29.4 C
Athens
Τρίτη 16 Ιουλίου 2024

«Γκιακ», η ανάδυση των ερειπίων της ζωής μέσα από το ιστορικό βάθος

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Επειδή πληροφορούμαι ότι το συγκλονιστικό «Γκιακ», σε σκηνοθεσία Θανάση Δόβρη, θα επαναληφθεί από τον Οκτώβριο, στο Skrow theater, δράττομαι της ευκαιρίας να σας γράψω γι’ αυτό, πράγμα που δεν είχα προλάβει έως τώρα λόγω φόρτου εργασίας. Πρόκειται για μια παράσταση που δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσει ασυγκίνητο, σε συνταράσσει και σε παίρνει μαζί της. Επίσης, δεν ξεχνιέται. Τη σκέπτεσαι ώρες και ημέρες μετά. Κάτι που σπάνια συμβαίνει ειδικά όταν -σαν κι εμένα- παρακολουθείς παραστάσεις σχεδόν καθημερινά. Με εκπληκτικές ερμηνείες από τέσσερις ηθοποιούς οι οποίοι με εξωπραγματικό τρόπο σε τοποθετούν κατευθείαν στην προσωπική τους ιστορία καθώς παρουσιάζουν τα βιώματά τους κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Σημαντικό στοιχείο της παράστασης είναι η αμεσότητα με το κοινό. Σε πολλά σημεία ο θεατής μέσα από τις ερμηνείες βλέπει την αντανάκλαση των συναισθημάτων του κάθε ήρωα.

“Αυτό πάει να πει να ’σαι σιβιλάιζντ.
Να πατάς στα σκατά με αψηλό τακούνι”.

Η συλλογή διηγημάτων “Γκιακ” του Δημοσθένη Παπαμάρκου, ένα από τα σημαντικότερα δείγματα νεοελληνικής λογοτεχνίας, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε θεατρική μορφή σκηνοθετημένη από τον ηθοποιό Θανάση Δόβρη, με τη σύμπραξη μιας εκλεκτής ομάδας ηθοποιών και συνεργατών.

Το «Γκιακ» είναι η χαρτογράφηση του ιστορικού τραύματος, το οποίο, επανερχόμενο εμμονικά μέσω της μνήμης, διαλύει την έννοια του παρόντος, και καταδικάζει τους αφηγητές σε μια κόλαση εξομολογήσεων χωρίς καμία πιθανότητα εξιλέωσης.
Οι αφηγητές παύουν να είναι άνθρωποι και μεταμορφώνονται σε απορρίμματα μιας μνήμης που τους έχει αφήσει ημιθανείς, ένοχους, ανολοκλήρωτους. Σε ένα σκηνικό χώρο γεμάτο κόκαλα, οι τέσσερις ηθοποιοί μοιράζονται τις αναμνήσεις τους, διχασμένοι ανάμεσα σε μια πρωτοφανή τρυφερότητα και μια φρικαλέα βία, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να κατευνάσουν τη λαιμαργία του παρελθόντος.
Το «Γκιακ» δεν επιθυμεί να είναι μια παράσταση, αλλά μια ευκαιρία διαπραγμάτευσης με την ιστορική βία τόσο των χαρακτήρων όσο και με τη δική μας. Είναι μια εκρηκτική αφύπνιση της ανάγκης να διαιωνιστεί η αρχέγονη εμπειρία.

Η γλώσσα

Γκιακ σημαίνει αίμα, οικογένεια, εκδίκηση στα Αρβανίτικα.
Η αρβανίτικη γλώσσα ακούστηκε πολλές φορές και μέσα στη Βουλή των Ελλήνων. Ο ιστορικός Γ. Βλαχογιάννης, για παράδειγμα, αναφέρει ότι κάποια στιγμή οξύνθηκαν τα πνεύματα κατά τη διάρκεια συνέλευσης και ένας Αγωνιστής του 1821 αναγκάστηκε να επέμβει μιλώντας σε αρβανίτικη γλώσσα, προκειμένου να κατευνάσει την ατμόσφαιρα.
Σήμερα, η εν λόγω γλώσσα χρησιμοποιείται από περίπου 30.000-150.000 Αρβανίτες και πολλοί από αυτούς ζουν στην Πελοπόννησο, έχοντας ομογενοποιηθεί με τον γηγενή πληθυσμό ή στη Σικελία, όπου υπάρχουν ακόμη αρβανίτικα χωριά. Αρμπερίστ στη γλώσσα τους, συγγενεύουν στενά με την αρβανίτικη της Ιταλίας η οποία επίσης ονομάζεται αμπερίστ ή αρμπερές από τους ομιλητές της. Και οι δύο γλωσσολογικά κατατάσσονται σε μια ομάδα μαζί με την τοσκική διάλεκτο της αλβανικής γλώσσας, αλλά είναι πιο αρχαϊκές και συντηρητικές λόγω της απομόνωσής τους μέσα σε αλλόγλωσσο περιβάλλον. Μιλιέται σε κάποιες περιοχές της νότιας Ελλάδας και σήμερα το ιδίωμα βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης. Γεγονός είναι ότι ως γλώσσα κυνηγήθηκε με νόμο το 1936 από τον Μεταξά. Όποιος μιλούσε δημόσια Αρβανίτικα κινδύνευε με ποινή 6 μηνών φυλάκισης χωρίς εξαγορά. Σύμφωνα με μαρτυρίες, πολλοί παππούδες δεν άφηναν τα εγγόνια τους να μιλούν αρβανίτικα -παρότι τα μιλούσαν οι ίδιοι- λόγω του γενικευμένου φόβου που υπήρχε.

Το αίμα

Το γκιακ είναι το αίμα, ο συγγενικός δεσμός και ο νόμος του αίματος που σκιάζει τις ζωές των ηρώων αυτών των διηγημάτων. Στρατιώτες που πολέμησαν στη Μικρασιατική Εκστρατεία, έρχονται αντιμέτωποι με τους ρόλους που τους επιβάλλουν οι παραδοσιακοί κανόνες και το βίωμα του πολέμου. Συγκρούονται, υποτάσσονται, ζουν εν κρυπτώ ή φεύγουν. Το περίκλειστο και υπερήφανο του χαρακτήρα τους μεταφέρει την καταγωγή ευκρινέστερα από κάθε αναφορά.

Με έναν τραχύ προφορικό λόγο, οι ιστορίες του Παπαμάρκου αφηγούνται την απώλεια προσανατολισμού, την αδυναμία τους να συμβιβάσουν τους κώδικες της παράδοσης με τα συναισθήματα και τη συνείδησή τους. Ο λόγος σκάβει το μέσα των ηρώων, το αθέατο, το άγνωστο ακόμα και στους ίδιους.

Ο συγγραφέας

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γεννήθηκε στη Μαλεσίνα Λοκρίδας το 1983. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα “Η αδελφότητα του πυριτίου”, Αρμός 1998 (μόλις 15 ετών), “Ο τέταρτος ιππότης”, Κέδρος 2001 και τις συλλογές διηγημάτων “ΜεταΠοίηση”, Κέδρος 2012 και “Γκιακ”, Αντίποδες, 2014. Για το πρώτο του μυθιστόρημα του απονεμήθηκε το βραβείο Νεανικός Ικαρομένιππος. Σήμερα -παρά τη νεαρή του ηλικία- είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Προφανώς πολύ γρήγορα στη ζωή του ανακάλυψε ότι το τοπικό ιδίωμα όχι μονάχα δεν παρουσιάζει ελλείμματα ως λογοτεχνικό εκφραστικό μέσο, αλλά ότι κατά κάποιον τρόπο μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ως δομικό στοιχείο των ιστοριών του. Συχνά η καθημερινή τριβή με τα ακούσματα του τόπου μας –διάλεκτο, αλλά και παραδοσιακό τραγούδι– μας προκαλεί μία ιδιόμορφη συγκινησιακή ανοσία λόγω της εξοικείωσης. Μεγαλώνοντας ο Παπαμάρκου -όπως και ο ίδιος ομολογεί- μέσα σε ένα ιδιότυπο γλωσσικό περιβάλλον, αποτέλεσμα μίας άτυπης συμβίωσης με τους παππούδες του, δεν εκτίμησε εξαρχής την έντονη ποιότητα και την ποιητική δυναμική της δικής του διαλέκτου. Αυτό συμβαίνει στις νεαρές ηλικίες, παρότι άνθρωποι ψαγμένοι επηρεάζονται και συγκινούνται από τη στιχουργική του παραδοσιακού και λαϊκού τραγουδιού. Η θέασή του άλλαξε όχι μόνο εξαιτίας της μακρόχρονης απουσίας του από τον τόπο του, αλλά και λόγω μίας εσωτερικής διαδικασίας ωρίμανσης η οποία μου επέτρεψε την επαναπροσέγγιση του οικείου ως ξένου. Για τις αφηγηματικές ανάγκες της συγγραφής του «Γκιακ», καταδύθηκε αντλώντας γλωσσική έμπνευση στην παιδική του ηλικία.

Σκληρές ιστορίες

Το «Γκιακ» μιλάει για την άγρια μουσική του αίματος σε πόλεμο ή ειρήνη. Το αίμα είναι αυτό που αδυσώπητο και αλύτρωτο εκμυστηρεύεται μέσα από εννιά σκληρές ιστορίες, σε ιδιαίτερο λαϊκό βορειοελλαδίτικο ιδίωμα, άλλοτε ιστορίες αντρών, που είτε γύρισαν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία, είτε εγκλωβίστηκαν για πάντα εκεί, είτε ερωτεύθηκαν τον συμπολεμιστή τους μ’ έρωτα παράφορο, παράνομο, διαβρωμένο από το αίμα της ντροπής κι άλλοτε την αφήγηση μιας γυναίκας που αναμετράται με τον Χάρο αντιπαραβάλλοντας την πείσμονα θνητότητά της.
Η επιστροφή στο παρελθόν και το αφηγηματικό πλαίσιο για τους συγκεκριμένους χαρακτήρες λειτουργούν με φυσικότητα. Βρίσκονται στο μεταίχμιο μιας αλλαγής, μιας μεταμόρφωσης, ενός τέλους εποχής. Τα χρόνια της Μικρασιατικής Εκστρατείας και Καταστροφής είναι μια εποχή που η Ελλάδα βαδίζει προς το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος. Τα τελευταία απομεινάρια της παραδοσιακής κοινωνίας και της εσωστρέφειας αρχίζουν και φθίνουν, πεθαίνει η Μεγάλη Ιδέα, έχουμε την εισροή ενός νέου πληθυσμιακού στοιχείου το οποίο φέρει έναν εντελώς διαφορετικό πολιτισμό από αυτόν του κυρίως ελλαδικού κορμού. Η «επιστροφή στο παρελθόν» δεν έχει να κάνει με την αναδίφηση του παρελθόντος όσο με την αναψηλάφηση της ταυτότητας.

Η παράσταση του Θανάση Δόβρη, σε δραματουργική επεξεργασία κειμένου Eλένης Τριανταφυλλοπούλου, δεν πέφτει ούτε μία φορά θύμα τού επικίνδυνου ιού της γραφικότητας και τού αδελφού της, του ιού της αισθηματολογίας. Η ιερατικότητα στην προσέγγιση, που συνηγορείται από την, πολλές φορές, σχεδόν βυζαντινή μετωπικότητα, μας φέρνει αντιμέτωπους, τους θεατές, με τις κυνικές και γι’ αυτό ξέχειλες από πικρή τρυφερότητα και ωμό σπαραγμό φωνές. Φωνές που αφηγούνται μέρες εκδίκησης, στιγμές θολές από την ελληνική ιστορία, που κάποιος, κάποιοι, πολλοί πήραν το αίμα τους πίσω ή το ξόδεψαν.
Ο πολυτάλαντος ηθοποιός μας, Θανάσης Δόβρης, ο οποίος κατέθεσε φέτος μία σπουδαία ερμηνεία στην ιδιαίτερη σκηνική σύνθεση του Περικλή Μουστάκη «Οστέα Ξηρά Σφόδρα» και πιο πριν στη «Σαλώμη», μας έφερε σε επαφή με ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της σύγχρονης λογοτεχνίας που δεν έχει ξαναπαρουσιαστεί σε θεατρική μορφή. Γιατί το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου είναι ένα αληθινό ελληνικό διαμάντι και ο Δόβρης ένας γνήσιος και πολύτιμος θεατράνθρωπος. Το «Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε», τα «Μπουκουμπάρδια», το «Γυάλινο μάτι», το «Ταραραρούρα», η «Παραλογή» και ο «Νόκερ» που επέλεξε από τη συλλογή είναι επεξεργασμένα πάνω στην εκδίκηση, τη στοργικότητα, την αγάπη, το φιλότιμο, το φόβο, τη σκληρότητα, την αναμέτρηση, την κόλαση της ζωής. «Η κόλαση είναι άδεια και όλοι οι διάβολοι είναι εδώ», έγραψε ο Σαίξπηρ.

Η βία

Οι σκοτεινές και βίαιες ιστορίες που εξομολογούνται οι πολεμιστές της Μικρασιατικής Εκστρατείας γιατί, άραγε, μας αφορούν σήμερα; Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ερώτημα για την παράσταση. Βλέπουμε όμως τίποτα χωρίς ολοκληρωτική βία σήμερα στη ζωή μας σε όλες της τις παραμέτρους; Το αίμα μάς αφορά απόλυτα. Το αίμα είναι και θα είναι πάντα στην επικαιρότητα. Ειδικά στην εποχή μας. Όλοι σήμερα προβληματιζόμαστε πώς να σταματήσουμε την τρομοκρατία. Υπάρχει όμως ένας πραγματικά εύκολος τρόπος: να πάψουμε να είμαστε μέρος της. Η αδικία φέρνει αδικία. Η βία γεννάει βία.

Η παράσταση

Έχουμε παρακολουθήσει πολύ πλούσιο σύγχρονο θέατρο. Πλούσιο ψεγαδιών, σκηνικών εντυπώσεων, εκλεκτικό, στηριζόμενο σε καλλιτεχνική κλεπτομανία. Νοθογενείς παραστάσεις. Σε αυτό ανθίσταται η παράσταση στο “Skrow theater”. Έχουν εξαλειφθεί όλα τα περιττά: μακιγιάζ, κοστούμια, ηχητικά και φωτιστικά εφέ, μεγαλεπήβολα σκηνικά. Ο ηθοποιός παίζει δίπλα στους θεατές, σχεδόν ανάμεσα και έρχεται σε άμεση επαφή μ’ αυτούς. Η εξάλειψη της διχοτόμησης σκηνής – κοινού δημιουργεί κατάσταση εργαστηρίου. Ο θεατής δεν είναι αόρατος, λαμβάνει κι αυτός μέρος στην παράσταση. Ο ηθοποιός δίνει σημασία στα πράγματα: μπορεί να μετατρέψει το πάτωμα σε θάλασσα ή σε εκκλησία ή σε πεδίο μάχης, το οστό σε ζωντανό συνομιλητή. Οι δοκιμές μοιάζουν να συνεχίζονται και μετά την έναρξη της παράστασης, αλλαγές δείχνουν να συμβαίνουν μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση των ηθοποιών, του σκηνοθέτη και του κοινού. Το έργο παρουσιάζεται ζωντανό και πολύ άμεσο. Γίνεται δικό μας και ταυτόχρονα μαγικό.
Τα σκηνικά της Εύας Γουλάκου, ένα υπόγειο ταφικό μνημείο, μια ανασκαφή, με σπόρους, οστά, ξερά φυτά, ήταν μια αυθεντική εικαστική εγκατάσταση. Γήινα και αυστηρά, έμοιαζαν να αφουγκράζονται τις ψυχές των χαρακτήρων.

Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου καθοριστικοί για την παράσταση.
Οι βοηθοί σκηνοθέτη, Πάνος Κούγιας – Παντελής Φλατσούσης, σε εγρήγορση.
Τα σκίτσα – ζωγραφιές του εικαστικού Hλία Δόβρη απαράμιλλα, ένας σαφής συνδετικός κρίκος με το βιβλίο.
Η πρωτότυπη μουσική του Νίκου Ντούνα διακριτικά αέναη.

Τέσσερις εκπληκτικοί άνθρωποι – ηθοποιοί – πρόσωπα – προσωπικότητες επωμίστηκαν τους ρόλους. Τέσσερα ρεσιτάλ ηθοποιίας θαυμάσαμε.
Η Εύη Σαουλίδου στην Παραλογή μας συγκίνησε, μας άγγιξε, μας εμψύχωσε και μας ύψωσε. Πραγματικά σπάνια, με δωρικότητα, ανεπιτήδευτη, αφτιασίδωτη, ποιητική, ανεπανάληπτη.
Ο Στέλιος Ιακωβίδης έδωσε χιούμορ, φόβο, πόνο, αποκοτιά, σαγήνη με την ερμηνεία του. Γνώριζα πως είναι πολύ καλός ηθοποιός. Τώρα πια ξέρω πως μπορεί να είναι άριστος.

Ο Σωτήρης Τσακομίδης ήταν υπέροχος. Διαφορετικός από κάθε άλλη φορά. Σπουδαίος. Η σοβαρότητα και το βάθος αλλά και η ειλικρίνεια τού αισθήματος στην ερμηνεία του ήταν ανυπέρβλητα. Έμοιαζε με πυρωμένο μέταλλο που μόλις έχει μπει σε φόρμα.

Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης σχεδόν στα τρία τέταρτα της παράστασης ήταν αμέτοχος, αποστασιοποιημένος. Καθόλου αμήχανος, όμως. Απλώς σου προκαλούσε μια απορία για το τι θα κάνει. Όταν όμως άρχισε την αφήγησή του, σου έδινε την αίσθηση ενός αβρού, απλοϊκού γίγαντα. Μετέδιδε την εμπειρία αυτού που αισθανόταν. Ήταν σαν να ξεπήδησε κάτι ήρεμο και ταυτόχρονα ρωμαλέο μέσα από τη γη. Με την ευθυβολία του βλέμματός του ακτινοβολούσε το ήθος, το πάθος, την ειρηνικότητα και τη λεβεντιά του απρόβλεπτου Νόκερ.
Το Φθινόπωρο μη χάσετε αυτή τη θεατρική δουλειά. Οι ιστορίες είναι όλες πολύ καλοδουλεμένες και στέκονται όλες θαρραλέες, ανατριχιαστικές, απίστευτα αληθινές. Η γραφή του Παπαμάρκου δεν έχει προηγούμενο. Οι ερμηνείες είναι σαν να ανασαίνουν κανονικά από τις σελίδες του βιβλίου. Πρόκειται κυριολεκτικά για την ανάδυση των ερειπίων της ζωής μέσα από το ιστορικό βάθος.

Tαυτότητα παράστασης

«Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου
Σκηνοθεσία: Θανάσης Δόβρης

Δραματουργική επεξεργασία: Eλένη Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνικά/Κοστούμια: Εύα Γουλάκου
Πρωτότυπη Μουσική: Νίκος Ντούνας
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθοί σκηνοθέτη: Πάνος Κούγιας, Παντελής Φλατσούσης
Σκίτσα/Ζωγραφιές: Hλίας Δόβρης
Φωτογραφίες: Κωστής Καλλιβρετάκης
Ερμηνεύουν: Στέλιος Ιακωβίδης, Eύη Σαουλίδου, Σωτήρης Τσακομίδης, Γρηγόρης Ποιμενίδης

Διάρκεια: 70 λεπτά

Skrow theater
Διεύθυνση: Αρχελάου 5, Παγκράτι
Τηλέφωνο και ώρες κρατήσεων: 210 7235 842

* To βιβλίο “Γκιακ” του Δημοσθένη Παπαμάρκου διανύει πλέον την 15η χιλιάδα του. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “αντίποδες”.

* Στο διήγημα «Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε» γίνεται αναφορά στο «κανούν» (ελληνικά: κανόνας). Το «κανούν», ένα σώμα αρχαίων νόμων και κανόνων εθιμικού δικαίου, κωδικωποιήθηκε τον 15ο αιώνα και σύμφωνα με κοινωνιολόγους είχε ως στόχο να διαφοροποιήσει τους Αλβανούς από τους Τούρκους κατακτητές. Δημιουργώντας έναν δικό τους κώδικα τιμής και συμπεριφοράς, ένιωθαν πως διατηρούσαν την ανεξαρτησία τους από τους Οθωμανούς. Το «κανούν» μεταδιδόταν προφορικά από γενιά σε γενιά. Καταγράφηκε πρώτη φορά τον 19ο αιώνα και εκδόθηκε το 1913.

«Το αίμα ξεπλένεται με αίμα»
Κεφάλαιο 828, Κώδικας Λεκ Ντουγκαγκίνi

«Εκείνος που χτίζει με τον ιδρώτα του, υπερασπίζεται με αίμα»
Αλβανική Παροιμία

Στο έργο του Αριστοτέλη, και συγκεκριμένα στο τέταρτο βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων» γίνεται λόγος για το “αντιπεπονθός” -δηλαδή την ανταπόδοση- το οποίο χαρακτηρίζεται ως σπουδαία μορφή απονομής δικαιοσύνης. Πατέρας της διάταξης κατονομάζεται ο μυθικός Ραδάμανθυς. Στην κρητική διάλεκτο “τα δίκια θα γεννούσι”.

Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε (τραγούδι)

Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε (θα σου κόψω τα κοτσίδια)
τε τα βερβινιέ γκα σκίντετε (και θα στα πετάξω στα σκίνα)
Μόι κοτσίδε ντρέδουρε (Τα κοτσίδια τα στριφτά)
Μόι σαν τα κα μπλιέδουρε (Πόσα σου ‘χω μαζέψει)
Μόι κοτσίδε δραγκόλιε (Κοτσίδα μου σαν δεντρογαλιά)
τε κε κέσε νε ν’ αγκαλιέ (να σε είχα στην αγκαλιά)

Ντο τ’ α πρες κοτσίδε γκλιάτε (Θα σου κόψω τη μακριά κοτσίδα)
πο τσε ντούρτε γκα ιθάτε (μόνο ντρέπομαι τον πατέρα σου)
Ντότε βίνιε νόνιε μπρέμε (Ήθελα να ‘ρθω ένα βράδυ)
πο τσε ντούρπε γκα γιοτέμε (αλλά ντρέπομαι τη μάνα σου)
Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε (Θα σου κόψω τα κοτσίδια)
τε τα βερβίνιε γκα σκίντετε (και θα στα πετάξω στα σκίνα)

– Ίσως το πιο αγαπημένο ερωτικό τραγούδι των Αρβανιτών. Το έχουν τραγουδήσει στα αρβανίτικα η Δόμνα Σαμίου και ο Γ. Μαργαρίτης κι είναι από τα τραγούδια που παίζονται πρώτα σε γάμους Αρβανιτών στην περιοχή της Αργολιδοκορινθίας, της Καλαμάτας και της Λακωνίας (περιοχή Μάνης). Ο ρυθμός του είναι ο αρχαίος ρητός ανάπαιστος (υ υ-).

* Σύμφωνα με το βιβλίο «Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού, η ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών», (Κώστας Μπίρης, 1η έκδοση, 1960), από το 1350 μ.Χ. έως το 1418 μ.Χ., 81.200 Αρβανίτες, μισθοφόροι στρατιώτες και οι οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν σε ελληνικές περιοχές, μετά από προσκλήσεις Βυζαντινών αυτοκρατόρων και δεσποτών (Δυναστεία των Παλαιολόγων), Καταλανών και Βενετών. Η ιστορία των αρβανιτών ή αλβανιτών ξεκινά από τις ελληνικές περιφέρειες της Αλβανιτίας του 13ου αιώνα. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων η αλβανική αριστοκρατία πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους και προνόμια.

Οι Αλβανοί αριστοκράτες τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι, σταδιακά, το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη που διοικούσαν, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν ακόμα και αυτήν την ελευθερία τους.

Προσπαθώντας να ξεφύγουν από τη δυσμενή αυτή θέση, οι γηγενείς πληθυσμοί (Αρβανίτες) υποχρεώθηκαν να ασπαστούν τον νομαδικό βίο. Η διαρκής μετανάστευση αποτελούσε μοναδική διαφυγή από τις δυσβάσταχτες νέες συνθήκες που οι Αλβανοί άρχοντες επέβαλλαν στις περιοχές της δικαιοδοσίας τους. Πέρα όμως από αυτές τις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον και η οθωμανική εισβολή.

Οι πηγές αναφέρουν ότι η διά θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν αναφορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ.

Οι αρβανίτικες φατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία. Αντιθέτως οι Αλβανοί αριστοκράτες μετέβαλλαν ιδεολογία επιλέγοντας μεταξύ του Ισλάμ και του Ρωμαιοκαθολισμού, ανάλογα πάντα με τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία άπτονταν κυρίως της διατήρησης της οικονομικής τους ευρωστίας και της κοινωνικής τους θέσης.

Η Θεσσαλία υπήρξε η πρώτη ελληνική επαρχία που δέχτηκε τις αρβανίτικες μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης, μετά τη Θεσσαλία οι Αρβανίτες μετακινήθηκαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας και έφθασαν ως την Καστοριά.

Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, αρχικά σε μικρούς αριθμούς, ύστερα από την πρόσκληση του δεσπότη Μανουήλ Κατακουζηνού (1348 – 1380). Αργότερα, ο δεσπότης Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος (1383 – 1407) προσκάλεσε άλλους 10.000 Αρβανίτες. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στον Βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Γύρω στο 1454, ο τοπικός Αρβανίτης ηγέτης Πέτρος Βουάς είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες υπό τις διαταγές του.

Οι Βενετοί μίσθωσαν πρώτοι πολυάριθμους Αρβανίτες για να υπηρετήσουν στον ενετικό στρατό στο ελληνικό σώμα των Stradioti. Με βάση τους απολογισμούς του Γάλλου Philippe de Commines (1447 – 1511), οι Αρβανίτες επιτήρησαν τις ενετικές περιοχές όπως το Ναύπλιο ως πεζοί και έφιπποι στρατιώτες. Οι ίδιοι οι Αρβανίτες αυτοχαρακτηρίζονταν πάντοτε ως Έλληνες.

Αργότερα, οι Αρβανίτες υπηρέτησαν στον στρατό του Ερρίκου Η’ της Αγγλίας και της Ιρλανδίας (1491-1547 // βασίλευσε 1509-1547).

Αρβανίτες κατείχαν, συχνά, θέσεις σε ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες στις παροικίες της Δύσης. Το 1697, οι Αρβανίτες Μιχαήλ Μπούας και Αλέξανδρος Μοσχολέων καταχωρίστηκαν ως υπάλληλοι της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στη Νάπολη και φυσικά ως Έλληνες.

Οι Αρβανίτες πρωτοαναφέρονται – σαν Αρβανίτες από το Άρβανον – στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, “Αλεξιάδα”. Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί εισβολείς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1081 – 1118). Στην «Ιστορία» (1079 – 1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός χρονογράφος Μιχαήλ Ατταλιάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.

Οι Έλληνες Αρβανίτες δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στα ζητήματα της θρησκείας ή των φυλετικών επιμιξιών και κυρίως στο θέμα της πολιτισμικής ιδιοσυστασίας. Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πριν από την Οθωμανική κατάκτηση γι’ αυτό και διαφέρει από τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά. Από μελέτες που έχουν γίνει καταδεικνύεται πως τα «ελληνικά αρβανίτικα» περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων, η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και “βαριά”. Είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για μία δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου. Η δε κουλτούρα των Αρβανιτών περιέχει μία καθαρά δωρική ιδιοσυστασία.

Πληροφορίες

Για να επικοινωνήσετε με το Skrow theater: [email protected]
Η ιστοσελίδα: http://www.skrowtheater.com
Η σελίδα στο facebook: https://www.facebook.com/skrowtheater
Στο twitter: https://twitter.com/skrowtheater
Στο Instagram: https://www.instagram.com/skrowtheater

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -