Χομεϊνί: Η μουσική σας αμβλύνει το μυαλό επειδή περιλαμβάνει ηδονή και έκσταση, όπως τα ναρκωτικά. Δεν έχει εξυψώσει το πνεύμα, αλλά μάλλον το νανουρίζει. Και καταστρέφει τη νεολαία μας, η οποία δηλητηριάζει τον εαυτό της. Φαλάτσι: Ακόμα και αυτή του Μπαχ, του Μπετόβεν, του Βέρντι; Χομεϊνί: Δεν γνωρίζω αυτά τα ονόματα.

Η επεισοδιακή συνέντευξη με τον Χομεϊνί
Το 1979, σε μια από τις πιο διάσημες και εκρηκτικές δημοσιογραφικές συναντήσεις του 20ού αιώνα, η Ιταλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Οριάνα Φαλάτσι βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον ηγέτη της Ισλαμικής Επανάστασης, Ρουχολάχ Χομεϊνί – τον ισχυρό άνδρα του Ιράν. Η συνέντευξη έμελλε να μείνει στην Iστορία όχι μόνο για τις σκληρές και επίμονες ερωτήσεις της Φαλάτσι, αλλά και για μια συμβολική στιγμή που προκάλεσε αίσθηση: όταν η δημοσιογράφος έβγαλε το τσαντόρ μπροστά του, αποκαλώντας το «ένα ηλίθιο, μεσαιωνικό κουρέλι».
Εν μέσω αρκετών ερωτήσεων σχετικά με τον ρόλο των γυναικών σε μια ισλαμική κοινωνία, η Φαλάτσι ισχυρίστηκε ότι το τσαντόρ ήταν σύμβολο του διαχωρισμού στον οποίο έχουν περιέλθει οι γυναίκες από την επανάσταση του 1979. «Οι γυναίκες αναγκάζονται να ζουν κλεισμένες μέσα στα τσαντόρ τους», είπε. «Και παρεμπιπτόντως, πώς μπορεί κανείς να κολυμπήσει φορώντας τσαντόρ;»
«Τα έθιμά μας δεν σε αφορούν», απάντησε ο Χομεϊνί. «Αν δεν σας αρέσει η ισλαμική ενδυμασία, δεν είστε υποχρεωμένη να το φορέσετε, επειδή η ισλαμική ενδυμασία είναι για καλές και αξιοπρεπείς νέες γυναίκες» συνέχισε.

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας», είπε η Φαλάτσι. «Και αφού το λέτε, θα βγάλω αυτό το ηλίθιο μεσαιωνικό κουρέλι αμέσως».
Όπως αφηγήθηκε η ίδια αργότερα, μόλις το έβγαλε, ο Χομεϊνί σηκώθηκε «σαν νεαρή γάτα» και έφυγε από το δωμάτιο χωρίς να πει λέξη. Παρ’ όλα αυτά, δέχτηκε να τη συναντήσει ξανά την επόμενη ημέρα.
Πιστή στο στυλ της, η Φαλάτσι δεν χαρίστηκε στις ερωτήσεις της. Ξεκίνησε με αυτό που η ίδια αποκάλεσε «τις πιο δύσκολες ερωτήσεις». Μία από αυτές αφορούσε την κατηγορία ότι πολλοί πλέον τον αποκαλούσαν δικτάτορα.
«Με πληγώνει», απάντησε ο Αγιατολάχ, «γιατί είναι άδικο και απάνθρωπο να με αποκαλούν δικτάτορα. Από την άλλη, δεν με νοιάζει ιδιαίτερα, γιατί γνωρίζω ότι η κακία είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και προέρχεται από τους εχθρούς μας. Με δεδομένο τον δρόμο που έχουμε επιλέξει – έναν δρόμο αντίθετο προς τις υπερδυνάμεις – είναι φυσικό οι υπηρέτες ξένων συμφερόντων να με δηλητηριάζουν με συκοφαντίες».
Ο Χομεϊνί επέμεινε ότι η δικτατορία είναι «το μεγαλύτερο αμάρτημα στη θρησκεία του Ισλάμ» και υποστήριξε ότι ο φασισμός είναι ασύμβατος με το Ισλάμ. «Ο φασισμός γεννήθηκε στη Δύση, όχι ανάμεσα στους λαούς της ισλαμικής κουλτούρας», είπε, προσθέτοντας ότι θα μπορούσε να υπάρξει μόνο αν επέστρεφε ο Σάχης ή αν επικρατούσε ο κομμουνισμός.
Στις περισσότερες ερωτήσεις απάντησε με αυτοπεποίθηση, απορρίπτοντας πολλές από τις κατηγορίες που διατυπώνονταν στη Δύση για το καθεστώς του. Αρνήθηκε ότι οι αριστεροί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επανάσταση. «Κανένας τους δεν πολέμησε ούτε υπέφερε. Αντίθετα, εκμεταλλεύτηκαν τον λαό που αγωνίστηκε», είπε.
Κατηγόρησε μάλιστα την Αριστερά ότι δημιουργήθηκε από τους Αμερικανούς «για να εξαπολύει συκοφαντίες εναντίον μας, να μας σαμποτάρει και να μας καταστρέψει».
Όταν η Φαλάτσι παρατήρησε ότι το νέο κράτος δεν θα ονομαζόταν «Ισλαμική Δημοκρατική Δημοκρατία», ο Χομεϊνί απάντησε ότι αυτό δεν έχει σημασία: «Η λέξη Ισλάμ δεν χρειάζεται επίθετα όπως “δημοκρατική”. Ακριβώς επειδή το Ισλάμ είναι τα πάντα, σημαίνει τα πάντα».
Υπερασπίστηκε επίσης τον καθοριστικό ρόλο που θα διαδραμάτιζε ο κλήρος στο νέο Σύνταγμα. «Αφού ο λαός αγαπά και εμπιστεύεται τον κλήρο, είναι σωστό η ανώτατη θρησκευτική αρχή να επιβλέπει το έργο του πρωθυπουργού ή του προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν παραβιάζουν τον νόμο – δηλαδή το Κοράνι».
Ο Αγιατολάχ υπερασπίστηκε ακόμη τις δίκες και τις εκτελέσεις περίπου 600 ανθρώπων μετά την επανάσταση, υποστηρίζοντας ότι όσοι καταδικάστηκαν είχαν εμπλακεί σε βασανιστήρια και σφαγές. Φάνηκε ωστόσο πιο ανήσυχος όταν η Φαλάτσι ανέφερε εκτελέσεις για μοιχεία, πορνεία ή ομοφυλοφιλία.
«Αν ένα δάχτυλο πάθει γάγγραινα, τι κάνετε;» απάντησε. «Αφήνετε να σαπίσει ολόκληρο το χέρι και μετά το σώμα ή κόβετε το δάχτυλο; … Διαφθορά, διαφθορά. Πρέπει να εξαλείψουμε τη διαφθορά».
Ένα πράγμα πάντως φαινόταν να γνωρίζει καλά ο Αγιατολάχ: ότι η ιρανική επανάσταση θα ακολουθούσε τον δικό της δρόμο, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν οι ξένοι.
«Αν εσείς οι ξένοι δεν το καταλαβαίνετε, κακό δικό σας», είπε σε κάποια στιγμή της συνέντευξης.



