29.3 C
Athens
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

«Ερωτικές επιστολές Πορτογαλίδας μοναχής». Μαριάνα Αλκοφοράντο, η διαχρονική ερωτευμένη

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια της κεντρικής σκηνής του θεάτρου «Επί Κολωνώ» αντικρίζουμε τις δύο ψηλές καρέκλες και τις δύο γυναικείες φιγούρες, εύθραυστες και αγέρωχες, φωτισμένες από τους βαθείς τόνους μιας αρχοντικής παρακμής και ταυτόχρονα μιας γλυκόπικρης μελαγχολίας. Ντυμένες στο μπλε του κοβαλτίου και στο μπλε της νύχτας, ακίνητες μπροστά στο λευκό λιτό παράθυρο που κοιτά τις κυματιστές πεδιάδες και τα πλούσια εύφορα εδάφη της ενδοχώρας, πρόκειται να μας αφηγηθούν τις ερωτικές επιστολές μιας γυναίκας. Το έργο έχει τίτλο «Ερωτικές επιστολές Πορτογαλίδας μοναχής» και παρουσιάζεται στο πλαίσιο του φεστιβάλ Off Off Athens.

Μια Πορτογαλίδα μοναχή, η Μαριάνα Αλκοφοράντο, απευθύνει στον Γάλλο αξιωματικό που την έχει εγκαταλείψει πέντε γεμάτες πάθος και λυρισμό επιστολές. Του γράφει για την απουσία του, που ο πόνος της, όσο επινοητικός κι αν είναι, δεν βρίσκει λέξεις αρκετά φρικτές για να τη χαρακτηρίσει. «Θα μου στερήσει μια για πάντα αυτά τα μάτια που μέσα τους καθρεφτιζόταν τόσος έρωτας;» ρωτάει. Στον πόνο της, όμως, και στο παράπονό της, μοναδική απάντηση είναι η επίμονη σιωπή του εραστή της.

Οι προσωπογραφίες

Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό κανόνα, πρώτο μυθιστόρημα είναι το «Δεκαήμερον» του Βοκκάκιου και πρώτο επιστολικής μορφής οι «Ερωτικές επιστολές μιας Πορτογαλίδας μοναχής». Οι επιστολές της Πορτογαλίδας μοναχής είναι το πρώτο από τα βιβλία του Γάλλου ζωγράφου Ανρί Ματίς που εξέδωσε ο Τεριάντ. Την ιδέα τη συνέλαβε ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ο οποίος είχε εντυπωσιαστεί από τη σειρά των πέντε ερωτικών γραμμάτων, που έγραψε η μοναχή προς τον άπιστο εραστή της. Τα κείμενα αυτά είχαν πρωτοδημοσιευτεί με μεγάλη επιτυχία το 1669, και από τότε ακολούθησαν πολλές επανεκδόσεις, μέχρι και πλαστές συνέχειες. Ο Ματίς, συγκινημένος από τα γράμματα της ερωτευμένης και πληγωμένης Μαριάνας, ένιωσε την ανάγκη να δημιουργήσει ένα βιβλίο, που να περιλαμβάνει τις επιστολές αυτές, διακοσμημένες με τα ανάλογα σύμβολα και μια σειρά από εικόνες, που να εκφράζουν το προσωπικό της δράμα.

Όταν το 1669 ο βιβλιοπώλης Barbin εξέδωσε αυτές τις «Πορτογαλικές επιστολές μεταφρασμένες στα γαλλικά», τις παρουσίασε ως αυθεντικές. Η δε επιτυχία με την οποία το αναγνωστικό κοινό τις υποδέχτηκε οφείλει πολλά στην αφοπλιστική ειλικρίνεια αυτής της φωνής, που ούτε ο Σταντάλ αμφέβαλλε ότι ανήκε πραγματικά σε κάποια μοναχή. Μπορεί τώρα πια πολλοί αναλυτές να υποστηρίζουν ότι οι επιστολές αυτές γράφτηκαν από τον υποκόμη Γκιγιεράγκ, οι καταστροφικές ωστόσο συνέπειες αυτού του πάθους θα αποκαλύπτονται πάντα απ’ τη φωνή της Μαριάνας, σ’ αυτές τις σελίδες που ήρθαν να εγκαινιάσουν το μυθιστορηματικό είδος στο οποίο έκτοτε γράφτηκαν πάμπολλα αριστουργήματα, το επιστολικό μυθιστόρημα. Οι «Επιστολές» εκτιμήθηκαν, αναλύθηκαν, σχολιάστηκαν και επηρέασαν συγγραφείς όπως η Madame de Sevigne, ο Laclos, ο Rousseau, οι Grimm, ο Saint-Simon, ο Alfred de Musset, ο Stendhal, ο Sainte-Beuve, ο Rilke (ο οποίος και τις μετέφρασε στα γερμανικά).

Στο βιβλίο του Ματίς καθεμιά από τις πέντε αυτές επιστολές είναι διακοσμημένη με ένα διαφορετικό μοτίβο, το οποίο επαναλαμβάνεται, δίνοντας έμφαση σε αυτό που το σχέδιο συμβολίζει, ενώ συγχρόνως προσδίδει στο κάθε κείμενο ξεχωριστό χαρακτήρα. Ο καλλιτέχνης επιλέγει την κουκουνάρα, το ρόδι, το ροδάκινο, τον υάκινθο και την ανθισμένη ροδιά, για να υπονοήσει συμβολικά τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του έρωτα και παράλληλα να κάνει αισθητή τη φύση και τον υλικό κόσμο, που κυριαρχεί στα γραπτά της Μαριάνας. Τα στολίδια αυτά μαζί με τις λετρίνες, που αρχίζει κάθε σημαντική παράγραφος, μεταφέρουν εικαστικά την ηδυπάθεια του κειμένου, καθώς και ανανεώνουν την παράδοση των ιστορημένων χειρογράφων.
Ο Ματίς, θεωρώντας την προσωπογραφία ως ένα από τα πιο εκφραστικά και δυναμικά μέσα για να αποδώσει την προσωπικότητα της μοναχής και να μεταδώσει όλες της τις σκέψεις και τα συναισθήματά της, αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του και βασισμένος στο ένστικτο και τη διαίσθησή του, σκιαγραφεί μια σειρά από είκοσι πέντε ωραιότατες προσωπογραφίες της. Στην προσπάθειά του να δώσει έμφαση στον προσωπικό χαρακτήρα των γραμμάτων αυτών και στο δράμα που βιώνει η μοναχή, επικεντρώνει την προσοχή του στα κύρια χαρακτηριστικά του προσώπου της, αποφεύγοντας να μεταφέρει εικονικά άλλα στοιχεία, εκτός από κάποιες χειρόγραφες λεζάντες, παρμένες από τις πρωτότυπες επιστολές. Η διαδοχική σειρά των πορτρέτων αυτών, αποκαλύπτει στον θεατή την εξέλιξη του ερωτικού πάθους της απελπισμένης Μαριάνας, τις μεταπτώσεις της ψυχικής της διάθεσης και τις αντιθέσεις των συναισθημάτων της. Μέσα από τα κείμενά της αναδύεται η θύμηση της περιφρονημένης θηλυκότητας, του ανεκπλήρωτου έρωτα και της αναστάτωσης που έφερε στη ζωή της αυτός ο άντρας.

Πραγματικό πρόσωπο

Ο αντιφατικός Ζαν Ζακ Ρουσό στην εποχή του στοιχημάτιζε πως ο συγγραφέας δεν θα μπορούσε να είναι γυναίκα, καθώς «η ουράνια αυτή φλόγα που θερμαίνει και καίει την ψυχή, το δαιμόνιο που κατατρώει και καταβροχθίζει, η φλογερή αυτή ευγλωττία, η υπέροχη αυτή παραφορά που φέρνει την έκστασή της ως τα βάθη κάθε καρδιάς, πάντα θα λείπουν από τα γραφτά των γυναικών». Από την άλλη ο ριζοσπάστης και διαφωτιστής φιλόσοφος ήταν βέβαια δεκτικός στην ιδέα της γυναικείας κυριαρχίας, αφού ο ίδιος έλεγε: «Να πέφτεις στα πόδια μιας αυταρχικής ερωμένης, να υπακούς στις εντολές της και να ζητάς τη συχώρεσή της».

Όπως και να έχουν φιλολογικά τα πράγματα, το πρόσωπο της Πορτογαλίδας μοναχής είναι πραγματικό. Η ζωή της, μάλιστα, έχει τροφοδοτήσει και μυθιστορηματικές βιογραφίες, μεταφρασμένες, τουλάχιστον μία, και στα ελληνικά. Ενέπνευσε εκτός από τον Ματίς και τους ζωγράφους Μοντιλιάνι και Μπρακ. Στις μέρες μας δε τον Φερνάντο Μποτέρο και τον Milo Manara.
Η Μαριάνα γεννήθηκε το 1640 στην πόλη Μπέζα, στα νοτιοανατολικά της Λισαβόνας. Σήμερα, υπάρχει εκεί ένα μοναστήρι, στα χρόνια τα δικά της, ωστόσο, υπήρχαν τρία γυναικεία. Τα παιδικά χρόνια της συμπίπτουν με την τελευταία περίοδο του τριακονταετούς πολέμου, όταν οι Πορτογάλοι επαναστατούν εναντίον της ισπανικής κυριαρχίας και οι Γάλλοι, που έχουν κι αυτοί αναμιχθεί στον πόλεμο, σπεύδουν να τους βοηθήσουν. Ευκατάστατος και ευγενούς καταγωγής ο πατέρας της Μαριάνας, την κλείνει στο Κονσεϊσάου, το Βασιλικό Μοναστήρι της Συλλήψεως της Θεοτόκου, σε ηλικία έντεκα ετών. Πιθανώς, για να μορφωθεί. Ίσως, όμως, αν δώσουμε βάση στους βιογράφους της, γιατί παρουσίαζε παράξενες θυμικές μεταπτώσεις. Ως επισκέπτης έρχεται στο μοναστήρι ο Γάλλος αξιωματικός ντε Σαμιγύ, συνοδεύοντας, όπως εικάζεται, τον αδελφό της, γύρω στο 1666. Είκοσι έξι ετών η Μαριάνα, ήδη φραγκισκανή μοναχή, τον ερωτεύεται σφόδρα. Ο τριαντάχρονος αξιωματικός ενδίδει στον πειρασμό. Οι συνευρέσεις τους λαμβάνουν χώρα στα ιδιαίτερα δωμάτια κατοικίας μέσα στο μοναστήρι, που της έχει εξασφαλίσει ο πατέρας της. Πέντε επιστολές στέλνει η Μαριάνα στον εραστή της, μετά την αναχώρησή του. Είναι γραμμένες με το ερωτικό πάθος μιας μοναχικής ύπαρξης και την απελπισία της εγκαταλελειμμένης. Σε κάποιες εκδόσεις των επιστολών υπάρχουν και απαντητικές επιστολές του αξιωματικού, λακωνικές και συγκρατημένες. Η Μαριάνα πέθανε το 1723 στο μοναστήρι. Ο εκδότης και φερόμενος ως πιθανός συγγραφέας των επιστολών Γκιγιεράγκ, απεβίωσε πολύ νωρίτερα, το 1685, σε ηλικία 57 ετών, στην Κωνσταντινούπολη, όπου έκανε χρέη πρεσβευτή της Γαλλίας στην Οθωμανική Αυλή.

Η ελληνική μετάφραση

Τη λογοτεχνική αξία των «πορτογαλικών επιστολών» συνοψίζει ο πρώτος μεταφραστής τους στα ελληνικά, ο Κώστας Ουράνης. «Οι πέντε αυτές ερωτικές επιστολές, που έγραψε η Μαριάννα Αλκοφοράντο, είναι ό, τι ωραιότερο, παθητικώτερο, αληθινώτερο έχει γραφτεί στο είδος αυτό». Ακόμη σήμερα, ενδιαφέρει η μετάφραση του Ουράνη, καθώς η αναγνωστική απόλαυση, που προσφέρει ένα παρόμοιο κείμενο, είναι άμεσα συσχετισμένη με το λογοτεχνικό ταλέντο του μεταφραστή. Εκτός από την πρόσφατη και εκείνη του Ουράνη, το 1921, εντοπίζεται ενδιάμεσα μια τρίτη, του Γιώργου Πράτσικα, που δημοσιεύτηκε το 1945. Από τους βασικούς μεταφραστές των εκδόσεων “Γκοβόστη” ο Πράτσικας, η μετάφρασή του εξακολούθησε να επανεκδίδεται, με πιο πρόσφατη επανέκδοσή της, το 2007. Τη μετάφραση αυτή χρησιμοποίησαν οι ηθοποιοί Χρυσούλα Ζαχαριάδη και Γενοβέφα Ζάγγα, που σκηνοθέτησαν με εμβρίθεια τις επιστολές, ερμήνευσαν δε με περισσή φινέτσα και κομψότητα.

To Conceição όπως είναι σήμερα

Αξίζει να υπενθυμίσουμε, ωστόσο, πως την εποχή που ο Ουράνης μετέφραζε τις «πορτογαλικές επιστολές» ήταν παντρεμένος με Πορτογαλίδα, τη Μανουέλα Σαντιάγκο, και ζούσε στη Λισαβόνα. Είχε διοριστεί γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην πορτογαλική πρωτεύουσα το 1920 και παρέμεινε σε αυτήν τη θέση μέχρι το 1924, που επέστρεψε στην Αθήνα. Κατά παράδοξη συγκυρία, ο θάνατός του (12 Ιουλίου 1953) συμπίπτει με το δημοσιευόμενο τότε σε συνέχειες επιστολικό μυθιστόρημα «Η Σαλαμάντρα» του Αλκ. Γιαννόπουλου, στο περιοδικό Νέα Εστία.

Η παράσταση

Η Μαριάνα όπως την είδε ο Μίλο Μανάρα

Ας έρθουμε όμως στην παράσταση που με ενδιαφέρον παρακολουθήσαμε. Είχε σωστό ρυθμό, μετριοπαθή ανάπτυξη, εικαστικότητα, άμεση διαπλοκή στις σκέψεις και τις δαιδαλώδεις διαδρομές της ερωτευμένης ψυχής, σχολιάζοντας παράλληλα υπαινικτικά τη δύναμη της γραφής.
Ο θεατής ενθαρρύνθηκε να διακρίνει την ιστορία που μοιράζεται στα κείμενα των επιστολών, όπου η αταξία στη δόμηση του λόγου ισοδυναμεί με ευφράδεια και όπου καθρεφτίζονται οι διαφορές μεταξύ του αποστολέα και του παραλήπτη.
Η ηρωίδα άλλοτε μιλάει θυμωμένα κι άλλοτε παραληρεί απεγνωσμένα, φωνάζει τρυφερά, ρωτάει, καταδικάζει, κλονίζεται, αγανακτεί, ποθεί. Καμία απάντηση, κανένα σημάδι, καμία είδηση. Ο χρόνος της και ο έρωτας την πιέζει. Πηγαίνει πέρα από την επιφάνεια, διαισθάνεται, καθηλώνει. Το παράθυρο της αναμονής αποδεικνύεται χάρτινο, αναλώσιμο. Το σκίζει με ψυχική ορμή.

Και όπως τη φαντάστηκε ο Μποτέρο
Η παράσταση συνδέει δύο ξεχωριστά επίπεδα. Το ένα είναι ο ποιητικός λόγος που καταργεί τον χωροχρόνο, φωτίζοντας τη διαχρονική γυναίκα, την ερωτευμένη, την παθιασμένη. Το άλλο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που τροφοδοτείται από τις επιστολές και το ιστορικό πλαίσιο, το οποίο τοποθετείται σε μια εποχή δύσκολη, τυχοδιωκτική και περιπετειώδη. Μια εποχή όπου σταυροφόροι και μισθοφόροι, έμποροι και τεχνίτες, βιοτέχνες και καλλιτέχνες από όλη την Ευρώπη συναντώνται στη Λισαβόνα, διότι εκεί βρισκόταν ένα από τα τότε οικονομικά κέντρα της Ευρώπης. Πόλεμοι όμως, ξενοκρατία και εξωτερικές έριδες αποτελείωσαν κι αυτό το σύμβολο της πρόσκαιρης δύναμης. Ο άνισος αποικιακός ανταγωνισμός με την Αγγλία, η πίεση των ισπανικών συμφερόντων σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του ολλανδικού κράτους στη θάλασσα και στο εμπόριο, έφεραν το μαρασμό στην οικονομία της Πορτογαλίας.
Οι επιστολές αποβαίνουν προνομιακό μέσο για την ανάπτυξη επιχειρημάτων και για την έκφραση των συναισθημάτων. Τα γεγονότα που απαρτίζουν την πλοκή είναι λιγότερο σημαντικά από τις συγκινήσεις, επειδή οι συγκινήσεις οι ίδιες αποτελούν γεγονότα. Αληθινές επιστολές σαν κι αυτές περιλαμβάνουν στοιχεία φαντασίας και μια λιτή ανάλυση των γεγονότων, εναλλάσσουν τον αφηγηματικό και τον ηθοπλαστικό λόγο προκαλώντας τη συμπόνια.
Η ενθουσιώδης πρόσληψη της παράστασης από το κοινό οφείλεται αναμφίβολα στην απόλαυση της ειλικρίνειας των επιστολών και την αποκάλυψη της ειρωνικής τους πτυχής από τις δύο ηθοποιούς.

Οι Χρυσούλα Ζαχαριάδη, Γενοβέφα Ζάγγα -με τη σύμπραξη στα σκηνικά-κοστούμια της Δάφνης Παπαϊωάννου και του Μίμη Δημόπουλου στους φωτισμούς- τοποθέτησαν την ηρωίδα τους απέναντι στην πραγματικότητα του κοινωνικού της περίγυρου, εξέφρασαν με σαφή θεατρικό και τον αφαιρετικό τρόπο την εξωστρέφεια, την κοινωνικότητα, τον αυθορμητισμό αλλά και τον ψυχικό τραυματισμό της.
Έδωσαν ανθρωπιά στο ρόλο, δίχως να πέσουν στην παγίδα του συναισθηματισμού, ούτε να υποκύψουν σε τέχνασματα σοβαροφάνειας.
Είχαν τον αισθησιασμό, το ηδονικό λίκνισμα στην κίνηση αλλά με μέτρο, χωρίς την παραφορά της φιληδονίας.
Είχαν τη χάρη του θηλυκού και τη θλίψη της σπαταλημένης ζωής και έπαιξαν με την αναγκαία πληρότητα.
Η Πορτογαλίδα μοναχή Μαριάνα Αλκοφοράντο ερωτεύτηκε παράφορα τον Γάλλο αξιωματικό De Chamilly, ο οποίος την εγκατέλειψε απρόσμενα. Οι επιστολές που του έγραψε, από το 1667 ως το 1668, διατυπώνουν με απλές λέξεις και ειλικρίνεια τα συναισθήματα μιας τρελαμένης από τον έρωτα ψυχής.

Μια κραυγή χαμένη στους σωρούς των κατά καιρούς αναπάντητων ερωτικών επιστολών. Σπαράγματα από τη συλλογική ερωτική μνήμη. Φλέγοντα αιτήματα καρδιάς που έμειναν για πάντα εκκρεμή και ανανεώνονται μέσω του θεάτρου.

* Το κείμενο της παράστασης βασίστηκε στη μετάφραση του Γιώργου Πράτσικα, εκδόσεις Γκοβόστη (1945).

* Οι “Ερωτικές επιστολές Πορτογαλίδας μοναχής” παίχτηκαν την Κυριακή 12 Ιουνίου στις 20:45 και Δευτέρα 13 Ιουνίου 2015 στις 22:00.

Συντελεστές

Θεατρική Ομάδα z2
Σκηνοθεσία: Χρυσούλα Ζαχαριάδη, Γενοβέφα Ζάγγα
Σκηνικά/Κοστούμια: Δάφνη Παπαϊωάννου
Φωτογραφίες/Video: Αγγελίνα Βοσκοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμού: Μίμης Δημόπουλος
Έπαιξαν:
Χρυσούλα Ζαχαριάδη, Γενοβέφα Ζάγγα
• Διάρκεια παράστασης: 45 λεπτά

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -