Αν είχα γάτα και ήταν γκαστρωμένη, τουλάχιστο θα έτρεφα ελπίδα πως κάποτε θα γεννήσει και θα μου κάνει όμορφα γατάκια. Αλλά δεν έχω γάτα, δεν έχω τέτοια ελπίδα, τρομοκρατεί τα στείρα καναρίνια, που απ’ αυτά ωστόσο έχω.
Αν είχα ποντικούς, θα έπαιρνα μια γάτα, μα ούτε και ποντίκια έχω, για να δικαιολογείται η γάτα, η τρίχα της παντού, τα καναρίνια άλαλα, με τρόμο ανείπωτο στα δυο τους μάτια.
Αν είχα καναρίνια και ποντίκια όχι, δεν θα ‘παιρνα τη γάτα, δεν θα υπήρχε λόγος να υποφέρω τη βρωμιά της, για τόσο λιγοστή χαρά κι ελπίδα. Και κάνω τούτο ακριβώς, δεν έχω γάτα. Έχω μονάχα καναρίνια, ευγενικά πουλιά, χωρίς σχεδόν προβλήματα, κατάλληλα για τις γεροντοκόρες.

Αν ήμουνα γεροντοκόρη, τουλάχιστο θα είχα αυταπάτες, βλέμματα ειρωνείας ή κακίας των βολεμένων απ’ τη φύση ή την τύχη, που εγώ θα τα ‘παιρνα για θαυμασμού προκλήσεις και θα ‘τρεφα συνέχεια ελπίδες. Αλλά δεν είμαι ούτε και γεροντοκόρη, και ούτε καν παράξενος, για να γυρίσουνε να με κοιτάξουν.
Αν με κοιτάζαν, δεν αποκλείεται να έτρεφα ελπίδες, θα πέρναγα αποκεί να με ξανακοιτάξουν, θα έλεγα ας περιμένω και την άλλη μέρα, ίσως το κοίταγμα να γίνει λόγος. Όμως τα βλέμματα έχουν από χρόνια καταπέσει, θαρρείς και είμαι διάφανος, με διαπερνούνε.
Όμως εγώ θα γίνω γκαστρωμένη γάτα, για ν’ αραδιάσω όμορφα γατάκια, που θα τους φέρουνε παιχνίδι και ελπίδα. Θα γίνω ποντικός, για να με κυνηγά η γάτα, να διασκεδάζει κι αυτή και τα γατάκια, να με φάει. Θα γίνω γατοκούραδο, θα γίνω γάτας τρίχα, θα γίνω καναρίνι, που θα απασχολεί το νου και τη ματιά αυτής της γάτας.
Θα γίνω μια μουστακαλού γεροντοκόρη, που όλο και θα ξεγελάει κανέναν καυλωμένο. Θα γίνω ένας καυλωμένος, που δεν θα ξέρει σε ποια τρύπα να τη χώσει.
Θα γίνω εγώ μια τρύπα και θα πέσω μέσα, θα μπούνε κι άλλοι μέσα, όσοι μ’ έχουν συντροφέψει.Θα γίνει επιτέλους η συγχώνευση των πάντων, θα βρούμε επιτέλους τη γαλήνη, στο απόρθητο χαράκωμα του τέλους.
Αυτό είναι μια βάσιμη ελπίδα.
***
Γιώργος Ιωάννου: «Αν είχα γάτα» – [Φυλλάδιο 3-4, (1978-1979) και στο βιβλίο του «Καταπακτή»]
***
* ΕΙΚΟΝΑ: John Everett Millais, Πλημμύρα (1870)
Αυτός ο πίνακας είναι εμπνευσμένος από την ιστορία ενός βρέφους στην κούνια του, που παρασύρθηκε από το νερό κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης πλημμύρας στο Σέφιλντ. Το παιδί δείχνει αδιάφορο από τον κίνδυνο και μαγεύεται από τα πουλιά στα κλαδιά πάνω του. Η γάτα, ωστόσο, που ταξιδεύει μαζί του σε αυτή τη μικρή κιβωτό, έχει πλήρη επίγνωση και το στόμα της είναι ανοικτό σε ένα προειδοποιητικό όσο και φοβισμένο νιαούρισμα. Προραφαηλιτική τεχνοτροπία, σε μια εικόνα έχει μια βιβλική χροιά και θυμίζει αφενός Μωυσή, αφετέρου Νώε.



