Cat Is Art

Τελετουργικές χοές στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου από την ομάδα VASISTAS

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Φωνάζω σε κουφούς; / Ουρλιάζω μάταια σε κοιμισμένους;». Το κορυφαίο θρηνητικό τραγούδι της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από τις «Χοηφόρες» του Αισχύλου αντήχησε για άλλη μια φορά σε υπαίθριο χώρο. Αυτή τη φορά από μια ομάδα, που εμφανίστηκε σαν θίασος στο σεληνόφως την ώρα που σταμάτησε ο άνεμος, στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, την Παρασκευή 6 και το Σάββατο 7 Ιουλίου 2018. Επρόκειτο για την ομάδα VASISTAS που, σε σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη, παρουσίασε μια τραγωδία συνυφασμένη με την τελετουργία. Μια παράσταση που, ενώ διαφοροποιείται από άλλες παραστάσεις τραγωδίας, διατηρεί δυνατή την έννοια της τραγικότητας, της πτώσης, του ηρωικού μεγαλείου που προέρχεται από μια άλλη θέαση του κόσμου.

Η ομάδα

Η ομάδα VASISTAS διερευνά και αναζητά μια σκηνική φόρμα χωρίς ταυτότητα. Με βάση την Αθήνα, ενεργοποιείται ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Επιδιώκει τη συνεχή έρευνα και τον πειραματισμό ως προς τη σκηνική πράξη σε έναν άμεσο διάλογο με το παρόν. Όπως και σε άλλες παραστάσεις της, που με την ευρηματική απλότητά τους μάς έχουν εντυπωσιάσει, έτσι και στις «Χοηφόρες» πρότεινε μια δραματουργία που δεν καθορίζεται από μια λογική κειμένου ή γραμμικής ιστορίας. Χρησιμοποιώντας δε ελάχιστα τεχνικά ή σκηνικά μέσα, η ομάδα ενορχήστρωσε «κινούμενες εικόνες» και δημιούργησε το ρυθμό της εκάστοτε ιστορίας σαν μια μουσική χορογραφία σε παρόντα χρόνο.
Η καινοτόμα ομάδα με τη δυναμική ενέργεια, επεξεργάζεται με νέους όρους την έννοια του χορού της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όπως και της χορικότητας. Το θέμα της «κοινότητας» και οι σχέσεις μεταξύ δημόσιου και προσωπικού χώρου, συλλογικής και ατομικής μνήμης και αστικής και προσωπικής συνείδησης διατρέχουν τις παραστάσεις της, οι οποίες μπορούν να περιγραφούν και ως χορογραφημένες «ζώσες σκηνικές εικόνες» ή εύπλαστες κινούμενες εγκαταστάσεις με ηθοποιούς.

Με επικέντρωση στο χορό

Ένα προμελετημένο έγκλημα στήθηκε στην ορχήστρα της Μικρής Επιδαύρου, που ήταν καλυμμένη με το χώμα της και σχεδόν απόλυτα άδεια. Μόνο τα φωτισμένα παράθυρα του παλατιού των Ατρειδών διακρίναμε στο βάθος. Συνένοχοι στο έγκλημα -ποιοι άλλοι;- οι θεατές. Μια εκδοχή της αρχαίας κιθάρας, μια τοξωτή λύρα με δοξάρι και ξύλινα κρουστά, μουσικά όργανα κατασκευασμένα από τον Αντώνη Χατζηπέρογλου, χρησιμοποιούνταν από τους ηθοποιούς για να κρατάνε τον ρυθμό.
Ο ρόλος του χορού είναι κεντρικός στην τραγωδία. Το αρχαίο ελληνικό θέατρο μπορεί να μην είναι μουσικό δράμα αλλά η σημασία της μουσικής καθώς και της όρχησης σε αυτό παρέμεινε κυρίαρχη σε ολόκληρο τον 5ο αιώνα. Έμμεση ένδειξη της σημασίας του χορού αποτελεί και το γεγονός ότι ο τεχνικός όρος για την παραχώρηση άδειας συμμετοχής στους αγώνες σε ένα δραματικό ποιητή ήταν χορὸν διδόναι, ενώ ο εύπορος πολίτης που αναλάμβανε τη λειτουργίαν της χρηματοδότησης μιας παράστασης ονομαζόταν χορηγός, δηλαδή «αυτός που οδηγούσε τον χορό» στην ορχήστρα. Ευφυώς επικεντρώνοντας στον Χορό –την παντοδύναμη αυτή φωνή, που βρίσκεται διαρκώς παρούσα επί σκηνής, κινεί τα νήματα και οπλίζει το χέρι για τον φόνο–, οι VASISTAS προσέγγισαν το έργο ως μια βαθιά σύγκρουση των ενστίκτων του ανθρώπου με την κοινωνική του υπόσταση.

Η παράσταση ποιητική, εικαστικά γοητευτική αναφέρθηκε στη σύγκρουση ενστίκτου και ορθολογισμού. Οι «Χοηφόρες» είναι μια τραγωδία γεμάτη δύσκολα ερωτήματα, αναπάντητα ηθικά διλήμματα και συναρπαστικές εικόνες. Η σκηνοθεσία την αντίκρισε σαν νόμισμα με δύο όψεις, τον δυτικό πολιτισμό από τη μία και τη φυσική αγνότητα από την άλλη. Ο χορός είναι η συλλογική φωνή που παρατηρεί, κατευθύνει και τελικά εξουσιάζει τα πάντα. Είναι η κοινωνική επιταγή που κατά διαστήματα παίρνει τον πρώτο λόγο και ορίζει αυτόνομα τον ρου της ιστορίας.

Η τριλογία

Η τραγωδία «Χοηφόροι» ή «Χοηφόρες» (από το «φέρω χοές», δηλαδή τιμές στον νεκρό, στον τάφο του – λάδι, κρασί, μέλι, σπόροι βρασμένοι κ.λπ.) του Αισχύλου αποτελεί το δεύτερο μέρος της Ορέστειας, της μοναδικής σωζόμενης αρχαίας τριλογίας «Αγαμέμνονας», «Χοηφόροι», «Ευμενίδες». Αποτελείται από 1.076 στίχους.

Το έργο αφηγείται τον φόνο της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου από τον Ορέστη. Ο Ορέστης, συνοδευόμενος από τον πιστό του φίλο Πυλάδη, επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Άργος, για να θρηνήσει στον τάφο του πατέρα του. Όταν φθάνει, ο χορός των Χοηφόρων ακολουθούμενος από την αδελφή του Ηλέκτρα, κρύβεται και, αφού παρακολουθήσει τις σπονδές, αποκαλύπτει την ταυτότητά του. Αμέσως, θέτει σε εφαρμογή το σχέδιό του, έχοντας τη συμπαράσταση της αδελφής του και του χορού. Ζητά φιλοξενία στο ανάκτορο του πατέρα του, προσποιούμενος τον ξένο, και αναγγέλλει αρχικά τον δήθεν θάνατο του Ορέστη.
Τα δύο βασικά πρόσωπα του έργου, οι δύο θύτες, ο Ορέστης και η Ηλέκτρα, μοιάζει να είναι δύο όργανα που δεν έχουν σχεδόν διόλου το δικαίωμα επιλογής. Κουβαλούν στις πλάτες τους το βάρος του παρελθόντος, υποχρεωμένοι να το ακολουθήσουν. Οποιαδήποτε άλλη επιλογή φαίνεται αδύνατη. Το μέλλον τους είναι αναπόδραστα συνυφασμένο με την πράξη του φόνου.

Η Ηλέκτρα

Στις «Χοηφόρες» κυριαρχεί η φιγούρα της Ηλέκτρας η οποία πενθεί τον δολοφονημένο πατέρα της προσμένοντας εμμονικά ως μόνο φως σωτηρίας την επιστροφή του αδερφού της, Ορέστη, προκειμένου να σχεδιάσουν μαζί την εκδίκηση.
Η έναρξη του έργου είναι ζοφερή με την Ηλέκτρα να θρηνεί πάνω απ’ τον τάφο του πατέρα της και τις γυναίκες του χορού που τη συντροφεύουν, να πολλαπλασιάζουν τον θρήνο της ενώ προσφέρουν τις χοές τους.
Εκεί την αντικρίζει πρώτη φορά ο αδερφός της. Βλέποντάς την να θρηνεί, συνειδητοποιεί ότι θα την έχει σύμμαχο στο ιερό αυτό έργο και της αποκαλύπτει την ταυτότητά του σε μια από τις συγκλονιστικότερες σκηνές αναγνώρισης στο αρχαίο δράμα. Η δράση κατόπιν εξελίσσεται καταιγιστικά. Ορέστης και Πυλάδης με την κάλυψη της Ηλέκτρας προφασίζονται ότι είναι δύο ξένοι που φέρνουν τις στάχτες του πεθαμένου Ορέστη στην Κλυταιμνήστρα. Η Κλυταιμνήστρα υποδέχεται τον Ορέστη και τότε εκείνος, αφού της αποκαλύπτει την ταυτότητά του, την εκτελεί ενώ κατόπιν εκτελεί και τον ομοκρέβατο, συνένοχό της Αίγισθο. Η τραγωδία κλείνει με τις Ερινύες να καταφθάνουν, καταδιώκοντας ανελέητα τον Ορέστη ως τη στιγμή της αθώωσής του από τον Άρειο Πάγο. Αλλά αυτό θα συμβεί στο τελευταίο μέρος της τριλογίας, στις «Ευμενίδες».

Η τραγωδία μιλάει για τη φρίκη και το θαύμα, για το έγκλημα και την ενοχή, τη λογική και το ένστικτο και η παράσταση με τρόπο συμπυκνωμένο και λυρικό, επιχείρησε μία περιπλάνηση στην εσωτερική γεωγραφία των προσώπων. Μια χορογραφία για το παρελθόν που λανθάνει, για το παρόν που μας διαφεύγει και για το αόριστο μέλλον.

Το ίδιο πάθος

Από τους 1.076 στίχους του έργου, οι μισοί σχεδόν είναι εξολοκλήρου: επανάληψη, επιβεβαίωση, όξυνση, διεύρυνση και επεξεργασία του ίδιου πάθους. Είναι λοιπόν το έργο, κυρίως, έμμονο και οι Χοηφόρες είναι εμμανείς· μέχρι τα άκρα. Στον «Αγαμέμνονα» αυτό το έμμονο εκφράζεται με το πλήθος των συσσωρευμένων προγονικών δεινών και τη «βουβή» σχεδόν προετοιμασία και έκρηξη της Κλυταιμνήστρας. Ενώ στις «Χοηφόρες» εκφράζεται με τη συνεχή παράθεση επαναληπτικών φορτίσεων για το ίδιο θέμα:

  • κατάρες όταν φτάνει ο Χορός για χόες
  • κατάρες όταν κάνει η Ηλέκτρα τις χόες
  • πάλι οι ίδιες κατάρες όταν αναγνωρίζονται τα αδέλφια
  • μετά, διαδοχικά, απ’ τους τρεις, κατάρες που συναγωνίζονται μεταξύ τους
  • πάλι ύστερα κατάρες με επίκληση στον Αγαμέμνονα να τις στέρξει
  • πάλι κατάρες και αγαλλίαση απ’ το Χορό, όταν ο Ορέστης περιγράφει το σχέδιο
  • πάλι κατάρες απ΄το Χορό όταν η τροφός πάει να φωνάξει τον Αίγισθο
  • θρίαμβος ύστερα απ’ το φόνο, επειδή οι κατάρες έπιασαν κ.λπ.
    και ανάμεσα, κάθε φορά, αναφορά στο Δεινό και επίκληση της Δίκης.

Η αυτογνωσία

Οι μύθοι, τα πρόσωπα και τα σύμβολα μαρτυρούν τη βούληση του ποιητή να δώσει στο κοινό την έννοια του απέραντου, περίπλοκου και αντιφατικού φάσματος του κόσμου, και να γνωρίσει, να κατανοήσει και να εναρμονίσει μέσα μας, τον ακατανόητο κύκλο της ζωής, της φθοράς, του θανάτου και της αναγέννησης.

Στο τέλος έρχεται η αυτογνωσία. Οι ήρωες καταλήγουν στη μοναξιά και συνειδητοποιούν πως οι ζωές τους είναι συνυφασμένες, άρα η αποκαλούμενη ατομική μοίρα τους καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα μέλη της οικογένειάς τους.

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το φινάλε των «Χοηφόρων»: το σκοτείνιασμα της σκέψης του Ορέστη με το φάσμα των Ερινύων, που βλέπει να μπαίνουν στο λειτουργικό ρόλο τους, να καταδιώκουν τα συγγενικά εγκλήματα, είναι μια από τις πιο καταθλιπτικές σκηνές του αρχαίου ελληνικού θεάτρου.

Είχε πολλά πρόσωπα η παράσταση που παρακολουθήσαμε, λυρικό, ονειροπόλο, σπαρακτικό, καυστικό. Βαθιά τραγικό αλλά με έναν σπινθήρα που λυτρώνει. Άρεσε πολύ και καταχειροκροτήθηκε από το κοινό, παρόλο που το θέατρο δεν είχε γεμίσει, όπως της άξιζε, την Παρασκευή που την παρακολούθησα.

Συντελεστές

Οι ηθοποιοί ήταν άριστοι (Εύη Σαουλίδου, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Αινείας Τσαμάτης, Αντώνης Αντωνόπουλος, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ματίνα Περγιουδάκη, Γιάννης Κλίνης, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Δημήτρης Κοντός, Αργυρώ Χιώτη). Ένα σύνολο ασκημένο, εκπαιδευμένο, αρμονικό, με μεγάλες δυνατότητες. Οι ερμηνείες τους βαθυστόχαστες, λιτόγραμμες, ελεγειακές, δραματικές.
Για τους φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα, τη μουσική του Jan Vande Engel, τα κοστούμια της Ηρώς Βαγιώτη (σε συνεργασία με τη Ματίνα Μέγκλα) την επιμέλεια του σκηνικού χώρου της Εύας Μανιδάκη ας μου επιτραπεί να καταθέσω τη συγκίνηση που μου προκάλεσε η υπέροχη τέχνη τους.
Για τη σκηνοθεσία της Αργυρώς Χιώτη, τη δραματουργία της Ομάδας VASISTAS και του Ευθύμη Θέου, τη μετάφραση του Θανάση Βαλτινού θα πω πως με έκαναν να αισθανθώ το δέος και το ρίγος του αληθινού, του διαχρονικού θεάτρου.

Εξαίσια ατμόσφαιρα κάτω από τον έναστρο ουρανό μέσα στην απλωσιά του αργολικού τοπίου και μια πάλλουσα θεατρικότητα, σαν ορατόριο για τις αγιάτρευτες πληγές μας, για τις προσωπικές και συλλογικές λαβωματιές και, εν τέλει, για το παράλογο τού να ζεις σε έναν κόσμο στοιχειωμένο από τα ανεπούλωτα τραύματα και τα ζωτικά ψεύδη.

 

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία: Αργυρώ Χιώτη
Μετάφραση: Θανάσης Βαλτινός
Δραματουργία: Ομάδα VASISTAS, Ευθύμης Θέου
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική: Jan Vande Engel
Κοστούμια: Ηρώ Βαγιώτη, σε συνεργασία με τη Ματίνα Μέγκλα
Βοηθός σκηνοθέτη: Γκέλυ Καλαμπάκα
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Ariane Labed
Επιμέλεια σκηνικού χώρου: Εύα Μανιδάκη
Κατασκευή μουσικών οργάνων: Αντώνης Χατζηπέρογλου
Σύμβουλος δραματουργίας: Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος
Παίζουν: Εύη Σαουλίδου, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Αινείας Τσαμάτης, Αντώνης Αντωνόπουλος, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ματίνα Περγιουδάκη, Γιάννης Κλίνης, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Δημήτρης Κοντός, Αργυρώ Χιώτη
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου – ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας – Φεστιβάλ Φιλίππων
Υποστήριξη: Δήμος Μοσχάτου & Ταύρου
– Με αγγλικούς υπέρτιτλους

  • Η Ομάδα VASISTAS και η Αργυρώ Χιώτη παρουσίασαν τις «Χοηφόρες» του Αισχύλου στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου στις 6 και 7 Ιουλίου 2018.
Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΤελετουργικές χοές στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου από την ομάδα VASISTAS

Related Posts