Cat Is Art

«Έχω μάτια στ’ αυτιά»: Κήπος με αρχαία μνημεία και σύγχρονη θλίψη στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ήταν ένα παράξενο συναίσθημα. Με τους σβησμένους ήχους του λιμανιού να ακούγονται περιστασιακά, μια νύχτα αυγουστιάτικη γεμάτη φωτεινά στίγματα, ζεστή, μυστήρια, ένιωσα ότι εμείς, το κοινό, δεν ήμασταν εκεί. Ή ίσως ήμασταν γείτονες ή καλοκαιρινοί επισκέπτες που ακροαζόμασταν από ευωδιαστούς κήπους και εξώστες, που κρυφοκοιτάζαμε την απελπισμένη γυναικεία φιγούρα στους τηλεφωνικούς θαλάμους να πενθεί τη σχέση της με τον άνθρωπό της, να πενθεί το “εμείς”. Σαν κάτι που ξεριζώνεται από μέσα της.
Νοτίζονταν οι φθόγγοι, μελίρρυτοι, στη συνδιάλεξη του περασμένου αιώνα. Το νιαούρισμα μιας γάτας ακουγόταν σαν ένας μηχανισμός «αυτο-παρηγοριάς» και παράπονου. Φεγγάρι μέσα στη βραδινή υγρασία η γυναίκα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο στη σκηνή εκτός από τον πόνο της. Και όμως στο άλλο άκρο του τηλεφώνου υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος: ο κόσμος του επί πέντε χρόνια εραστή της που την εγκατέλειψε.

«…Πέντε χρόνια τώρα ζω από σένα,/ περνάω την ημέρα μου περιμένοντάς σε./ Όταν αργείς, νομίζω πως πέθανες, / πεθαίνω όταν σε φανταστώ νεκρό,/ ξαναζώ όταν γυρίζεις / κι ύστερα, όσο είσαι κοντά μου,/ πεθαίνω από τον φόβο μου μη φύγεις…».

Η φημισμένη όπερα των Φρανσίς Πουλένκ – Ζαν Κοκτό «Ανθρώπινη Φωνή», με τον τίτλο «Έχω μάτια στ’ αυτιά» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή της Μικρής Επιδαύρου, σε μια τολμηρή σκηνοθετική σύλληψη της Μαρίας Πανουργιά.

Από τα πιο σπαρακτικά έργα του παγκόσμιου δραματολογίου για το τέλος του έρωτα και την απόγνωση της εγκατάλειψης. Η «Ανθρώπινη Φωνή», ένας από τους πλέον αγαπημένους μονολόγους στην ιστορία του θεάτρου, γράφτηκε από τον Ζαν Κοκτό ύστερα από μία προσωπική ερωτική αποτυχία. Ερμηνεύτηκε από μεγάλες ηθοποιούς και μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο από τον Ρομπέρτο Ροσελίνι, με πρωταγωνίστρια την Άννα Μανιάνι, ενώ στην Ελλάδα έχει παραμείνει σταθμός η ερμηνεία της Έλλης Λαμπέτη, το 1978.

 

Ο Φρανσίς Πουλένκ σε έργο του Ζαν Κοκτό

 

Σαράντα χρόνια φιλίας

Οι δύο φίλοι: Φρανσίς Πουλένκ – Ζαν Κοκτό

Έπειτα από σαράντα χρόνια φιλίας με τον Ζαν Κοκτό, ο Φρανσίς Πουλένκ συνέθεσε το 1958 τη μονόπρακτη αυτή «λυρική τραγωδία» πάνω στον ομώνυμο θεατρικό μονόλογο που έγραψε ο συγγραφέας το 1928. Κίνητρο και για τους δύο δημιουργούς υπήρξε το τέλος μιας επώδυνης ερωτικής σχέσης.
Αρχικά, ο εκδότης του είχε προτείνει στον Πουλένκ να συνθέσει τον μονόλογο για τη Μαρία Κάλλας, η οποία την εποχή εκείνη βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της. Ωστόσο, ο συνθέτης επέλεξε να συνεργαστεί με τη Γαλλίδα υψίφωνο Ντενίζ Ντιβάλ, της οποίας τη θυελλώδη ερωτική ζωή γνώριζε και η οποία μόλις πρόσφατα είχε ερμηνεύσει την Μπλανς στην όπερά του «Διάλογοι Καρμηλιτισσών», που είχε παρουσιαστεί με επιτυχία στη Σκάλα του Μιλάνου το 1957.
Η «Ανθρώπινη Φωνή» έκανε πρεμιέρα στην Κωμική Όπερα του Παρισιού στις 6 Φεβρουαρίου 1959 με την Ντιβάλ να ερμηνεύει τον ρόλο της Γυναίκας, υπό τη διεύθυνση του Ζορζ Πρετρ και με τον Ζαν Κοκτό να υπογράφει τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης.
Στη μονόπρακτη αυτή όπερα ο συνθέτης καταφέρνει να διατηρεί τη συναισθηματική ένταση του μονολόγου, κάνοντας μία ομαλότερη προσέγγιση στην προσωπική τραγωδία που ζει η ηρωίδα.

Ένα αποχαιρετιστήριο τηλεφώνημα

Η ευρηματική και πολυσύνθετη καλλιτέχνιδα Μαρία Πανουργιά προσέγγισε σκηνοθετικά το έργο με έναν τελείως διαφορετικό και ανατρεπτικό τρόπο.
Το κοινό παρακολούθησε το συγκλονιστικό μονόλογο μιας γυναίκας που βρίσκεται σε απόγνωση μπροστά στην εγκατάλειψη, μέσα από τη δύναμη της κάθε τέχνης ξεχωριστά, ανακαλύπτοντας τους τρόπους με τους οποίους αυτές συνδέονται μεταξύ τους και ενίοτε αλληλοσυμπληρώνονται. Ύστερα από πέντε χρόνια μια σχέση έφτασε στο τέλος της. Εκείνος της έχει υποσχεθεί ότι θα της κάνει το αποχαιρετιστήριο τηλεφώνημα κι εμείς παρακολουθούμε αυτή την τελευταία επικοινωνία ακούγοντας μόνο τη γυναίκα, η οποία σταδιακά απελπίζεται όλο και περισσότερο και στο τέλος καταρρέει.

Πέντε χορευτές-ηθοποιοί, σε ξεχωριστούς τηλεφωνικούς θαλάμους, πλαισίωναν την κεντρική ηρωίδα, που ερμήνευσε η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη, και μας συμπαρέσυραν στη δίνη της αγωνίας και των ονείρων της. O σκηνικός χώρος αντανακλούσε όλες αυτές τις ψυχολογικές της διακυμάνσεις, υπό τους ήχους του πιάνου της Μαρίας Παπαπετροπούλου.

Η ηρωίδα είναι μια κομψή, ευαίσθητη και εκλεπτυσμένη γυναίκα. Ο πρώην εραστής της παντρεύεται την επόμενη μέρα, αφήνοντάς τη μόνη της, απογοητευμένη και αυτοκαταστροφική. Το τηλέφωνο παίζει κεντρικό ρόλο στο έργο. Ένα απάνθρωπο αντικείμενο που τροφοδοτεί το άγχος της, ένα αδυσώπητο όπλο που προκαλεί τρόμο και τελικά γίνεται το πραγματικό όργανο της αυτοκτονίας της. Το σώμα της ασφυκτιά μέσα στις λέξεις που σημαίνουν το τέλος και οι λυγμοί κλονίζουν τη λογική λειτουργία των πράξεών της.

 

 

Το τηλέφωνο

Η κατάσταση στο έργο του Κοκτό είναι ιστορικά μοναδική, γιατί ενσωματώνει την ταχεία είσοδο του τηλεφώνου στην αστική ζωή τη δεκαετία του 1920. Τη δεκαετία αυτή επιτυγχάνεται η εγγραφή ηλεκτρικού ήχου και εγκαινιάζονται τα πρώτα αυτόματα τηλεφωνικά κέντρα.
Αυτή η νέα… απάνθρωπη εφεύρεση είναι πλέον ο πρωταρχικός μεσολαβητής της «ανθρώπινης φωνής». Αυτός γίνεται ο φορέας και ο ήχος της «ψυχής», που διασπάται σε ηλεκτρικά σήματα και ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός -η ίδια η ουσία της οικειότητας είχε καταλυθεί. Η ηρωίδα παλεύει να κερδίσει αυτόν που αγαπά με μόνο της μέσο άμυνας ή επίθεσης μια τηλεφωνική συσκευή. Η τεχνολογία της επικοινωνίας έχει αλλάξει σίγουρα τα τελευταία 100 χρόνια, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να προκαλέσει ψυχολογικά τραύματα φαίνεται ότι είναι μάλλον διαχρονικός.
Με μια απελπισία που προσπαθεί ματαίως να κρυφτεί κάτω από μια προσποιητή άνεση, η γυναίκα μάς μιλάει για τον έρωτα, τη μοναξιά, την εγκατάλειψη, την προδοσία, το ψέμα και την αλήθεια, την απόγνωση, τη λατρεία, το πάθος, την απόρριψη, την απώλεια, το αδιέξοδο των σχέσεων: αισθήματα που φιλοξενούνται σ’ αυτό το διαχρονικό κείμενο του Ζαν Κοκτό και δεν αλλάζουν όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές.
Ο περίφημος μονόλογος του Κοκτό είναι ένας συγκινητικός επίλογος μιας ερωτικής σχέσης. Για όσους είναι σε θέση να εκτιμήσουν τις λεπτές του στιγμές, είναι έργο ιδιοφυΐας, αποκαλύπτοντας γυμνά συναισθήματα που σπάνια εκτίθενται στη σκηνή με τέτοιο ρεαλισμό.

 

 

Οι συντελεστές και οι ερμηνείες

Η Μαρία Πανουργιά «διάβασε» την ερωτική αυτή ιστορία με τρόπο διεισδυτικό και οδήγησε την παράσταση σε μια σύγχρονη οπτική. Δημιούργησε στην ορχήστρα της Μικρής Επιδαύρου ένα μνημείο χωρισμού, έναν κήπο με αρχαία μνημεία και σύγχρονη θλίψη. Καλλωπιστικά φυτά, ένα πιάνο με ουρά, ατάκτως ερριμμένοι επτά νοσταλγικά γερασμένοι τηλεφωνικοί θάλαμοι. Αξιομνημόνευτοι χώροι που αποτελούσαν κάποτε και ένα είδος ιδιωτικότητας στο δημόσιο χώρο. Προσέφεραν προστασία από τις καιρικές συνθήκες και τα αυτιά τρίτων. Στην παράσταση αξιοποιούνται σαν ένα μνημείο πεσόντων στο βωμό του έρωτα, όπου κατατίθεται το τελευταίο τηλεφώνημα ως φόρος τιμής σε μια σχέση που τέλειωσε.
Οι ηθοποιοί – χορευτές, ως άνθρωποι που έχουν βιώσει έναν ανεπιθύμητο επώδυνο χωρισμό, αφήνουν ενθύμια από τις πρώην σχέσεις τους, πληγές που πονάνε, παγίδες του παρελθόντος, καθώς ο έρωτας μπορεί να θεωρηθεί κι ένα είδος εξάρτησης.
Ο Χορός, που αποτελείτο από πέντε ικανότατους ηθοποιούς – χορευτές, τους Στέλλα Βογιατζάκη, Αλέξανδρο Λασκαράτο, Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Γιάννη Παπαδόπουλο, Φιντέλ Ταλαμπούκα, ενίσχυσε τη δραματική ένταση της παράστασης, κρατώντας και το ρόλο του απόντα εραστή.

Η πιανίστα Μαρία Παπαπετροπούλου σ’ ένα συντονισμό μυαλού, σώματος και ψυχής, σε μια αστείρευτη επίδειξη παθιασμένης απελπισίας, εξασφάλισε στην παράσταση μια μοναδική συναισθηματική ενότητα. Οι νότες συνόδευαν την ηρωίδα σε όλα τα συναισθήματα που τη διέλυαν: αγάπη, μίσος, απόγνωση, λύπη.

Η σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη με την αριστοτεχνική ερμηνεία της μάς καθήλωσε, μια περίφημη τραγουδίστρια και μια εξίσου συγκλονιστική ηθοποιός με εξαιρετική εστίαση στο ρόλο. Υποδύθηκε άψογα τη γυναίκα που βρίσκεται μπροστά στη δίνη ενός πεθαμένου έρωτα, περνώντας από την τρυφερότητα στο πάθος, από τις απειλές της αυτοκτονίας στην ηρεμία, από τη θλίψη στη βία. Μια ηρωίδα μπροστά στο τέλμα, την εμμονή και τη νευρική εξάντληση.

Η Μυρτώ Λάμπρου έκανε μια αρμονική και εντυπωσιακή προσθήκη στην αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του αρχαίου θεάτρου. Μια σύνθεση γεμάτη αρωματική ομορφιά, με έντονους χρωματικούς συνδυασμούς. Όμορφα ερεθίσματα στην όραση έδωσε και η Ελίζα Αλεξανδροπούλου με τους καλομελετημένους φωτισμούς της.
Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είχαν μια γεύση απλότητας και αυθεντικής νεωτερικότητας αντανακλώντας τον τρόπο ζωής της δεκαετίας του ’60.

Η δουλειά της χορογράφου Ζωής Χατζηαντωνίου είχε χαρακτήρα παθιασμένο, ζωντανό, πειθαρχημένα ελεύθερο, απαλλαγμένο από στερεοτυπικές φιγούρες, με εκφραστικό και συμβολικό απόσταγμα στην αλληλουχία των κινήσεων.

Η παράσταση

Σ’ αυτή την αριστοτεχνική παρουσίαση της “Ανθρώπινης Φωνής” σε αρχαίο θέατρο, που έγινε με στυλ και αισθητική, είδαμε πόσο εμπνευσμένα μπορεί να διαβαστεί σήμερα ένα έργο που γράφτηκε πριν από σχεδόν 100 χρόνια.

Αυτό που πέτυχε αυτή η ομάδα ήταν τόσο η σαφήνεια όσο και η ομορφιά. Ένα αξιόλογο θέατρο όπερας με τίτλο «Έχω μάτια στ’ αυτιά», που βύθισε τους θεατές στα απύθμενα πεδία των ανθρώπινων σχέσεων, στα στοιχεία εκείνα που κάνουν τη συνύπαρξη μια καθημερινή πρόκληση αλλά και ένα καθοριστικό έναυσμα για αλλαγή. Με λίγα λόγια ήρθαμε σε επαφή με τον παράλογο, αλλά και τόσο μαγευτικό κόσμο των ανθρώπινων συναισθημάτων.

 

 

Ταυτότητα παράστασης

Μυρσίνη Μαργαρίτη – Μαρία Παπαπετροπούλου – Μαρία Πανουργιά
«Έχω μάτια στ’ αυτιά»
Η ανθρώπινη φωνή του Φ. Πουλένκ, βασισμένο στον μονόλογο του Ζαν Κοκτό
Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου
7 & 8 Αυγούστου 2020

***

Μουσική Francis Poulenc
Λιμπρέτο Jean Cocteau
Μετάφραση Μάριος Πλωρίτης
Σκηνοθεσία Μαρία Πανουργιά
Σύμβουλος δραματουργίας Γιάννης Κωνσταντινίδης
Σκηνογραφία Μυρτώ Λάμπρου
Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη
Φωτισμοί Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Κίνηση Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική προετοιμασία Μαρία Παπαπετροπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη Γιώργος Παπαδάκης
Βοηθός σκηνογράφου Σωτήρης Μελανός
Ερμηνεία Μυρσίνη Μαργαρίτη σοπράνο, Μαρία Παπαπετροπούλου πιάνο
Χορός Στέλλα Βογιατζάκη, Αλέξανδρος Λασκαράτος, Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Φιντέλ Ταλαμπούκας
Διεύθυνση – Οργάνωση παραγωγής Αναστασία Γεωργοπούλου – Ανζελίκα Καψαμπέλη
Εκτέλεση παραγωγής KartProductions – Μαρία Ξανθοπουλίδου
Ευχαριστίες Ιφιγένεια Νταουντάκη, Kωνσταντίνος Σαββάκης

Οι ελληνικοί υπέρτιτλοι προέρχονταν από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

***

 

 

Ο Ζαν Κοκτό (Jean Cocteau, 5 Ιουλίου 1889 – 11 Οκτωβρίου 1963) ήταν Γάλλος ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ζωγράφος και σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Υπήρξε ένας από τους πιο πολυσχιδείς καλλιτέχνες του Mεσοπολέμου, μέλος της γαλλικής πρωτοπορίας. Επιδόθηκε στην ανάπλαση και υπερρεαλιστική ερμηνεία των ελληνικών μύθων (Ορφέας, Αντιγόνη, Οιδίποδας, Ολέθρια μηχανή), θήτευσε στο ψυχολογικό θέατρο και ασπάστηκε το νεορομαντισμό. Από τις γνωστότερες ταινίες του είναι: Η πεντάμορφη και το τέρας και οι Τρομεροί γονείς (από το θεατρικό του έργο).

Γεννήθηκε στο Μεζόν-Λαφίτ, κοντά στο Παρίσι, το 1889 και πέθανε στο Μιλί-λα-Φορέ, κοντά στο Παρίσι, το 1963 σε ηλικία 74 ετών. Ήταν γιος εύπορου Παριζιάνου συμβολαιογράφου και μορφώθηκε στο Λύκειο Κοντορσέ.

Επιδεικνύοντας ταλέντο στην ποίηση, το μυθιστόρημα και το θέατρο, στη ζωγραφική, στο σενάριο και τη μουσική κίνηση της χώρας του, ο Κοκτό δημοσίευσε την πρώτη συλλογή ποιημάτων του “Το λυχνάρι του Αλαντίν” (La Lampe d’ Aladin) το 1909, σε ηλικία μόλις 18 χρόνων. Στις ποιητικές συλλογές του που ακολούθησαν, “Ο άστατος πρίγκιπας” (1910), “Ο χορός του Σοφοκλέους” (1912) και το “Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας” (1919), διακρίνεται από μια αβρότητα και χάρη στο ύφος κι έναν πλούτο φαντασίας. Το ίδιο παρατηρείται και στα μυθιστορήματά του, όπως για παράδειγμα στο “Θωμά τον απατεώνα” (Thomas l’ imposteur, 1923) και στα “Τρομερά παιδιά” (Les Enfants terribles, 1929). Όλο το έργο του, ακόμα και τα φιλοσοφικά και κριτικά του δοκίμια, διαπνέεται από ένα αίσθημα παιδικής αφέλειας μαζί με μια αγωνία αναζήτησης.

Στο θέατρο άρχισε τη σταδιοδρομία του το 1923 με τους “Νεόνυμφους του Πύργου του Άιφελ” (Les Mariés de la Tour Eiffel), με μια τάση φυγής από το στυλ του ρεαλισμού που επικρατούσε και ανάπτυξης της αξίας του αυτοσκοπού στη θεατρική τέχνη. Στη συνέχεια με τον “Ρωμαίο και Ιουλιέτα” (1924), τον “Ορφέα” (1927), την “Αντιγόνη” (λιμπρέτο στην όπερα του Χόνεγκερ) και τον “Οιδίποδα τύραννο” (λιμπρέτο στην όπερα – ορατόριο του Ιγκόρ Στραβίνσκι) το 1928, την “Ανθρώπινη φωνή” (1930), την “Ολέθρια μηχανή” (La Machine infernale, 1934), τους “Ιππότες της στρογγυλής τραπέζης” (Les Chevaliers de la Table ronde, 1937), τους “Τρομερούς γονείς” (Les Parents terribles, 1939), τη “Γραφομηχανή” (La Machine à écrire, 1941) και το “Δικέφαλο αετό” (L’Aigle à deux têtes, 1946), κηρύσσεται υπέρ των νεωτεριστικών ιδεών, συνεργάζεται με Γάλλους της πρωτοπορίας κι εμφανίζεται διαδοχικά ως φουτουριστής, σουρεαλιστής, κυβιστής ή ντανταϊστής.

Επηρεασμένος από το σουρεαλιστικό κίνημα και τους πρωτοπόρους της αφηρημένης τέχνης στη ζωγραφική και τη γλυπτική, ο Κοκτό πειραματίζεται και μεταφέρει τις τάσεις αυτές της εποχής του και στο θέατρο, όπως στην “Παρέλαση” (Parade, 1917) σε σκηνικά Πικάσο και μουσική του Ερίκ Σατί (Satie) και “Το Βόδι πάνω στη Στέγη” (Le Boeuf sur le Toit, 1920) σε σκηνικά Ντιφί και μουσική του Νταριούς Μιλό (Milhaud).

Από τους συγγραφείς που είχαν επιρροή στο έργο του είναι ο Εντμόν Ροστάν, ο Ραϊμόν Ραντιγκέ, ο Κατιλ Μαντές, η Κόμισσα ντε Νοάιγ, μα πιο πολύ ο Αντρέ Ζιντ. Ο Κοκτό όμως δεν περιορίστηκε στη συγγραφή των έργων του. Έλαβε κι ο ίδιος ενεργό μέρος ως ηθοποιός, παραγωγός, σκηνογράφος. Έγραψε για χορόδραμα, μιούζικαλ, τσίρκο, κινηματογραφικές ταινίες (όπως π.χ. η σουρεαλιστική ταινία “Η ωραία και το κτήνος”, 1946). Συνεργάστηκε με ονόματα όπως ο Φρανσουά Κοπό, ο Άρθουρ Χόνεγκερ, συνθέτης του μουσικού δράματος “Βασιλιάς Δαβίδ”, ο Πικάσο και ο Μοντιλιάνι, ο Σερζ Ντιαγκιλέφ, ο μεγάλος Ρώσος χορογράφος και σκηνοθέτης, ιδρυτής των περίφημων “Ρωσικών μπαλέτων” κ.ά.

Ο Ζαν Κοκτό πέθανε στις 11 Οκτωβρίου του 1963, μία ημέρα μετά την Εντίθ Πιάφ. Ο Ζαν Κοκτό και η Εντίθ Πιάφ, σε ένα από τα περίεργα παιχνίδια της μοίρας, διασταυρώθηκαν το 1940 όταν η Πιάφ ερμήνευσε αλησμόνητα τον Ωραίο αδιάφθορο, που ο Κοκτό είχε γράψει ειδικά για εκείνη.

Προσωπική ζωή

Υπήρξε φίλος για δεκαετίες με τον Πάμπλο Πικάσο και ήταν ένας από τους κουμπάρους στον γάμο του Ισπανού ζωγράφου με την Ολγα Χοχλόβα. Επίσης, ήταν φίλος με τον Μαρσέλ Προυστ, τον Αντρέ Ζιντ και τον δισέγγονο του Βίκτωρος Ουγκώ, Ζαν. Από το 1937 ως τον θάνατό του είχε σχέση με τον ηθοποιό Ζαν Μαρέ.

 

 

Ο Φρανσίς Ζαν Μαρσέλ Πουλένκ (Francis Poulenc, 7 Ιανουαρίου 1899 – 30 Ιανουαρίου 1963) ήταν Γάλλος συνθέτης, γνωστός για τη συμμετοχή του στην Ομάδα των Έξι. Έγραψε μουσική για πιάνο, χορωδιακά, μπαλέτα, όπερες και ήταν ένας από τους πρώτους συνθέτες που ευθύνονται για την αναβίωση του τσέμπαλου.

Ο Πουλένκ γεννήθηκε στο Παρίσι, όπου ο πατέρας του -Εμίλ- ήταν διευθυντής της γνωστής φαρμακευτικής εταιρείας Rhône-Poulenc. Η μητέρα του Jenny Royer, ερασιτέχνιδα πιανίστα, του έδωσε τα πρώτα μαθήματα μουσικής και το ταλέντο του για τη σύνθεση δεν άργησε να φανεί. Κατ’ απαίτηση του πατέρα του δεν σπούδασε μουσική, αλλά έλαβε μια γενική εκπαίδευση. Ωστόσο, το 1914 γνωρίζει τον Ricardo Viñes, Καταλανό καθηγητή, ο οποίος τον μυεί στη μουσική της εποχής του. Με την καθοδήγησή του εκτίθεται στη μουσική του Ντεμπισί, του Στραβίνσκι και του Ερίκ Σατί· παράλληλα του γνωρίζει τον Ζαν Κοκτό, τη Μαρσέλ Μεγιέ, τον Σατί, αλλά και τον Ντάριους Μιγιό.

Το 1915 πεθαίνει η μητέρα του και δύο χρόνια αργότερα ο πατέρας του. Αναγκάζεται να μετακομίσει στο σπίτι της αδερφής του, ενώ χάρη στον παιδικό του φίλο Raymonde Linossier ανακαλύπτει τους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού. Γνωρίζεται με τον Λουί Αραγκόν, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Πολ Ελιάρ και τον Γκιγιόμ Απολινέρ, από τους οποίους επηρεάζεται βαθιά και το 1917 γράφει το πρώτο του έργο, τη “Μαύρη Ραψωδία”, για βαρύτονο και οργανικό σύνολο.

Με τη λήξη του πολέμου γνωρίζεται με τον Μανουέλ ντε Φάλια και με τη βοήθεια του Στραβίνσκι εκδίδει τα πρώτα του έργα. Γράφει κύκλους τραγουδιών σε ποίηση του Απολινέρ και του Κοκτό, οι οποίοι παρουσιάζονται με επιτυχία σε αίθουσες του Παρισιού. Το 1920 σχηματίζεται η Ομάδα των Έξι, στην οποία γίνεται μέλος· την ομάδα απαρτίζουν και οι Ορίκ, Χόνεγκερ, Ντάριους Μιγιό και ο Ταϊγεφέρ και θεωρείται ότι πρεσβεύουν ένα είδος αντίδρασης απέναντι στη μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ και τον Ιμπρεσιονισμό. Τον επόμενο χρόνο γνωρίζεται με τον Σερζ Ντιαγκίλεβ, διευθυντή των περίφημων Ρώσικων Μπαλέτων. Το πιο σημαντικό γεγονός ωστόσο είναι η έναρξη σπουδών πιάνου με τον Σαρλ Κέχλιν· τα μαθήματα θα κρατήσουν τέσσερα χρόνια και ο Πουλένκ θα μάθει αντίστιξη και αρμονία, κάτι που θα του χρησιμεύσει αργότερα, όταν ασχοληθεί με τη σύνθεση χορωδιακών έργων. Από την ίδια περίοδο προέρχονται το μπαλέτο “Les Biches”, η “Σονάτα για κλαρινέτο και φαγκότο” και η “Σονάτα για κόρνο, τρομπέτα και τρομπόνι”. Συναντά επίσης τους Δωδεκαφθογγιστές Άλμπαν Μπεργκ, Άντον Βέμπερν και Άρνολντ Σένμπεργκ, ενώ η διάσημη τσεμπαλίστα Βάντα Λάντοβσκα του παραγγέλνει ένα κοντσέρτο για τσέμπαλο.

Ήδη μέχρι το 1927 έχει χάσει αρκετούς ανθρώπους από το κοντινό του περιβάλλον· ο χαμός τους αποδεικνύεται μεγάλο πλήγμα για τον ίδιο και συχνά πέφτει σε κατάθλιψη. Αποφασίζει να μετακομίσει σ’ ένα εξοχικό σπίτι, κοντά στο Νουαζέ, όπου μπορεί να συνθέτει απρόσκοπτα. Λίγα χρόνια αργότερα χάνει την επιστήθια φίλη του Raymonde Linossier, άλλο ένα πλήγμα που τον βυθίζει στο ψυχικό σκοτάδι. Η σχέση του μαζί της είναι ακαθόριστη, καθώς ο Πουλένκ διατηρεί σχέσεις και με τα δύο φύλα· ο μεγάλος του έρωτας είναι ο ζωγράφος Richard Chanlaire, στον οποίο και αφιερώνει το “Αγροτικό Κοντσέρτο” (Concert champêtre). Ο Πουλένκ σε όλη τη διάρκεια της ζωής του βιώνει μια εσωτερική πάλη, προσπαθώντας να συμβιβάσει την έλξη του για το ίδιο φύλο και τις επιταγές της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, της οποίας είναι πιστός από μικρή ηλικία. Η αντιδιαστολή ανάμεσα στα δύο είναι κάτι που διαφαίνεται στην εξέλιξη του έργου του, καθώς σταδιακά η μουσική του προσλαμβάνει ένα πιο αυστηρό και θλιμμένο ύφος.

Το 1936 σκοτώνεται σε αυτοκινητικό δυστύχημα ο φίλος και συνάδελφός του Pierre-Octave Ferroud, γεγονός που τον συντρίβει· το σοκ είναι τόσο μεγάλο που αλλάζει όλο του το είναι και λειτουργεί ως ένα είδος θρησκευτικής αποκάλυψης. Επισκέπτεται το μνήμα της Μαύρης Παρθένου στη Ροκαμαδούρ και έκτοτε αφιερώνεται αποκλειστικά σχεδόν στη σύνθεση θρησκευτικής μουσικής. Μέχρι το 1947, οπότε και επιστρέφει στο Παρίσι, γράφει συστηματικά χορωδιακά κομμάτια, αλλά και άλλα έργα, που παρουσιάζονται στο Παρίσι και το Λονδίνο. Ορισμένα μάλιστα διευθύνονται από τη μουσικοπαιδαγωγό Νάντια Μπουλανζέ, ενώ το Κοντσέρτο για δύο πιάνα εκτελείται από τον ίδιο και τον πιανίστα Pierre Bernac. Αρχίζει επίσης περιοδείες στην Αμερική, όπου παίζει και διευθύνει έργα του. Η περιοδεία συνεχίζεται το 1954 στην Αίγυπτο και την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ τον επόμενο χρόνο δέχεται άλλο ένα πλήγμα. Πεθαίνουν οι Αντριέν Μονιέ, Λισιέν Ρουμπέρ και ο συνθέτης Αρθούρ Χόνεγκερ και μέσα σ’ ένα κλίμα βαθιάς θλίψης ολοκληρώνει την όπερα Διάλογοι των Καρμελιτών.

Το 1963 πεθαίνει από καρδιακή ανακοπή στο σπίτι του στο Παρίσι. Σύμφωνα με τη θέλησή του, η κηδεία είναι απλή, με μουσική υπόκρουση του Μπαχ και ενταφιάζεται στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ, στον οικογενειακό του τάφο.

Ο Φρανσίς Πουλένκ ήταν ίσως ο δημοφιλέστερος από τους συγχρόνους και νεότερούς του συνθέτες. Με τα έργα του εξελίχθηκε και έφθασε στο κορύφωμά της μία κατ’ εξοχήν γαλλική μορφή, η “μελωδία”.

Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Έχω μάτια στ’ αυτιά»: Κήπος με αρχαία μνημεία και σύγχρονη θλίψη στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου

Related Posts