Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου
Γνωρίζω εδώ και πολλά χρόνια και εκτιμώ βαθύτατα τη Δήμητρα Γκλιάτη. Πάντα ήθελα να μιλήσω εκτενώς μαζί της, πέρα από τις σύντομες και συχνά διακεκομμένες συζητήσεις των παρασκηνίων μετά τις παραστάσεις. Η ευκαιρία μού δόθηκε τώρα που συμμετέχει σε μια παράσταση βασισμένη σε μία από τις μακροβιότερες τραγωδίες του δυτικού πολιτισμού, που η δύναμη και η ποίησή της έχουν εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο. Η Δήμητρα Γκλιάτη παίζει στην Αντιγόνη, μετέωρη μια ματιά στην Αντιγόνη του Σοφοκλή – σε σκηνοθεσία Ρηνιώς Κυριαζή.
Μιλάω για μια αξιόλογη ηθοποιό που χαρακτηρίζεται από ασυμβίβαστο ιδεαλισμό και σπουδαίες προσωπικές πεποιθήσεις. Στη σκηνή ξεχειλίζει από ζωή και δημιουργεί ένα απίστευτο ρίγος στο θεατή ως ενέργεια και ως ανθρώπινη φιγούρα. Οι ερμηνείες της έχουν γνώση αλλά και βίωμα. Προσωπικά μου θυμίζει άγγελο, θεριό και θεατρικό παιδί. Πριν όμως ξεκινήσετε να διαβάζετε την τόσο όμορφη και ενδιαφέρουσα συνέντευξη που η Δήμητρα Γκλιάτη παραχώρησε στο catisart, θα ήθελα θερμά να την ευχαριστήσω γι’ αυτή τη θαρρετή συνομιλία – κατάθεση ψυχής με την οποία με τιμά. Να την ευχαριστήσω για την καταβύθιση στις παιδικές της αναμνήσεις, για τις εξομολογήσεις της που αφορούν τους δύο γάτους της -τον Θορ και τον Γουργούρη, για τις μεστές της απόψεις περί τέχνης, για την εκπληκτική ανάλυση της σοφόκλειας Αντιγόνης.
Η Δήμητρα μου κάνει τη χάρη να με βάλει σε ένα τοπίο ονειρικό, ρευστό και κινούμενο, όπου δεν υπάρχουν σταθερές ώστε να ακουμπήσει κανείς και να πιαστεί. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος λυτρωτικός και συναισθήματα που περνούν μέσα από τους ρόλους. Υπάρχει ένα πεδίο όπου η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά, όπου η φαντασία και ο ρεαλισμός πάνε χέρι χέρι, όπου το θέατρο είναι διέξοδος και μαζί προοπτική. Γι’ αυτό λέει για την Υποκριτική: «Μη φοβάσαι να πετάξεις, να θυσιάσεις, για να μείνει το κρύσταλλο, το καθαρό τοπίο».

Δήμητρα, πού γεννήθηκες; Τι δεν ξεχνάς από τα παιδικά σου χρόνια;
*Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Μαρκόπουλο Αττικής. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε στην Εύβοια σε ένα χωριό κοντά στους Αγίους Αποστόλους, τις Πετριές. Έχω ωραίες αναμνήσεις από τα παιχνίδια που κάναμε με την αδερφή μου και τον αδερφό μου. Έζησα πολύ έντονα τη φύση, τη γειτονιά… Ήμασταν έξω όλη μέρα. Τα Μεσόγεια είναι μέσα στην καρδιά μου, δεν ξεχνώ την εποχή του τρυγητού. Ο πατέρας μου είχε αμπέλια και έβγαζε κρασί, έρχονταν εργάτες από διάφορα μέρη… τα Τρίκαλα, τη Λάρισα, την Αθήνα. Μένανε σπίτι μας μια βδομάδα, κοιμόντουσαν έξω στην αυλή στρωματσάδα. Ξυπνάγαμε στις 5 το πρωί… ξημερώματα, πηγαίναμε στον τρύγο, τραγούδια, γέλια, πειράγματα. Η μυρωδιά του μούστου, το πατητήρι, όλοι μαζί να πατάμε τα σταφύλια, η μάνα μου να φτιάχνει μουσταλευριές, μουστοκούλουρα… Ωραία χρόνια. Ο παππούς μου είχε άλογα και μας έπαιρνε μαζί του, μαζεύαμε σύκα και παίζαμε στα χώματα. Μεγαλώνοντας εκτίμησα πολύ αυτό το κομμάτι των παιδικών μου χρόνων. Δεν ξέρω πώς να το πω, αυτά τα χέρια του πατέρα που έσκαβαν τη γη, της μητέρας που ζύμωνε ψωμί και όλο το περιβάλλον που μεγάλωσα μετέφεραν μια εντιμότητα, ένα ήθος χωρίς πολλά λόγια και διδάγματα. Αυτό δεν ξεχνώ, είναι ένα στήριγμα για μένα και θα ήθελα να γυρίσω στη φύση και σε αυτόν τον τρόπο ζωής κάποια στιγμή στο μέλλον.
Πώς μπήκαν η υποκριτική και το θέατρο στη ζωή σου;
*Από πολύ μικρή λάτρευα να παίζω ρόλους και να τους μαζεύω όλους στην αυλή για να παρουσιάσω δικές μου παραστάσεις. Όταν ήμουν 12 χρονών είχα πάει σε μια κατασκήνωση στον Όλυμπο -κάθε χρόνο πήγαινα-, ανεβάσαμε το έργο του Ξανθούλη «Τύμπανα, τρομπέτα και κόκκινα κουφέτα». Είχε επιτυχία και κάναμε ας το πούμε μια μικρή περιοδεία στα Μεσόγεια. Εκεί κατάλαβα τη δύναμη του κοινού και την επικοινωνία που φτιάχνεται σαν θαύμα από σκηνής μαζί του. Έπειτα, τελειώνοντας το Λύκειο, πήγα στη Σχολή κινηματογράφου του Ε. Χατζίκου, στο τμήμα σκηνοθεσίας, αλλά διαρκώς ήμουν μπροστά από την κάμερα ως ηθοποιός. Θυμάμαι που με κάλεσε στο γραφείο της η κα Χατζίκου και με παρότρυνε να ακολουθήσω τον δρόμο της υποκριτικής. Έδωσα εξετάσεις – πέρασα και δεν ξανακοίταξα πίσω μου… αυτός ήταν ο δικός μου δρόμος. Είμαι τρομερά εσωστρεφής άνθρωπος και το θέατρο θα έλεγα ότι με λύτρωσε, μου έσωσε τη ζωή. Ό,τι δεν μπορούσα να πω και να εκφράσω στην καθημερινότητά μου, το έκανα λέξεις και συναισθήματα μέσα από τους ρόλους.
Ποιοι από τους καθηγητές σου άφησαν τη σφραγίδα της διδασκαλίας τους στον τρόπο υποκριτικής σου και σε βοήθησαν συνολικά;
*Σίγουρα η Άντζελα Μπρούσκου η οποία με προετοίμασε για τις εξετάσεις τότε, αλλά θεωρώ ότι μου έδωσε έναν απτό, χειροπιαστό τρόπο στο θέμα της υποκριτικής. Δεν γίνεται χωρίς τεχνική να τα βγάλεις πέρα στη δουλειά μας, χωρίς να γνωρίζεις καλά τα εκφραστικά σου μέσα και χωρίς να πιστεύεις στον εαυτό σου. Για όλα αυτά τρέφω μεγάλη ευγνωμοσύνη που συνάντησα τόσο νωρίς την Άντζελα και με γενναιοδωρία και αγάπη μού δίδαξε και ό,τι έχει να κάνει με την υποκριτική αλλά και τον τρόπο που διαθέτει κανείς τον εαυτό του μέσα στη διαδικασία της δουλειάς και αυτό είναι ακόμα πιο σοβαρό θα έλεγα. Σημαντική δασκάλα μου επίσης ήταν η Μίρκα Γεμεντζάκη – κοινή και ισχυρή αναφορά μας με τη Ρηνιώ Κυριαζή. Σπουδαία δασκάλα και σπουδαίος άνθρωπος. Επίσης τεράστιο σχολείο για μένα ήταν η ομάδα που φτιάξαμε στην Πάτρα το 2001, στο θέατρο Λιθογραφείον. Εκεί πάτησα πια στα δικά μου πόδια. Σημαντικοί δάσκαλοι επίσης είναι ο Νίκος Φλέσσας, η Αννέζα Παπαδοπούλου, ο Ernan Gene.
Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, η ιδανική σχέση ηθοποιού – σκηνοθέτη;
*Να εμπνέει ο ένας τον άλλο, να μοιράζονται κοινές αξίες μέσα στη δουλειά. Είναι ένας κοινός χορός για μένα, δεν οδηγεί μόνον ο σκηνοθέτης αλλά και ο ηθοποιός. Γι’ αυτό χρειάζεται να υπάρχει μεγάλη εμπιστοσύνη μεταξύ τους και πίστη σε αυτό που συμβαίνει κάθε φορά. Το στοίχημα για μας είναι ότι αυτή η σχέση με τον σκηνοθέτη κερδίζεται κάθε φορά από την αρχή. Και κάθε φορά έχει ένα ρίσκο, μια πρόκληση: πού θα σε βγάλει. Για μένα χρειάζεται η καθοδήγηση από τον σκηνοθέτη, οι ιδέες και οι προτάσεις από τον ηθοποιό αλλά χρειάζεται να είναι έτοιμοι και οι δύο όταν εμφανιστεί μια άλλη απρόβλεπτη δυναμική, όταν η ίδια η δουλειά γεννάει καινούργια δεδομένα, να πετάξουν και να αφήσουν πίσω τους ακόμα και πολύ δουλεμένες και «στημένες» σκηνές. Αυτή είναι μια δημιουργική διαδικασία, να μη φοβάσαι να πετάξεις, να θυσιάσεις για να μείνει το κρύσταλλο, το καθαρό τοπίο.
Τι θα ήθελες να πεις για τη συνεργασία σου με τη Ρηνιώ Κυριαζή;
*Τι να πρωτοπώ για τη συνεργασία μου με αυτόν τον βελούδινο άνθρωπο! Είναι τύχη να συνεργάζομαι μαζί της για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα θαυμάζω τη σχέση της με τον λόγο, με τις λέξεις, τα νοήματα. Είναι ένας θησαυρός οι γνώσεις της και η αισθητική της σε σχέση με το κείμενο – βασικό κομμάτι της δουλειάς μας. Η Ρηνιώ έχει προχωρήσει τόσο πολύ με τον ήχο των λέξεων και με ό,τι αυτές μεταφέρουν που είναι στιγμές που λες: τώρα ζωγραφίζει, κάνει σλάλομ μέσα στο κείμενο κυριολεκτικά. Πολλές φορές λέω μέσα μου, μπα αδύνατον να το φτάσω αυτό που θέλει και ταυτόχρονα ξέρω ότι αυτή η δυσκολία είναι που θα μας προχωρήσει, που κάνει αυτήν τη δουλειά σπάνια. Η Μίρκα έλεγε: «Η σκέψη είναι αναπνοή και η αναπνοή είναι σκέψη». Στην εφαρμογή της αυτή η φράση δίνει την «υποκριτική ανυπόκριτη», όπως το λέει και η ίδια η Ρηνιώ και γνωρίζει πολύ καλά πώς να το εμφανίσει και να το μεταδώσει στη δουλειά της. Είναι μια αποκάλυψη για μένα ο τρόπος της και η ματιά της και σε φέρνει αντιμέτωπο με τερτίπια, ασφάλειες που έχουν χτιστεί μέσα στα χρόνια. Η Ρηνιώ δεν συμβιβάζεται με αυτά. Τραβάει διαρκώς το χαλί κάτω από τα πόδια πράγμα που σημαίνει αλήθεια, εξέλιξη και τόλμη. Οι λέξεις, λέει η Ρηνιώ, είναι θεοί, είναι θεοί μέσα μας.
Ο θίασός σας μέσα από ποια θραύσματα επιθυμεί να διαγράψει την τραγωδία της Αντιγόνης;
*Μέσα από προσωπικά θραύσματα, δικές μας απώλειες και εμμονές. Έπειτα μας έχει επηρεάσει τρομερά η εποχή μας. Με όλο αυτό το σοκ που περάσαμε στην καραντίνα, σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η ζωή και ο θάνατος πιασμένοι χέρι χέρι περισσότερο από ποτέ και μετά βγήκαμε από όλο αυτό σαν να μην έγινε τίποτα. Σαν η ανθρωπότητα να θεωρεί τον εαυτό της άτρωτο, αθάνατο…
Ποιο είναι το ήθος της Αντιγόνης και σε ποιους νόμους υπακούει;
*Η Αντιγόνη υπακούει στους Νόμους της καρδιάς που χτυπάει για κάθε πλάσμα που υπάρχει και αναπνέει στον Πλανήτη Γη και χρειάζεται την ανάγκη μας, την ανάγκη του ισχυρού, αυτού που έχει να φάει, που έχει να πληρώσει τους λογαριασμούς του… Αυτό η Αντιγόνη δεν το δέχεται μέσα της. Όλη την αδικία και την παράνοια του κόσμου θα βρει τη δύναμη να την καταγγείλει δημόσια. Δημιουργεί έναν άλλο χώρο δικαιοσύνης στον οποίο ακόμα και οι πιο μεγάλοι παραβάτες έχουν δικαίωμα στη φροντίδα και στη συγχώρεση. Είναι από αυτό το υλικό φτιαγμένη, της απόλυτης αγάπης. Από την αρχή η Ρηνιώ, μας έλεγε στις πρόβες, ότι αυτό το έργο μιλάει για όλη τη γη, για το παντού και για το πάντα.
Ποια αινίγματα της τραγωδίας παραμένουν άλυτα;
*Παρόλο που ο Οιδίποδας κατάφερε να λύσει το αίνιγμα της Σφίγγας, το πιο μεγάλο αίνιγμα παραμένει ο ίδιος ο Άνθρωπος. Ένα άλυτο αίνιγμα επίσης είναι και ο τρόπος που θα ανεβάσει κανείς μια τραγωδία… είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Ενδεχομένως να ανέβουν την ίδια χρονική περίοδο πάνω από μία παραστάσεις με την ίδια τραγωδία και να έχουν εντελώς άλλες οπτικές. Να φωτίζουν εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Όπως συνέβη με τον Προμηθέα Δεσμώτη πέρυσι, η μια εκδοχή σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη και η άλλη εκδοχή σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου. Μια παράσταση δεν δίνει απαντήσεις, θέτει ερωτήματα. Αν γνωρίζαμε τις απαντήσεις δεν θα υπήρχε ίσως και λόγος να ασχοληθούμε με αυτά τα μεγάλα κείμενα και το θέατρο εν γένει. Δεν υπάρχουν απαντήσεις, κάνεις μια κίνηση προς… αυτή η κίνηση δημιουργεί ερωτηματικά και αινίγματα.
Τι αισθήματα έχεις για τους ήρωες;
*Μοιραία, έχω αγαπήσει τον Κρέοντα. Την αφοσίωσή του στο καθήκον, το ότι είναι αδέκαστος, ακέραιος χαρακτήρας. Ότι αγαπά την πατρίδα του πραγματικά και κινείται μέσα από αυτήν την ιδέα: πως η πατρίδα είναι το πιο πολύτιμο αγαθό. Και με έναν τρόπο είναι. Δεν το ζουν αυτό καθημερινά τόσοι ξενιτεμένοι άνθρωποι, που αναγκάζονται να φύγουν από τον τόπο τους και ξεριζώνεται μαζί και όλη τους η ιστορία; Η ρίζα τους; Μπορεί να φαίνεται ακραίο αλλά έχει μέσα του ένα κομμάτι ο Κρέοντας που μου φέρνει στον νου το ποίημα του Τίτου Πατρίκιου «Εκεί σε βρίσκει η ποίηση».Απλώς ξεκινάει και παραμένει αμετακίνητος θεωρώντας ότι κάνει το σωστό μέχρι τέλους. Την Αντιγόνη την θαυμάζω για τον κάθετο άξονα στον οποίο κινείται διαρκώς. Ακόμα κι όταν μετεωρίζεται παραμένει στη θέση της σταθερή. Με έναν τρόπο μοιάζουν με τον Κρέοντα.
Ποια σκηνή από την παράσταση και ποια φράση από το έργο σε αγγίζουν περισσότερο συναισθηματικά;
*Δεν είναι μια σκηνή μόνο που με αγγίζει. Κυρίως όμως είναι η σκηνή Κρέοντας – Αίμονας, πατέρας και γιος. Έχω έναν γιο κι εγώ στην εφηβεία και με αγγίζει πολύ αυτή η στιγμή του Κρέοντα. Όπως και η φράση του Χορού: «Έφυγε γρήγορα πάνω στην οργή του ο νέος βασιλιά μου. Απόγνωση σ’ αυτήν την ηλικία, είν’ επικίνδυνη».
Επίσης, η σκηνή με τον Τειρεσία, το τελευταίο απόλυτο σκοτάδι για τον Κρέοντα μέσα στην εμμονή της απόφασής του να μη θάψει τον νεκρό και η φράση του Τειρεσία: «Κρέων κατάλαβέ τον τον νεκρό. Μάχεσαι κάποιον που χάθηκε απ’ τον κόσμο αυτόν; Ανδρεία το λες να ξανασκοτώνεις πεθαμένο;».
Ποιο είναι το κέντρο της προσοχής σου επί σκηνής;
Ωραία ερώτηση, πραγματικά. Το κέντρο της προσοχής μου επί σκηνής είναι η φράση: «Εκείνον τάφος δεν σκεπάζει, μια για πάντα». Είναι μια φράση που σιγά σιγά, σαν την Άτη, περπατά απαλά στο κεφάλι του Κρέοντα και θολώνει τον νου, οδηγώντας τα πράγματα στα άκρα.

Τι σημαίνουν για σένα οι λέξεις «φόβος» και «θυμός»;
*Φόβο έχω μαζέψει αρκετό μέσα μου από μικρή. Υπάρχουν ώρες και φορές που φοβάμαι πάρα πολύ ενώ δεν θα έπρεπε. Θα ήθελα να έρθει η στιγμή που θα μπορώ να τους διαχειρίζομαι και να τους αντιμετωπίζω χωρίς τον κίνδυνο να με καταπιούν. Ο φόβος μπορεί να μας κρατήσει πίσω, αλλά και να μας δώσει φτερά όταν καταφέρουμε να τον ξεπεράσουμε. Και βέβαια υπάρχει και ο φόβος που μας προστατεύει από τους πραγματικούς κινδύνους και τον χρειαζόμαστε. Τώρα ο θυμός είναι ένα συναίσθημα πολύ ισχυρό και ενοχοποιημένο, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να είναι δείκτης ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι παραβίασαν τα όριά μας, ότι ζητάμε σεβασμό. Δεν βγάζω εύκολα τον θυμό μου. Θα έλεγα ότι περιμένω να γίνει οργή για να τον εκφράσω και πάλι, μπορεί να τον καταπιώ. Είναι μια παραπάνω δυσκολία και πρόσκληση ο ρόλος του Κρέοντα, που απαιτεί βαθιά κατάδυση σε αυτό το συναίσθημα του θυμού.
Οι λέξεις «συγχώρεση» και «συγγνώμη»;
*Τη λέξη «συγγνώμη» την αγαπώ. Τη χρησιμοποιώ στη ζωή μου και τη δέχομαι και από τους άλλους γιατί θεωρώ ότι εμπεριέχει ενσυναίσθηση και ταπεινότητα. Στη λέξη «συγχώρεση» τα πράγματα δυσκολεύουν. Εξαρτάται από τον βαθμό της πληγής που άνοιξε, το βάθος και τη δύναμη της σχέσης δύο ανθρώπων. Το πόσο επιλέγουν να αφήσουν πίσω τους την ασχήμια, το σκοτάδι και να προχωρήσουν στην ομορφιά και την ελευθερία. Νομίζω πως μας αρέσει το βάσανο στην ζωή μας, δύσκολα απεγκλωβιζόμαστε από τις φυλακές μας…
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;
*Θα ήθελα πολύ να συνεχίσω τη συνεργασία μου με τη Ρηνιώ Κυριαζή και αυτήν την ομάδα, αισθάνομαι ότι έχει πολύτιμα πράγματα να δώσει. Επίσης θα συνεχίσω να εργάζομαι και να δημιουργώ στους «Αγγέλους της Χαράς» όπου δραστηριοποιούμαστε μέσα από την Τέχνη, την Εκπαίδευση και τη Θεραπεία σε χώρους υγείας, Παιδικά Νοσοκομεία και ιδρύματα παιδικής προστασίας. Είναι ένα σπουδαίο έργο ζωής και εκεί για μένα.
Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;
*«Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους» της Clarissa Pinkola Estes.
Υπάρχουν προσωπικότητες που θαυμάζεις;
*Ναι, υπάρχουν. Ειδικά από τότε που έγινα μητέρα το 2005, θαυμάζω τις γυναίκες με παιδιά που εργάζονται, δημιουργούν και τα βγάζουν πέρα μόνες τους. Θαυμάζω και αγαπώ πολύ τη φωτορεπόρτερ Μάρω Κουρή. Θαυμάζω επίσης απλούς καθημερινούς ανθρώπους με μεγαλείο ψυχής που δίνουν τον αγώνα τους καθημερινά και αγόγγυστα όπως είναι η Σοφία, η μητέρα μου και όλες τις μητέρες του κόσμου. Θαυμάζω ηθοποιούς, τη Σοφία Χιλλ, την Αμαλία Μουτούση, τον Αντώνη Μυριαγκό, τον Μανώλη Μαυροματάκη, την Παρθενόπη Μπουζούρη και πολλούς ακόμα.
Τι σε κάνει να θυμώνεις και με τι γελάς περισσότερο;
*Η αδικία με κάνει να θυμώνω πάρα πολύ και η ασυνέπεια. Γελάω με τους ανθρώπους που από μέσα τους αναβλύζει πηγαίο και κοινό χιούμορ.
Τέλος, ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;
*Συμβιώνω εδώ και 12 χρόνια με γάτες. Τα λατρεύει ο γιος μου ο Πέτρος τα ζώα και ήθελε πολύ όταν ήταν μικρός να πάρουμε γάτες στο σπίτι με τις οποίες κοιμάται κυριολεκτικά αγκαλιά. Είναι συντροφιά, παρηγοριά και οικογένεια. Ζούμε με δύο γάτους, τον Θορ και τον Γουργούρη.
*Ευχαριστώ πολύ γ’ αυτή την ωραία συζήτηση, Δήμητρα!
*Εγώ ευχαριστώ!
Διαβάστε επίσης:
Μια ματιά στην Αντιγόνη του Σοφοκλή από τη Ρηνιώ Κυριαζή στη μετάφραση του Μ. Βολανάκη



