Τα ταξίδια με το τρένο μετέτρεψαν τους ξένους σε γείτονες. Στο Διαμέρισμα C, Βαγόνι 293 (1938), μια μοναχική γυναίκα διαβάζει καθώς ένα σκοτεινό τοπίο περνάει βιαστικά έξω από το παράθυρό της. Ο Χόπερ αποτυπώνει το σύγχρονο παράδοξο της ιδιωτικής ζωής στον δημόσιο χώρο.

Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1882 στο Νάιακ, ένα παραθαλάσσιο χωριό στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, από γονείς ολλανδικής καταγωγής. Στην αρχή εκπαιδεύτηκε ως εικονογράφος, αλλά από το 1901 έως το 1906 σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Νέας Υόρκης, με δάσκαλο τον ρεαλιστή ζωγράφο Ρόμπερτ Χένρι, που ήταν μέλος της «Ομάδας των Οκτώ» και αργότερα της «Σχολής του Σταχτοδοχείου» («Ashcan School»), τα μέλη της οποίας εμπνέονταν κατά βάση από τις μη ελκυστικές πλευρές της ζωής στις μεγαλουπόλεις.
Η αίσθηση μοναξιάς στους πίνακές του

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 άρχισε το κατεξοχήν ζωγραφικό του έργο με τον πίνακα «Model Reading» (1925). Όπως και οι ζωγράφοι της «Σχολής του Σταχτοδοχείου», ο Χόπερ ζωγράφιζε κοινοτοπίες της αστικής ζωής. Όμως, σε αντίθεση με τους χαλαρά οργανωμένους και γεμάτους ζωηράδα πίνακές τους, οι δικοί του «House by the Railroad» (1925) και «Room in Brooklyn» (1932) έδειχναν επιπλέον ανώνυμες φιγούρες και αυστηρές γεωμετρικές μορφές, σε μία σύνθεση που θύμιζε φωτογραφικό στιγμιότυπο, δημιουργώντας έτσι μία αναπόφευκτη αίσθηση μοναξιάς. Αυτή η αίσθηση της μοναξιάς ενισχυόταν από τη χαρακτηριστική χρήση του φωτός, είτε το σκληρό φως του πρωινού («Early Sunday Morning», 1930), είτε το απόκοσμο ενός νυχτερινού καφέ («Nighthawks», 1942).
Ο Έντουαρντ Χόπερ πέθανε στις 15 Μαΐου 1967 στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 84 ετών. Λίγους μήνες αργότερα έφυγε από τη ζωή και η σύντροφός του, η οποία χάρισε μεγάλο αριθμό πινάκων του και δικών της στο Μουσείο Γουίτνεϊ του Μανχάταν. Όσο ήταν εν ζωή οι πίνακες του Χόπερ δεν έπαιζαν δυνατά στο χρηματιστήριο της τέχνης, σε αντίθεση με σήμερα που διακινούνται με ποσά εκατομμυρίων δολαρίων. Τα περισσότερα έργα του Χόπερ βρίσκονται σε αμερικανικά μουσεία και συλλέκτες.



