Cat Is Art

Boris Vian: Ο συγγραφέας ενός από τα πιο “θυμωμένα” και αντιρατσιστικά βιβλία που γράφτηκαν ποτέ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

“Υπάρχουν στιγμές που διερωτώμαι αν παίζω με τις λέξεις. Μήπως τελικά οι λέξεις είναι φτιαγμένες ακριβώς γι’ αυτό;”

 

 

 

“Το σπουδαιότερο πράγμα στη ζωή, είναι να βγάζεις βιαστικά τα συμπεράσματα σου, ανάλογα με την περίσταση. Γιατί είναι γεγονός ότι τα άτομα έχουν πάντα δίκιο – και οι μάζες πάντοτε άδικο. Προσοχή όμως: δεν πρέπει να δούμε στη στάση αυτή κάποιους κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς οι κανόνες δεν χρειάζεται να είναι γραπτοί για να τους ακολουθήσουμε. Μόνο δυο πράγματα έχουν σημασία: ο έρωτας, κάθε είδους έρωτας, με κάθε είδους ωραία κορίτσια, και η μουσική του Ντιούκ Έλλινγκτον, ή η παραδοσιακή τζαζ. Τίποτ’ άλλο δε μετράει, γιατί τα υπόλοιπα είναι άσχημα. Οι σελίδες που ακολουθούν είναι απλώς ένα παράδειγμα των όσων είπα. Η δύναμή τους πηγάζει από την αλήθεια τους, και είναι αληθινές επειδή τις έχω κατασκευάσει εγώ, απ’ αρχής μέχρι τέλους…”.

 

Mε τους Ζαν-Πολ Σαρτρ – Σιμόν ντε Μποβουάρ και τη σύζυγό του

 

Τον Νοέμβριο του 1946 ένας Παριζιάνος εκδότης εκδίδει το μυθιστόρημα ενός αγνώστου, ονόματι Βέρνον Σάλιβαν, με τη διευκρίνιση: “μετάφραση από τα αμερικανικά, Μπορίς Βιάν”. Το Θα φτύσω στους τάφους σας θα προκαλέσει αμέσως σκάνδαλο και σύντομα θα γίνει ένα από τα γνωστότερα long sellers του εικοστού αιώνα. Σ’ αυτό συνέβαλε η ερωτική-σαδιστική τέχνη του “μεταφραστή” του, η μήνυση για προσβολή των χρηστών ηθών που υπέβαλε εναντίον του ένας πουριτανικός σύλλογος και, τέλος, ένα πραγματικό έγκλημα πάθους, όπου ο δολοφόνος άφησε, ως υπογραφή δίπλα στο πτώμα της ερωμένης του, ένα αντίτυπο του βιβλίου!
Το θέμα του βιβλίου είναι πολύ γνωστό: ένας νέγρος εκδικείται το λιντσάρισμα του αδερφού του βιάζοντας και σκοτώνοντας λευκές Αμερικανιδούλες (ο αδερφός του ενοχοποιήθηκε άδικα με την ψευδή κατηγορία του βιασμού).
Η φήμη του βιβλίου συνδέεται κυρίως με την ικανότητα του συγγραφέα να ενεργοποιήσει επιδέξια διάφορα στερεότυπα αμερικανικής γραφής (όπως το θρίλερ ή το pulp fiction), κινηματογραφικές τεχνικές (όπως της υποκειμενικής κάμερας), καθώς και κοινωνικά στερεότυπα της αμερικανικής μυθολογίας: σκληρά αρσενικά, που πίνουν και σκοτώνουν με ευκολία, διασταυρώνονται σε μια καταιγιστική δράση με ανδροφάγα σαγηνευτικά θηλυκά. Και, όλα αυτά, μέσα σ’ έναν άγριο ρυθμό, που ενσωματώνει επιτυχημένα το μπιτ της Dixieland τζαζ.
Μέσα από αυτές τις επιλογές το βιβλίο χειρίζεται με σοφία το θέμα της κοινωνικής αδικίας, και κατ’ επέκταση της αυτοδικίας, ενώ παράλληλα, σε ένα δεύτερο, ψυχολογικό επίπεδο, υπογραμμίζει με δραματικό τρόπο την υπόγεια συγγένεια που συνδέει τον θύτη με το θύμα, όταν τις συνθήκες της επαφής τους υπαγορεύει η κοινωνική βία.

 

 

Μπορίς Βιάν – ποιήματα

Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ

Κύριε Πρόεδρε
Σας γράφω ένα γράμμα
Που ίσως θα διαβάσετε
Αν έχετε καιρό
Φτάσανε τα χαρτιά μου
Πως πρέπει να καταταγώ
Να φύγω για τον πόλεμο
Το αργότερο Τετάρτη.
Όμως κύριε πρόεδρε
δεν πρόκειται να πάω
Δε βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
Για να σκοτώνω αθώους
Δε θέλω να θυμώσετε
Μα πρέπει να σας πω
Πως το ‘χω πάρει απόφαση
Να γίνω λιποτάκτης
Βλέπω στη δική μου ζωή
Πως πέθανε ο πατέρας μου
Πως φύγανε τα αδέλφια μου
Και τα παιδιά μου κλαίνε
Η μάνα μου απ’ τα βάσανα
Τώρα βαθιά στον τάφο
Γελάει με τους εξοπλισμούς
Περιγελάει τους τοίχους
Όταν με χώσαν φυλακή
Αρπάξαν τη γυναίκα μου
Αρπάξαν τη ψυχή μου
Το παρελθόν που αγάπησα
Αύριο ξημερώματα
Την πόρτα θα χτυπήσω
Στα μούτρα των νεκρών καιρών
Και θα χυθώ στους δρόμους
Θα ζητιανέψω τη ζωή μου
Γυρνώντας τη Γαλλία
Από Βρετάνη ως την Προβηγκία
Και σ’ όλους θα φωνάζω
Άρνηση στην υποταγή
Άρνηση στην κατάταξη
Μην πάει κανείς στον πόλεμο
Να φύγετε αρνηθείτε
Αν πρέπει αίμα να χυθεί
Να δώσετε το δικό σας
Αφού αυτό διδάσκετε
Σε όλους, κύριε πρόεδρε
Κι αν είναι να με πιάσετε
Πέστε στους χωροφύλακες
Ότι θα είμαι άοπλος
Και αν θέλουν, ας μου ρίξουν.

ΑΝ ΕΒΡΕΧΕ ΔΑΚΡΥΑ

Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει μι’ αγάπη
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν βαραίνουν οι καρδιές
Σ’ ολόκληρη τη γη
Για ένα σαραντάμερο
Δάκρυα πικρά
Θα πνίγανε τους πύργους
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει ένα παιδί
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν γελάνε οι κακοί
Σ’ ολόκληρη τη γη
Με γκρίζα κύματα και κρύα
Δάκρυα πικρά
Το παρελθόν θα τάραζαν
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν σκοτώνουμε τις καθαρές καρδιές
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν χανόμαστε κάτω απ’ τα τείχη
Σ’ ολόκληρη τη γη
Θα γίνονταν κατακλυσμός
Από τα δάκρυα τα πικρά
Των δικαστών και των ενόχων
Αν έβρεχε δάκρυα
Κάθε φορά που ο θάνατος
Κραδαίνοντας τα όπλα του
Σκίζει τα σκηνικά
Σ’ ολόκληρη τη γη
Δε θα ‘μενε πια τίποτα
Παρά τα δάκρυα τα πικρά

ΕΧΟΥΝΕ ΟΛΑ ΕΙΠΩΘΕΙ

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές
και μάλιστα καλύτερ’ από μένα
Αν λοιπόν γράφω στίχους
είναι γιατί μ’ αρέσει
είναι γιατί μ’ αρέσει
είναι γιατί μ’ αρέσει
Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.

 

 

“Θα φτύσω στους τάφους σας”

Το μυθιστόρημα διηγείται, ουσιαστικά, από τον οργισμένο χαρακτήρα του Λι Άντερσον. Ο Λι, όντας μεν έγχρωμος, έχει τη δυνατότητα λόγω της ιδιαιτερότητας του χρώματος του δέρματός του να περνιέται για λευκός, και το κάνει. Όταν ένας από τους αδερφούς του υπέστη λιντσάρισμα (με την ψευδή κατηγορία του βιασμού), διψώντας για εκδίκηση, βρίσκει δουλειά στο βιβλιοπωλείο μιας μικρής πόλης. Νέοι και έφηβοι πλήττουν με τη ζωή εκεί και όπως είναι φυσικό καταφεύγουν στους μοναδικούς τρόπους διασκέδασης που έχουν στα χέρια τους. Πίνουν και κάνουν σεξ – ο Λι παρέχει και τα δύο.

Εν τέλει, εντοπίζει δύο νεαρά κορίτσια μιας γειτονικής πόλης. Η Τζιν είναι είκοσι ετών, ενώ η Λου μόλις δεκαπέντε. Μπορεί ο τρόπος που χρησιμοποιεί για να τις αποπλανήσει να είναι αρκετά τραχύς και να θυμίζει κατρακύλισμα, αλλά φαίνεται να τα καταφέρνει. Όταν η Τζιν μένει έγκυος, τα πράγματα βγαίνουν εκτός προγράμματος. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τον στόχο του, αντιθέτως, τον θέτει πιο άμεσο. Η εκδίκηση έρχεται, με το αναμενόμενο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα που παραπέμπει σε αρχαιοελληνική τραγωδία.

Γόνος γαλλικής αστικής οικογένειας, ο Boris Vian γεννήθηκε το 1920 στη Βιλ ντ’ Αβρέ, στα περίχωρα του Παρισιού. Τα πρώτα αμέριμνα παιδικά του χρόνια ακολουθεί η οικονομική καταστροφή της οικογένειας και οι επιπτώσεις της, το καρδιακό νόσημα από το οποίο θα υποφέρει όλη του τη ζωή και τα δυσοίωνα μηνύματα του επερχόμενου πολέμου, τον οποίο ο Βιαν θα ζήσει στα μετόπισθεν. Εφοδιασμένος με γερή κλασική και μουσική παιδεία, ο Βιαν σπούδασε και εργάστηκε ως μηχανικός, αλλά ταυτόχρονα υπήρξε μυθιστοριογράφος, ποιητής, τραγουδοποιός, μεταφραστής, χρονικογράφος, ηθοποιός, ζωγράφος, μουσικός, φανατικός της τζαζ, τρομπετίστας.

 

 

Με λίγα λόγια

Δημιουργώντας την περσόνα του Σάλιβαν, ο Βιάν παρουσιάζει το θύμα των φυλετικών διακρίσεων ως θύτη σε ένα βιβλίο που, φυσικά, είναι ανέκδοτο στις ΗΠΑ. Η ιδέα του να παρουσιαστεί ως μεταφραστής σε ένα τέτοιο μυθιστόρημα φαίνεται εντελώς εύλογη. Οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν πολύ εύκολα να πιστέψουν ότι το φυλετικό στοιχείο κατέστησε αδύνατη την κυκλοφορία ενός τόσο γραφικού pulp θρίλερ στην Αμερική. Με αυτόν τον τρόπο, οι κριτικοί πεπεισμένοι ότι το βιβλίο γράφτηκε από έναν κάτοικο των αμερικανικών γκέτο, κατακρίνουν την αμερικανική λογοτεχνία, χωρίς δεύτερες σκέψεις για την αυθεντικότητα του έργου ενός άγνωστου συγγραφέα. Ο πραγματικός συγγραφέας; Ούτε που είχε επισκεφτεί ποτέ την Αμερική.

Η ικανότητα του Βιάν να ασχοληθεί επιδέξια με αμερικάνικη γραφή τέτοιας κατηγορίας, η χρήση κινηματογραφικών τεχνικών και η αναφορά του στα κοινωνικά στερεότυπα, μέσα σε ένα τόσο καλοστημένο περιτύλιγμα, συμβάλλουν σημαντικά, στην εικόνα ενός από τους σημαντικότερους διανοούμενους της μεταπολεμικής Γαλλίας. Κοφτοί διάλογοι, νέγροι, βία, σεξ, συνθέτουν ένα από τα πιο επιτυχημένα νουάρ μυθιστορήματα, το οποίο απαγορεύτηκε το 1949.

Το βιβλίο συνδέθηκε με κάποιο έγκλημα πάθους που συνέβη το 1947: μία γυναίκα βρίσκεται στραγγαλισμένη από τον εραστή της, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Δίπλα της, ανοιγμένο το Θα φτύσω στους τάφους σας στη σελίδα όπου ο Λι αφαιρεί τη ζωή της Τζιν Άσκουιθ. Ο τίτλος της αυριανής εφημερίδας έδειχνε με το δάχτυλο τον Μπορίς Βιάν, «Ιδού ο ηθικός αυτουργός». Ο «Βέρνον Σάλιβαν» δεν ήταν πια σε θέση να προστατέψει τον συγγραφέα. Υποβλήθηκε μήνυση εναντίον του σαδιστή «μεταφραστή», αλλά αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο για την έκδοση δεύτερου νουάρ.

«Το “Θα φτύσω στους τάφους σας”, ένα από τα πιο “θυμωμένα” και αντιρατσιστικά βιβλία που γράφτηκαν ποτέ, είναι ένα λαχανιασμένο μπλουζ, που αναμειγνύει τη σεξουαλική φαντασίωση με τη βαθύτερη αγωνία της ύπαρξης».

 

 

Όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο χρώμα

Η θεματολογία γνωστή: ο Νταν, παντρεμένος με λευκή, προσπαθεί μανιωδώς να κρύψει τη νέγρικη καταγωγή του. Όταν εμφανίζεται πάλι στη ζωή του ο αδερφός του, ο φόβος του πως δεν θα μπορεί πλέον να περνιέται για λευκός, τον οδηγεί σε μία -σχεδόν- ανεξέλεγκτη πορεία προς τον θάνατο.

Η ειρωνεία, βέβαια, είναι πως τα ίδια νουάρ μυθιστορήματα επέφεραν και τον θάνατο του ιδίου. Ο Βιάν στην ιδιωτική προβολή της κινηματογραφικής μεταφοράς του έργου του Θα φτύσω στους τάφους σας, βρέθηκε να φωνάζει για την παταγώδη αποτυχία και να παθαίνει καρδιακό επεισόδιο σε ηλικία 39 ετών.

Juste le temps de vivre/ Μία στιγμή ζωής

Τα προβλήματα υγείας τον ακολουθούσαν από την παιδική του ηλικία. Χωρίς να εμπιστεύεται την αντοχή της καρδιάς του, την ακολούθησε. Μετέφρασε -όντως αυτή τη φορά- αστυνομικά έργα και διηύθυνε το τμήμα τζαζ της δισκογραφικής Philips. Για τον Βιάν η ζωή υπήρξε μικρή, ίσως λίγο μικρότερη από τη συνηθισμένη φράση. Θα άφηνε κανείς άλλος την εύπορη ζωή και τη βολεμένη θέση του για να μετακομίσει στην ταράτσα του Moulin Rouge;

Η βιογραφία του

Ο Μπορίς Βιάν (1920-1959), ένας από τους πιο σημαντικούς διανοούμενους των γαλλικών γραμμάτων, υπήρξε λογοτέχνης, μέλος του λογοτεχνικού “Κολεγίου της Παταφυσικής”, μεταφραστής, τζαζ-τρομπετίστας, τραγουδοποιός, κριτικός, ηθοποιός και εφευρέτης. Μετά τον πρόωρο θάνατό του, στα 39, στην εποχή της αμφισβήτησης τη δεκαετία του 1960, η νεολαία άρχισε να παθιάζεται με τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα και τα θεατρικά του και να ακούει τα τραγούδια του, όπως το αντιπολεμικό “Le déserteur” [“Ο Λιποτάκτης”].

Στο τραγούδι του “Cinématographe” [“Κινηματογράφος”] δηλώνει τον έρωτά του για την τέχνη του κινηματογράφου, ο οποίος ωστόσο παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτος. Παρότι έγραψε πάνω από 20 σενάρια και έπαιξε πολλούς δεύτερους ρόλους, δεν πρόλαβε να περάσει πίσω από την κάμερα. Στο ημερολόγιό του γράφει: “Θα το κάνω, όταν θα είναι το ίδιο εύκολο να γυρίσει κανείς μία ταινία, όσο και να είναι θεατής”.

Υπήρξε ένας λογοτεχνικός κομήτης που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στα μεταπολεμικά γράμματα κι έχει γαλουχήσει πολλές γενεές εφήβων με τα αντισυμβατικά του έργα και τη μυθολογία που έχει δημιουργηθεί γύρω από το όνομά του. Γιατί στη διάρκεια της λιγόζωης διάρκειας του δημιουργικού του έργου, αλλά και του βίου του (έφυγε μόλις στα 39 του χρόνια), ο συγγραφέας, τρομπετίστας, τραγουδοποιός, κριτικός και καλλιτεχνικός διευθυντής τζαζ παραγωγών, κατόρθωσε να πλάσει ένα ιδιαίτερο φαινόμενο, που ξεφεύγει από τη συνηθισμένη εικόνα των συγγραφέων –καταραμένων, ή μη –που συνεγείρει τη φαντασία και συντηρεί την άλω του.

Η δομή των έργων του, το κινηματογραφικό περιβάλλον και η έμπνευση του θέματός τους, η γλώσσα τους, μείγμα της στακάτης έκφρασης και της αλληλοδιακύμανσης της αρμονικής κλίμακας της τζαζ, η αποσυνάγωγη επαναστατικότητα του περιθωρίου και του εγκλήματος, είναι μοτίβα που εύκολα ενθουσιάζουν τον αναγνώστη –ιδίως το νεανικό κοινό. Και τούτη είναι η ιδιοτυπία του έργου του Βιαν: δεν υπάρχει ίσως γενιά νέων που να μην έχει μαγευτεί από την ελευθεροστομία και την τόλμη των γραπτών του Βιαν, ιδίως το σκανδαλώδες στον καιρό του «Θα φτύσω στους τάφους σας», ή το «Να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους», σε βαθμό που να μην έχει ταυτισθεί μαζί τους. Μία ταύτιση που όμως είναι καιρική και όσο περνούν τα χρόνια, όσο πληθαίνει ο «Αφρός των Ημερών», για να θυμηθούμε άλλο ένα διάσημο βιβλίο του, δίνει τη θέση της σε μία συγκαταβατικά νοσταλγική αναπόληση των γραπτών του, που όλο και περισσότερο μοιάζουν «αναγνώσματα μίας νεανικής ηλικίας και μόνον». Γιατί, το έργο του Βιαν είναι φτιαγμένο από εκείνο το μέταλλο που λάμπει όσο είναι ακόμη κι ο αναγνώστης νέος κι η λάμψη του λιγοστεύει όσο περισσότερο εκείνος τρίβεται και γνωρίζει περισσότερο τη ζωή, ακριβώς όπως συμβαίνει και με άλλα τέτοια έργα, σαν τον «Φύλακα στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ, το «Στον Δρόμο» του Κέρουακ, ή τα έργα του Μπάροουζ, ή άλλα του είδους, που σηματοδοτούν ένα τελετουργικό πέρασμα από την άδολη εφηβεία στα «επαναστατημένα» νιάτα που διεκδικούν την αυτοδιάθεση μέσα από την αντίδραση στο κατεστημένο.

 

Με τον Μάιλς Ντέιβις

 

Ο Μπορίς Βιαν, έργω τε και βίω, ενσαρκώνει την προσωπικότητα με την έντονη, αλλά και σύντομη ζωή, που κάθε έφηβος στην ευαίσθητη εκείνη ηλικία ποθεί να βιώσει. Αυτός ο γεννημένος στις 10 Μαρτίου 1920 στο Βιλ-ντ-Αβρέ, γόνος μίας ευκατάστατης οικογένειας, είχε κατορθώσει από νωρίς να δημιουργήσει έναν μύθο κι ένα μυστήριο γύρω από το όνομά του. Αρχίζοντας ακριβώς από το ίδιο το όνομά του, το Μπορίς, που όλοι νόμιζαν ότι είναι ενδεικτικό μίας σλαβικής του καταγωγής και που ο ίδιος δεν θέλησε ποτέ να διαψεύσει στον συνομιλητή του, αποκαλύπτοντάς του πως απηχεί την αγάπη της μητέρας του για την όπερα, κι ιδίως για το έργο «Μπόρις Γκουντούνοφ». Μάλιστα, η ταύτιση του Βιαν με το σλαβικό στοιχείο ήταν τέτοια που το 1955, όταν είχε γράψει το γνωστό πολιτικό τραγούδι «Ο λιποτάκτης» (Le Deserteur), στην τουρνέ που πραγματοποιούσε ακροδεξιοί οπαδοί δεν τον άφηναν να τραγουδήσει, διακόπτοντας το πρόγραμμα και φωνάζοντας «Γύρνα στη Ρωσία».

Από νωρίς, ο Βιάν, μαζί με τους άλλους δύο αδελφούς του, έπαιζαν σε διάφορες ορχήστρες τζαζ, αναδεικνύοντάς τον σε έναν εξαιρετικό βιρτουόζο της τρομπέτας. Από νωρίς επίσης προσβάλλεται από καρδιακό ρευματισμό, που στη συνέχεια θα τον αναγκάσει να περιορίσει τη μουσική του δραστηριότητα. Όμως, το πάθος του για τη μουσική το διοχέτευσε πλέον στην κριτική της τζαζ και στην οργάνωση εκδηλώσεων, στο άνοιγμα τζαζ-κλαμπ όπου φιλοξενούνταν μεγάλα ονόματα και στην καλλιτεχνική διεύθυνση του κλάδου τζαζ της δισκογραφικής εταιρείας Philips.

Το 1945, ο μεγάλος καινοτόμος συγγραφέας Ρεϊμόν Κενό, ιδρυτής της “παταφυσικής” και της πρωτοποριακής ομάδας Oulipo, εντοπίζει το χειρόγραφο του Βιαν «Βεροκέν και το πλαγκτόν» και προωθεί τον Βιαν στους λογοτεχνικούς κύκλους, εξασφαλίζοντάς του ένα συμβόλαιο με τον μεγάλο εκδοτικό οίκο Gallimard. Τον επόμενο χρόνο, ο Βιαν συνδέεται με τους Ζαν-Πολ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ. Μάλιστα, στο πρώτο μεγάλο του έργο, τον «Αφρό των Ημερών», το πιο «αιχμηρό ερωτικό μυθιστόρημα», σύμφωνα με τον Κενό, σκιαγραφεί μία καρικατούρα του Σαρτρ, στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή Ζαν-Σολ Παρτρ, κάνοντας τον φιλόσοφο να γελάσει με την καρδιά του. Ωστόσο, η αποτυχία του «Αφρού» να αποσπάσει το διακεκριμένο βραβείο της Pleiade, κοστίζει στον Βιαν, που αντιλαμβάνεται πως η επιτυχία στη λογοτεχνία δεν είναι μόνον ζήτημα ταλέντου και ικανοτήτων, αλλά εξαρτάται σημαντικά από τα «ενδοσυντεχνιακά παιχνίδια» και τις «παρέες».

Το 1947 ξεσπά το σκάνδαλο του «Θα φτύσω στους τάφους σας». Ο Μπορίς Βιαν, θέλοντας να βοηθήσει ένα φίλο του εκδότη, γράφει, υπό το ψευδώνυμο Βέρνον Σάλιβαν, ένα σκληρό αστυνομικό έργο, δηλώνοντας ο ίδιος ως μεταφραστής του. Το pastiche αυτό, τόσο αριστοτεχνικά εκτελεσμένο που κανείς το υπολαμβάνει εύκολα ως αντιπροσωπευτικό του αμερικανικού αστυνομικού γένους, περιλαμβάνει τόσα προκλητικά για την εποχή του θέματα, την αχαλίνωτη βία, το ανερυθρίαστο σεξ, την άνευ ορίων αθυροστομία, την ένταση και τους κόντρα-χαρακτήρες, εκτοξεύεται αμέσως στις πωλήσεις και γίνεται ανάρπαστο. Τόσο, ώστε η υπερσυντηρητική Επιτροπή Κοινωνικής και Ηθικής Δράσης και ο πρόεδρός της Ντανιέλ Παρκέρ να μηνύσει τον εκδότη και τον «μεταφραστή» για το πορνογραφικό και αήθες περιεχόμενό του. Ο Βιαν μεθά με την επιτυχία του βιβλίου και διασκεδάζει με το σκάνδαλο Βέρνον Σάλιβαν, κι ενδιάμεσα γράφει το «Όλα τα πτώματα έχουν το ίδιο χρώμα» (όπου ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Νταν Πάρκερ!)

Ωστόσο, τα πράγματα δεν έχουν την εξέλιξη που θα ήθελε ο Βιαν: σ’ ένα ξενοδοχείο του Μονπαρνάς, ο εμπορικός αντιπρόσωπος Εντμόν Ρουζέ δολοφονεί την ερωμένη του Μαρί-Αν και δίπλα οι Αρχές ανακαλύπτουν ένα αντίτυπου του «Θα φτύσω στους τάφους σας», ανοιγμένο σε μία σελίδα όπου περιγράφεται ένα σαδιστικό έγκλημα. Αμέσως, ο συμβατικός αστικός Τύπος αρχίζει να βοά εναντίον του βιβλίου και του συγγραφέα, ως ηθικού αυτουργού για το φονικό. Ο Βιαν αναγκάζεται να αποκαλυφθεί, γεγονός που του κοστίζει τη δουλειά του ως μηχανικός στο Μονοπώλιο Χάρτου. Πλέον είναι αναγκασμένος να φυτοζωεί χάρις στην πένα του, γράφοντας, μεταφράζοντας, και κάνοντας κριτικές.

Μολαταύτα, αυτή η περιπέτεια προσέθεσε περισσότερη μαγεία στην παρισινή φήμη του Βιαν: πλέον συγκαταλέγεται στη χορεία των “καταραμένων” δημιουργών, είναι ο νυχτοπαρωρίτης των τζαζ κλαμπ και της μουσικής ζωής –μέσα από το Κλαμπ Σαιν Ζερμαίν -ντε -Πρε που ιδρύει παρελαύνουν οι Ντιουκ Έλινγκτον, Τσάρλι Πάρκερ, ο Μάιλς Ντέιβις. Είναι ο εισηγητής του μπι-μποπ και ο συνήγορός του στη μεγάλη querelle (διαμάχη) με τους οπαδούς της τζαζ της Νέας Ορλεάνης. Γίνεται ο εφευρέτης πολλών δημοφιλών εκφράσεων, ο όρος «tube» για να εκφράσει μία μουσική επιτυχία (η γαλλική αντιστοιχία του hit) εξακολουθεί έως σήμερα να χρησιμοποιείται. Είναι ο πρώτος που στήριξε την επιστημονική φαντασία ως λογοτεχνικό γένος και πολλά έργα του, όπως «Το Φθινόπωρο στο Πεκίνο», ο «Ψυχοβγάλτης» είναι γεμάτα αναφορές σε αυτό το είδος.

Ο πόλεμος στην Ινδοκίνα του εμπνέει τον «Λιποτάκτη», ο οποίος επίσης δημιουργεί σκάνδαλο, λόγω του αντιμιλιταριστικού περιεχομένου του. Ο Μπορίς Βιαν διαπρέπει σαν μύθος, αλλά στερείται εμπορικής επιτυχίας, ούτε το «Κόκκινο γρασίδι» και ο «Ψυχοβγάλτης» δεν τυγχάνουν καλής υποδοχής από το κοινό, ούτε και η μουσική κωμωδία του, ο «Ιππότης του Χιονιού». Πλέον, το όνομά του γίνεται γνωστό από τα άρθρα, τις μουσικοκριτικές, τις δισκογραφικές του παραγωγές (ροκ δίσκοι του Ανρί Σαλβαντόρ και της Μαγκαλί Νοέλ, οι τζαζ ανθολογίες του στη Fontana και τη Philips.

Η κακοδαιμονία τον κυνηγά ίσαμε τα στερνά του: αφήνει την τελευταία του πνοή στα 39 του χρόνια, στην πρεμιέρα της κινηματογραφικής μεταφοράς του «Θα φτύσω στους τάφους σας» στον κινηματογράφο Λε Μπαμπέφ. Ο Μπορίς Βιάν έχει ζήσει λίγα χρόνια, έχει όμως προλάβει ν’ αφήσει πίσω του ένα τέτοιο έργο που δεν θα επιτρέψει σε κανέναν «να φτύσει στον τάφο του».

*Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ «ΘΑ ΦΤΥΣΩ ΣΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΣΑΣ»

Ήταν πολύ τίμιος ο Τομ κι αυτό θα τον κατέστρεφε. Νόμιζε ότι κάνοντας
το καλό ανταμείβεσαι με καλό, ενώ αυτό όταν συμβαίνει δεν είναι παρά
σύμπτωση. Ένα πράγμα μετράει μόνο, η εκδίκηση και μάλιστα όσο πιο
τέλεια γίνεται. Σκεφτόμουν τον μικρό που ήταν ακόμη πιο άσπρος κι από
μένα. Όταν έμαθε ο πατέρας της Αν Μοράν ότι τριγυρνούσε την κόρη του
κι έβγαιναν μαζί, όλα έγιναν γρήγορα. Γιατί ο μικρός δεν είχε βγει ποτέ από
την πόλη. Κι εγώ μόλις είχα γυρίσει μετά από απουσία 10 χρόνων, και
λόγω των σχέσεων μου με ανθρώπους που δεν ήξεραν την καταγωγή μου
είχα καταφέρει να αποβάλω εκείνη την ποταπή δουλοπρέπεια που μας
επέβαλλαν λίγο-λίγο σαν αντανακλαστικό, εκείνη την ταπεινότητα την
επαίσχυντη που έβαζε λόγια ελέους στα ξεσχισμένα χείλη το Τομ, εκείνο
τον φόβο που έκανε τ’ αδέρφια μας να κρύβονται μόλις άκουγαν βήμα
λευκού
….
-Και τι έχω το διαφορετικό?
-Δεν ξέρω. Είσαι καλοφτιαγμένος αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Η φωνή σου
ας πούμε.
-Τι δηλαδή
-Δεν είναι συνηθισμένη φωνή.
Γέλασα πάλι καλόκαρδα.
-Όχι, επέμεινε, είναι φωνή πιο βαθειά και πιο… δε ξέρω πώς να το πω… πιο
ζυγισμένη.
-Είναι από τη συνήθεια να παίζω κιθάρα και να τραγουδάω.
-Όχι, είπε εκείνη. Δεν έχω ακούσει τραγουδιστές και κιθαρίστες να
τραγουδούν σαν εσένα. Έχω ακούσει φωνές που μου θυμίζουν τη δική σου,
ναι.. εκεί ήταν.. στην Αϊτή. Μαύρους.
-Με κολακεύεις, είπα. Είναι οι καλύτεροι μουσικοί που υπάρχουν.
-Χαζομάρες!
-Όλη η αμερικάνικη μουσική από αυτούς βγήκε, την βεβαίωσα.
-Δεν πιστεύω, όλες οι μεγάλες χορευτικές ορχήστρες είναι λευκές.
-Βέβαια, οι λευκοί βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση για να
εκμεταλλεύονται τις ανακαλύψεις των μαύρων.
-Δεν νομίζω πως έχεις δίκιο. Όλοι οι μεγάλοι συνθέτες είναι λευκοί.
-Ο Ντιούκ Έλλιγκτον για παράδειγμα.
-Όχι. Ο Γκέρσουιν, ο Κερν όλοι αυτοί.
-Όλοι τους Ευρωπαίοι μετανάστες επέμεινα. Σίγουρα αυτοί είναι οι
μεγαλύτεροι εκμεταλλευτές Δε νομίζω πως μπορείς να βρεις στον
Γκέρσουιν ένα κομμάτι πρωτότυπο, που να μην το αντέγραψε, να μην το
ξεσήκωσε ή να μην το μιμήθηκε.
-Είσαι παράξενος, είπε. Σιχαίνομαι τους μαύρους.
……….
-Σου δημιουργεί την ίδια αίσθηση όταν το κάνεις με μαύρους;
Δεν απάντησε καθόλου. Ήταν τελείως αποχαυνωμένη.
-Γιατί εγώ προσωπικά είμαι πάνω από το ένα όγδοο.
Ξανάνοιξε τα μάτια της και γέλασε. Τότε της τα είπα όλα. Δηλαδή την
ιστορία του μικρού, πως είχε ερωτευτεί μια κοπέλα και πως στη συνέχεια
τον περιποιήθηκε ο πατέρας της και ο αδερφός της. Της εξήγησα τι ήθελα
να κάνω μαζί της και με τη Λου. Δηλαδή να την πληρώσουν δύο για έναν.

 

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουBoris Vian: Ο συγγραφέας ενός από τα πιο “θυμωμένα” και αντιρατσιστικά βιβλία που γράφτηκαν ποτέ

Related Posts