Γράφει η θεατρολόγος Κατερίνα Δημητρακοπούλου
Υπ. Διδάκτωρ Τμ. Θεατρικών Σπουδών
«Δεν καταφέρνω να μη ζω. Δεν καταφέρνω να αντέχω να ζω».
Σύμφωνα με τον μύθο, ο Φαέθων ο γιός του Ήλιου, έχοντας λάβει την πατρική άδεια, οδηγεί το Ηλιακό άρμα. Η πορεία του ανατρέπεται από την απρόσμενη συνάντησή του με τον Σκορπιό και καθώς ο νεαρός Φαέθων τρομάζει στη θέα του, αφήνει τα γκέμια.
Τα άλογα αφηνιάζουν, το Άρμα πλησιάζει τη Γη όλο και περισσότερο, φωτιές και ξηρασία απλώνονται παντού. Ο Δίας κατακεραυνώνει τον νέο για να προλάβει τα χειρότερα και τον ρίχνει στον Ηριδανό ποταμό, όπου τον θρηνούν οι αδερφές του, οι Ηλιάδες.
Ο Ευριπίδειος «Φαέθων», (420 π.Χ.), – του οποίου σώζονται μόνο αποσπάσματα – αποτελεί την πηγή έμπνευσης του θεατρικού κειμένου του Δημήτρη Δημητριάδη.
Σε ένα διαμέρισμα στο σημερινό Λονδίνο, η οικογένεια Λομ βιώνει μία καθημερινότητα υπό την εξουσία του πατριάρχη Άμνετ Λομ. Η μητέρα, οι κόρες και ο γιος είναι όλοι τους υποταγμένοι σε μία τελετουργία βάναυση και απάνθρωπη.
Το έργο παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2015, στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων–Λευτέρης Βογιατζής σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, για πρώτη φορά.
Ο πατέρας – δυνάστης ντύνεται το προσωπείο του ιεραπόστολου, «προστάζει», εξαπατά, χειραγωγεί «εις το όνομα του Πατρός».
Ο συγγραφέας επιλέγει να τον ονομάσει «Άμνετ», αφού τον παρουσιάζει σαν Υιό του Θεού και ταυτόχρονα είναι το δημιούργημά Του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή» Του.
Η επιλογή του συγκεκριμένου ονόματος «ανοίγει διάλογο» με τον Σαιξπηρικό Άμλετ υπερτονίζοντας την υποκρισία, τη συγκάλυψη, και την απόκρυψη.

Η σκηνοθεσία της Χρύσας Καψούλη φέρνει στο φως όλη την ασχήμια που κρύβεται πίσω από την πόρτα του διαμερίσματος. Δύο κόρες, χαμένες ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, προσπαθούν να καταλάβουν και να αποδεχθούν τη μοίρα τους.
Η μάνα, σαν γεροντοκόρη οικονόμος, δίνει το πρόσταγμα για το στρώσιμο του τραπεζιού. Ο μηχανισμός της τελετουργίας έχει μπει σε λειτουργία.
Μηχανικές κινήσεις, χωρίς ανάσα, όλα αγγίζουν σχεδόν την τελειότητα.
Η άφιξη του πατέρα θα δώσει τέλος στην αναμονή, και θα αρχίσει ένα κρεσέντο ωμής βίας, πόνου, εξευτελισμού.
Ο γιος, η ελπίδα, είναι ανήμπορος, αλλά δείχνει αποφασισμένος. Η οικογένεια μεταμορφώνεται σε μία άψυχη μαριονέτα, παραδομένη σε αναίσχυντες πράξεις που έχουν καταλύσει τα όρια θύτη και θύματος.
Η σκηνοθέτις θα εξωτερικεύσει όλα τα ψυχικά τραύματα και θα τα αφήσει να ξεχυθούν αργά, σταδιακά προκαλώντας μία τρομακτική έκρηξη βίας και θανατικού.
Οι μουσικές επιλογές της Καψούλη σε συνεργασία με την Κατερίνα Κέντρου θα υποστηρίξουν με μεγάλη επιτυχία την επί σκηνής πάλη με την ασχήμια, τον πόνο και την υποκρισία.
Το άκρως ρεαλιστικό σκηνικό, οι βιντεοπροβολές που έχουν σχεδιάσει οι Xsquare DesignLab θα δώσουν μία πολύ ξεκάθαρη εικόνα για τον τόπο, για τον χρόνο, για όλα όσα γίνονται και κρύβονται.
Τα φροντισμένα κοστούμια, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της δυστοπικής οικογενειακής «θαλπωρής».
Οι φωτιστικοί ελιγμοί του Απόστολου Τσατσάκου θα δώσουν ακόμη μεγαλύτερη ένταση στον υποταγμένο εξαναγκασμό της άμοιρης οικογένειας στην ασχήμια και τις φρικαλέες πράξεις.
Ο πα-Τέρας, Χριστόφορος Κώνστας, (Άμνετ Λομ), έχει «ενδυθεί» ψυχή και σώμα τον δυνάστη πατριάρχη που ευνουχίζει χωρίς αιδώ τα ίδια του τα παιδιά. Ο ηθοποιός αγορεύει με έπαρση τα εδάφια της χριστιανικής πίστης, δεν δείχνει ούτε μία στιγμή μεταμέλειας και έχει φροντίσει ακόμη και το βλέμμα του να είναι «κακό».
Η μητέρα, Μάγδα Κατσιπάνου, (Τζούλι), στέκεται αμέτοχη, άνευρη, αδιάφορη απέναντι στα βάσανα των ίδιων της των παιδιών. Γνωρίζει τι συμβαίνει, «δεν σας προστάτεψα» θα εξομολογηθεί σε κάποια στιγμή, και τότε θα γίνει λέαινα, αλλά είναι πλέον πολύ αργά.
Οι αδερφές, Κατερίνα Κέντρου, (Μπεθ), και Κλέλια Μαμουνάκη, (Ανν), με αποσπασματική και συνάμα χειμαρρώδη ομιλία θα μας αφηγηθούν τη λυτρωτική αιώρηση του αδερφού τους, προς τον ήλιο, ακολουθώντας μία κυκλική και ίσως αέναη τροχιά πόνου και φόβου.
Το φοβισμένο βλέμμα τους, η εκκωφαντική σιωπή τους, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το γεύμα είναι η σφραγίδα της εκούσιας και ακούσιας υποταγής τους σε μία καθημερινότητα που λέγεται ζωή.
Ο αδερφός, Δημήτρης Βουτσής, (Λέλο), καθηλωτικός στην ερμηνεία του, καθώς έχει υιοθετήσει το αθώο βλέμμα ενός παιδιού και τη γνώση ενός «ενήλικα».
Μία παράσταση που διανθίζεται με παραβολές του «Ευαγγελίου», αλλά, στην πραγματικότητα είναι μία επίγεια κόλαση. Ένα διαμέρισμα-κολαστήριο που ο βιασμός της σάρκας έχει συμπαρασύρει την ανθρώπινη ψυχή στο τελευταίο σκαλοπάτι της υποταγής και της εξαθλίωσης.
Υπάρχει σωτηρία; Μπορεί το Φως να νικήσει το Σκοτάδι; Το κείμενο του Δημητριάδη αφήνει μία χαραμάδα ελπίδας. Ίσως ο άνθρωπος να βρει τη δύναμη να παλέψει, να εναντιωθεί, να καταλύσει τον Νόμο με οποιοδήποτε τίμημα.
***
Ο «Φαέθων» του Δημήτρη Δημητριάδη από την Χρύσα Καψούλη στο θέατρο «Φούρνος»



