθρώπους εμπιστοσύνης του Αραφάτ, που υπό τη στενή επίβλεψη και τελική έγκριση του ιδίου προέβαιναν σε κάθε πράξη στον οικονομικό τομέα. Η χρηματοδότηση της οργάνωσης, που γινόταν από τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, Ιράκ και Λιβύη απευθείας στον Αραφάτ, τον κατέστησε ικανό να αντιμετωπίζει μικρή πραγματική αντιπολίτευση κατά της ηγεσίας του, και παρόλο που αντίπαλες φατρίες υπήρχαν όντως εντός της Ο.Α.Π., όσο συνεχιζόταν η χρηματοδότηση των επιμέρους φατριών, καθίστατο δυσκολότερη η αμφισβήτηση της εξουσίας του. Άλλωστε, επρόκειτο για χρηματοδότηση ζωτική για την επιβίωση των μελών, που περιελάμβανε και κάλυψη ασφαλιστική σε περίπτωση θανάτου και αποζημιώσεις σε μέλη των οικογενειών τους, κ.α. πολλά, καλύπτοντας ένα ευρύτατο φάσμα αναγκών της παλαιστινιακής κοινωνίας και του όλου κινήματος αντίστασης στους Ισραηλινούς.

Αντίθετα με τους Λιβανέζους, που χαρακτηρίζονταν από πάμπολλες αντίπαλες σέκτες, απότοκο γεγονός και του ιδιαίτερου πολιτικοθρησκευτικού μωσαϊκού της χώρας, οι Παλαιστίνιοι ενέτασσαν τις διάφορες σέκτες τους σε ευρύτερα αφομοιωτικά, λιγότερο ή περισσότερα, σχήματα προκειμένου ν’ ανταποκριθούν στο σκληρό αγώνα τους επιβίωσης και ύπαρξης ως έθνους. Τόσο οι μουσουλμάνοι, όσο και οι πολλοί λιγότεροι χριστιανοί Παλαιστίνιοι υποστήριξαν τον αραβικό εθνικισμό κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στο Λίβανο και πολέμησαν εναντίον των πολιτοφυλακών των Μαρωνιτών Λιβανέζων.

Δρούζοι

Η μικρή σέκτα των Δρούζων, στρατηγικώς εδρασμένη στην περιοχή Σουφ του κεντρικού Λιβάνου, δεν είχε φυσικούς συμμάχους, καταναλώνοντας ως εκ τούτου πολύ χρόνο στη σύμπηξη συμμαχιών. Υπό την ηγεσία της οικογένειας Τζουμπλάτ, αρχικώς του χαρισματικού Καμάλ Τζουμπλάτ και αργότερα του υιού του, Ουαλίντ, το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSP) αποτέλεσε μια αποτελεσματική πολιτοφυλακή των Δρούζων, σφυρηλατώντας δεσμούς με την ΕΣΣΔ κυρίως, και με τη Συρία μετά την απόσυρση των Ισραηλινών στα νότια του Λιβάνου το 1983. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί Δρούζοι εκείνη την εποχή στη χώρα ήταν μέλη του μη θρησκευτικού κόμματος, Συριακό Κοινωνικό Εθνικιστικό Κόμμα (SSNP). Υπό την ηγεσία του Καμάλ Τζουμπλάτ το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα αποτέλεσε κύριο στοιχείο του Λιβανέζικου Εθνικού Κινήματος (LNM), το οποίο υποστήριζε την αραβική ταυτότητα του Λιβάνου και ήταν φιλικό προς τους Παλαιστινίους.

Το PSP σχημάτισε έναν ισχυρό ιδιωτικό στρατό, που αποδείχθηκε ένας εκ των σημαντικότερων του Εμφυλίου από το 1975 έως το 1990. Ο στρατός αυτός κατέκτησε μια μεγάλη περιοχή του όρους Λίβανος και της περιοχής Σουφ. Κύριος αντίπαλός του ήταν η μαρωνιτική χριστιανική πολιτοφυλακή των Φαλαγγιτών, και αργότερα η πολιτοφυλακή των Λιβανέζικων Δυνάμεων, που είχε απορροφήσει πλέον τους Φαλαγγίτες. Το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα υπέστη σημαντικό πλήγμα το 1977, όταν ο Καμάλ Τζουμπλάτ δολοφονήθηκε. Ο υιός του Ουαλίντ τον διαδέχθηκε στην ηγεσία του κόμματος, και μετά την απόσυρση των Ισραηλινών στο Νότιο Λίβανο από την περιοχή Σουφ το 1983 και μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το κόμμα άσκησε μια εξαιρετικά αποτελεσματική πολιτική διοίκηση (τη λεγόμενη Πολιτική Διοίκηση του Βουνού) στην περιοχή που βρισκόταν υπό τον έλεγχό του. Επέβαλε δε διόδια στα σημεία ελέγχου της περιοχής του, τα οποία τού απέφεραν σημαντικά έσοδα. Μετά την υποχώρηση του Ισραηλινού Στρατού από το όρος Λίβανος στην περιοχή του Νοτίου Λιβάνου, έλαβαν χώρα σκληρές μάχες μεταξύ των Δρούζων και των πολιτοφυλακών των Μαρωνιτών. Τα ένοπλα μέλη του PSP κατηγορήθηκαν μάλιστα για αρκετές σφαγές που έλαβαν χώρα στον αποκαλούμενο αυτό Πόλεμο του Βουνού.

Το PSP παραμένει έως σήμερα ένα ενεργό πολιτικό κόμμα του Λιβάνου, με αρχηγό τον Ουαλίντ Τζουμπλάτ. Κύριοι οπαδοί του παραμένουν οι ακόλουθοι της θρησκευτικής πίστης των Δρούζων.

Σιίτες

Οι σιιτικές πολιτοφυλακές καθυστέρησαν να σχηματισθούν και να πάρουν μέρος στη σύγκρουση. Αρχικώς, πολλοί Λιβανέζοι Σιίτες είχαν συμπάθεια για τους Παλαιστινίους, ενώ κάποιοι λίγοι εξ αυτών υποστήριζαν το Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά μετά τα γεγονότα του Μαύρου Σεπτέμβρη στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σημειώθηκε μια αιφνίδια μαζική εισροή ένοπλων Παλαιστινίων στις σιιτικές περιοχές του Λιβάνου, λόγω της εκδίωξής τους από την Ιορδανία στα προαναφερθέντα γεγονότα. Ο πληθυσμός του νοτίου Λιβάνου ήταν κυρίως Σιίτες και οι Παλαιστίνιοι σύντομα έστησαν εκεί βάσεις για τις επιθέσεις τους εναντίον των Ισραηλινών. Το παλαιστινιακό κίνημα γρήγορα σπατάλησε την επιρροή του επί των Λιβανέζων Σιιτών, καθώς ριζοσπαστικές ακραίες παλαιστινιακές φατρίες ήλεγχαν με τη βία μεγάλες σιιτικές περιοχές του νοτίου Λιβάνου, όπου τα προσφυγικά τους στρατόπεδα είχαν οργανωθεί, και η κεντρική διοίκηση της Ο.Α.Π. (PLO) αποδείχθηκε είτε απρόθυμη είτε ανίκανη να τους επιβληθεί.

Ο κοσμικός πολιτικός χαρακτήρας των ριζοσπαστών Παλαιστινίων και η συμπεριφορά τους είχαν αποξενώσει την παραδοσιακή σιιτική κοινότητα. Οι Σιίτες δεν ήθελαν να πληρώσουν το τίμημα για τις πυραυλικές επιθέσεις της Ο.Α.Π. από το νότιο Λίβανο στο βόρειο Ισραήλ. Η Ο.Α.Π. δημιούργησε ένα κράτος εν κράτει στο νότιο Λίβανο και το γεγονός αυτό προκάλεσε την οργή των Λιβανέζων Σιιτών, που φοβόντουσαν επιθέσεις αντιποίνων από τους Ισραηλινούς στη γη τους στο νότο. Οι Σιίτες κυριαρχούσαν αριθμητικώς στην περιοχή του νοτίου Λιβάνου, που τη δεκαετία του 1960 αποτέλεσε πεδίο μάχης της σύγκρουσης Ισραηλινών-Παλαιστινίων. Το κράτος του Λιβάνου, που πάντοτε απέφευγε να προκαλεί το Ισραήλ, στην ουσία απλώς εγκατέλειψε από πολιτικής-διοικητικής πλευράς το νότιο Λίβανο. Πολλοί άνθρωποι μετανάστευσαν από το νότο στα προάστια της Βηρυτού, που είναι γνωστά ως ζώνες φτώχειας.

Οι νεαροί Λιβανέζοι Σιιίτες εσωτερικοί μετανάστες, που δεν είχαν συμμετάσχει στην ευμάρεια της προπολεμικής Βηρυτού, έγιναν μέλη πολλών λιβανέζικων και παλαιστινιακών οργανώσεων. Ύστερα από πολλά χρόνια χωρίς τις δικές τους ανεξάρτητες πολιτικές οργανώσεις, αναδύθηκε ξαφνικά το 1975-76 το Κίνημα Αμάλ του χαρισματικού κληρικού Μούσα αλ-Σαντρ. Η ισλαμιστική του ιδεολογία αμέσως προσέλκυσε τους ανθρώπους που ένιωθαν ότι δεν έχαιραν κάποιας ουσιαστικής αντιπροσώπευσης, και οι ένοπλες τάξεις της Αμάλ αυξήθηκαν τάχιστα. Η Αμάλ πολέμησε εναντίον της Ο.Α.Π. τις πρώτες μέρες ίδρυσής της. Αργότερα, μια σκληροτράχηλη φατρία της θα αποσκιρτούσε για να ενωθεί με σιιτικές ομάδες που πολεμούσαν το Ισραήλ, σχηματίζοντας την οργάνωση Χεζμπολάχ, γνωστή επίσης ως Κίνημα Αντίστασης, που έως και σήμερα παραμένει η πιο ισχυρή και οργανωμένη δύναμη του Λιβάνου. Η Χεζμπολάχ θεωρούσε την Αμάλ ως οργάνωση με αρκετά κοσμικό χαρακτήρα, και όχι αρκούντως ισλαμιστικό, ενώ οι αρχικοί δικοί της στόχοι περιελάμβαναν την εγκαθίδρυση ισλαμικού κράτους (σιιτικού) στο Λίβανο.

Υπήρχε επίσης κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου σημαντική βοήθεια από το Ιράν στις σιιτικές φατρίες, το Κίνημα Αμάλ και τη Χεζμπολάχ. Η Χεζμπολάχ και οι ηγέτες της εμπνέονταν από την επανάσταση του Αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν και γι’ αυτό το λόγο το 1982 ξεχώρισαν ως μια φατρία με σκοπό την αντίσταση στην ισραηλινή κατοχή του Λιβάνου, ενώ οι δυνάμεις της εκπαιδεύτηκαν και οργανώθηκαν από μια αντιπροσωπεία συμβούλων από το Ιρανικό Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης. Η ιρανική δε στρατιωτική συνδρομή συνοδεύτηκε και από την αντίστοιχη οικονομική.

Οι Λιβανέζοι Αλαουίτες, ακόλουθοι της ομώνυμης σέκτας του σιιτικού Ισλάμ, αντιπροσωπεύονταν από την Πολιτοφυλακή των Κόκκινων Ιπποτών του Αραβικού Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο ήταν υπέρ των Σύρων, εξαιτίας της εξουσιαστικής ελίτ των Αλαουιτών στη Συρία, και το οποίο δρούσε κυρίως στην περιοχή του Νοτίου Λιβάνου γύρω από την πόλη Τρίπολη.

Σουνίτες

Κάποιες σουνιτικές φατρίες λάμβαναν υποστήριξη από τη Λιβύη και το Ιράκ, και ένας αριθμός μικρότερων πολιτοφυλακών τους υπήρχε εξαιτίας της γενικής απροθυμίας των Σουνιτών μουσουλμάνων καθ’ όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου να ενταχθούν σε μαζικές παραστρατιωτικές οργανώσεις. Οι πιο γνωστές ομάδες ήταν κοσμικού χαρακτήρα και είχαν υιοθετήσει τη νασερική ιδεολογία, με παναραβικές και αραβοεθνικιστικές κλίσεις και επιρροές. Στα μετέπειτα στάδια του εμφυλίου πολέμου, εμφανίστηκαν και κάποιες ισλαμιστικές οργανώσεις, όπως το Ισλαμικό Κίνημα Ενοποίησης (IUM), γνωστότερο ως Αλ-Ταουχίντ, με βάση την Τρίπολη, και η Ισλαμική Ομάδα (Τζαμάα αλ-Ισλαμίγια), που είχε σημείο αναφοράς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως προς τον πολιτικό της προσανατολισμό και πρακτική.

Η κύρια όμως σουνιτική οργάνωση του Εμφυλίου ήταν το Ανεξάρτητο Νασερικό Κίνημα (ΙΝΜ), ή απλώς Αλ-Μουραμπιτούν (οι Φρουροί), που έδρευε στη Δυτική Βηρυτό. Η οργάνωση, υπό την ηγεσία του Ιμπραχίμ Κουλαϋλάτ, πολέμησε στο πλευρό των Παλαιστινίων κατά των Ισραηλινών στην ισραηλινή εισβολή του 1982. Στη Σιδώνα υπήρχε επίσης η οργάνωση Τανζίμ αλ-Νασσίρι (μετάφραση: Νασερική Οργάνωση), που είχε σχηματιστεί από οπαδούς του Μααρούφ Σαάντ, με ηγέτη αργότερα τον Μουσταφά Σαάντ, υιό του Μααρούφ, και σήμερα τον Ουσάμα Σαάντ.

Το Κίνημα της 6ης Φεβρουαρίου ήταν μια ακόμη σουνιτική νασερική πολιτοφυλακή που συντάχθηκε στο πλευρό των Παλαιστινίων στο λεγόμενο Πόλεμο των Καταυλισμών τη δεκαετία του 1980.

Αρμένιοι

Τα κόμματα των Αρμενίων, όντας χριστιανικά μιαφυσιτικά (αγγλικά: miaphysitism, σημ.: ο μιαφυσιτισμός δεν πρέπει να συγχέεται με το μονοφυσιτισμό, βλ. monophysitism) από θρησκευτικής απόψεως, και αριστερής πολιτικής ιδεολογίας, είχαν δυσκολία στη συστράτευσή τους με κάποια εκ των αντιμαχόμενων πλευρών του εμφυλίου πολέμου. Ως αποτέλεσμα, επιχείρησαν, με μερική επιτυχία, να ακολουθήσουν μια πολιτική στρατιωτικής ουδετερότητας, με τις πολιτοφυλακές τους να πολεμούν μόνο όταν απαιτείτο για την υπεράσπιση των περιοχών του Λιβάνου όπου διαβιούσαν αρμενικοί πληθυσμοί. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν ασυνήθιστο αρκετοί Αρμένιοι να επιλέγουν να πολεμήσουν στις τάξεις των Λιβανέζικων Δυνάμεων, ενώ ένας μικρός αριθμός αυτών επέλεξε να πολεμήσει με την άλλη πλευρά, το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα/Λιβανέζικο Εθνικό Μέτωπο Αντίστασης.

Τα προάστια Μπουρτζ Χαμούν και Νάαμπα της Βηρυτού βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του αρμενικού κόμματος Ντασνάκ. Το Σεπτέμβριο του 1979, τα εν λόγω προάστια έτυχαν επίθεσης από το Καταέμπ, σε μια προσπάθεια του τελευταίου όλες οι χριστιανικές περιοχές να περάσουν υπό τον έλεγχο του Μπασίρ Τζεμαγιέλ. Η πολιτοφυλακή του κόμματος Ντασνάκ απώθησε τους μαχητές του Καταέμπ και διατήρησε τον έλεγχο στα προάστια αυτά. Η μάχη οδήγησε στο θάνατο 40 ανθρώπων.

Η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία στο Λίβανο με τα ένοπλα τμήματά της, τους Κομάντος Δικαιοσύνης της Αρμενικής Γενοκτονίας και τον Αρμενικό Μυστικό Στρατό για την Απελευθέρωση της Αρμενίας (ASALA), είχε πραγματοποιήσει δολοφονίες και άλλες επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της εμφύλιας σύγκρουσης του Λιβάνου. Ο δε ASALA, μαρξιστικού-λενινιστικού χαρακτήρα, ιδρύθηκε στην υπό τον έλεγχο της Ο.Α.Π. (PLO) περιοχή της Δυτικής Βηρυτού το 1975. Η πολιτοφυλακή αυτή ήταν υπό την ηγεσία του επαναστάτη μαχητή Μόντε Μελκονιάν και του ιδρυτή της ομάδας Χαγκόπ Χαγκοπιάν. Στενά συνδεδεμένη με τους Παλαιστινίους, η οργάνωση ASALA πήρε μέρος σε πολλές μάχες στο πλευρό του Λιβανέζικου Εθνικού Κινήματος και της Ο.Α.Π., διακρινόμενη κυρίως εναντίον των ισραηλινών δυνάμεων και των δεξιών συμμάχων τους κατά το 1982. Ο Μελκονιάν ήταν ο στρατιωτικός διοικητής της ASALA σε αυτές τις μάχες, όπου η οργάνωση συνέδραμε την Ο.Α.Π. στην προάσπιση της περιοχής της Δυτικής Βηρυτού.

Η έκρηξη

Εξακόσια σαράντα ιστορικά κτήρια επλήγησαν από τη μεγάλη έκρηξη που σημειώθηκε στη Βηρυτό στις αρχές Αυγούστου και 60 κινδυνεύουν να καταρρεύσουν προειδοποίησε σήμερα η UNESCO, η οποία θα ηγηθεί της διεθνούς κινητοποίησης για την αποκατάσταση της πολιτιστικής κληρονομιάς της λιβανικής πρωτεύουσας. Οι αριθμοί αυτοί προέρχονται από μια αποτίμηση που έγινε από τον γενικό διευθυντή αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού του Λιβάνου Σαρκίς Χούρι, τον οποίο επικαλείται σε μια ανακοίνωση η UNESCO. Συνολικά «τουλάχιστον 8.000 κτήρια» υπέστησαν ζημιές, στην πλειονότητά τους στις ιστορικές συνοικίες Γκεμαϊζέ και Μαρ-Μιχαέλ, σημειώνει ο Χούρι που ζητεί να γίνουν «κατεπειγόντως» έργα προκειμένου να αποφευχθεί μια επιδείνωση των ζημιών με τις φθινοπωρινές βροχές. Η έκρηξη είχε επίσης «αντίτυπο στα μεγάλα μουσεία, όπως το Εθνικό Μουσείο της Βηρυτού, το Μουσείο Sursock και το Αρχαιολογικό Μουσείο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου της Βηρυτού καθώς και σε χώρους πολιτισμού, γκαλερί και θρησκευτικές τοποθεσίες», διευκρινίζεται στην ανακοίνωση.

Η UNESCO ανακοίνωσε εξάλλου ότι θα ηγηθεί της διεθνούς κινητοποίησης για την αποκατάσταση και ανοικοδόμηση του πολιτισμού και της κληρονομιάς της Βηρυτού. Η υπηρεσία του ΟΗΕ δηλώνει πως έχει «κινητοποιήσει πολιτιστικούς οργανισμούς και εξέχοντες ειδικούς στον Λίβανο και στο εξωτερικό». Η έκρηξη, που κατέστρεψε ολόκληρες συνοικίες της Βηρυτού, προκάλεσε τον θάνατο 171 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 6.500 και πλέον.

Κορεσμένα νοσοκομεία

Τα νοσοκομεία της Βηρυτού έχουν σχεδόν κορεστεί εξαιτίας των αυξανόμενων ροών ασθενών προσβεβλημένων από τον νέο κορονοϊό, την ώρα που ο Λίβανος βρίσκεται «στο χείλος της αβύσσου» μετά τις καταστροφικές εκρήξεις στη λιβανέζικη πρωτεύουσα, τόνισε στις 17 Αυγούστου 2020 ο Χάμαντ Χάσαν, που υπέβαλε την παραίτησή του από το αξίωμα του υπουργού Υγείας της χώρας.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Λίβανος βρίσκεται αντιμέτωπος με την αύξηση των κρουσμάτων μόλυνσης από τον SARS-CoV-2. Χθες Δευτέρα, καταγράφηκε νέο ημερήσιο ρεκόρ 456 μολύνσεων, με τον συνολικό αριθμό των περιπτώσεων, αφότου ο ιός έκανε την εμφάνισή του στη χώρα στα τέλη Φεβρουαρίου, να φθάνει τις 9.337. Εξ αυτών, 105 άνθρωποι έχουν υποκύψει εξαιτίας της COVID-19.

«Τα δημόσια και τα ιδιωτικά νοσοκομεία της πρωτεύουσας έχουν πολύ περιορισμένη δυνατότητα υποδοχής (ασθενών), τόσο σε ό,τι αφορά τις κλίνες σε μονάδες εντατικής θεραπείας, όσο και σε ό,τι αφορά τους αναπνευστήρες», τόνισε ο Χάσαν στον Τύπο.

«Βρισκόμαστε στο χείλος της αβύσσου, δεν έχουμε την πολυτέλεια να χρονοτριβούμε», προειδοποίησε, καλώντας να επιβληθεί εκ νέου περιορισμός για δύο εβδομάδες, ώστε να επιβραδυνθεί η εξάπλωση της πανδημίας.

«Στην πρωτεύουσα, οι μονάδες εντατικής θεραπείας και οι νοσοκομειακές πτέρυγες που είχαν εξοπλιστεί για να αντιμετωπίσουν την πανδημία στα δημόσια νοσοκομεία έχουν γεμίσει», προειδοποίησε ο Χάσαν νωρίτερα, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Η Φωνή του Λιβάνου.

Κατειλημμένες οι Μονάδες

«Στα περισσότερα ιδιωτικά νοσοκομεία που υποδέχονται ασθενείς προσβεβλημένους από τον κορονοϊό, οι κλίνες στις μονάδες εντατικής θεραπείας είναι κατειλημμένες», συμπλήρωσε.

Εξήγησε πως τέσσερα νοσοκομεία της πρωτεύουσας που υποδέχονταν ασθενείς μολυσμένους από τον κορονοϊό τέθηκαν «εκτός λειτουργίας» μετά τη φονική έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού την 4η Αυγούστου, η οποία διέλυσε συνοικίες ολόκληρες της λιβανέζικης πρωτεύουσας.

Η χαοτική κατάσταση μετά την έκρηξη καθιστά δύσκολη την επιβολή περιορισμών ή την εφαρμογή προληπτικών μέτρων, συνέχισε ο Χάσαν.

«Η δυνατότητά μας να ελέγξουμε τη συμπεριφορά» των πολιτών ως προς τον ιό είναι πολύ «πιο περιορισμένη», υπογράμμισε, εξηγώντας πως «οικογένειες πάνε σε νοσοκομεία για να αναζητήσουν τραυματίες ή αγνοούμενους» ενώ συνεχίζεται η κινητοποίηση στους δρόμους, όπου δεκάδες εθελοντές απομακρύνουν συντρίμμια καθημερινά.

Ακυρώθηκαν τα μέτρα…

Η κυβέρνηση είχε επιβάλει εκ νέου περιοριστικά μέτρα, που όμως ακυρώθηκαν έπειτα από τις καταστροφικές εκρήξεις, που κατά τον επίσημο απολογισμό στοίχισαν τη ζωή σε 177 ανθρώπους και τραυμάτισαν άλλους 6.500.

Οι λιβανέζικες αρχές θεωρούν πως την καταστροφή προκάλεσε η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε σε αποθήκη όπου βρισκόταν αποθηκευμένη επί χρόνια ποσότητα 2.750 τόνων νιτρικού αμμωνίου.

Αρχικά, η εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού είχε ελεγχθεί από τις λιβανέζικες αρχές, που επέβαλαν στα μέσα Μαρτίου περιοριστικά μέτρα, τα οποία γενικά τηρήθηκαν.

Όμως τα κρούσματα μόλυνσης δεν σταματούν να αυξάνονται από τις αρχές του καλοκαιριού, όταν τα μέτρα άρχισαν προοδευτικά να αίρονται.

  • Με πληροφορίες από ΑΠΕ/ΜΠΕ, ΑΠΕ, Τα Νέα, ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, In.gr
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ Βηρυτός στο “χείλος της αβύσσου” ή πόσο εύκολα ξεχνάμε τις παλιές σφαγές…

Related Posts