Στο «Μπάγκειον» ύστερα από 40 χρόνια. Τότε με τον Θωμά Γκόρπα. Σήμερα με την Άντζελα Μπρούσκου

Του Παναγιώτη Μήλα

«Εύκολα μαθαίνει κανείς το ξενύχτι. Η επιστροφή στο «σπίτι» παρετείνετο επ’ αόριστον… Τα ταβερνάκια της Πλάκας, τα διανυκτερεύοντα καφενεία της πλατείας Συντάγματος, του «Ζαχαράτου» και του «Αντωνιάδη», το «Βυζάντιον», τα «γαλακτοτροφεία» της πλατείας Ομονοίας «Γαλλία» και «Ολύμπια» και «Μέγας Αλέξανδρος» ήταν πιο σπίτι απ’ το «σπίτι».

***

Μέσω των περιμετρικά διαδοχικών θυρών σε σχήμα καμάρας με τζάμια, διαχέεται φυσικός φωτισμός έως και τους διαδρόμους του μεγαλοπρεπούς ξενοδοχείου.

 

Αυτό είναι απόσπασμα από ένα δικό του κείμενο (*) που μας διάβασε ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας στο υπόγειο του ξενοδοχείου «Μπάγκειον» μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1978.

Τότε, πριν από 40 χρόνια, εργαζόμουν ως γελοιογράφος στο εβδομαδιαίο περιοδικό γνώμης «Πολιτικά Θέματα». Εκδότης και διευθυντής ο Κώστας Κύρκος, αδελφός του Λεωνίδα και γιος του Μιχάλη.

Ανάμεσα στις πολύ δυνατές υπογραφές που φιλοξενούσε το περιοδικό ήταν και δύο μοναδικοί γνώστες της ελληνικής γλώσσας που κάλυπταν το πόστο της διόρθωσης των κειμένων. Ήταν ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Λουκάς Θανασέκος και ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας.
Τα γραφεία του περιοδικού ήταν τότε σε στοά μιας πολυκατοικίας στην οδό Λέκκα, δεξιά από την Καραγιώργη της Σερβίας όπως κατεβαίνουμε από το Σύνταγμα.

Όταν συμπλήρωσα ένα χρόνο εκεί, πήρα το θάρρος να προτείνω σε όλους τους συναδέλφους ένα βράδυ Παρασκευής, μετά το κλείσιμο της ύλης του περιοδικού, να πάμε στα «Μπακαλιαράκια» της Κυδαθηναίων για ένα κρασί. Ήρθαν μόνο ο Λουκάς και ο Θωμάς. Καταλήξαμε τελικά πιο κοντά, σε ένα υπόγειο οινομαγειρείο στη γωνία Λέκκα και Περικλέους. Μετά την κρασοκατάνοιξη ο Θωμάς Γκόρπας πρότεινε να συνεχίσουμε με… λουκουμάδες. Ασφαλώς ήταν ό,τι το καλύτερο για αυτή την ώρα μιας και η πρόταση συνοδευόταν και από μια έκπληξη:

Πάμε στο «Μπάγκειον», στην πλατεία της Ομόνοιας. Στο παλαιό γαλακτοτροφείο «Ολυμπία». Λόγω προτέρου εντίμου βίου έχω το ελεύθερο να μπούμε και μέσα στο κλειστό κτήριο του Τσίλερ για να σας ξεναγήσω και στο υπόγειο, και στον πρώτο όροφο…

***

Ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1935 στο Μεσολόγγι και πέθανε στην Αθήνα την Πρωταπριλιά του 2003.

Δεν είπαμε όχι στην πρόταση. Μόλις μπήκαμε μέσα ο Γκόρπας, με φωνή βροντώδη, άρχισε να απαγγέλλει ως ηθοποιός:

«Από κρότους σερβίτσιων βοΐζει
η ατμόσφαιρα κι έχει καπνιά
λουκουμάδων γλυκιά ευωδιά
και τσικνίλα μυρίζει…».

-Δικό σου κι αυτό Θωμά; Τον ρωτήσαμε.
-Όχι! Αυτό ανήκει στον Κερκυραίο ποιητή Στέφανο Μπολέτση που είχε γράψει ένα σατιρικό (*) με τον τίτλο «Μπάγκειον;». Εδώ μόνο για ποίηση θα σας μιλήσω αφού το υπόγειο του ξενοδοχείου ήταν στη δεκαετία του ’30 στέκι ποιητών και λογοτεχνών, όπως ήταν αντίστοιχο στέκι στα χρόνια του ’50 ο «Λουμίδης» και στα χρόνια του ’60 το «Βυζάντιον» και ο «Μαγεμένος Αυλός».
-Στη δεκαετία του ’30 ποιοι ποιητές έρχονταν εδώ;
-Θα σας απαντήσω πάλι με ένα ποίημα αγαπημένοι μου, μας είπε ο Θωμάς που εκείνη τη στιγμή ένιωθε ως Αλέξης Μινωτής στην Επίδαυρο. Ακούστε λοιπόν:

«Κάτω απ’ τα τόξα του υπογείου με τις τεφρές σκιές των,
και μες στην κούφια ατμόσφαιρα που μια σιγή αντηχεί,
της Κοινωνίας οι άχρηστοι κηφήνες, μοναχοί,
στο περιθώριον της ζωής διαγράφουν τις τροχιές των».

***

-Το απόσπασμα που σας είπα πιο πάνω ανήκει σε ποίημα (*) του νεαρού ποιητή και αργότερα σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκου, με τίτλο «Το Μπάγκειον». Στο ποίημα αναφέρονται οι θαμώνες του ομώνυμου καφενείου που ήταν στο υπόγειο: Ο Κώστας Μπέζος (Μπολάτι Κορινθίας, 1905 – Αθήνα, 1943) που ήταν γελοιογράφος στην εφημερίδα «Πρωία», αρθρογράφος, λαϊκός τραγουδοποιός, τραγουδιστής, κιθαρίστας, μαέστρος στο συγκρότημά του με χαβάγιες που είχε το όνομα «Άσπρα Πουλιά».

-Επίσης ο Λάσκος αναφέρεται στον ποιητή Μίνω Ζώτο, που γεννήθηκε το 1905 στο Νεοχώρι του Μεσολογγίου. Στα 23 του ερωτεύτηκε παράφορα τη Μαρία Πολυδούρη. Εκείνη τον απέρριψε και δύο χρόνια μετά τον θάνατό της το 1930, πέθανε κι εκείνος από φυματίωση σε ηλικία 27 ετών ενώ άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε αφήνοντας ένα ποίημά του για τη Μαρία.

-Γράφει ο Λάσκος και για τον Κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία ο οποίος γεννήθηκε το 1903 στην Κοντέα, ένα χωριό στην επαρχία Αμμοχώστου. Είναι γνωστός και με διάφορα ψευδώνυμα, όπως Ανδρέας Ζαφείρης, Λιμπέρης, Ανδρέας Φιλοθέου και Κ. Ραγιάς. Ο Ανθίας έγραψε εκτός από ποίηση, διάφορα θεατρικά έργα καθώς και χρονογραφήματα και πέθανε το 1968.

 

Η πλατεία της Ομόνοιας στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Αριστερά το “Μπάγκειον” και δεξιά το “Μέγας Αλέξανδρος”

Αυτός ήταν ο κόσμος του «Μπαγκείου», του καφέ σαντάν της Ομόνοιας.

– Η μετατροπή του υπογείου σε κέντρο λογίων και λογοτεχνών οφειλόταν στον Μάριο Βαϊάνο. Από εκεί πέρασαν επίσης: Τέλλος Άγρας, Δημήτρης Ψαθάς, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νίκος Βέλμος, Φώτος Γιοφύλλης, Κώστας Βάρναλης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Κώστας Ουράνης, Άγγελος Τερζάκης, Μυρτιώτισσα, Χάγιερ-Μπουφίδης, Μήτσος Παπανικολάου, Νίκος Σαράβας, Κλέων Παράσχος και άλλοι. Ακόμη και δύο Γιάννηδες στα νιάτα τους: ο Ρίτσος και ο Τσαρούχης.

Με ένα φακό που δανείστηκε ο Γκόρπας από το γαλακτοτροφείο, συνεχίσαμε με προσοχή την περιήγησή μας στο κατασκότεινο υπόγειο…

– Το πέρασμά τους έκαναν από εκεί πολλοί λογοτέχνες όπως: Ο Ντόλης Νίκβας, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Γιώργος Δενδρινός, ο Θέμος Κορνάρος και πολλοί άλλοι. Επίσης ο Νίκος Βέλμος. Όπως έγραφε ο Θωμάς Γκόρπας «ο Βέλμας είχε ζωή τρικυμιώδη και καταραμένη, ζωή αλήτη (απ’ τα 12 χρόνια του) και μουσόπληκτου, μουσηγέτη και αναρχικού επαναστάτη. Αυτός ο ασπούδαχτος με όψη Μπετόβεν, αυτός ο ιδιοφυής με τα μεγάλα πάθη, ναρκωτικά και Σαίξπηρ, έρωτες και λαϊκή τέχνη…». Κάθε Σάββατο βράδυ, από το 1927 μέχρι το 1929, εξέδιδε το φυλλάδιο «Φραγγέλιο» και το διένεμε μόνος, αρχίζοντας πάντα από τους θαμώνες στο «Μπάγκειον».

– Γενικά το καφενείο συγκέντρωνε ανθρώπους με ιδιαίτερη κλίση προς τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και… το αλκοόλ.

– Το Μπάγκειον ήταν υπόγειο καφενείο στη συμβολή της οδού Αθηνάς με την Ομόνοια. Μετά το 1900 για μεγάλη περίοδο ήταν το πρώτο τους στέκι. Βασικοί πελάτες όσοι ήταν από 19 – 25 χρόνων. Δεν έλειπαν όμως και οι 50άρηδες και πάνω… Ανάμεσά τους ο μετέπειτα πολιτικός Αλέξανδρος Παπαναστασίου, που ήταν γεννημένος το 1876.

– Το καφέ λειτουργούσε μέχρι τις 10 η ώρα, μετά έκλεινε και μετατρεπόταν σε νυχτερινό κέντρο. Η ορχήστρα με τα μπουζούκια έπαιζε μέχρι το πρωί. Κανονικό λαϊκό κέντρο. Εκεί τραγουδούσε κάποτε και η Ρόζα Εσκενάζυ ενώ, όπως λέγεται, εκεί ηχογραφήθηκε το πρώτο τραγούδι με μπουζούκι στην ελληνική δισκογραφία, το «Καραντουζένι» του Μάρκου Βαμβακάρη.

***

Το «Μπάγκειον» χτίστηκε το 1890. Αρχιτέκτων ήταν ο Ερνέστος Τσίλλερ. Στη θέση του προϋπήρχε οικία, στην οποία διέμενε η οικογένεια του Χαρίλαου Τρικούπη μέχρι το 1883. Το «Μπάγκειον» ήταν δωρεά του εθνικού ευεργέτη Ιωάννη Πάγκα (ή Μπάγκα) (1814 – 1895). Ο Πάγκας πρόλαβε να δει και το δεύτερο κτήριό του στην Ομόνοια, το ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος».

Στο υπόγειο βρισκόταν επίσης ένα από τα λίγα «αμαρτωλά» καφέ σαντάν της Αθήνας, από την αρχή της λειτουργίας του ξενοδοχείου.

Μετά το υπόγειο ο Γκόρπας, ο Θανασέκος κι εγώ ανεβήκαμε από την επιβλητική σκάλα στον πρώτο όροφο…

H κεντρική κοινόχρηστη αίθουσα (η βασική φωτογραφία του θέματος) στον Α’ όροφο (εκεί δηλαδή που από τις 10 Φεβρουαρίου 2018 θα δοθεί η παράσταση της “Hedda Gabler”), είναι τεράστιας αρχιτεκτονικής αξίας, καθώς ελάχιστες τέτοιες κατασκευάστηκαν και σώζονται στη χώρα μας. Στο κέντρο της οροφής της υπάρχει ένα μεγάλο υαλοσκεπές τμήμα, από το οποίο και μέσω των περιμετρικά διαδοχικών θυρών σε σχήμα καμάρας με τζάμια, διαχέεται φυσικός φωτισμός έως και τους διαδρόμους.
Τα χρόνια που ακολούθησαν το Μπάγκειο παρήκμασε σταδιακά. Ωστόσο, σε σχέση με αντίστοιχα κτήρια, παρέμεινε ενεργό έως και το 1969 λειτουργώντας σαν ξενοδοχείο Γ’ κατηγορίας.

***

Η πλατεία με το πολυσυζητημένο σιντριβάνι, το 1960. Φτιάχτηκε βάσει σχεδίων του γλύπτη Γιώργου Ζογγολόπουλου (1903 – 2004) και του αρχιτέκτονα Κώστα Μπίτσιου.

 

«Μπάγκειον;»

Του Στέφανου Μπολέτση

Από κρότους σερβίτσιων βοΐζει
η ατμόσφαιρα κι έχει καπνιά
λουκουμάδων γλυκιά ευωδιά
και τσικνίλα μυρίζει
*
Με φωνές δυνατές συζητούνε
για την τέχνη δυο τρεις νεογνοί,
μα την πίστη μου είναι αγνοί
και την τέχνη πονούνε.
*
Βλέποντάς τους μονάχα φοβούμαι
με του λόγου την έξαψη εκεί
καθώς είναι κι οι τρεις νηστικοί
μην τυχόν φαγωθούνε.

***

«Το Μπάγκειον»

Του Ορέστη Λάσκου

Κάτω απ’ τα τόξα του υπογείου με τις τεφρές σκιές των,
και μες στην κούφια ατμόσφαιρα που μια σιγή αντηχεί,
της Κοινωνίας οι άχρηστοι κηφήνες, μοναχοί,
στο περιθώριον της ζωής διαγράφουν τις τροχιές των.
*
Και να, εκειδά στον καναπέ ο Μαρτίνος λυπημένος
για της Γιολάντας τον καημό χαμογελάει πικρά.
Ενώ ο Μπολέτσης σκυθρωπός, με τα όνειρα νεκρά,
στο τραπεζάκι αναγερτός καπνίζει αφηρημένος.
*
Ο Μπέζος, ο ήρεμος κι ωχρός, κι άλλοι δυο τρεις ζωγράφοι,
μες στο καρνέ τους μολυβιές τραβούν μηχανικώς.
Κι όμοια σαν μούμια αιγυπτιακή ο Βαγιάνος σοβαρός
μιαν απ’ τις μύριες κριτικές περί Καβάφη γράφει.
*
Ο Ζώτος, ο άρρωστος ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα,
κάποιο τραγούδι σιγανά απαγγέλλει με λυγμούς.
Ενώ ο Μαράκης δίπλα του μουντός μες στους καπνούς,
χαράζει αδρά στο μούτρο του κάποια στυγνή γκριμάτσα.
*
Εκεί πιο πέρα ο Θοδωρής ο σαρκαστής, κι ο αστείος,
βήχοντας φτύνει αδιάφορος μια αιμάτινη σταλιά.
Κι ο Ανθίας ο αιθερομανής ποιητής σε μια γωνιά,
με μάτια κόκκινα, θολά, μονολογεί ηλιθίως.
*
Κι εγώ, που ως μες στα κύτταρα χωρίς να υπάρχει λόγος,
μια πλήξη απροσδιόριστη με κυβερνάει καιρό,
με την τρανήν αμφιβολία ενός Άμλετ στο μυαλό
τοποθετούμαι μες σ’ αυτό το πλαίσιον… αναλόγως.

***

Το “Καφέ μπαρ Βυζάντιον” (στο βάθος αριστερά), που ανήκε στα διανυκτερεύοντα καφενεία της Πλατείας Ομονοίας. Δίπλα το ιστορικό φαρμακείο του Μπακάκου. Κλασικό σημείο για κάθε λογής ραντεβού…

Κλείνουμε με ένα ανέκδοτο κείμενο του Θωμά Γκόρπα

“Καφενεία της Αθήνας”

*

«Δύσκολο να βρεις τώρα καφενείο που να ‘ναι ένας χώρος ζεστός, «δικός μας». Δύσκολο να βρεις την Αθήνα τώρα.
Ο Κάπταιν Μοντεσάντος τώρα είναι σε μιαν άκρη της μνήμης μας: ζαρωμένος, χλωμός, πεινασμένος και φοβισμένος…
Τότε, στο καφενείον «Η Ακρόπολις», στην πλατεία Καρύτση, μεσημέρι-βράδυ καλλιγραφούσε τους στίχους του σ’ εκλεκτά χασαπόχαρτα, μας έλεγε ιστορίες παλιές απ’ τα πέλαγα, μας έλεγε γι’ αρχοντικά της οδού Νικοδήμου και για τις γυναίκες τους, μας έλεγε Μπωντλαίρ, Βερλαίν και Ρεμπώ στην δική του μετάφραση, μας έλεγε για μιαν ωραία ανηψιά του που ντρέπονταν γι’ αυτόν επειδή ήταν ξέμπαρκος, μας έλεγε για το τελευταίο μεγάλο χαρτοπαικτικό παιγνίδι του στην Μαρσίλια, μας έλεγε…
Κι ο Φάνης κι ο Παναγής κ’ εγώ γράφαμε «μοντέρνο» στίχο, αλλά τα έργα μας τα κρύβαμε απ’ το γέρο. Αυτό μας έλειπε – να μην τα κρύβαμε… Θα χάναμε τις ιστορίες του και τ’ άλλα και κυρίως αυτόν τον ίδιο το γέρο – καπετάνιο…
Ο Φάνης κι ο Παναγής από χρόνια και χρόνια έχουν ξεχάσει ότι κάποτε, τότε, έγραφαν στίχους.
Καφενείον «Η Ακρόπολις», μέτριος βραστός, τσιγάρα «Τέλειον», παπούτσια μοκασέν, μαλλιά χαίτη, μουστάκι α λα Τσε, τότε.
Η βροχή της Αθήνας, η βροχή πίσω απ’ την τζαμαρία του καφενείου, η Αθήνα μετά την βροχή, εμείς μες στην ψιλή αθηναϊκή βροχή.
Το εργένικο δωμάτιο είχε ένα ντιβάνι, ένα τραπεζάκι πτυσσόμενο, μια κρεμάστρα, μια βαλίτσα ξεκοιλιασμένη κι ανοιγμένη πάντα, το καλάθι «απ’ το χωριό». Μήτε μια καρέκλα -για κάμποσο καιρό.
Το δωμάτιο τον χειμώνα ήταν κρύο, ήταν υγρό, έπιανε και μούχλα. Μόνο με το τσιγάρο το πολεμούσες. Και συχνά, όταν δεν υπήρχε ούτε τσιγάρο, με την ανάμνηση τοπίων απ’ τη γενέθλια γη.
Έτσι εύκολα μαθαίνει κανείς το ξενύχτι. Η επιστροφή στο «σπίτι» παρετείνετο επ’ αόριστον… Τα ταβερνάκια της Πλάκας, τα διανυκτερεύοντα καφενεία της πλατείας Συντάγματος, Ζαχαράτου και Αντωνιάδη, το Βυζάντιον, τα «γαλακτοτροφεία» της πλατείας Ομονοίας Γαλλία και Ολύμπια και Μέγας Αλέξανδρος ήταν πιο σπίτι απ’ το «σπίτι».
Οι θρύλοι συνήθως γίνονται από πολύ καθημερινά πράγματα κι απ’ ανθρώπους που τότε ούτε που υποψιάζονταν πως θα γίνουν θρύλοι κάποτε: το Βυζάντιον, το Ελληνικόν…
Τα βιβλία μας απ’ το Μοναστηράκι κι απ’ τα καρότσια: Αθηνάς, Αιόλου, Χαυτεία. Το φαΐ μας απ’ τα υπόλοιπα των «…με κρέας».
Η Αθήνα τότε τέλειωνε στου Μαυρομάτη – στα σίδερα, στο Παγκράτι – στου Μπαμπέτα, στα Πετράλωνα, στην οδό Πανόρμου, στην Πλατεία Κυριακού…
Η Αθήνα κάποτε άρχιζε και τέλειωνε στην οδό Σταδίου.
Δεν μπόρεσα να μάθω ακόμα τι αγαπάει κανείς τελικά στη ζωή του.
Αλλοι λένε για μας ότι αγαπήσαμε τόσα και τόσα. Οταν ο ίδιος λες πως αγάπησες κάτι το λες και το ξαναλές και καμαρώνεις αυτό το κάτι, σίγουρα δεν τ’ αγάπησες πραγματικά.
Εμείς λέμε: Η Αθήνα μάς αγάπησε…
Την ευχαριστούμε για την αγάπη της. Είμαστε συγκινημένοι απ’ την αγάπη της.
Τα παλιά καφενεία της Αθήνας κατεδαφίστηκαν μέσα μας. Και τα λίγα που μένουν κι αυτά όπου να ‘ναι θα κατεδαφιστούν μέσα μας.
Είναι πάντα καινούργιο ό,τι δεν παλιώνει μέσα μας».

Hedda Gabler του Henrik Ibsen. Σκηνή από τις πρόβες σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρόυσκου, με την Παρθενόπη Μπουζούρη στον ομώνυμο ρόλο και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου στον ρόλο του Γιέργκεν Τέσμαν.

***
Έτος 2018. Η ώρα της Άντζελας Μπρούσκου με την Hedda Gabler

Την Hedda Gabler του Henrik Ibsen (1890), κορυφαίου του κριτικού κοινωνικού ρεαλισμού, επέλεξε η Άντζελα Μπρούσκου για να παρουσιάσει στο χώρο του ιστορικού ξενοδοχείου «Μπάγκειον», από τις 10 Φεβρουαρίου. Εκεί, θα γίνει ο δραματικός τόπος για να «στηθεί» η ιστορία της Hedda φέρνοντας στο σκηνικό φως το παγκόσμιο και διαχρονικό ζήτημα της γυναίκας και της θέσης της, σε μια κοινωνία «χτισμένη» από άνδρες.

«Απεικονίζοντας την παθολογία, μιας απογοητευμένης γυναίκας, ο Ibsen με την Hedda Gabler καταθέτει την πιο ισχυρή διαμαρτυρία απέναντι σε μια διεφθαρμένη κοινωνία, αποφασισμένη να θυσιάσει χάριν των δικών της συμφερόντων, την ελευθερία και την ατομική έκφραση των πιο χαρισματικών μελών της. Σήμερα η Hedda Gabler διαγράφει μέσα από τους αιώνες την επιτέλεση του φύλου της. Τα πάντα είναι προσποίηση».

Τα παραπάνω γράφει μεταξύ άλλων η σκηνοθέτις Άντζελα Μπρούσκου παρουσιάζοντας την εμβληματική ηρωίδα του διάσημου Νορβηγού συγγραφέα.

  • Η Hedda Gabler, κόρη του αποθανόντος στρατηγού Gabler, θύμα των υψηλών της απαιτήσεων, βρίσκει στο πρόσωπο του Jürgen Tesman το σύζυγο με τις προοπτικές που μπορεί ίσως να της επιστρέψει τη «χαμένη» κοινωνική και οικονομική αίγλη. Όταν από σύμπτωση ξανασυναντά τον Ejlert Lövborg, εκείνον που κάποτε ανομολόγητα ερωτεύθηκε και μαθαίνει ότι, με τη βοήθεια μια άλλης γυναίκας, κατώτερης ταξικής προέλευσης, θα εκδώσει ένα σημαντικό, καινοτόμο βιβλίο και ότι με αυτό είναι ακαδημαϊκός συνυποψήφιος του συζύγου της, συγκλονίζεται και καταστρέφει αυτό που δεν μπορεί να δεχτεί. Υπονομεύει το σύζυγό της με την ψυχρότητα, διαψεύδει την εγκυμοσύνη της, καταστρέφει το έργο ζωής της Tea Elvsted, καίει τα χειρόγραφα του Ejlert και τέλος επιλέγει την αυτοκτονία ως την τελευταία διεστραμμένη απόπειρά της για να ικανοποιήσει τη δίψα για ζωή.

Ο Ibsen με την Hedda Gabler συμπύκνωσε και απεικόνισε με αριστουργηματικό τρόπο την πλήρη παρακμή (οικονομική, κοινωνική, ηθική και ψυχολογική) της αριστοκρατικής τάξης, η οποία χρησιμοποίησε ακόμη και το γάμο ως μέσο για την έκφραση των ταξικών διαφορών.

Η Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου και ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, με την Παρθενόπη Μπουζούρη σε σκηνή από τις πρόβες, σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρόυσκου, για την Hedda Gabler του Νορβηγού συγγραφέα Henrik Ibsen.

Συντελεστές παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία – εικαστική άποψη: Άντζελα Μπρούσκου
Μουσική: Nalyssa Green
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη Στέβη Κουτσοθανάση
Εκτέλεση παραγωγής: Ευάγγελος Κώνστας – Constantly Productionsούχης.
Παίζουν: Παρθενόπη Μπουζούρη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ειρήνη Αϊβαλιώτου, Χριστίνα Παπαδοπούλου

Άλλες πληροφορίες

Μπάγκειον ξενοδοχείο, Πλ. Ομόνοιας 18
Σταθμός μετρό «Ομόνοια».
Παραστάσεις: από 10 Φεβρουαρίου έως 25 Μαρτίου. Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 9 μ.μ. και κάθε Κυριακή στις 7.30 μ.μ.
Τιμές: 10-15 ευρώ.
Σε ισχύ προσφορά προπώλησης με 10 ευρώ γενική είσοδο έως 31 Ιανουαρίου.

***
Προπώληση εισιτηρίων

Στο Viva.gr και στο τηλέφωνο 11876. Επίσης στα Seven Spots (σε 72 καταστήματα), Reload Stores, Media Markt και στο mediamarkt.gr, στα Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης (Χαλάνδρι και Κηφισιά), στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, στο κατάστημα Yoleni’s (Σόλωνος, Κολωνάκι).