Λιμπερόπουλος: «Ο Κωνσταντάρας χάρηκε όταν τον είπα παιχταρά»…

Του Παναγιώτη Μήλα

Μια δημοσιογραφική ανάμνηση 35 χρόνια από τότε που ο «Λαμπρούκος» πέρασε στην απέναντι όχθη… Τον Μάιο του 1985 ο δαιμόνιος ελεύθερος ρεπόρτερ Δημήτρης Λιμπερόπουλος πρότεινε στον μοναδικό «εφημεριδά» Αλέκο Φιλιππόπουλο μια συνέντευξη για το περιοδικό «Εικόνες».
Του είπε ότι θα κάνει συνέντευξη με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και ζήτησε να έχει μαζί του έναν φωτορεπόρτερ από το «Έθνος».
Έτσι κι έγινε. Ο Λιμπερόπουλος μετά από λίγες ημέρες έφερε δεκάδες – δακτυλογραφημένα – χειρόγραφα και δεκάδες φωτογραφίες. Ο Φιλιππόπουλος με κάλεσε στο γραφείο του την ώρα της επιλογής των φωτογραφιών.

Το υλικό αυτό είχε δυο όψεις και απόψεις. Η πρώτη, ήταν η πικρή πραγματικότητα, η κατάσταση της υγείας του ηθοποιού η οποία τον είχε καθηλώσει και δεν τον άφηνε να επικοινωνήσει έτσι όπως είχε μάθει σε όλη του τη ζωή. Η δεύτερη, ήταν η αγάπη στον μοναδικό «Λαμπρούκο». Η αποκλειστική συνέντευξη και οι αποκλειστικές φωτογραφίες υποχώρησαν μπροστά στον σεβασμό για τον ηθοποιό που μάς χάρισε – και μάς χαρίζει – αξέχαστες στιγμές.

Φιλιππόπουλος και Λιμπερόπουλος αποφάσισαν να ανοίξουν τη δημοσιογραφική τους αγκαλιά στον Κωνσταντάρα που έδινε καθημερινά μια σκληρή μάχη.
Απορρίφθηκαν όλες οι φωτογραφίες που δεν τον έδειχναν έτσι όπως τον αγαπήσαμε. Ακόμα και το κείμενο το «χτένισε» ο ίδιος ο Φιλιππόπουλος έτσι ώστε να μην υπάρχει ούτε μισή λέξη που να προκαλεί οίκτο. Στη συνάντηση αυτή λοιπό έγινε η τελική επιλογή φωτογραφιών και κειμένου.

Λίγες ημέρες μετά στις «Εικόνες» [τεύχος 31] της Τετάρτης 5 Ιουνίου 1985, οι αναγνώστες του περιοδικού διάβασαν το παρακάτω θέμα που οπωσδήποτε δεν είναι η τελευταία συνέντευξη του Λάμπρου Κωνσταντάρα.

Είναι μόνο η καταγραφή της συνάντησης δυο παλιών φίλων. Τόσο απλά…

***

 

 

«Ο έγκλειστος της Βάρκιζας»

Του Δημήτρη Λιμπερόπουλου

Εντελώς άφωνος, από δυο εγκεφαλικά, είχε αποσυρθεί από το θέατρο και τον κόσμο δυο χρόνια. Εδώ και δυο χρόνια ένας άνθρωπος μένει έγκλειστος στον ίδιο τον εαυτό του… Πρόκειται για τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, που απομονωμένος σ΄ ένα διαμέρισμα στη Βάρκιζα, με τη γυναίκα του Φιλιώ, δεν θέλει να μιλήσει με κανένα, αποφεύγει να διαβάσει εφημερίδα και να δει τηλεόραση – εκτός από τα αθλητικά – και με πείσμα έχει κόψει τον ομφάλιο λώρο με τον έξω κόσμο…

Έγκλειστος ποιος; Ο Λάμπρος που όταν βρισκότανε σε αέναη κίνηση, έσφυζε από ζωή πάνω στη σκηνή του θεάτρου, μπροστά στα φώτα και τις κάμερες, ανάμεσα στους φίλους και τις θαυμάστριες, στον ανώνυμο κόσμο που τον λάτρευε… Τώρα δεν μιλάει σε κανένα, παρά μόνο στη γυναίκα του Φιλιώ και στο γιό του Δημήτρη, όταν έρχεται να τον δει… Οι κουβέντες του οι απαραίτητες, συνοδευόμενες από νοήματα…

Ναι – Όχι – Νερό…
Λέξεις συντήρησης, απομόνωσης και γαλήνης, της σιωπής…

…«Στο διάβολο», λέει ο Λάμπρος.

Είναι η μόνη φράση που βγαίνει πεντακάθαρα από το στόμα του… Και μετά γράφει στο χαρτί, με το αριστερό του χέρι, τρεις συγκλονιστικές λέξεις: «γιατί σε μένα;»…

Όταν τον είδα, βρισκόταν ανακαθιστός στο κρεβάτι του με φανελίτσα και σλιπάκι. Άντρακλας. Απαράλλαχτος όπως πριν 25 χρόνια, που έπαιζε τερματοφύλακας στην ομάδα των ηθοποιών κατά των δημοσιογράφων…

-«Γειά σου παιχταρά τερματοφύλακα», του είπα, έσκυψα και τον φίλησα.

Το βλέμμα του καρφώθηκε σαν μαχαιριά στα μάτια μου. Και τα δικά του, τα καταγάλανα, βουρκώσανε… Είμαι σίγουρος πως χάρηκε που τον είπα παιχταρά, παρά να τον εξυμνούσα ως ηθοποιό ή ως δον Ζουάν ή ως ρέκορντμαν ακροαματικότητας στη τηλεόραση, αφού ως «Λαμπρούκος» είχε πλησιάσει το εκατό τα εκατό!

… Ήταν βουβός αλλά χαμογελαστός…

Του μιλούσα και μου έγραφε στο μπλοκάκι…
– Θα ξανάρθω, του είπα.

Εκείνη τη στιγμή για να μου θυμίσει το ξεκίνημά του στο Παρίσι μου έδωσε το ημερολόγιό του για να αντιγράψω την παρακάτω σκηνή:

«Μετά από μεγάλες λόρδες στο Παρίσι, βρίσκω δουλειά ως φωτομοντέλο σε διαφημίσεις των «Πεζό» και «Φίλιπς» και κυρίως του μεγαλύτερου ράφτη του Παρισιού, του Κριντ κι’ άρχισα να κερδίζω χρήματα… Έπαιρνα 200 φράγκα τη φωτογραφία κι’ έτσι μπόρεσα να ανανεώσω τη γκαρνταρόμπα μου και να γνωρίσω καλύτερο κόσμο στο «Μον Παρνάς». Δεν θα ξεχάσω ένα βράδυ, που με μια συντροφιά φίλων γνώρισα την Έντιθ Πιάφ. Τραγουδούσε στις αυλές των λαϊκών πολυκατοικιών. Ήταν τύπος της γειτονιάς κι΄ όλοι την φώναζαν «λα μομ Πιάφ», δηλαδή η μούμια Πιάφ… Εκείνο το βράδυ ο Ανρί Γκαρά, διάσημος τότε, της έδωσε ένα γερό φιλοδώρημα. Μετά από λίγο καιρό, ενώ οι δίσκοι της Πιάφ πουλιόνταν σε όλο τον κόσμο, ο Γκαρά, ο μεγάλος γόης της εποχής του, αυτοκτονούσε πάμπτωχος και ξεχασμένος από τους πάντες».

***

 

Όταν αντέγραψα τη σελίδα από το ημερολόγιο με ένα νεύμα μου είπε: «Είδες Δημήτρη; Πέρασαν τα χρόνια». Στη συνέχεια με κοίταξε κατάματα και έγραψε στο χαρτί:
«Ίσως να μη ξανασυναντηθούμε…».

***

Φεύγοντας, είχα την εντύπωση ότι ο Λάμπρος Κωνσταντάρας δεν άντεχε βουβός, απομονωμένος από τον κόσμο… Ήθελε να φύγει και να τον θυμούνται όπως ήταν στη ζωή και στη σκηνή. Δεν ήθελε να τον σχολιάζουν με θλίψη επειδή είχε χάσει τη φωνή του και την ενεργητικότητά του. Δεν ήθελε να ξέρουν ότι είναι έγκλειστος σε ένα σπίτι μακριά από το θέατρο και το στούντιο…
Η εντύπωση έγινε πεποίθηση, όταν θυμήθηκα ότι την τελευταία του γραφή στο χαρτάκι, την έσκισε με νευρικότητα σε κομματάκια…

***

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου του 1913 και έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 28 Ιουνίου του 1985.