“Ένας ιδιαίτερος μαγνήτης, ήταν πάντα για μένα η Επίδαυρος. Την ιστορία της την έμαθα, αφού αναρωτήθηκα, σε μικρή ηλικία, γιατί με έλκει τόσο…
Κι ενώ συγκέντρωσα όλα τα ιστορικά στοιχεία, που θα ονόμαζε κανείς, “γνωριμία με έναν τόπο”, στην πραγματικότητα, άρχισα να τη γνωρίζω, όταν επέστρεφα ξανά και ξανά. Όλα μου τα καλοκαίρια, σε όλες τις παραστάσεις, από τα 18 μου κι έπειτα.
Κάποιες χρονιές, δεν μπορούσα να περιμένω ως το καλοκαίρι. Έπαιρνα τα κλειδιά του σπιτιού του Διονύση Φωτόπουλου, μέσα στο χειμώνα και μετρούσα τις πιο ωραίες μοναχικές διακοπές, τις πιο ωραίες βόλτες.
Η σύνδεση με το θέατρο ήταν ουσιαστική και στεκόταν για χρόνια, σε μιαν απόσταση από πρόθεση, από σεβασμό.
Ήμουν θεατής!
Εισχώρησα σε άλλες εξερευνήσεις σιγά σιγά. Βρήκα τη γωνιά μου στο Ασκληπιείο, τη θάλασσα που αγάπησα, το μονοπάτι που με οδήγησε σε ένα εκκλησάκι χτισμένο σε θεμέλια ναού της Αθηνάς, το σπίτι στο οποίο ζω πια τα καλοκαίρια.
Στην Επίδαυρο, όλα μπορούν να γίνουν μεταφυσικά, αν θέλεις. Το να ξυπνώ το πρωί και να μπορώ να δω από το παράθυρό μου, το μικρό θέατρο, είναι δώρο. Οι χώροι ανασκαφής γύρω του, αλλάζουν το τοπίο κι αυτό το βρίσκω συναρπαστικό. Είναι αυτή η συνέχεια, που διεγείρει την αίσθηση και τη σύνδεση του ανθρώπου με ένα τοπίο.
Κι ενώ ευτύχησα να δημιουργήσω μια περιοδική, καθημερινή κανονικότητα – ανέλαβα μέσα μου το καθήκον να ανάβω τα καντήλια σ’ αυτό το εκκλησάκι, έκανα φίλους ντόπιους, δούλεψα στο θέατρο, φιλοξένησα ανθρώπους, μοιράστηκα βράδια με κουβέντες ως το ξημέρωμα, είδα, είδα, είδα παραστάσεις – ωστόσο την Επίδαυρο δεν την απομυθοποίησα.
Την κρατώ, εκεί, στο δέος της πρώτης φοράς και την αγαπώ γι’ αυτό”.
* Το κείμενο και η φωτογραφία ανήκουν στη γνωστή κι αγαπημένη για τις δουλειές της στο θέατρο, ενδυματολόγο και σκηνογράφο Εύα Νάθενα. Την ευχαριστούμε που μας τα παραχώρησε (catisart.gr)


