29.8 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

“Για την Ελένη”. Η Μαρία Κίτσου και ο Μάνος Καρατζογιάννης αποκαθιστούν την Ηθοποιό

Tης Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Αυτό δεν είναι αντίσταση να παίζεις μέσα στην Κατοχή ενάντια στον κατακτητή; Να ξαναγεννηθείς όχι για να μισείς μα για να αγαπήσεις τους ανθρώπους;».

«Θάνατος στην πουτάνα!», ακουγόταν από πολλά στόματα και η μεγάλη ηθοποιός, η Ελένη Παπαδάκη, με συνοπτικές διαδικασίες διαγράφηκε από το Σωματείο Ηθοποιών. Ένα δείγμα λαϊκού δικαστηρίου, μια πικρή γουλιά φανατισμού και τον προθάλαμο μιας άδικης και φρικτής δολοφονίας αποτέλεσε η «δίκη» του Σωματείου των Ηθοποιών στο θέατρο «Διονύσια» στις 24 Νοεμβρίου 1944.
H Ελένη Παπαδάκη, μια πολύ σημαντική καλλιτέχνις, ιδιαίτερα καλλιεργημένη και πολύγλωσση αλλά και ελεύθερη γυναίκα, ενέπνευσε σημαντικούς Νεοέλληνες συγγραφείς σε διάστημα μεγαλύτερο των επτά δεκαετιών, ώστε να την αξιοποιήσουν ως ηρωίδα στα έργα τους που αναφέρονται στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και δη στα Δεκεμβριανά.
Μεταξύ αυτών κι ένας από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς και σκηνοθέτες μας, ο Μάνος Καρατζογιάννης, που δεν έμεινε ανέγγιχτος από την τραγική της ιστορία, αφού έγραψε και σκηνοθέτησε το θεατρικό έργο «Για την Ελένη» που παίζεται στο θέατρο «Tempus Verum-Εν Αθήναις», στον Κεραμεικό, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κίτσου.

«Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ /
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου», γράφει ο Μανώλης Αναγνωστάκης στο ποίημά του «Το σκάκι».
Γιατί αυτοί ήταν οι άνθρωποι που δολοφόνησαν την Ελένη Παπαδάκη. Από τέτοιους ανθρώπους το μίσος διοχετεύτηκε και φούντωσε. Δεν χωρίζει παρά ένα βήμα το φθόνο από το μίσος. Η αγάπη, η φιλία και ο θαυμασμός δεν ενώνουν τους ανθρώπους τόσο, όσο το κοινό μίσος τους για κάτι. Ή για κάποιον.
Ήταν μια φιλελεύθερη αστή, μια ξεχωριστή προσωπικότητα, με συμπεριφορά προκλητική για την εποχή που έζησε, ταυτόχρονα όμως ήταν και μια σπουδαία ηθοποιός που, αν είχε επιζήσει, όλοι λένε ότι θα είχε οδηγήσει το ελληνικό θέατρο αλλού με τις ερμηνείες της.

Για διανοουμένους, όπως ο Λουντέμης και ο Σικελιανός, ο Παλαιολόγος και ο Σιδέρης, ο Άλκης Θρύλος και η Μυρτιώτισσα, ο Νίκος και η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Κόντογλου και ο Βασιλείου, θεωρήθηκε ενσάρκωση της γοητείας μιας εποχής και του πιο γνήσιου καλλιτεχνικού μεγαλείου, φέρνοντας την ευρωπαϊκή γυναικεία κομψότητα κοντύτερα στη Μεσόγειο.

* «Τον πραγματικά ελεύθερο άνθρωπο δεν τον θέλει στην πραγματικότητα κανείς».

Έμπνευση για βιβλία

Καθένα από τα βιβλία που ασχολούνται με τη ζωή και το θάνατο της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση.

* Το 1964, ο Γιώργος Θεοτοκάς ολοκληρώνει το μυθιστόρημά του «Ασθενείς και οδοιπόροι», ένα κομμάτι της ευρύτερης σύνθεσης που είχε ξεκινήσει με την «Ιερά οδό» το 1950. Θέμα του είναι η κατοχική εμπειρία στην Αθήνα και η πολιτική διαμόρφωση των προσώπων, κάτω από τις αντίρροπες τάσεις της εποχής. Η Θεανώ Γαλάτη, γνωστή ηθοποιός της εποχής και σύντροφος του αξιωματικού Μαρίνου Βελή, θα εμπλακεί σε μια ερωτική ιστορία με τον Γερμανό αξιωματικό Ερνστ Χίλεμπραντ. Με την επιρροή της σώζει τους κρατούμενούς του. Στα Δεκεμβριανά συλλαμβάνεται, περνάει από στρατοδικείο και εκτελείται, όμοια με ό, τι συνέβη στην Ελένη Παπαδάκη. Το βιβλίο αντικρίζει την ιστορία από την πλευρά του αστικού κόσμου που δεν συμμετείχε στις συγκρούσεις αλλά παρακολουθούσε τα γεγονότα με αγωνία για την κατάληξη. Στέκεται αρκετά στην κόκκινη βία, την οποία θεωρεί προσπάθεια των κομμουνιστών να εκμεταλλευτούν το χάος για να καταλάβουν την εξουσία. Δεν υιοθετεί ωστόσο τον λόγο της Δεξιάς σχετικά με τα αίτια του Εμφυλίου, αποδίδοντας ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης στην πολιτική των Άγγλων. Η έμφαση όμως στο λαϊκό δικαστήριο και στους ομήρους των Δεκεμβριανών υιοθετεί τον λόγο περί αριστερής βαναυσότητας ως μέσου κατάληψης της εξουσίας.
* Το βιβλίο – λεύκωμα – βιογραφία «Ελένη Παπαδάκη / Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος» (2001) του Πολύβιου Μαρσάν βασίστηκε σε μια εκτενή έρευνα, η οποία διήρκεσε πάνω από σαράντα χρόνια, γι’ αυτό, άλλωστε, και είχε μεγάλη απήχηση. Καθοριστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η παρουσίαση ανέκδοτου υλικού, που αφορά λεπτομέρειες από τη ζωή της Παπαδάκη αλλά και σπάνιο φωτογραφικό υλικό από τους πολλούς ρόλους που είχε ερμηνεύσει στη σαραντάχρονη πορεία της. Σε αυτό βρίσκεται το πολύτιμο αρχείο που παρέδωσαν στον συγγραφέα η φίλη της Aιμιλία Kαραβία και ο αδελφός Mιχάλης Παπαδάκης. Ο Πολύβιος Μαρσάν αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο κάθε γραπτή και προφορική μαρτυρία για τα χρόνια της καλλιτεχνικής δημιουργίας (1924-1944) της Ελένης Παπαδάκη και για τα χρόνια που ακολούθησαν. Το σημαντικότερο είναι ότι δεν προσπάθησε να την αγιοποιήσει. Τα ανθρώπινα προτερήματα και τα ελαττώματά της καταγράφονται λεπτομερώς και από τους αντιπάλους συναδέλφους της ηθοποιούς που προετοίμασαν τη δολοφονία της (ορισμένοι από αυτούς ήταν οπαδοί κάθε καταστάσεως) και από τους φίλους της. Εννοείται πως δεν θίγεται ούτε στο ελάχιστο η όποια καλλιτεχνική αξία εκείνων που την πολέμησαν.
* Στη «Γυναίκα που πέθανε δύο φορές» (2006), ο Μάνος Ελευθερίου έχει ως κεντρικό θέμα την ιστορία της Ελένης Παπαδάκη. Είναι η γυναίκα του τίτλου που, σύμφωνα με το λογοτεχνικό εύρημα του Ελευθερίου, δεν πέθανε το 1944, αλλά επέζησε. Χρόνια αργότερα, ένας θαυμαστής της, ανακαλύπτοντας την αλήθεια, προσπαθεί να διαλευκάνει τις συνθήκες της παρ’ ολίγον εκτέλεσής της, τις αιτίες, τους ηθικούς και τους φυσικούς αυτουργούς. Σε αυτό το αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς νεκρό, ο ήρωας, για να απαντήσει τα ερωτήματά του, αναζητεί μάρτυρες και πρωταγωνιστές των πεπραγμένων και καταφεύγει ακόμα και στα δικαστικά αρχεία. Χρησιμοποιεί δηλαδή τις μεθόδους του επιστήμονος ιστορικού για να μπορέσει να ανασυστήσει το παρελθόν και να εξηγήσει το πώς και το γιατί του θανάτου της Ελένης Παπαδάκη. Ο συγγραφέας κάνει προσωπική έρευνα χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα αρχεία για την ηθοποιό και, εκεί που δεν του αρκούν τα τεκμήρια, συμπληρώνει τα κενά με τη φαντασία του, αφού -όπως ο ίδιος έχει υποστηρίξει- εκεί όπου απουσιάζουν οι πηγές παίρνει τη θέση τους ο στοχασμός.
Η δολοφονία της Παπαδάκη δεν ήταν μια πολιτική πράξη, αλλά μια ενέργεια που έγινε δυνατή μέσα στο περιβάλλον που είχε δημιουργηθεί από την εμφύλια διαμάχη. Η δράση μεταφέρεται από το πολιτικό στο προσωπικό επίπεδο. Η έλλειψη κεντρικής εξουσίας σήμαινε ότι μια σειρά από περιφερειακές ομάδες μπορούσαν να δρουν ανενόχλητες. Ο Ελευθερίου δεν ενοχοποιεί το ΚΚΕ για τη δολοφονία της Παπαδάκη αλλά διότι έδωσε βήμα σε αυτούς που θεωρεί φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς του θανάτου της.
* Ένα ακόμα βιβλίο, εξαιρετικά αξιόλογο, είναι «Τα Πορφυρά Γέλια» (2010) του Μισέλ Φάις που επιχειρούν να καταγράψουν όλες τις διαστάσεις της εμφύλιας βίας, από την κορυφή ως τη βάση, από το περιβάλλον του Ζαχαριάδη ως τα νεαρά μέλη της ΟΠΛΑ, τους θύτες και τα θύματα, και σε ένα γεωγραφικό χώρο που καλύπτει ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και το στρατόπεδο του Μπούλκες. Ο τελευταίος υποβολέας της Ελένης Παπαδάκη δρα στο βιβλίο ως μυθιστορηματικός ήρωας. Αναφέρει τα της εκτέλεσης της Παπαδάκη και τον προδοτικό ρόλο των αριστερών συναδέλφων της στο Εθνικό Θέατρο. Μνημονεύει ακόμη τη Γενική Συνέλευση του ΣΕΗ, στο θέατρο «Διονύσια», όπου επανασυζητήθηκε η διαγραφή της λόγω «προδοτικής στάσης στην περίοδο της Κατοχής» και τις κραυγές του πλήθους «Θάνατος στην Παπαδάκη». Αποφαίνεται ότι η πραγματική αιτία της καταδίκης της ήταν η ομοφυλοφιλία της και παραλληλίζει την εκτέλεσή της με εκείνη του Λόρκα.
Το βιβλίο είναι εμποτισμένο στην Ιστορία, στα μεγάλα γεγονότα και στις μικρές λεπτομέρειες. Οι ήρωές του λειτουργούν ανάμεσα στις γνωστές ιστορικές προσωπικότητες και μεταφέρει έτσι μια πλάγια πολιτική ανάλυση. Μέσα στο γαϊτανάκι επεισοδίων και προσώπων, η Ελένη Παπαδάκη εντάσσεται ως δευτερεύων αλλά ουσιαστικός χαρακτήρας. Είναι το ακριβώς αντίθετο από την κύρια ηρωίδα, την Κόκκινη Δασκάλα. Ταγμένη στην τέχνη της, ποθητή και χωρίς δογματισμό, προκαλεί τη ζήλια και τον ανταγωνισμό. Με αυτό τον τρόπο, ο Φάις καταγράφει λιτά την ιστορία του τέλους της, βρίσκοντας την ευκαιρία να μιλήσει για την τύχη των καλλιτεχνών σε πολωμένες συνθήκες, όπως εκείνες στις οποίες συνέγραψε ο ίδιος τα «Πορφυρά Γέλια».

“Επώνυμο” θύμα

Ως αθώο θύμα, έγινε ποίημα από τον Άγγελο Σικελιανό και εικονογραφήθηκε σαν Αγία Ελένη από τον Φώτη Κόντογλου. Η ζωή της Ελένης Παπαδάκη νοηματοδοτείται μέσα από το θάνατό της. Υπήρξε το πλέον «επώνυμο» θύμα των Δεκεμβριανών. Είναι το τραγικό τέλος της, που προκαλεί τους συγγραφείς να ασχοληθούν με αυτή.

Η ζωή της

H Ελένη Παπαδάκη ως Κλυταιμνήστρα στην “Ηλέκτρα”.

Η Ελένη Παπαδάκη γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1908 στην Αθήνα από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας της, Νικόλαος Παπαδάκης, ήταν ανώτερος υπάλληλος της Ιονικής Τράπεζας και η μητέρα της Αικατερίνη Κωνσταντινίδη ήταν κόρη του πανεπιστημιακού καθηγητή Στυλιανού Κωνσταντινίδη, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Η οικογένεια Παπαδάκη είχε και ένα γιo, τον Μιχάλη, δύο χρόνια μικρότερο από την Ελένη.
Έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης και από νεαρή ηλικία έτρεφε μεγάλο πάθος για το θέατρο. Αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και παρακολούθησε ως ακροάτρια μαθήματα φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλούσε απταίστως τέσσερις γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά) και τελειοποίησε τα αρχαία ελληνικά της για να μπορεί να διαβάζει τους τραγικούς από το πρωτότυπο. Τη μόρφωσή της συμπλήρωσε με σπουδές φωνητικής μουσικής και πιάνου στο «Ελληνικό Ωδείο» Αθηνών.
Σε ηλικία 17 ετών εμφανίσθηκε επί σκηνής στο Θέατρο Τέχνης του Σπύρου Μελά (25 Ιουνίου 1925), ερμηνεύοντας το ρόλο της Προγονής στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο “Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα”. Η πρώτη αυτή εμφάνισή της χαιρετίστηκε με ενθουσιώδεις κριτικές. «Η σκηνή απέκτησε μίαν μεγάλην ηθοποιόν» έγραψε στην εφημερίδα “Δημοκρατία” ο Κωστής Μπαστιάς. Το ίδιο έτος διακρίθηκε και ως Ηρωδιάς στη “Σαλώμη” του Όσκαρ Γουάιλντ και Ρίλκε βαν Έιντεν στο έργο του Λενορμάν “Ο χρόνος είναι όνειρο”.

Το 1926 συμμετείχε στο θίασο Οι Νέοι ως πρωταγωνίστρια σε έργα των Ντ’ Ανούτσιο (Τζοκόντα), Γρηγορίου Ξενόπουλου (Η Αναδυομένη) και άλλων συγγραφέων. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με την Κυβέλη, τη Μαρίκα Κοτοπούλη, τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Νίκο Δενδραμή, τον Γιώργο Παππά, τον Περικλή Γαβριηλίδη και διακρίθηκε ιδίως ως:
– Μαργαρίτα («Κυρία με τις Καμέλιες» του Δουμά)
– Άννα («Ωραία Νεράιδα» του Λοτάρ)
– Κάτια Μάσλοβα («Ανάσταση» του Τολστόι)
– Νόρα («Σπίτι με τις Κούκλες» του Ίψεν)
– Δούκισσα («Εχθρά» του Νικοντέμι)
– Ελένη Νικολάγεβνα («Ζήλεια» του Αρτσιμπάτσεφ).
Το 1931 έπαιξε με δικό της θίασο στην Κωνσταντινούπολη, όπου της έγιναν μεγάλες τιμές και γράφτηκαν ενθουσιώδεις κριτικές. Ο Τούρκος συγγραφέας και ποιητής Χαλίτ Φαχρί σε κριτική του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Είδα τότε την Παπαδάκη εμπρός μου ζωντανό σύμβολο μιας ευγενούς τέχνης. Αν και δεν γνωρίζω λέξη ελληνική, ούτε και είχα διαβάσει το έργο στο πρωτότυπο, η φωνή της, οι κινήσεις, η μιμική και οι στάσεις της καλλιτέχνιδας αυτής με τη φλογερή ψυχή, μου μιλούσαν και έρχονταν σε εμένα ως λόγια. Είναι ιδιαιτέρως άξιο εκτίμησης και επαίνου το γεγονός ότι μια καλλιτέχνις τόσο νέα υποδύεται με τόση δύναμη το πρόσωπο μιας ώριμης γυναίκας, μιας μητέρας».
Το 1931 πραγματοποίησε και τη μοναδική της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε στη βωβή ταινία του Ιωάννη Λούμου “Στέλλα Βιολάντη”, η ψυχή του πόνου, που βασιζόταν στο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου “Στέλλα Βιολάντη”. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν την ικανοποίησε και αποφάσισε να αφιερωθεί στο θέατρο.
Το 1932 προσελήφθη στο επανασυσταθέν Εθνικό Θέατρο, στο οποίο μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής της έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους, που άφησαν εποχή. Ξεχώρισε ως:
– Έλα Ρεντχάιμ («Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, 1933)
– Δυσδαιμόνα («Οθέλλος» του Σέξπιρ, 1933)
– Ζελφά («Ιούδας» του Σπύρου Μελά, 1934)
– Βασίλισσα («Δον Κάρλος» του Σίλερ, 1934)
– Έρσίλια Ντρέι («Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, 1935)
– Μπετίνα Κλάουζεν («Πριν από το ηλιοβασίλεμα» του Χάουπτμαν, 1936)
– Αγγέλα Παπαστάμου («Πειρασμός» του Ξενόπουλου, 1936)
– Λαίδη Γουίντερμιρ («Βεντάλια» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1937)
– Μανταλένια («Ψευτοσπουδαίες» του Μολιέρου, 1938)
– Ναταλία της Οράγγης («Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» του Κλάιστ, 1938)
– Ρεγάνη («Βασιλιάς Λιρ» του Σέξπηρ, 1938)
– Λαίδη Τσίλτερν («Ιδανικός σύζυγος» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1938)
– Λαίδη Τιζλ («Σχολείο κακογλωσσιάς» του Σέρινταν, 1939)
– Μαρία («Το Κοντσέρτο» του Χέρμαν Μπαρ, 1939)
– Δωροθέα («Δωροθέα Άνγγερμαν» του Χάουπτμαν, 1940)
– Δούκισσα του Μάλμπορο («Ένα ποτήρι νερό» του Σκριμπ, 1940)
– Πόρσια («Έμπορος της Βενετίας» του Σέξπιρ, 1940)
– Σελιμένη («Μισάνθρωπος» του Μολιέρου, 1943)
Στην κριτική του για την παράσταση του έργου του Πιραντέλο “Να ντύσουμε τους φτωχούς”, ο Αχιλλέας Κύρου έγραψε: «Τα χειροκροτήματα ανήκον ιδίως εις την δεσποινίδα Παπαδάκη, η οποία απέδειξε προσόντα αληθώς ανωτέρου ηθοποιού». Για τον ίδιο ρόλο ο Θεμιστοκλής Αθανασιάδης-Νόβας σημείωνε: «Αλλά η δόξα της βραδυάς ήταν η δεσποινίς Παπαδάκη. Σ’ αυτή δεν λέω ότι ημπορεί να είναι υπερήφανη. Υπερήφανοι πρέπει να είμαστε ημείς γι’ αυτήν».

Υψηλού επιπέδου ήταν και οι ερμηνείες της σε παραστάσεις αρχαίου δράματος. Ξεχώρισε ως:
– Κλυταιμνήστρα («Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, 1936)
– Αντιγόνη («Αντιγόνη» του Σοφοκλή. 1940 και 1941)
– Ιφιγένεια («Ιφιγένεια Εν Ταύροις» του Ευριπίδη, 1941)
– Εκάβη («Εκάβη» του Ευριπίδη, 1943 και 1944).
Στις 30 Δεκεμβρίου του 1943 ο Άγγελος Σικελιανός έγραψε στο “Ελεύθερο Βήμα” για την Εκάβη της Παπαδάκη, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της καριέρας της: «Η καταπληκτική ερμηνεία της Εκάβης μας σταμάτησε μπρος σε ένα γεγονός, που πολύ ολίγα όμοιά του μπορούμε να απαντήσουμε, όχι μόνο ανάμεσά μας, μα και γενικά στην ιστορία ολόκληρη της ηθοποιίας. Εννοώ το γεγονός αυτό: Να ιδούμε μια μεγάλη καλλιτέχνιδα σαν την Ελένη Παπαδάκη, να υποταχθή, να πειθαρχήση απόλυτα και ολόκληρη στο Λόγο και το Πνεύμα του έργου, με μια τέτοια καθαυτό θρησκευτική ταπείνωση μπροστά στον ποιητή, ώστε μονομιάς -όσο μεγάλη καλλιτέχνιδα κι’ αν ήταν σε πρωτήτερες της επιδόσεις- να μας αποκαλυφθή αναπλασμένη σ’ ένα άλλο ανώτατο επίπεδο δημιουργικής της Αρετής». Η ηθοποιός Έλσα Βεργή έλεγε αργότερα ότι «Η Εκάβη της Παπαδάκη ήταν το σύμβολο μιας ολόκληρης φυλής στο πρόσωπο μιας μάνας».

Τα Δεκεμβριανά

«Η 3η Δεκεμβρίου 1944 ήταν στην Αθήνα μια μέρα ψυχρή και σκληρή. Μια μέρα που θα έμενε στην Ιστορία. […] Πυκνά πλήθη συνέρρεαν σαν διογκούμενοι χείμαρροι προς τον ομφαλό της πρωτεύουσας, την πλατεία Συντάγματος. Και οι λέξεις που κυριαρχούσαν ήσαν:
“Το απαγορευμένο συλλαλητήριο. Θα το χτυπήσουν;”
Πενήντα δύο ημέρες είχαν περάσει από τη 12η Οκτωβρίου, όταν έφυγαν οι τελευταίοι Γερμανοί και έληγε η Κατοχή».

Ήταν η ημέρα που έκτοτε έριξε βαριά τη σκιά της στη σύγχρονη πολιτική Ιστορία. Το χαρακτηριστικό απόσπασμα ανήκει στον δημοσιογράφο Σόλωνα Ν. Γρηγοριάδη, ο οποίος στο βιβλίο του «Φοβερά ντοκουμέντα» του επισημαίνει αυτή την περίοδο ως την έναρξη ενός νέου διχασμού, στη θέση του μέχρι πρότινος διπόλου «βενιζελικοί – μοναρχικοί». Η Αριστερά μέσω της δράσης της στη γερμανική κατοχή εισήλθε πια ορμητικά στο πολιτικό προσκήνιο λαμβάνοντας κορυφαία θέση για τα τεκταινόμενα. Το ΚΚΕ των μαχητικών λαϊκών κινητοποιήσεων του Μεσοπολέμου τίθεται ως ομοτράπεζος συνομιλητής των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων για την τύχη της χώρας μετά την απελευθέρωση. Πλέον, ο διαχωρισμός δεξιός – αριστερός κυριαρχεί σε πόλεις και χωριά, αφήνοντας το στίγμα ισχυρό σε πολλές περιπτώσεις και 70 χρόνια μετά, κατά τον 21ο αιώνα.
Την ημέρα αυτή άρχισε και η αντίστροφη μέτρηση για την Ελένη Παπαδάκη.

Η σύλληψη

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, η Ελένη Παπαδάκη συνελήφθη στο σπίτι του φίλου και συναδέλφου της Δημήτρη Μυράτ στα Πατήσια (21 Δεκεμβρίου 1944) από άνδρες του ΕΛΑΣ, κατόπιν διαταγής του Καπετάν Ορέστη, του 23χρονου αρχηγού της ΟΠΛΑ της περιοχής. Κατηγορήθηκε για φιλογερμανική στάση και ως «φιλενάδα του Ράλλη», δηλαδή του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη. Φήμες που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα την ήθελαν να παντρεύεται τον Ράλλη. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι οικογένειες Ράλλη και Παπαδάκη συνδέονταν με φιλία από τα προπολεμικά χρόνια και η Ελένη Παπαδάκη είχε μεσολαβήσει στον Ράλλη για την απελευθέρωση αντιστασιακών ή Εβραίων καταζητούμενων. Νωρίτερα και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1944, η Παπαδάκη είχε διαγραφεί από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ), που ελεγχόταν από το ΚΚΕ, για φιλογερμανική στάση.

Το τέλος

Τα μεσάνυχτα άρχισε η ανάκριση της Παπαδάκη από τον καπετάν Ορέστη και τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Δεκεμβρίου του 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο του ΕΛΑΣ. Αμέσως μετά μεταφέρθηκε μαζί με άλλους μελλοθανάτους στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ στο Γαλάτσι, όπου δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στον αυχένα από τον εκτελεστή της ΟΠΛΑ Βλάσση Μακαρώνα. Η διαταγή του Ορέστη ήταν να εκτελεστεί με τσεκούρι, αλλά ο Μακαρώνας μάλλον τη λυπήθηκε και προτίμησε ένα πιο «ανώδυνο» τρόπο.
Η Παπαδάκη παρέμεινε αγνοούμενη για ένα μήνα. Το πτώμα της βρέθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1945, προκαλώντας σοκ στην αθηναϊκή κοινωνία. Η κηδεία ήταν «μεγαλοπρεπεστάτη», σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, κι έγινε στις 28 Ιανουαρίου στο Άγιο Γεώργιο Καρύτση, παρουσία πλήθους κόσμου. Ο τραγικός θάνατος της Παπαδάκη έθεσε πρόωρα τέρμα σε μια λαμπρή καριέρα και θρηνήθηκε ως εθνική απώλεια.

Ο Άγγελος Σικελιανός της αφιέρωσε τους στίχους, εν είδει επιγράμματος:
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε
κι όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα, κ’ οι εννιά αδελφές εσκύψαν
να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
Ο επίλογος της δολοφονίας της Ελένης Παπαδάκη γράφτηκε με τη συγγνώμη του γ.γ. του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, και την εκτέλεση του Ορέστη ως «πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις». Ο Μακαρώνας και η ομάδα του συνελήφθησαν από τις αρχές, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν.

Η «πριγκίπισσα της μοναξιάς»

Βασίλισσα του ελληνικού θεάτρου αλλά και «άνθρωπος ξεχωριστός και ιδιόμορφος, πολύπλοκος και δύσκολος (…) φύση πολύπλευρα χαρισματική και υπερευαίσθητη (…) αγχώδης και συχνά απειθάρχητη (…) υπέφερε από τη δίψα που ένιωθε να κατακτήσει το φευγαλέο απόλυτο προπάντων στη δουλειά της (…) ήταν η εκλεκτή ανάμεσα στους εκλεκτούς (…) παιδί μέσα στην ψυχή της, γεμάτη ευαισθησίες και τρυφερότητα (…) δυνατή προσωπικότητα, ανεξάρτητη, αποφασιστική, ριψοκίνδυνη, γενναία (…) πνευματικός άνθρωπος (…) σιλουέτα λεπτή και σβέλτη με αρμονικές, αργές, αριστοκρατικές κινήσεις και λυγερό παράστημα (…) γνωστή για το χιούμορ της που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να γίνεται και καυστικό (…) ζεστός άνθρωπος (…) με αλάνθαστη έμφυτη διαίσθηση (…) καλή και ευγενική με όλους, πρόθυμη να ακούσει και να βοηθήσει (…) ένας θησαυρός ανεκτίμητος για εκείνους που κέρδιζαν την εμπιστοσύνη και εκτίμησή της, τη συμπάθεια και τη φιλία της (…) σεμνή (…) αγαπούσε και αναζητούσε τη μοναξιά…», γράφει στο βιβλίο του ένας εραστής της τέχνης και της επιστήμης, ο Πολύβιος Μαρσάν, «Ελένη Παπαδάκη – Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος».
Από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα το παζλ που συνθέτει όποιος ανατρέχει στη ζωή της καταλήγει στο ότι το λιγότερο που μπορείς να πεις για την Ελένη Παπαδάκη είναι πως υπήρξε μία και μοναδική, με «Μ» κεφαλαίο. Και αν οι ξεχωριστοί, οι μοναδικοί άνθρωποι πληρώνουν το τίμημα της διαφορετικότητάς τους ακριβά, εκείνη δυστυχώς το πλήρωσε με την ίδια της τη ζωή.

Η «πριγκίπισσα της μοναξιάς», όπως την αποκαλούσαν, κατά τη διάρκεια της Κατοχής λόγω των διασυνδέσεών της, είχε καταφέρει να σώσει πολύ κόσμο ανεξαρτήτως ιδεολογίας, μεταξύ των οποίων τον γιο του γνωστού βιβλιοπώλη Ελευθερουδάκη και τον γιατρό Γιώργο Μουστρούφα, κατοπινό στέλεχος του Υπουργείου Υγείας υπό τον Πέτρο Κόκκαλη στην Κυβέρνηση του Βουνού. Όμως όλα αυτά είχαν ξεχαστεί τόσο γρήγορα.

Αυτό το αιθέριο πλάσμα, εκτός από εξαιρετική ηθοποιός, η πιο σπουδαία στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ήταν και πολύ καλή ερμηνεύτρια τραγουδιών. Είχε όμως ένα φρικτό τέλος. Την πρόδωσαν όλοι αυτοί που είχαν ευεργετηθεί από αυτήν και πλήρωσε με τη ζωή της το φθόνο και την αχαριστία συναδέλφων της που δεν είχαν αντέξει την ακτινοβολία της στην Κρατική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Να μην ξεχάσουμε και τον Γιώργο Γληνό που, καθώς λέγεται, αποφυλάκισε και μετά στο “λαοδικείο” πρωτοστατούσε στη διαγραφή της από το σωματείο.

Η παράσταση

Η παράσταση του Μάνου Καρατζογιάννη «Για την Ελένη» μετά την πρεμιέρα της, στο πλαίσιο της πλατφόρμας νέων δημιουργών «Θέμα Εμφύλιος» της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, επέστρεψε στον καινούργιο, καλόγουστο και ανακαινισμένο, θεατρικό χώρο του σκηνοθέτη και ηθοποιού Δημήτρη Λάλου, Θέατρο Tempus Verum-Εν Αθήναις, από τις 12 Οκτωβρίου 2016. Στην παράσταση, που παρουσιάζει για πρώτη φορά στη σκηνή την τραγική ιστορία της μεγάλης Ελένης Παπαδάκη, η Ηθοποιός επιστρέφει στο χώρο της για να αφηγηθεί το εμφύλιο κύτταρο του Θεάτρου, του τόπου της, του καιρού της.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης με το έργο του σκιαγραφεί τις αγωνίες και τη θέληση της γυναίκας και της καλλιτέχνιδας για ζωή και δημιουργία. Τα στοιχεία της Παπαδάκη που επεξεργάζεται στο κείμενό του είναι η καλλιτεχνική της αξία, το βίαιο άδικο τέλος της και η επιθυμία της να μείνει αμέτοχη στις πολιτικές εξελίξεις, εστιάζοντας στην τέχνη της. Μέσα από την Παπαδάκη διαφαίνεται η ατμόσφαιρα της εποχής, η ψυχολογία της μάζας, η χολή και το όξος των αντιπάλων της, ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία, η παράκρουση του Εμφυλίου. Με ωραία γλώσσα, με τρυφερές αλλά και δραματικές στιγμές, δηκτικός, δημιουργεί ένα λιλιπούτειο πανόραμα της ζωής κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Εστιάζει στη στάση ζωής της Ελένης Παπαδάκη, η οποία στέκεται απέναντι σε οποιαδήποτε στράτευση, προτιμώντας να αφοσιωθεί στην υποκριτική, χτίζοντας μια αλληγορία για τη διαχρονική θέση της τέχνης απέναντι στην πολιτική. Δίχως κραυγές και μεγαλοστομίες, το έργο αφήνει μια πικρή γεύση μαζί με οργή για την αδικία, αλλά παράλληλα δίνει γλαφυρά την εικόνα του τι σημαίνει εμφύλιος αλληλοσπαραγμός, αδελφοκτόνος πόλεμος και ποια είναι τα θύματά του.

Παράλληλες ιστορίες

Η Θεανώ Γαλάτη του Γιώργου Θεοτοκά είναι μια παράλληλη ιστορία που δίδει χρώμα σε ολόκληρη τη δράση. Στον Μάνου Ελευθερίου η Παπαδάκη βρίσκεται στο επίκεντρο του μύθου, αφορμή και κατάληξη της πλοκής. Ο συγγραφέας ακολουθεί μια λοξή προσέγγιση στο παρελθόν. Θέτει ως υπόθεση ότι η Παπαδάκη δεν σκοτώθηκε στα Δεκεμβριανά και αναζητεί, έκτοτε, την τύχη της, διερευνώντας παράλληλα τις αιτίες της δολοφονίας της. Για τον Μισέλ Φάις, η Ελένη Παπαδάκη αποτελεί τον δεύτερο πυλώνα της πλοκής μαζί με τη βιογραφία του Νίκου Ζαχαριάδη, σε ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που εντάσσει την σύγχρονη ελληνική ιστορία μέσα στα όρια μιας οικογενειακής σάγκα.

Τανγκό με τον εκτελεστή

Εισερχόμαστε στο “Tempus Verum-Εν Αθήναις”, στη σκηνή του μας υποδέχεται ένα λιτό διχοτομημένο πατάρι (Σκηνικό: Γιάννης Αρβανίτης). Ακούγεται, χωρίς στίχους, τη “Τανγκό της θεατρίνας”. Το τραγούδι που η ίδια η Παπαδάκη είχε τραγουδήσει. Φορώντας ένα υπέροχο λευκό μακρύ φόρεμα και τυλιγμένη με τη γούνα της (Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα), καλοχτενισμένη, αρχοντική, υπερήφανη, η Ελένη Παπαδάκη / Μαρία Κίτσου, αγγελικά όμορφη, εμφανίζεται ανάμεσα στο κοινό. Τα βήματά της αργά και αξιοπρεπή, με τα τακούνια να αντηχούν με σημασία στο διάδρομο. Ο προβολέας της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, της σπουδαίας κυρίας που φωτίζει τις ωραιότερες παραστάσεις, την εντοπίζει και την αγγίζει με σεβασμό και δραματικότητα. Ένας νεαρός, περίπου 23 χρονών, πετάγεται απότομα και την ακολουθεί. Είναι ο εκτελεστής της.

Ερμηνεύει, παίζοντας ταυτόχρονα με το διπλό πατάρι. Από μια βαλίτσα παλιά και πολυχρησιμοποιημένη αφήνει να ξεπηδήσουν επιστολές και ασπρόμαυρες κιτρινισμένες φωτογραφίες αλλοτινών θεατρίνων, συναδέλφων της. Βγάζει κριτικές και δημοσιεύματα, θεατρικά προγράμματα, κείμενα ρόλων. Τη βεντάλια της Λαίδης Γουίντερμιρ («Βεντάλια» του Όσκαρ Γουάιλντ). Την προίκα της σταδιοδρομίας της. Ξαφνιάζεται, γελά, χορεύει, υποκλίνεται. Μιλάει για τη μοιραία ημέρα. Για την κομβική ιστορική συγκυρία, μέσα στην οποία βρέθηκε μπλεγμένη. Για το δράμα. Συγκινείται και συγκινεί ανείπωτα.

Με λυτά μαλλιά γίνεται χορευτικό ζευγάρι με τον εκτελεστή της, που την τραβά, της επιτίθεται, τη φιλά, την ποθεί.

Αυτή τη φορά το “Τανγκό” ακούγεται με τη φωνή της.

Μέχρι που μια μικρή φλόγα από ένα κερί μένει ανάμεσα στις πέτρες να υμνεί το περίλαμπρο σώμα και πνεύμα της.

Ο θεατής στρέφει τα μάτια στην οθόνη, όπου υπό μορφή τίτλων πέφτουν τα λόγια που έγραψαν γι’ αυτήν ο Άγγελος Σικελιανός και ο Αλέξης Σολομός.

Ερμηνεία

Η τόσο ταλαντούχα Μαρία Κίτσου μας δίνει μια εκπληκτική ερμηνεία. Γεμάτη ποίηση και ενέργεια. Κοιτά το κοινό με βλέμμα βαθύ, ίσως και ευάλωτο, σίγουρα ευαίσθητο και αληθινό. Τολμηρή και παράτολμη, είναι η γυναίκα με παιδεία και προσωπικότητα. Έχει μιαν απαλή θλίψη αλλά και μιαν επιθετική άχνα στο λόγο και στα μάτια, μοιάζει με επιτύμβια κόρη σε στάση βαθύτατου στοχασμού. Μια γυναίκα που θέλει να πάρει πίσω τη θαμμένη ζωή της και να διεκδικήσει το δικαίωμα στη φιλία, στη δημιουργία, στην αγάπη.

Θαυμάσια στέκεται πλάι της και ο Σπύρος Κυριαζόπουλος, στο βουβό ρόλο του νεαρού εκτελεστή.

Ο Μάνος Καρατζογιάννης σκηνοθετεί το έργο του ως σύμβολο του δίπολου τέχνη – θάνατος.

Η παράστασή του είναι ένας πραγματικός έρωτας ομορφιάς και θεάτρου, ένας εναγκαλισμός ανθρώπινων παθών και Ιστορίας που συνοψίζουν ένα δράμα το οποίο ενδιαφέρει κάθε Έλληνα, κάθε θεατή.

Σημείωμα Σκηνοθέτη

Kαι με το μίσος περνάει ο καιρός. Και με το μίσος γεννιέται η παραφροσύνη και μένουνε μισοί οι λαοί και οι άνθρωποι.
Το θεματικό φεστιβάλ του Εθνικού Θεάτρου για τον εμφύλιο πόλεμο, από όπου γεννήθηκε η παράσταση, ήρθε όχι για να μας διχάσει, αλλά για να μας ενώσει σε έναν κοινό τόπο, σε μια τουλάχιστον κοινή πεποίθηση, όσο οι ιδεολογίες και τα συστήματα γύρω μας καταρρέουν.
Αυτόν τον τόπο αναζήτησα στην περίπτωση της Ελένης Παπαδάκη, η ιστορία της οποίας ζωντανεύει για πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή με τη Μαρία Κίτσου στο ρόλο της ηθοποιού και τον Σπύρο Κυριαζόπουλο σε εκείνον του εκτελεστή της.
Άλλωστε, στη σκηνή δικαιώνονται πρόσωπα αδικαίωτα…
Έτσι, η τραγική ηθοποιός – «θύμα με ονοματεπώνυμο» στα Δεκεμβριανά – επιστρέφει στο χώρο της, στη θεατρική σκηνή, για να αφηγηθεί το εμφύλιο κύτταρο του θεάτρου, του τόπου της, του καιρού της.
Έχουν ειπωθεί πολλά, όλα στα σκοτεινά, εκεί όπου «προχωρούσαν και οι ήρωες», που έσωσε η Παπαδάκη από το εκτελεστικό απόσπασμα λίγο πριν εκτελεστεί και η ίδια.
Ένα όμως είναι το σίγουρο: η Παπαδάκη δεν ήταν ο μέσος όρος.
Θεατρίνα, ανύπαντρη, με αμφιλεγόμενη προσωπική ζωή, καπνίστρια, οδηγός αυτοκινήτου, μεγαλοαστή, ιδιαιτέρως καλλιεργημένη μα πάνω από όλα μια σκηνική ιδιοφυΐα, όπως οι ίδιοι οι κριτικοί του θεάτρου μαρτυρούν.
Η προσωπική της ετερότητα συναντά τη δημόσια εμφύλια περίοδο της χώρας και κάπου εκεί γράφεται ίσως η πιο μελανή ιστορία του θεάτρου μας.
Πόσο ανεκτικοί είμαστε στο διαφορετικό, στο οποιοδήποτε ξένο όταν οι συνθήκες γύρω μας στενεύουν; Πώς καταλαβαίνουμε τα δραματικά πρόσωπα και όχι τα ίδια τα βιολογικά πρόσωπα που τα γεννάνε;
Τα μέσα και τα εργαλεία αλλάζουν, αλλά το θέμα και στα τρία ολότελα διαφορετικά έργα που καταπιάστηκα την τελευταία διετία (Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα; Σ’ εσάς που με ακούτε και Για την Ελένη) είναι το ίδιο: η ετερότητα και ο σεβασμός στο διαφορετικό.
Με τον ιστορικό νου του Μάνου Ελευθερίου, αφοσιωμένου συλλέκτη της προσωπικής ιστορίας της Παπαδάκη που μου παραχώρησε γενναιόδωρα την πρόσβαση στο αρχείο του, και με την παραπάνω καλλιτεχνική ανησυχία το πρόσωπο επιστρέφει στο φυσικό του χώρο.
Ίσως η παραφροσύνη του καιρού της γίνει το μέσο για να αρθρωθεί ολοκάθαρα το σημερινό αίτημα: μόνο μέσα από το σεβασμό στην προσωπική ιστορία του άλλου και όχι από συνήθη επαναστατικά τσιτάτα, ενδέχεται να έρθει η δημοκρατία που όλοι ονειρευόμαστε.
Μάνος Καρατζογιάννης

Συντελεστές

Κείμενο / Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης
Σκηνικό: Γιάννης Αρβανίτης
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Πούλιος
Μουσική σύνθεση τραγουδιού: Άρης Βλάχος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Φωτογραφίες: Κarol Jarek
Ερμηνεύουν: Μαρία Κίτσου (στο ρόλο της Ελένης) και Σπύρος Κυριαζόπουλος (στο ρόλο του βωβού εκτελεστή της)

Πληροφορίες

“Για την Ελένη”
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Τετάρτη & Πέμπτη στις 21:00
Εισιτήριο: 12 € κανονικό, 8 € μειωμένο
Διάρκεια: 60 λεπτά
Χώρος: Θέατρο Tempus Verum-Εν Αθήναις
Διεύθυνση: Ιάκχου 19, Γκάζι, 11854, Αθήνα.
(Το Θέατρο Eν Αθήναις βρίσκεται στην Ιάκχου, πρώτη παράλληλο της Πειραιώς, ακριβώς πίσω από την Τεχνόπολη δίπλα στο σταθμό του Μετρό «Κεραμεικός».)
Τηλέφωνο κρατήσεων: 210.34.25.170
Πρόσβαση: Μετρό – Στάση Κεραμεικός | Τρόλεϊ – Νο 21 (Στάση Παλαιά Αγορά, στην Τεχνόπολη)
Λεωφορείο – Νο 035, 049, 811, 815, 838, 914, Β18, Γ18, 731
(Στάση ΠΑΛ.ΑΓΟΡΑ, στην Τεχνόπολη)

Ελένη Παπαδάκη (1939)

Το μοναδικό σωζώμενο ηχητικό ντοκουμέντο της φωνής της Ελένης Παπαδάκη. Από συνέντευξη της στο BBC το 1939 στη διάρκεια επίσκεψης της στο Λονδίνο.

https://youtu.be/U7shHpFAqEo?t=3

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -