Αθηναϊκές νεραντζιές

 

Τον 11ο αιώνα ένας Ισπανός ιππότης, επιστρέφοντας από τις σταυροφορίες, έφερε από τους Αγίους Τόπους ως δώρο στην αγαπημένη του στη Σεβίλλη μερικούς καρπούς νεραντζιάς. Αυτή εντυπωσιάστηκε από το ξεχωριστό τους άρωμα και φύτεψε τους σπόρους. Λίγα χρόνια αργότερα τα όμορφα δέντρα στόλιζαν και ευωδίαζαν την πόλη. Οι ντόπιοι τα λάτρεψαν και ονόμασαν τα νεράντζια ‘’πορτοκάλια της Σεβίλλης’’.

Ασφαλώς δεν θα υποψιάζονταν πως μερικούς αιώνες αργότερα, σε μια άλλη ευρωπαϊκή πόλη, την Αθήνα, τα ίδια δέντρα θα τα μισούσαν οι δημοτικοί άρχοντες. Ίσως ούτε οι κάτοικοι των νησιών Φίτζι και Σαμόα, οι οποίοι θεωρούν τη νεραντζιά ιερό δέντρο, υποψιάζονται πως σε μια πόλη του κόσμου το ίδιο δέντρο είναι υπό διωγμόν. Μα και ο Ελύτης όταν την υμνούσε στα “Ρω του έρωτα”, γράφοντας “ανάμεσα Σύρο και Τζια μικρή φυτρώνει νεραντζιά” και “σαν κορίτσια οι νεραντζιές κι όλοι οι άνδρες ν’ αγαπήσουν μια και δυο φόρες”, θα φανταζόταν άραγε πως λίγα μόλις χρόνια αργότερα οι νεραντζιές θα ξεριζώνονταν ανελέητα από τους δρόμους που έζησε; Πρόσφερε την ευωδιά της, την πικρή νοστιμιά της, τη σκιά της, το άνθος της. Ακόμα και πολεμοφόδιο έγινε, όταν φοιτητές εκτόξευαν τα οργισμένα τους νεράντζια κατά των αστυνομικών στις αντιδικτατορικές διαδηλώσεις. Τυχερούς θεωρούσαν τους εαυτούς τους οι τουρίστες που επισκέπτονταν την Αθήνα την εποχή της ανθοφορίας της. Οι Ιάπωνες, που στη χώρα τους γιορτάζουν τις ανθισμένες κερασιές, στην Αθήνα γιόρταζαν τις ανθισμένες νεραντζιές.

Είναι φορές που αναπολώ το φιλόξενο τρατάρισμα των παιδικών μας χρόνων, το νεραντζάκι γλυκό του κουταλιού. Άλλοτε τη λαμπερή τυλιχτή ολοκίτρινη φλούδα κι άλλοτε τον καταπράσινο άγουρο καρπό με το δεμένο σιρόπι. “Άρωμα και γεύση ανθρώπινης επαφής”, λέει ένας περιηγητής της Αθήνας, στα “Οπωροφόρα της Άνοιξης”, ο Σωτήρης Δημητρίου. Από την πλούσια αρωματική καρδιά τους παρασκευάζονται δύο από τα πιο διάσημα λικέρ του κόσμου, το grand marnier και το cointreau. Bitter orange λένε οι Αγγλοι το νεράντζι και προσθέτουν το άρωμά του στις περίφημες κολόνιες τους. “Να πέσω ν’ αποκοιμηθώ στη νεραντζιά ‘ποκάτω”, λέει το θυμόσοφο δημώδες άσμα. “…Μια Χιώτισσα κοντή νεραντζούλα φουντωτή” άκουσε τους Ελληνες της Αλεξάνδρειας να τραγουδούν ο Παναΐτ Ιστράτι κι έγραψε το πιο πολυδιαβασμένο από τα διηγήματά του, τη “Νεραντζούλα” για ένα θελκτικό κορίτσι – πειρασμό.

Θυμάμαι ιδιαίτερα τις νεραντζιές της πλατείας Αναλήψεως, στη γειτονιά μου, στα Βριλήσσια. Την Άνοιξη νόμιζες πως όλη η πλατεία ήταν ραντισμένη με άρωμα. Περνούσες και μαγευόσουν, δεν σου ‘κανε καρδιά να πας παρακάτω. Ο αέρας μοσχομύριζε. Τώρα τις έκοψαν. Εν μια νυκτί. Τις αντικατέστησαν με κάτι απροσδιόριστου είδους δέντρα, καλύτερα, είπανε, που όμως ούτε ευωδιάζουν ούτε ανθίζουν. Μα μήπως έχει σημασία γι’ αυτούς; Εξωραΐσανε την πλατεία και τώρα μυρίζει ωραίο μπετόν. Χώμα ούτε για δείγμα. Περπατάς πάνω στο σκληρό τσιμέντο. Ο δήμαρχος είναι γέννημα – θρέμμα της περιοχής, λέει για να μας αποστομώσει και άρα νοιάζεται περισσότερο αυτός για το καλό της πόλης από εμάς, που είμαστε μεν δημότες αλλά δεν γεννηθήκαμε εδώ και δεν έχουμε δικαίωμα άποψης. Αψυχολόγητο;

Συνειρμικά μου έρχεται στο νου και το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου “Ζιγκ Ζαγκ στις νεραντζιές”, που αποσύρθηκε γιατί κάποιοι σκοταδιστές απεφάνθησαν πως ήταν χυδαίο και πορνογραφικό. Βρε, σκέπτομαι, λες γι’ αυτό να διώκονται κι οι νεραντζιές; Ευωδιάζουν τόσο έντονα, που υπάρχει πιθανότητα να θεωρηθούν κι αυτές άσεμνες. Έτσι εξηγείται. Τυχαίο; Δεν νομίζω.