Μποστ: «ΝΑ ΜΗ ΦΥΓΗ Η ΔΕΞΙΑ» (μέχρη το Νοέμβρη)

Του Παναγιώτη Μήλα

 

ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΦΧΗ ΟΛΟΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΜΗ ΣΟΣΗ ΚΕ ΞΕΚΟΥΜΠΙΣΤΗ ΠΟΤΕ Η ΔΕΞΙΑ ΜΑΣ – ΕΧΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΠΟΥΣ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΑΣ ΠΟΥ ΠΑΣΧΟΥΝ – ΚΕ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΘΗΣΙΑΣ ΝΑ ΠΑΡΑΣΧΟΥΝ – ΕΦΡΟΝΤΙΣΑΝ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΝ ΠΟΥ ΗΤΟ ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ – ΚΙ’ ΑΠΟ ΠΟΛΟΥΣ ΑΠΟ ΗΜΑΣ ΗΤΟ ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟΣ – ΕΠΙΣΗΣ ΑΝΘΗ ΕΣΤΙΛΑΝ Σ’ ΑΦΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΑΤΡΙΟΤΕΙΣ – ΠΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΣΚΟΠΕΦΤΗΡΙΑ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΟΙ ΠΡΟΔΟΤΕΙΣ – ΕΝ ΜΟΝΟΝ ΞΕΧΑΣΑΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΠΟΥΔΗΝ ΤΩΝ ΤΟΤΕ – ΕΙΣ ΠΟΙΟΝ ΚΟΜΜΑ Άνηκον ΟΙ ΠΕΣΑΣ ΠΑΤΡΙΟΤΕ.

 

 

 

 

Το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο με κεφαλαία γράμματα, πάντα με την …ανορθογραφία του Μποστ και περικλείει σαν κορνίζα το βασικό σκίτσο. Πρωταγωνιστές της γελοιογραφίας είναι ένας κύριος με γραβάτα που κρατάει τη σημαία με το σήμα του ΠΑΣΟΚ και ένας εργάτης με κοντομάνικο πουκάμισο που κρατάει δύο σημαιάκια. Το ένα με τη λέξη ΚΚΕ και το άλλο με τον αριθμό 17%. Ήταν το εκλογικό σύνθημα του ΚΚΕ που είχε στόχο να πάρει 17% ώστε να μπορέσει να μπει στη β’ κατανομή.

 

Ας διαβάσουμε όμως τον διάλογο).

 

– Μην ψηφίσης Κάπα-Κάπα, να ψηφίσης το Πασοκ,
πούχει εις το πρόγραμμά του «Έξω ΝΑΤΟ κε ΕΟΚ»
Κε οι βασεις που γνορίζεις είνε τρομερά πληγή
Άλλως ο Λαός δεν θάχει, μια μεγάλη αλαγή.
Αν διασπάζης τον αγονα κε αδηνατής εμάς
Κε η ΔΕΞΙΑ θα μείνη, κι όχι αφτό που επιθημάς.

 

Και ο δεύτερος απαντά:

 

Θα ψηφίσο Κάπα-Κάπα, να το κάνο ισχυρό
κε για να το δυναμόσο θα δουλέπσο όσο μπορό.
Όσο πιο μεγάλο γίνη κι’ όσο αφξηθή πολύ
θα πιέζη κηβερνήσεις, θάχη κύρος στη Βουλή.
Ήδη πριν ακόμη γίνουν τον Νοέμβρη εκλογές
σοσιάλισαν οι πάντες κι’ άρχισαν οι παροχές:
«Πάρτε χρίματα αγρώτες, δάνεια σεισμοπαθείς,
χήρες λάβετε σηντάξεις, τέρμα φόροι επαχθείς».
Απ’ τον τρόμο μην ανέλθουν στη Βουλή άλλες παρέες
σε μια νύχτα καταργήσαν κε τον νόμο για κεραίες.
Δεν διασπάζο τον αγόνα αλά βλέπο μακριά
και για τον Λαό φροντίζο να του έρθουν δεξιά.
Με αφτούς τους κηβερνήτας που τους λες εσύ πληγή
με την πίεση των δυό μας θα χαρούμε αλαγή.
Κε ποιος ξέρει τι ακόμα μέτρα σοσιαλιστικά
θα ληφθούν ως το Νοέμβρη κι ίσος κουμουνιστικά.

 

***

 

Ο Μέντης (Χρύσανθος) Μποσταντζόγλου, γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Μποστ. Σκιτσογράφος και γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ζωγράφος. Γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στις 13 Δεκεμβρίου 1995. Εδώ στο χώρο εργασίας με τη …διευθύντρια του γραφείου στην αγκαλιά του.

Το σκίτσο που σας περιέγραψα δημοσιεύτηκε στον “Ριζοσπάστη της Κυριακής”, στις 14 Ιουνίου του 1981, τρίστηλο στην πρώτη σελίδα. Ήταν Σάββατο αργά το απόγευμα και εγώ είχα εκείνη τη μέρα υπηρεσία, ως συντάκτης ύλης, στο τυπογραφείο της εφημερίδας στην οδό Αναξαγόρα 5, στον δεύτερο όροφο. Στον πρώτο όροφο ήταν το τυπογραφείο του «Ελεύθερου Κόσμου» του Σάββα Κωνσταντόπουλου και της «Μεσημβρινής». Στον τρίτο και στον τέταρτο όροφο ήταν τα περιοδικά «Πάνθεον», «Ρομάντζο» και «Βεντέτα» των εκδόσεων Θεοφανίδη. Στο ξεχασμένο εδώ και χρόνια κτήριο πρόκειται να στεγαστεί εντός της χρονιάς η νέα σκηνή του θεάτρου “Bios”.

Τσιγκογραφείο: Ας επανέλθω όμως στο 1981. Σάββατο μεσημέρι πηγαίνω στο τσιγκογραφείο (Γερανίου και Σοφοκλέους γωνία) σε ένα παλιό διώροφο που σαν κτήριο υπάρχει και σήμερα. Είχα μεταφέρει εκεί όλο το υλικό που θα έπρεπε να το αντιγράψουν σε τσίγκο (φωτογραφίες και σκίτσα), ώστε να είναι έτοιμα την ώρα που θα «έκλειναν» οι σελίδες. Το σκίτσο του Μποστ το κρατούσα με πολλή προσοχή και για να μη λερωθεί και για να μην τσαλακωθεί. Όλα πήγαν μια χαρά και όταν γύρισα στο τσιγκογραφείο έπειτα από 2 ώρες παρέλαβα το υλικό και πάλι με ιδιαίτερη προσοχή τη γελοιογραφία του Μποστ, διαστάσεων 40Χ35 cm. Επιστροφή στο τυπογραφείο και παράδοση των τσίγκων. Τοποθέτησα με προσοχή και τη γελοιογραφία σε ένα ειδικό ερμάριο. Η διαδικασία της έκδοσης προχωρούσε με γρήγορους ρυθμούς και φθάσαμε στο τελικό κλείσιμο και στο «τυποθήτω» από τον διευθυντή σύνταξης. Όλοι έτοιμοι προς αναχώρηση. Μια συνεργάτης του διευθυντή ανοίγει το ερμάριο και παίρνει το σκίτσο του Μποστ.

Ταγάρι: Δοκιμάζει να το βάλει σε ένα πολύχρωμο ταγάρι που είχε στον ώμο. Δεν χωράει. Το διπλώνει στα δύο. Παθαίνω σοκ. Δοκιμάζει για δεύτερη φορά να το βάλει. Ούτε τώρα χώρεσε, επειδή είχε και άλλα έντυπα μέσα. Το διπλώνει στα τέσσερα. Μου έρχεται αποπληξία. Πριν δοκιμάσει να το βάλει στο ταγάρι κάποιος τη φωνάζει. Αφήνει το σκίτσο στο «μάρμαρο» και σπεύδει σε αυτόν που τη φώναξε. Φεύγουν μαζί αγκαζέ… Εγώ είχα υπηρεσία εκείνη τη μέρα μέχρι τις 10. Ανοίγω να διαβάσω ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα. Οι τυπογράφοι, στοιχειοθέτες και μαρμαράδες αποχωρούν με τους προϊσταμένους τους, τον Χατζηγιάννη και τον Χαραλαμπόπουλο. Μένουν μόνο δύο για υπηρεσία. Ο ένας θυμάμαι ήταν ο «Δράκος». Πήγαν απέναντι να πιουν ουζάκι. Έμεινα μόνος στο χώρο.

Επισκέπτης: Ξαφνικά μια βροντερή φωνή από τις σκάλες με ταρακούνησε: Δεν είναι κανείς εδώ;
Έτρεξα προς το διάδρομο και απάντησα με… ερώτηση: Ποιος είναι;
Ήδη όμως ο άνθρωπος με τη βροντερή φωνή είχε φτάσει στο πλατύσκαλο του ορόφου και μπήκε μέσα. Τον καλωσόρισα. Του έδειξα το γραφείο των διορθωτών όπου θα μπορούσε να κάτσει να πιει ένα νερό. Τον ρώτησα αν θέλει κάτι.

Απάντησε αρνητικά.

– Ούτε ένα ποτήρι νερό, κύριε Μποστ;

– Όχι, ευχαριστώ. Ήρθα να δω αν υπήρξε κάποιο πρόβλημα με το σκίτσο μου.

– Κανένα απολύτως. Όλα πήγαν καλά. Η γελοιογραφία σας μπήκε τετράστηλη στη σελίδα 3.

– Μπορείς τώρα να μου πεις την αλήθεια; Είπες πως δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα κι εγώ βλέπω τη γελοιογραφία μου τσαλακωμένη στα τέσσερα πάνω στο «μάρμαρο». Τι συνέβη; Τέλος πάντων. Μη μου πεις τι έγινε και μου ανέβει η πίεση. Απλά, πάρε εσύ τη γελοιογραφία και φρόντισε να την αποκαταστήσεις. Φέρε να στην υπογράψω…

Ατσαλάκωτη: Ακολουθώντας τις οδηγίες του κατάφερα με υπομονή και έπειτα από πολλούς μήνες, ίσως και χρόνο, να την ξανακάνω όπως ήταν, όταν μας την είχε παραδώσει προς δημοσίευση. Ατσαλάκωτη και πεντακάθαρη. Τη γελοιογραφία αυτή για την οποία μέχρι αυτή τη στιγμή έγραψα 910 λέξεις δεν θα τη δείτε στην έκθεση με έργα του Μποστ που θα γίνει στο Μουσείο Μπενάκη. Για την έκθεση αυτή, τα έργα της οποίας είναι τόσο επίκαιρα όσο δεν φαντάζεστε, θα διαβάσετε παρακάτω χρήσιμες πληροφορίες των διοργανωτών. Εγώ μόνο κλείνοντας να θυμίσω, έτσι για την Ιστορία ότι, στις εκλογές του 1981, το ΠΑΣΟΚ με 48, 07% κατέλαβε 172 έδρες, η ΝΔ με 35, 87% των ψήφων κατέλαβε 115 έδρες και το ΚΚΕ με 10, 93% 13 έδρες.

 

***

 

[Το βιογραφικό που ακολουθεί είναι από τι Βικιπαίδεια].

 

***

 

Το ξεκίνημα από την Κωνσταντινούπολη και τον Άγιο Φανούριο

 

 

Ο Μέντης Μποσταντζόγλου (Χρύσανθος Βοσταντζόγλου), γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Μποστ, ήταν σκιτσογράφος και γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ζωγράφος.

Γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου. Το έργο του περιλαμβάνει πολιτικές γελοιογραφίες και χρονογραφήματα, εικονογραφήσεις βιβλίων και περιοδικών, δέκα θεατρικά έργα και πολλές ζωγραφικές συνθέσεις. Για ένα διάστημα δούλεψε στη διαφήμιση όπου οι έντυπες καταχωρίσεις του άφησαν κυριολεκτικά εποχή με την τόλμη και τη διαφορετικότητά τους.

Από το 1920 έως το 1926 έζησε με την οικογένειά του στη Ρουμανία και στη συνέχεια στην Αθήνα. Μαθητής Γυμνασίου άρχισε τα σκίτσα και απέκτησε το ψευδώνυμο Μέντης. Το 1939 εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία όμως παράτησε μετά από έξι μήνες. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής έγινε μέλος του ΕΑΜ (1942) και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση.

Η καριέρα του ως σκιτσογράφου ξεκίνησε με εικονογραφήσεις περιοδικών και παιδικών βιβλίων. Το πρώτο προσωπικό του βιβλίο εκδόθηκε με δικά του έξοδα το 1945 και είχε τίτλο «Ο  Άγιος Φανούριος».

Το 1955 αρχίζει να εργάζεται στο περιοδικό «Εικόνες» Της Ελένης Βλάχου ως εικονογράφος και χαρτογράφος. Στη συνέχεια απασχολείται ως σκιτσογράφος στο περιοδικό «Ταχυδρόμος».

Το 1959 παρουσίασε στη στήλη του, η οποία είχε τίτλο «Το μποστάνι του Μποστ», τους τρεις πλέον γνωστούς ήρωες του: Μαμά- Ελλάς, Πειναλέων και Ανεργίτσα. Τέλος στη συνεργασία του με την Ελένη Βλάχου δόθηκε λόγω του κειμένου «Το επάγγελμα της μητρός μου» (1961), για το οποίο κατηγορήθηκε ότι είχε ξεφύγει από τα όρια της ευπρέπειας. Από το 1960 έως το 1963 είχε τακτικό εβδομαδιαίο σκίτσο στην εφημερίδα «Ελευθερία», ενώ από το 1963 έως το 1966 καθημερινό πολιτικό χρονογράφημα και κυριακάτικο σκίτσο στην εφημερίδα «Αυγή». Το 1966 άνοιξε το δικό του κατάστημα δώρων με την επωνυμία «Λαϊκαί Εικόναι». Διακόσμησε πάνω από 27.000 είδη δώρων, με σκίτσα και ζωγραφιές, καθώς και ανορθόγραφες επιγραφές, στιχάκια και αφιερώσεις. Το 1973 δημοσίευσε αντιδικτατορικά σκίτσα και κείμενα στα περιοδικά «Αντί» και «Ταχυδρόμος», συνεργασία που συνεχίστηκε και για τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Προδικτατορικά συνεργάστηκε επίσης με τις εφημερίδες «Ομάδα», «Μακεδονία», «Ανεξάρτητος Τύπος», «Εμπρός» και «Μεσημβρινή» και με τα περιοδικά «Δρόμοι της Ειρήνης» και «Θεατής». Λόγω των πολιτικών γελοιογραφιών του υπέστη διώξεις και δέχτηκε επανειλημμένα μηνύσεις.

Μετά τη μεταπολίτευση συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό «Ταχυδρόμος», τον «Θούριο, το «Men’s Look» και τις εφημερίδες «Πρωινή» και «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»  και «Ριζοσπάστης». Πραγματοποίησε επίσης 16 προσωπικές εκθέσεις.

Έθεσε αρκετές φορές υποψηφιότητα ως βουλευτής κομμάτων της Αριστεράς (1964 με την ΕΔΑ, 1981 και 1985 με το ΚΚΕ), χωρίς ποτέ να εκλεγεί.

Πέθανε στις 13 Δεκεμβρίου του 1995.