Άγαλμα της αλησμόνητης Αρλέτας θα τοποθετηθεί στα Εξάρχεια, την αγαπημένη της γειτονιά

«Αν τα Εξάρχεια ήταν λιμάνι/ θα ‘χα πνιγεί, θα ‘χα πεθάνει/ θα ‘ταν το σπίτι μου ένα πλοίο/ στην άγρια νύχτα και στο κρύο…» τραγουδούσε η Αρλέτα στον δίσκο του 2009 «Και πάλι χαίρετε», σε στίχους της Sunny Μπαλτζή.

Τώρα στην αγαπημένη της γειτονιά, στα Εξάρχεια, «επιστρέφει» η Αρλέτα την Κυριακή, 31 Ιουνίου 2020.

Η τραγουδοποιός γεννήθηκε στο Μεταξουργείο αλλά έζησε για πάρα πολλά χρόνια στα Εξάρχεια, τα οποία αγάπησε με πάθος.

Την Κυριακή 12 το μεσημέρι, στη συμβολή των οδών Ιουστινιανού και Καλλιδρομίου, απέναντι από το σπίτι της, θα γίνουν τα αποκαλυπτήρια του αγάλματός της.

Το έργο έχει φιλοτεχνήσει ο Κυριάκος Ρόκος, γλύπτης και συμφοιτητής της στη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ τα έξοδα για το μνημείο ανέλαβε η στενή της φίλη Άννα Σταματοπούλου. Τον χώρο παραχώρησε ο Δήμος Αθηναίων.

Το άγαλμα θα τοποθετηθεί ακριβώς απέναντι από το πατρικό της, όπου έχει ήδη μπει πλακέτα που αναγράφει ότι εκεί έζησε η Αρλέτα αλλά και ο Γιώργος Ιωάννου.

Για την αγαπημένη ερμηνεύτρια θα μιλήσει ο μουσικοκριτικός και παραγωγός Γιώργος Τσάμπρας και θα τραγουδήσουν ο Χρήστος Θηβαίος και ο Γιώργης Χριστοδούλου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο σταυροδρόμι γυρίστηκε και η τελευταία σκηνή από την ταινία «Στέλλα».

Το οικόπεδο της Δεληγιάννη 3, εκεί ακριβώς που χτίστηκε το σπίτι της Αρλέτας, ήταν η αυλή της ταβέρνας Μιχαλάκου που χρησιμοποιήθηκε για να αναπαραστήσει το κέντρο «Ο παράδεισος» της θρυλικής ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη.

Η Αρλέτα, αν και σπούδασε ζωγραφική, ασχολήθηκε από τα νεανικά της χρόνια με τη μουσική και διέγραψε μια αξιοσημείωτη σταδιοδρομία στο ελληνικό τραγούδι με αφετηρία τις μπουάτ της Πλάκας στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα. Ερμηνεύτρια με ιδιαίτερη, μελωδική φωνή, έκανε πολλές επιτυχίες, όπως το «Μια Φορά Θυμάμαι», «Τα Μικρά Παιδιά», «Ο Λύκος», η «Σερενάτα» και το «Μπαρ το Ναυάγιο».

Η Αριάδνη – Νικολέτα Τσάπρα, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όμως την κέρδισε το τραγούδι, χωρίς ωστόσο να σταματά να ζωγραφίζει. Έχει σχεδιάσει εξώφυλλα δίσκων και εικονογραφήσει βιβλία, ενώ σκίτσα και πίνακές της συμμετείχαν σε δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής στην Τζιά και την Αθήνα.

Ξεκίνησε τη δισκογραφική της καριέρα τη δεκαετία του 1960, όταν ήταν σε άνθηση το «νέο κύμα» της ελληνικής μουσικής. Στα πρώτα της δισκογραφικά βήματα συνεργάστηκε με πολύ γνωστούς συνθέτες, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης.

Ο πρώτος δίσκος της το 1966 «Αρλέτα» περιελάμβανε τραγούδια των Γιάννη Σπανού, Νότη Μαυρουδή, Νίκου Χουλιαρά και Γιώργου Κοντογιώργου, από τα οποία ξεχώρισαν το «Μια φορά θυμάμαι», «Τις άδειες νύχτες» και «Το πέτρινο χαμόγελο».

Την ίδια περίοδο εμφανίζεται σε γνωστές μπουάτ της Πλάκας, ενώ λίγο αργότερα κυκλοφορούν οι δίσκοι της «Αρλέτα 2», «Στο ρυθμό του αγέρα» (1968), «12+1 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι» (1969) και «Έξι μέρες» (1970). Λίγο μετά τη χούντα τραγούδησε, ύστερα από πρόσκληση του Ζορζ Μουστακί, στο θέατρο «Bobino» στο Παρίσι. Ακολούθησαν δίσκοι όπως το «Romancero gitano» (1978) του Μίκη Θεοδωράκη (σε ποίηση Λόρκα και απόδοση Ελύτη), ενώ το 1981 ηχογραφεί το «Ένα καπέλο γεμάτο τραγούδια» (1981), τον πρώτο δίσκο με δικό της υλικό.

Το 1984 και το 1985 γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τραγούδια που της έγραψαν ο συνθέτης Λάκης Παπαδόπουλος και η στιχουργός Μαριανίνα Κριεζή στους δίσκους «Περίπου» και «Τσάι Γιασεμιού». Σε αυτούς ξεχώρισαν τα τραγούδια, όπως «Σερενάτα», «Τσάι γιασεμιού», «Τα ήσυχα βράδια» και «Βatida de coco».

Το 1997 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Από πού πάνε για την άνοιξη» (Εκδόσεις Καστανιώτη) με στίχους, πεζά και ζωγραφιές. Οι δύο τελευταίοι δίσκοι της ήταν ο διπλός «Και πάλι χαίρετε» (2009) και ο αγγλόφωνος «Demo» (2010) με δέκα τραγούδια που βρέθηκαν 35 χρόνια μετά την ηχογράφησή τους στο αρχείο της «Lyra» και τα οποία δεν είχαν κυκλοφορήσει ως τότε.

Η Αρλέτα πέθανε, σε ηλικία 72 ετών, στις 8 Αυγούστου 2017, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» της Αθήνας, όπου νοσηλευόταν στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας. Την τελευταία δεκαετία της ζωής της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.