Cat Is Art

Εμφύλιος για την Ελένη Παπαδάκη: Μια αναξιοπρεπής περίοδος συνεχίζεται

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου / catisart.gr

 

Την Ελένη Παπαδάκη, οι περισσότεροι από τους συγχρόνους της την αναγνώριζαν, πλάι στην Κυβέλη και τη Μαρίκα Κοτοπούλη, σαν το τρίτο λαμπερό αστέρι. Τη θεωρούσαν άξια διάδοχο της Μαρίκας. Ξεχώριζε ανάμεσα στα μεγάλα γυναικεία ονόματα της σκηνής του Μεσοπολέμου, όχι μόνο για τις καλλιτεχνικές της δυνατότητες αλλά και για την καλλιέργειά της και την προσπάθειά της να πλουτίσει με τη συνεχή μελέτη τον εσώτερο κόσμο της για την ολοκλήρωση του ταλέντου της.

 

Ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα, και η παρουσία της στον καλλιτεχνικό κόσμο της δεκαετίας του 1930 και της αρχής της δεκαετίας του 1940 άφησε εποχή.

 

Με την πάροδο των ετών όμως διαπιστώνει κανείς ότι η προσφορά της αυτή τείνει να ξεχαστεί. Ούτε ένα θέατρο φέρει το όνομά της ούτε ένα ίδρυμα ούτε ένα βραβείο θεσπίστηκε στη μνήμη της.

 

Θα έλεγε κανείς ότι το έργο της το περιβάλλει ένα σχέδιο να περιπέσει στη λήθη, ώστε οι νεότερες γενιές να αγνοούν την ύπαρξή της ή να αναφέρουν σπάνια το όνομα που μεσουρανούσε στην εποχή κυρίως της πρώτης δεκαετίας του Εθνικού Θεάτρου.

 

Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά την εκτέλεσή της ο Δημήτρης Λιγνάδης, νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να δοθεί το όνομα της Ελένης Παπαδάκη στο ισόγειο του «Rex». Η πρωτοβουλία του είναι μια πρωτοβουλία που τιμά τον πολιτισμό μας.

 

 

 

Τρία τέταρτα ενός ολόκληρου αιώνα. Τόσα έχουν περάσει από τα Δεκεμβριανά. Τόσα και από την εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη, της εμβληματικής προπολεμικής ηθοποιού που δολοφονήθηκε εκείνες τις χαοτικές αιματοβαμμένες μέρες, από μέλη της ΟΠΛΑ, του παραστρατιωτικού σκέλους του ΕΑΜ. Κι όμως το όνομά της εξακολουθεί να διχάζει. Εβδομήντα πέντε χρόνια και η Ελένη Παπαδάκη δεν μπορεί ακόμα να ησυχάσει. Διότι ο χαμός της εξακολουθεί να είναι πολιτικά φορτισμένος και ομοίως η όποια επαναφορά του ονόματός της, ακόμα και αν πρόκειται για μια απόφαση του Εθνικού μας Θεάτρου.

 

Η Ελένη Παπαδάκη, η σπουδαία ηθοποιός, επισκιάζεται από την Ελένη Παπαδάκη, το θύμα της σκοτεινής ατμόσφαιρας του ’44. Και έτσι ξυπνούν παλιά και νεότερα αντανακλαστικά, έτσι η Τέχνη συνεχίζει να αποτιμάται σε όρους πόλωσης και διχασμού, σε «αριστερούς» και «δεξιούς» καλλιτέχνες…

 

Η Ελένη Παπαδάκη έχει περάσει στην Ιστορία ως μια συγκλονιστική προπολεμική ηθοποιός, ισάξια της Κατίνας Παξινού, με την οποία υπήρξε σκληρή διαμάχη για την πρωτοκαθεδρία στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Αλλά όποτε μιλάμε για αυτήν στεκόμαστε σε μια από τις πιο άσχημες περιόδους της ελληνικής Ιστορίας.

 

Η Ελένη Παπαδάκη ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που η μοίρα την έφερε, καθώς ήταν πολύγλωσση, σπουδαγμένη και γοητευτική, να αποκτήσει σχέσεις με τους κατακτητές στην Κατοχή, όπως και με τον κατοχικό πρωθυπουργό, Ιωάννη Ράλλη, με τον οποίο είχαν οικογενειακούς δεσμούς.

 

Ήταν όμως μια Ελληνίδα που μέσα από αυτές τις καταδικαστέες στα μάτια του υποδουλωμένου λαού σχέσεις της βοήθησε να γλιτώσουν πολλοί άνθρωποι επί γερμανικής κατοχής. Ήταν μια συγκλονιστικά σπουδαία ηθοποιός η οποία εκτελέστηκε από στελέχη της ΟΠΛΑ, χωρίς πάντως να υπάρξει σχετική κεντρική απόφαση -ορισμένοι ενήργησαν εκδικητικά, σε δολοφονικό οίστρο, και στο χάος εκείνων των ημερών, κάνοντας ακόμα και την ηγεσία του ΕΑΜ να απορεί με την ενέργειά τους. Αυτή η ενέργεια στέρησε από το ΕΑΜ τη λαϊκή αποδοχή του και καταδικάστηκε, το 1945, από τον ίδιο τον Νίκο Ζαχαριάδη ως προβοκατόρικη.

Σύμφωνα με το ΚΚΕ, οι δολοφόνοι της Παπαδάκη εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες ύστερα από ανταρτοδικείο, στην πλατεία Κολιάτσου. Τους αποδόθηκε η κατηγορία ότι ενήργησαν ως πράκτορες της Ιντέλιτζενς Σέρβις. Η δολοφονία της Παπαδάκη χρησιμοποιήθηκε από το μετεμφυλιακό κράτος ως απόδειξη της τυφλής βίας και μανίας της Αριστεράς. Ωστόσο το σοκ για την απώλεια της ηθοποιού, είχε ξεπεράσει τα όρια του αντικομμουνιστικού στρατοπέδου. Η Ελένη Παπαδάκη έγινε ποίημα από τον Άγγελο Σικελιανό και εικονογραφήθηκε σαν Αγία Ελένη από τον Φώτη Κόντογλου.

 

Πριν από λίγες ημέρες, ο Δημήτρης Λιγνάδης, νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, ανακοίνωσε την απόφαση να δοθεί το όνομα της Ελένης Παπαδάκη στο ισόγειο του «Rex».

 

«Το οφείλουμε στη μέγιστη ηθοποιό, την αδικημένη από την καλλιτεχνική ιστορία», ανέφερε ο κ. Λιγνάδης.

Όμως, η απόφασή του αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, μεταξύ άλλων και από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, που έφτασε στο σημείο να κάνει λόγο για «απαράδεκτη» απόφαση του Εθνικού Θεάτρου, με πολιτικά και όχι καλλιτεχνικά κριτήρια. Ζήτησε δε το ΣΕΗ την άμεση ανάκληση της σχετικής απόφασης.

Η ανακοίνωση του ΣΕΗ ανέφερε συγκεκριμένα: «Ερωτηματικά προκαλεί η απόφαση του Εθνικού Θεάτρου να ονομάσει μια από τις σκηνές του, που βρίσκεται στο κτίριό του στην οδό Πανεπιστημίου, σε σκηνή Ελένη Παπαδάκη. Γιατί το Εθνικό Θέατρο επιλέγει, ανάμεσα στους δεκάδες μεγάλους ηθοποιούς στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου την Ελένη Παπαδάκη, που παρότι ταλαντούχα καλλιτέχνιδα αποτελεί ως τις μέρες μας μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα;

Προφανώς τα κριτήρια δεν είναι καλλιτεχνικά, αλλά πολιτικά. Μέσα από τη δραματική κατάληξη της Ελένης Παπαδάκη -που αποδεδειγμένα όχι μόνο δεν είχε την έγκριση του ΕΑΜ, αλλά ήταν εντελώς έξω από τις προθέσεις και την πολιτική του- επιδιώκει να συντηρεί και να αναπαράγει μια ζοφερή, δολοφονική εικόνα για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αντιστρέφοντας ολοσχερώς την πραγματικότητα. Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ αμέτρητοι αγωνιστές έδωσαν με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση την ψυχή και το αίμα τους, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν, για να απελευθερωθεί αυτός ο τόπος από τους φασίστες κατακτητές και τους εγχώριους συνεργάτες τους. Ανάμεσά τους πολλοί καλλιτέχνες και ηθοποιοί, όπως ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Μάνος Κατράκης, ο Τζαβαλάς Καρούσος, η Ασπασία Παπαθανασίου, ο Μίμης Φωτόπουλος, η Ολυμπία Παπαδούκα, η Αλέκα Παΐζη, η Καλή Καλό και πολλοί άλλοι. Σ’ όλους αυτούς θα άξιζε πραγματικά μια επιβράβευση για το τεράστιο ψυχικό σθένος και το ηθικό μεγαλείο τους, κι ας μην, ποτέ στη ζωή τους, να επιζήτησαν τιμές. Δεν το περιμένουμε βέβαια αυτό από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και την προσκείμενή της διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου, καθώς η πολιτική τους βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τα λαϊκά συμφέροντα που όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες υπηρέτησαν. Απαιτούμε όμως να σταματήσουν να προκαλούν αμαυρώνοντας τη μνήμη όλων αυτών των λαϊκών αγωνιστών και μάλιστα στη σκηνή του Θεάτρου Ρεξ, του θεάτρου – σημείο αναφοράς και σύμβολο για την αντιστασιακή δράση των ηθοποιών του ΕΑΜ και των εκατοντάδων καλλιτεχνών που συσπείρωνε στις γραμμές του. Για τους παραπάνω λόγους απαιτούμε την άμεση ανάκληση της απαράδεκτης απόφασης του ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου».

 

Για μια ακόμη φορά η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη μπλέχτηκε μέσα στα -αλίμονο- ανοιχτά ακόμα τραύματα του εμφύλιου διχασμού.

 

 

 

 

Ποια ήταν

 

Η μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου υπήρξε το πλέον «επώνυμο» θύμα των Δεκεμβριανών.

 

Η Ελένη Παπαδάκη γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1908 στην Αθήνα από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας της, Νικόλαος Παπαδάκης, ήταν ανώτερος υπάλληλος της Ιονικής Τράπεζας και η μητέρα της Αικατερίνη Κωνσταντινίδη ήταν κόρη του πανεπιστημιακού καθηγητή Στυλιανού Κωνσταντινίδη, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Η οικογένεια Παπαδάκη είχε και ένα γιo, τον Μιχάλη, δύο χρόνια μικρότερο από την Ελένη.

 

Έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης και από νεαρή ηλικία έτρεφε μεγάλο πάθος για το θέατρο. Αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και παρακολούθησε ως ακροάτρια μαθήματα φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλούσε απταίστως τέσσερις γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά) και τελειοποίησε τα αρχαία ελληνικά της για να μπορεί να διαβάζει τους τραγικούς από το πρωτότυπο. Τη μόρφωσή της συμπλήρωσε με σπουδές φωνητικής μουσικής και πιάνου στο «Ελληνικό Ωδείο» Αθηνών.

 

Σε ηλικία 17 ετών εμφανίσθηκε επί σκηνής στο Θέατρο Τέχνης του Σπύρου Μελά (25 Ιουνίου 1925), ερμηνεύοντας το ρόλο της Προγονής στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα. Η πρώτη αυτή εμφάνισή της χαιρετίστηκε με ενθουσιώδεις κριτικές. «Η σκηνή απέκτησε μίαν μεγάλην ηθοποιόν» έγραψε στην εφημερίδα Δημοκρατία ο Κωστής Μπαστιάς. Το ίδιο έτος διακρίθηκε και ως Ηρωδιάς στη Σαλώμη του Όσκαρ Γουάιλντ και Ρίλκε βαν Έιντεν στο έργο του Λενορμάν Ο χρόνος είναι όνειρο.

 

Το 1926 συμμετείχε στο θίασο Οι Νέοι ως πρωταγωνίστρια σε έργα των Ντ’ Ανούτσιο (Τζοκόντα), Γρηγορίου Ξενόπουλου (Η Αναδυομένη) και άλλων συγγραφέων. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με την Κυβέλη, τη Μαρίκα Κοτοπούλη, τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Νίκο Δενδραμή, τον Γιώργο Παππά, τον Περικλή Γαβριηλίδη και διακρίθηκε ιδίως ως:

Μαργαρίτα («Κυρία με τις Καμέλιες» του Δουμά)
Άννα («Ωραία Νεράιδα» του Λοτάρ)
Κάτια Μάσλοβα («Ανάσταση» του Τολστόι)
Νόρα («Σπίτι με τις Κούκλες» του Ίψεν)
Δούκισσα («Εχθρά» του Νικοντέμι)
Ελένη Νικολάγεβνα («Ζήλεια» του Αρτσιμπάτσεφ)

 

Το 1931 έπαιξε με δικό της θίασο στην Κωνσταντινούπολη, όπου της έγιναν μεγάλες τιμές και γράφτηκαν ενθουσιώδεις κριτικές. Ο Τούρκος συγγραφέας και ποιητής Χαλίτ Φαχρί σε κριτική του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Είδα τότε την Παπαδάκη εμπρός μου ζωντανό σύμβολο μιας ευγενούς τέχνης. Αν και δεν γνωρίζω λέξη ελληνική, ούτε και είχα διαβάσει το έργο στο πρωτότυπο, η φωνή της, οι κινήσεις, η μιμική και οι στάσεις της καλλιτέχνιδας αυτής με τη φλογερή ψυχή, μου μιλούσαν και έρχονταν σε εμένα ως λόγια. Είναι ιδιαιτέρως άξιο εκτίμησης και επαίνου το γεγονός ότι μια καλλιτέχνις τόσο νέα υποδύεται με τόση δύναμη το πρόσωπο μιας ώριμης γυναίκας, μιας μητέρας».

 

Το 1931 πραγματοποίησε και τη μοναδική της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε στη βωβή ταινία του Ιωάννη Λούμου “Στέλλα Βιολάντη, η ψυχή του πόνου”, που βασιζόταν στο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου “Στέλλα Βιολάντη”. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν την ικανοποίησε και αποφάσισε να αφιερωθεί στο θέατρο.

 

Το 1932 προσελήφθη στο επανασυσταθέν Εθνικό Θέατρο, στο οποίο μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής της έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους, που άφησαν εποχή. Ξεχώρισε ως:

 

Έλα Ρεντχάιμ («Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, 1933)
Δυσδαιμόνα («Οθέλλος» του Σέξπιρ, 1933)
Ζελφά («Ιούδας» του Σπύρου Μελά, 1934)
Βασίλισσα («Δον Κάρλος» του Σίλερ, 1934)
Έρσίλια Ντρέι («Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, 1935)
Μπετίνα Κλάουζεν («Πριν από το ηλιοβασίλεμα» του Χάουπτμαν, 1936)
Αγγέλα Παπαστάμου («Πειρασμός» του Ξενόπουλου, 1936)
Λαίδη Γουίντερμιρ («Βεντάλια» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1937)
Μανταλένια («Ψευτοσπουδαίες» του Μολιέρου, 1938)
Ναταλία της Οράγγης («Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» του Κλάιστ, 1938)
Ρεγάνη («Βασιλιάς Λιρ» του Σέξπηρ, 1938)
Λαίδη Τσίλτερν («Ιδανικός σύζυγος» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1938)
Λαίδη Τιζλ («Σχολείο κακογλωσσιάς» του Σέρινταν, 1939)
Μαρία («Το Κοντσέρτο» του Χέρμαν Μπαρ, 1939)
Δωροθέα («Δωροθέα Άνγγερμαν» του Χάουπτμαν, 1940)
Δούκισσα του Μάλμπορο («Ένα ποτήρι νερό» του Σκριμπ, 1940)
Πόρσια («Έμπορος της Βενετίας» του Σέξπιρ,1940)
Σελιμένη («Μισάνθρωπος» του Μολιέρου, 1943)

Στην κριτική του για την παράσταση του έργου του Πιραντέλο “Να ντύσουμε τους φτωχούς” ο Αχιλλέας Κύρου έγραψε: «Τα χειροκροτήματα ανήκον ιδίως εις την δεσποινίδα Παπαδάκη, η οποία απέδειξε προσόντα αληθώς ανωτέρου ηθοποιού». Για τον ίδιο ρόλο ο Θεμιστοκλής Αθανασιάδης-Νόβας σημείωνε: «Αλλά η δόξα της βραδυάς ήταν η δεσποινίς Παπαδάκη. Σ’ αυτή δεν λέω ότι ημπορεί να είναι υπερήφανη. Υπερήφανοι πρέπει να είμαστε ημείς γι’ αυτήν».

 

Υψηλού επιπέδου ήταν και οι ερμηνείες της σε παραστάσεις αρχαίου δράματος.

Ξεχώρισε ως:

Κλυταιμνήστρα («Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, 1936)
Αντιγόνη («Αντιγόνη» του Σοφοκλή. 1940 και 1941)
Ιφιγένεια («Ιφιγένεια Εν Ταύροις» του Ευριπίδη, 1941)
Εκάβη («Εκάβη» του Ευριπίδη, 1943 και 1944).

 

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1943 ο Άγγελος Σικελιανός έγραψε στο Ελεύθερο Βήμα για την Εκάβη της Παπαδάκη, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της καριέρας της: «Η καταπληκτική ερμηνεία της Εκάβης μας σταμάτησε μπρος σε ένα γεγονός, που πολύ ολίγα όμοιά του μπορούμε να απαντήσουμε, όχι μόνο ανάμεσά μας, μα και γενικά στην ιστορία ολόκληρη της ηθοποιίας. Εννοώ το γεγονός αυτό: Να ιδούμε μια μεγάλη καλλιτέχνιδα σαν την Ελένη Παπαδάκη, να υποταχθή, να πειθαρχήση απόλυτα και ολόκληρη στο Λόγο και το Πνεύμα του έργου, με μια τέτοια καθαυτό θρησκευτική ταπείνωση μπροστά στον ποιητή, ώστε μονομιάς -όσο μεγάλη καλλιτέχνιδα κι’ αν ήταν σε πρωτήτερες της επιδόσεις- να μας αποκαλυφθή αναπλασμένη σ’ ένα άλλο ανώτατο επίπεδο δημιουργικής της Αρετής». Η ηθοποιός Έλσα Βεργή έλεγε αργότερα ότι «Η Εκάβη της Παπαδάκη ήταν το σύμβολο μιας ολόκληρης φυλής στο πρόσωπο μιας μάνας».

 

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, η Ελένη Παπαδάκη συνελήφθη στο σπίτι του φίλου και συναδέλφου της Δημήτρη Μυράτ στα Πατήσια (21 Δεκεμβρίου 1944) από άνδρες του ΕΛΑΣ, κατόπιν διαταγής του Καπετάν Ορέστη, του 23χρονου αρχηγού της ΟΠΛΑ της περιοχής. Κατηγορήθηκε για φιλογερμανική στάση και ως «φιλενάδα του Ράλλη», δηλαδή του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη. Φήμες που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα την ήθελαν να παντρεύεται τον Ράλλη. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι οικογένειες Ράλλη και Παπαδάκη συνδέονταν με φιλία από τα προπολεμικά χρόνια και η Ελένη Παπαδάκη είχε μεσολαβήσει στον Ράλλη για την απελευθέρωση αντιστασιακών ή Εβραίων καταζητούμενων. Νωρίτερα και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1944, η Παπαδάκη είχε διαγραφεί από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ), που ελεγχόταν από το ΚΚΕ, για φιλογερμανική στάση.

 

Τα μεσάνυχτα άρχισε η ανάκριση της Παπαδάκη από τον καπετάν Ορέστη και τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Δεκεμβρίου του 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο του ΕΛΑΣ. Αμέσως μετά μεταφέρθηκε μαζί με άλλους μελλοθανάτους στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ στο Γαλάτσι, όπου δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στον αυχένα από τον εκτελεστή της ΟΠΛΑ Βλάσση Μακαρώνα. Η διαταγή του Ορέστη ήταν να εκτελεστεί με τσεκούρι, αλλά ο Μακαρώνας μάλλον τη λυπήθηκε και προτίμησε ένα πιο «ανώδυνο» τρόπο.

 

 

 

 

Η Παπαδάκη παρέμεινε αγνοούμενη για ένα μήνα. Το πτώμα της βρέθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1945, προκαλώντας σοκ στην αθηναϊκή κοινωνία. Η κηδεία ήταν «μεγαλοπρεπεστάτη», σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, κι έγινε στις 28 Ιανουαρίου στο Άγιο Γεώργιο Καρύτση, παρουσία πλήθους κόσμου. Ο τραγικός θάνατος της Παπαδάκη έθεσε πρόωρα τέρμα σε μια λαμπρή καριέρα και θρηνήθηκε ως εθνική απώλεια. Ο Άγγελος Σικελιανός της αφιέρωσε τους στίχους, εν είδει επιγράμματος:

 

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε
κι όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα, κ’ οι εννιά αδελφές εσκύψαν
να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.

 

Ο επίλογος της δολοφονίας της Ελένης Παπαδάκη γράφτηκε με τη συγγνώμη του γ.γ. του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, και την εκτέλεση του Ορέστη ως «πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις». Ο Μακαρώνας και η ομάδα του συνελήφθησαν από τις αρχές, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν.

 

«Έρχονται τώρα οι “αγριότητες”. Τέτοιες γένηκαν με τούτη τη διαφορά: α) Πολύ πιο πολλές γένηκαν και γίνονται από την αντίδραση. β) Απ’ τις άλλες οι περισσότερες σκηνοθετήθηκαν απ’ την αντίδραση που και τίποτα αν δεν κάναμε πάλι θα σκηνοθετούσε σε βάρος μας “αγριότητες” και γ) φρόντισα και έψαξα να βρω, μα ούτε μια περίπτωση υπάρχει, που νάχει δοθεί σαν γραμμή του ΚΚΕ να γίνουν αγριότητες. Όμως αγριότητες έγιναν και τέτοιες έκαναν και μέλη του Κόμματος. Τέτοια μέλη που, είτε προβοκάτορες ήταν, είτε που δεν ήταν άξια νάναι μέλη του Κόμματος. Φυσικά οι πράξεις που κάναν τα μέλη του Κόμματος δημιουργούν ευθύνες και για το ίδιο. Μα μια που το ΚΚΕ δεν έδωσε τέτοια γραμμή και αυτούς που έκαναν υπερβασίες και τις υπερβασίες τις ίδιες τις απεκήρυξε και τις αποκηρύσσει, δε δημιουργείται ζήτημα ηθικής τάξης για το ΚΚΕ. Γιατί το Κόμμα μας έχει το θάρρος να διακηρύξει ότι τέτοιες περιπτώσεις, όπως του Κορώνη (καθηγητής Πολυτεχνείου), είτε της ηθοποιού Παπαδάκη, δεν μπορούν να βρουν δικαίωση και πρέπει να καταδικαστούν ανοιχτά» (Από την εισήγηση του Νίκου Ζαχαριάδη στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ – 1945).

 

 

 

 

Είπαν και έγραψαν για την Ελένη Παπαδάκη

 

Στρατής Μυριβήλης: «Ένας τυφλός, ακούγοντας την Ελένη Παπαδάκη, θα βλέπει ασφαλώς τα χρώματα και τα σχήματα».

Γρηγόριος Ξενόπουλος: «Η Ελένη Παπαδάκη είναι η αδιαμφισβήτητη διάδοχος της Κοτοπούλη».

Κώστας Γεωργουσόπουλος: «Η Παπαδάκη υπήρξε ηθοποιός μυθικών προσόντων… Το πέρασμά της από την ελληνική σκηνή άφησε ένα μυθικό αποτύπωμα οριακό και ανεπανάληπτο και ήδη σε ηλικία 36 ετών κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα μέγιστο παράδειγμα ολοκληρωμένου καλλιτέχνη».

 

***

 

Στην κηδεία της: Ιανουάριος 1945, μερικές εβδομάδες μετά την εκτέλεση. Διακρίνονται οι Βασίλης Λογοθετίδης, Μελίνα Μερκούρη, Άννα Καλουτά, Κατερίνα Ανδρεάδη, Μαρίκα Κοτοπούλη, Κώστας Μουσούρης, Ανδρέας Φιλιππίδης, Μαρίκα Νέζερ, Κούλα Νικολαΐδου, Σαμ Μπράντεμπουργκ, η αδελφή της Κατίνας Παξινού Μαρίτσα Ράλλη, ο αδελφός της Μιχάλης Παπαδάκης.

 

Ο αείμνηστος Θεόδωρος Έξαρχος, στο μνημειώδες βιβλίο του «Έλληνες ηθοποιοί – Αναζητώντας τις ρίζες» αναφέρει ως έτος γέννησής της το 1907.

Ο σπουδαίος θεατρολόγος Κώστας Γεωργουσόπουλος γράφει («Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό» της Εκδοτικής Αθηνών) ότι γεννήθηκε το 1908.

Το ίδιο γράφεται και στην εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάνικα».

Όσο για τη Βικιπαίδεια, αναφέρει δύο ημερομηνίες γέννησης! 1903 και 1908…

 

***

 

Η μόνη ημερομηνία που δεν αμφισβητείται είναι η Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 1944. Η ημέρα της άγριας δολοφονίας της…

 

«Για την Ελένη», Θεατρικός Χειμώνας 2017 -18, Αθήνα – Η Μαρία Κίτσου στο μονόλογο του Μάνου Καρατζογιάννη.

 

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΕμφύλιος για την Ελένη Παπαδάκη: Μια αναξιοπρεπής περίοδος συνεχίζεται

Related Posts