Cat Is Art

Berliner Ensemble: Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Νέα πραγματικότητα: Έτσι θα ξεκινήσει το Berliner Ensemble, ένας από τους διασημότερους θεατρικούς οργανισμούς της Γερμανίας και του κόσμου, την επόμενη σεζόν.

Πολλά ακούμε και διαβάζουμε για το πώς καλούνται να λειτουργούν οι θεατρικές σκηνές ανά τον κόσμο λόγω των οδηγιών για τον covid-19. Αυτή η εικόνα όμως από το φημισμένο Μπερλίνερ Ανσάμπλ του Βερολίνου, το ιστορικό θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, με τη νέα διάταξη των καθισμάτων της πλατείας του, δείχνει ανάγλυφα τη νέα πραγματικότητα.

 

Η Μεγάλη Αίθουσα του Berliner Ensemble, όπως ήταν πριν κλείσει λόγω πανδημίας

 

Οι φίλοι του θεάτρου φοβούνται ότι αυτό θα επηρεάσει και τις τιμές των εισιτηρίων, γιατί μάλλον δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, δηλώνουν. Πολύ λυπηρό για τους φοιτητές και τους θεατές με χαμηλό εισόδημα. Ωστόσο, το Berliner Ensemble καθησυχάζει όσους ανησυχούν και υπογραμμίζει ότι δεν πρόκειται να αυξηθεί το εισιτήριο.

***

«Πολλοί θεωρούν το θέατρο σαν έναν τόπο παραγωγής ονείρων», έγραφε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, «και εσάς τους ηθοποιούς, σας θεωρούν πωλητές μεθυστικών ναρκωτικών. Τα όνειρα καλόδεχτα. Πώς να αντέξουμε αυτή τη ζωή χωρίς όνειρα. Μα έτσι, ηθοποιοί, το θέατρό σας δεν γίνεται τίποτα άλλο από ένας τόπος όπου μαθαίνει κανένας να αντέχει την ασήμαντη και ομοιόμορφη ζωή. Τους δείχνετε έναν κόσμο ψεύτικο, απρόσεχτα ανακατωμένο, έτσι όπως τον δείχνουν τα όνειρα».

Ο Μπρεχτ ήθελε το θέατρο να κάνει τον θεατή να σκέφτεται. Στα θεατρικά του έργα περιέγραφε τον κόσμο σαν κόσμο που μπορεί ν’ αλλάξει. Το Μπερλίνερ Ανσάμπλ, δημιούργημά του, ήταν ο αυθεντικός χώρος καλλιέργειας του έργου του και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε αναπόσπαστο τμήμα της σοσιαλιστικής πολιτιστικής ζωής στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Εκεί ο Μπρεχτ μπόρεσε να συστηματοποιήσει τις απόψεις του για το θέατρο και με τη συνεργασία σπουδαίων ηθοποιών και συνεργατών να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή που θα επηρέαζε την τέχνη σε παγκόσμιο επίπεδο.

***

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε στις 14/8/1956 στο Ανατολικό Βερολίνο. Αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικά. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του ήταν το “Εγκόλπιο ευσέβειας” (Hauspostille).

Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, συνάντησε και δούλεψε με το συνθέτη Χανς Έισλερ και ανέπτυξαν φιλία ζωής. Γνώρισε και τη Χέλενε Βάιγγελ, τη δεύτερη γυναίκα του που τον συνόδεψε αργότερα στην εξορία μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1922 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζοφ. Η κόρη τους Ανν Χιόμπ γεννήθηκε ένα χρόνο μετά. Το 1923 προσλήφθηκε βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Μαξ Ράινχαρτ. Άρχισε να φοιτά στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή και μελέτησε διαλεκτικό υλισμό. Το 1930 παντρεύτηκε τη Χέλενε Βάιγγελ που του είχε χαρίσει ήδη ένα γιο. Στη συνέχεια απέκτησαν και μια κόρη.

Η προσαρμογή της Όπερας των Ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπός του επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής.

Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε μέχρι το έτος 1948. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό «Η Λέξη» (Das Wort). Στην Αμερική, όπου έζησε το κύριο μέρος της ζωής του, δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς.

Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και μαζί με τη Χέλενε Βάιγκελ (Ηelene Weigel) ίδρυσαν (1949) το Μπερλίνερ Ανσάμπλ (Berliner Ensemble). Το 1950 εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.

Το έργο του

Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1920 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία.

Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του “Βάαλ” (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του “Ταμπούρλα μες τη Νύχτα” (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 – 1918) κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το “διδακτικό” και “ανθρωπιστικό” θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του. Ήταν τότε που έγραψε και το λιμπρέτο της όπερας (με μουσική του Κουρτ Βάιλ) ” Η Άνοδος και η Πτώση της πόλης Μαχάγκονι” (1930).

Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, ο Μπρεχτ έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: “Η Ζωή του Γαλιλαίου” (1937-39), “Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της” (1936-39), “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν” (1935-41), “Ο Κύριος Πούντιλα και ο Υπηρέτης του Μάττι” (1940), “Η Άνοδος του Αρτούρου Ούι” (1941), “Τα Οράματα της Σιμόνης Μασάρ” (1940-43), “Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο” (1942-43) και “Ο Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία” (1943-45). Το 1944 γράφει το έργο “Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής”, μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού.

Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Έγραψε εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν τη σταδιακή μεταστροφή του προς τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι: Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε, Εγκώμιο στη μάθηση, Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου, Αυτό θέλω να τους πω, Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο, Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ, Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου, Εγκώμιο στον Κομμουνισμό, Εγκώμιο στη Διαλεκτική.

  • H αρχική φωτογραφία αναρτήθηκε στο F/B του Berliner Ensemble
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουBerliner Ensemble: Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις

Related Posts