36.8 C
Athens
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Ντόμινο Τυφλών Σωμάτων

Πάνω: John Keats, ο ποιητής

 

Γράφει η Μαρία Γεωργαντά

«Now, the reason why I do not feel at the present moment so far from you is that I remember your ways and manners and actions; I know your manner of thinking, your manner of feeling : I know what shape your joy and sorrow would take, I know the manner of your walking, standing, sauntering, sitting down, laughing, punning, and every action so truly that you seem near to me. You will remember me in the same manner- and the more when I tell you that I shall read a passage of Shakespeare every Sunday at ten o’ clock- you read one at the same time and we shall be as near each other as blind bodies can be in the same room».
Επιστολή του Keats το 1818. Της την είχε δώσει γραμμένη με πένα σε ένα κίτρινο χαρτί. Έτσι «πρόσταζε» το εθιμοτυπικό του ενός χρόνου. Συμβολικά. Ουσιαστικά; «Ρομαντική κίνηση, σχεδόν Συναρπαστική!» είχε σκεφτεί τότε – το χαρτί φυλασσόταν στο χέρι της ακέραιο και απόλυτα προστατευμένο από την παραμικρή υπόνοια «ραγάδας». Και τα λόγια «ιερά» φυλαγμένα σαν κειμήλιο – τα διάβαζε κάθε μέρα την ίδια ακριβώς ώρα με την ίδια ακριβώς ένταση.
Τώρα το κίτρινο αυτό χαρτί είναι ταλαιπωρημένο – ίσα που διακρίνεται από τις πολλές τσακίσεις. Κάθε φορά, που πέφτει στα χέρια της, το διπλώνει ξανά και ξανά με τη μανία ενός εκκολαπτόμενου ταχυδακτυλουργού, ελπίζοντας πως το χαρτί θα εξαφανιστεί μαζί με τα «στοιχειωμένα» λόγια του. Η αποτυχία σε κάθε επανάληψη η ίδια – καλύτερη ή χειρότερη, αλλά η ίδια.
Τίποτα δεν την ενοχλούσε – η σκέψη, που «βάφτιζε» το συναίσθημα, είχε απενεργοποιηθεί πια. Τίποτα, εκτός από αυτή την τελευταία ατάκα της επιστολής- τι και αν ήταν του 1818; «We shall be as near each other as blind bodies can be in the same room». Κάθε φορά, που της ερχόταν στο μυαλό, παρακαλούσε, να μην αναγνωρίζεται καμία λέξη από τον εγκέφαλό της. «Θα είμαστε τόσο κοντά ο ένας στον άλλον σαν τυφλά σώματα στο ίδιο δωμάτιο». Τα γνώριζε καλά αυτά τα «τυφλά σώματα» – είχε υπάρξει και η ίδια. Σε στιγμές που πλησίαζε κάπου, αλλά δεν έφτανε τελικά. Σε στιγμές που άγγιζε, αλλά δεν ένιωθε. Σε στιγμές που κοίταζε, αλλά δεν έβλεπε. Ήξερε, ότι ένα «τυφλό σώμα» είναι αόρατο – γίνεται αόρατο – για να επιβιώσει στο σκοτάδι. Δεν αφήνει το φως των άλλων, να μπαίνει μέσα του. Στο «τυφλό σώμα» ο Εγωισμός είναι ο «κλειδούχος», πόσο «κοντά» να φτάσει και μέχρι πού; Δεν καίγεται η ψυχή!

Ναι, είχε δει «τυφλά σώματα», να πάλλονται στο κρεβάτι, αποκτώντας σάρκα για όσο διαρκεί η ηδονή. Και άλλα να επιπλέουν σε μανιασμένα κύματα με σωσίβια ή χωρίς – με ελπίδα ή χωρίς. Και κάποια να αιωρούνται στο κενό από «χτυπήματα», που δεν όρισαν, που δεν πρόλαβαν. Να εκτοξεύονται σαν πυροτεχνήματα σε μια μεριά του δρόμου – ίσα για να φανεί πόσο εύθραυστα είναι.

Fanny Brawne, η παραλήπτρια των επιστολών
Τα περισσότερα τα βλέπει ακόμα. Τα συναντάει γύρω της. Το καθένα κουβαλάει το δικό του σκοτάδι – άλλοτε λέγεται «ναρκισσισμός», άλλοτε «ατομικισμός», άλλοτε απλώς «Εγώ». Σαν φαντάσματα τριγυρνάνε όλα, περιμένοντας κάποιον – όποιον – να τους δώσει μορφή…

Και τώρα; Πολλά «τυφλά σώματα» έχουν μαζευτεί στο ίδιο δωμάτιο και δεν υπάρχει πουθενά οδηγός. «Πιστεύεις στο Θεό;» μια φωνή γεμίζει το κενό. «Φτάνει μόνο εγώ;» ακούγεται εκείνη με δισταγμό. «Δεν είσαι μόνη σου, αν κάνεις την αρχή» επιμένει η φωνή. «Αρχή; Ποια Αρχή; Ποιανού Αρχή; Στο Τέλος είμαστε!» απαντάει εκείνη, διπλώνοντας το κίτρινο χαρτί με τον Keats του 1818 στα 2, 4, 8. «Στο Τέλος είμαστε! Σκοτάδι!» επιμένει, αυτή τη φορά διπλώνοντας στα 12, 16, 20. «Καλό είναι και το σκοτάδι! Σβήνεις τα ίχνη σου μέσα του και ξαναπάς στην αρχή! Στην Αρχή είμαστε!» απαντάει η φωνή και συνεχίζει «Αντί να τσακίζεις ένα κίτρινο χαρτί με λόγια άηχα, γιατί δεν κινείς ένα ντόμινο σωμάτων;» τα χέρια εκείνης σταματούν για λίγο, αφήνοντας τον Keats να ανασάνει. «Είναι τυφλά, τι ντόμινο να γίνει; Δες τα! Πιστεύουν, ότι είναι ήδη κοντά και ας βρίσκονται καρδιές και καρδιές μακριά…» τώρα το χαρτί δεν έπαιρνε άλλο δίπλωμα, είχε σκληρύνει από τις τσακίσεις – σαν να κρατούσε άμυνα – και την πονούσε όσο το πίεζε. «Πιστεύεις στο Θεό;» η φωνή δεν παραδινόταν στη σιωπή. «Ναι, αλλά μόνη μου δεν αρκεί. Τόσα ‘τυφλά σώματα’ εδώ μέσα, κοίτα! Αποπνικτικά!» η παλάμη της είχε αρχίσει, να ιδρώνει από τις διπλώσεις του χαρτιού – ήταν σαν να πάλευε, να χωθεί στις γραμμές του χεριού της. «Όλα εξαρτώνται από το άπλωμα του χεριού- αν θα είναι για σφαλιάρα ή για χάδι, αν θα είναι για να σε τσακίσει ή για να σε αγαπήσει…» η φωνή επιστρέφει πιο μειλίχια από ποτέ «Ξεκίνα το ντόμινο! Ακούμπησε χωρίς να σπρώχνεις, σαν αεράκι!» εκείνη αφήνει το χαρτί πρώτη φορά, να πέσει από το χέρι της, χωρίς να τη νοιάζει πια. «Αγκαλιά μου ζητάς;» λέει στη φωνή. «Αγκαλιά! Όταν αγκαλιάζεται το σκοτάδι γίνεται Φως!» απαντά ξανά η φωνή και αίφνης εκείνη συνειδητοποιεί «Ένα ντόμινο αγκαλιάς που φέρνει φως!». Και η φωνή δεν ξανακούστηκε, ούτε και εκείνη. Μόνο κάποιοι κρότοι αγκαλιάς από σώματα ΖΩΝΤΑΝΑ…!

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -