Γιώργος Κακουλίδης. Υπήρξε «Το απόλυτο ρόδο» του καιρού τούτου…

Υπήρξε «Γιός της Καισαριανής». «Συνομιλούσε» κάθε βράδυ στους δρόμους της με τους «ανώνυμους αγίους» τού χθες και τού σήμερα. Εκείνους που έδωσαν και δίνουν το «παρών» στους μεγάλους αγώνες και στον καθημερινό μόχθο.

Ο ποιητής, συγγραφέας, ζωγράφος, διανοούμενος και στενός συνεργάτης της εφημερίδας «Ριζοσπάστης», ο Γιώργος Κακουλίδης, έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021 νικημένος από τον καρκίνο μετά από πολύχρονη και παλικαρίσια μάχη που έδωσε.

Όπως είχε πει ο ίδιος: «Χρωστάω το είναι μου και ό, τι έχω κάνει στη γειτονιά που μεγάλωσα. Την Καισαριανή. Είναι ιστορικός τόπος. Το σπίτι μου ήταν κοντά στο Σκοπευτήριο. Εκεί γεννήθηκε ο ήρωάς μου. Το όνομά του είναι Ναπολέων Σουκατζίδης».

Ο Γιώργος Κακουλίδης ασκούσε σκληρή κριτική στους εχθρούς του ανθρώπου, της ανθρωπότητας, στους εχθρούς του δίκιου του εργάτη, στους δολοφόνους των ψυχών, στους συμβιβασμένους συνοδοιπόρους του κάθε εφιάλτη.
«Είμαι με τους κόκκινους. Προστατεύουν την ορθοστασία μου, την αξιοπρέπειά μου. Είναι το τελευταίο καταφύγιο για κάθε πνευματικό άνθρωπο», ανέφερε σε δήλωση στήριξης στο Κόμμα στις εκλογές του 2015.
Συμπορεύθηκε με το ΚΚΕ και ως υποψήφιος βουλευτής και ευρωβουλευτής του Κόμματος.
Πάνω από 20 χρόνια ήταν σταθερό το ραντεβού του με τους αναγνώστες του κυριακάτικου Ριζοσπάστη. Μέσα από τη στήλη του «Το απόλυτο ρόδο» επιδίωκε να έχει τακτική, ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους που «καίγονται πραγματικά».
«Αυτός είναι ο λόγος που γράφω στην εφημερίδα», είχε αναφέρει κάποτε.

«Τα κείμενα του Γιώργου Κακουλίδη δεν είναι πορσελάνες. Είναι σκληρά διαμάντια, που δεν τα κατεργάζεται με στόχο το κάλλος, αλλά μας τα πετάει στο πρόσωπο. Εχουν μια άγρια, δημιουργική ομορφιά, αλλά και πρακτική αξία».
Τα παραπάνω αναγράφονταν στο οπισθόφυλλο του τελευταίου βιβλίου του με τον τίτλο «Καθωσπρέπει Σκέψεις» από τις εκδόσεις «Ερατώ».

***

O Γιώργος Κακουλίδης γεννήθηκε το 1956. Ήταν ο τρίτος, στη σειρά, καλλιτέχνης που βγάζει η γενιά του. Ο παππούς του, ο Γιώργος ήταν γλύπτης και ήρθε στην Καισαριανή από την Κερασούντα του Πόντου το 1910. Ο πατέρας του, Δημήτρης, ήταν ζωγράφος με σπουδαίο έργο και γεννήθηκε το 1931, όταν ο συνοικισμός της Καισαριανής είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες.

***

Σε ηλικία 9 ετών μετακόμισε με τον πατέρα του στο Κολωνάκι, όταν σκοτώθηκε η μητέρα του. Εκεί περνά πολλές ώρες στο ατελιέ του πατέρα του. Εκεί γνώρισε τους μεγάλους λογοτέχνες που σύχναζαν στο ατελιέ του πατέρα του: Κώστας Ταχτσής, Αλέξης Ακριθάκης, Μιχάλης Κατσαρός, Νίκος Καρούζος…
Αυτός μικρός, ανάμεσα σε τόσο σημαντικά πρόσωπα, ρούφαγε τα πάντα. Επιζητούσε να φτιάξει τον δικό του τρόπο, να αφήσει το δικό του ίχνος.
Έφηβος αποφασίζει να μπαρκάρει σε καράβι. Γύρισε μετά από 2,5 χρόνια και συνδέθηκε με την underground σκηνή των Εξαρχείων.
Κάνει παρέα με τον Μίλτο Σαχτούρη. Εμφανίζεται στη λογοτεχνία το 1979 με την ποιητική συλλογή «Λίμπερτυ» (αναφορά στα ταξίδια του στη θάλασσα), από τις εκδόσεις «Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου».

Εξέδωσε 15 ακόμα ποιητικές συλλογές, 7 πεζογραφήματα, 2 θεατρικά, και 2 μαρτυρίες.
Ποιήματά του μελοποίησαν οι συνθέτες: Θάνος Μικρούτσικος, Νίκος Κυπουργός, Τάσος Μελετόπουλος, Στάμος Σέμσης κα.
Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική πραγματοποιώντας ατομικές εκθέσεις. Άλλωστε, για εκείνον – όπως έλεγε – η ζωγραφική ήταν ένα άλλο είδος που αντί για λέξεις επέλεγε τα χρώματα…

Πηγή: www.902.gr