Άννα Συνοδινού. Ερωτευμένη με το θέατρο και την πατρίδα ήταν για μια ολόκληρη ζωή «Ιφιγένεια»

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

 

Μια κυρία ερωτευμένη με το θέατρο και την πατρίδα της, αφιερωμένη στην προσφορά. Μια ιέρεια, μια μούσα, μια θεά. Τη θυμάμαι Ηλέκτρα, Κοντέσα Βαλέραινα… Εκάβη, να ερμηνεύουν μέχρι και τα ακροδάκτυλά της. Κυρίαρχη μιας ανυπέρβλητης τεχνικής, η Άννα Συνοδινού έπλαθε τους ρόλους της με ακαταμάχητη ευχέρεια. Πίστευε στην αξία του ποιητικού θεάτρου και το υπηρέτησε με άξονα την ανάδειξη του λόγου. Με το αφοπλιστικό της ταλέντο, διέπρεψε τόσο στο κλασικό όσο και στο σύγχρονο δραματολόγιο, ερμηνεύοντας ηρωίδες σε τραγωδίες, κωμωδίες και απειράριθμους χαρακτήρες σε δράματα και κωμωδίες Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Ένας άνθρωπος σπουδαίος, με δημόσιο βίο που ακτινοβολούσε σοβαρότητα, ήθος, καλλιέργεια και ενέπνεε σεβασμό.

 

Η Άννα Συνοδινού γεννήθηκε στο Λουτράκι τη Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 1927. Καταγόταν από την Αμοργό. Ήταν το όγδοο παιδί της οικογένειάς της. Μεγάλωσε με σπάνια στοργή και αγάπη και έλαβε ορθόδοξη χριστιανική αγωγή. Σπούδασε στην Αθήνα έως το γυμνάσιο και στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου. Αρίστευσε. Έμαθε ραπτική και νοικοκυριό. Σπούδασε μπαλέτο και μουσική. Είχε διδασκάλους τους Ροντήρη, Τερζάκη, Μελά, Καρθαίο, Μυράτ, Χορν, Μαρίκα Κοτοπούλη.

Στη σκηνή πρωτοεμφανίστηκε το 1948 στο έργο του Εντμόν Ροστάν «Σιρανό ντε Μπερζεράκ», που σκηνοθέτησε για το Εθνικό Θέατρο ο Δημήτρης Ροντήρης. Κατόπιν συνεργάστηκε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Μίμη Φωτόπουλο και τον Νίκο Χατζίσκο στο ελεύθερο θέατρο.

Έπειτα από μερικές σποραδικές εμφανίσεις με το Εθνικό Θέατρο, υπήρξε μόνιμο στέλεχός του από το 1956 έως το 1964 και διέπρεψε για τις ερμηνείες της πλάι στην Κατίνα Παξινού, τον Αλέξη Μινωτή και τον Θάνο Κωτσόπουλο σε πρωταγωνιστικούς ρόλους της αρχαίας τραγωδίας, αλλά και του νεώτερου κλασικού ρεπερτορίου.

Διέπρεψε τόσο στο κλασικό όσο και στο σύγχρονο δραματολόγιο, ερμηνεύοντας 17 ηρωίδες σε τραγωδίες, κωμωδίες και απειράριθμους χαρακτήρες σε δράματα και κωμωδίες Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Έλαβε μέρος σε περιοδείες στο εξωτερικό, τιμώντας το όνομα της πατρίδας μας. Συμμετείχε σε πρωτοποριακά γεγονότα: στην ίδρυση του πρώτου θεάτρου κήπου, στο πρώτο κυκλικό θέατρο στην Ελλάδα, και δημιούργησε το πρώτο θέατρο βράχων: το Θέατρο Λυκαβηττού.

Ο Άλκης Θρύλος έγραψε στη «Νέα Εστία» (15/6/1950) για τη νεαρή ηθοποιό πλάι στην κυρία Κυβέλη στα «Παιδιά του Εδουάρδου», μια από τις πρώτες της εμφανίσεις: «Η κυρία Συνοδινού φανέρωσε, πλάι στα εντελώς εξαιρετικά φυσικά της προσόντα, μιαν άνεση πάνω στη σκηνή, μια χάρη, και μιαν εφραστικότητα που έδωσαν πλουσιότατες υποσχέσεις για τη μελλοντική της εξέλιξη και την καθιέρωσαν από τώρα σαν υπολογίσιμη μονάδα του Θεάτρου μας».
Στη δικτατορική περίοδο, 1967-1972, διακόπτει, διαμαρτυρόμενη, τις θεατρικές της δραστηριότητες και μετέχει στην Αντίσταση. Κατασχέθηκαν το θέατρό της στον Λυκαβηττό και το διαβατήριό της, ματαιώνοντας έτσι περιοδεία στο εξωτερικό. Κατά το διάστημα αυτό εργάστηκε ως δακτυλογράφος στην εισαγωγική – εξαγωγική εταιρεία του συζύγου της Γιώργου Μαρινάκη, παλαιού πρωταθλητή. Το 1975 εκλέχθηκε βουλευτής Αθηνών. Το 1977 γίνεται υφυπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών. Από την κοινοβουλευτική έπαλξη διέπρεψε σε προτάσεις και έργα νομοθετικού περιεχομένου για την προστασία των γερόντων, της μητρότητας, των παιδιών και ατόμων με ειδικές ανάγκες. Στον καλλιτεχνικό τομέα εισήγαγε τα μαθήματα καλλιτεχνικής παιδείας στη Μέση Εκπαίδευση, πρότεινε την ένταξη των ηθοποιών στο ΙΚΑ, την ίδρυση της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, την καλύτερη λειτουργία των μουσικών ιδρυμάτων κ.o. Παραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα το 1989 και από το 1990 δεν μετέχει πλέον της πολιτικής ζωής.

 

Εκάβη, 1955

 

“Πώς να ξεχάσω τη μεγάλη Άννα Συνοδινού στην πρώτη κιόλας εμφάνισή της το 1955 στην Επίδαυρο και στην παρθενική, κυριολεκτικά, είσοδό της ως Πολυξένη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη”, έγραψε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος για τη μεγάλη τραγωδό και ερμηνεύτρια.
“Καλούμενη από τη μητέρα της Παξινού έβγαινε αγνοώντας τη μοίρα που της επιφύλασσε το αρειμάνιο αχαϊκό στράτευμα, να σφαγεί πάνω στον τάφο του Αχιλλέα, γεμάτη αφέλεια, αγνότητα, παιδική χάρη αλλά και μια πρώιμη εφηβική ωριμότητα, μια γυναικεία ερωτική υπόσχεση, που έκανε την άγνοιά της ακόμη πιο τραγική και κατάφωρα άδικη”, συνέχισε στο κείμενό του για τη Γλώσσα του Σώματος.

Δίδαξε στις Σχολές του Εθνικού Θεάτρου, του Πέλου Κατσέλη και στην Καλλιτεχνική Εταιρεία Αθηνών. Έλαβε μέρος σε ξένες και ελληνικές ταινίες και σειρές, καθώς και σε θεατρικές παραγωγές τηλεόρασης και ραδιοφώνου. Αρθρογράφησε σε εφημερίδες και στο περιοδικό Πολιτικά θέματα. Τιμήθηκε με παράσημα Ευποιίας και τον Ταξιάρχη του Φοίνικος της Ελληνικής Πολιτείας. Παράσημα Ιπποτών Δανίας, Ιταλίας, Γαλλίας, Λιβάνου, Έπαθλο Πιραντέλλο και δύο φορές το Έπαθλο Μαρίκας Κοτοπούλη και το μετάλλιο της πόλεως των Αθηνών.

 

Δεσποινίς Τζούλια, 1957

 

Η Άννα Συνοδινού είχε δηλώσει πως θα ερμηνεύει στη σκηνή μόνο χαρακτήρες Ελληνίδων ηρωίδων, αποτίοντας έτσι φόρο τιμής στην Ελληνίδα γυναίκα που τόσα προσέφερε στην ιστορία της πατρίδας μας. Για το λόγο αυτό, η Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων εξέδωσε ψήφισμα τιμής και επαίνου για την Άννα Συνοδινού. Το 1998 εκδόθηκε το βιβλίο της “Πρόσωπα και Προσωπεία”, αυτοβιογραφικό χρονικό (Εκδόσεις Βλάσση) και η Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου της ανέθεσε την καλλιτεχνική επιμέλεια της σειράς «Έργα Ελλήνων Κλασικών» σε CD: 1ο) Διονύσιος Σολωμός, 2ο) Χριστός Κύριος. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το «Αίνος στους άξιους», 1999.

 

Δόνα Ροζίτα, 1959

 

* Το 1956 παντρεύτηκε με τον παλαίμαχο πρωταθλητή του τριπλούν Γιώργο Μαρινάκη, συνοδοιπόρο της έως το θάνατό του το 2009. Είχε μία κόρη από τον πρώτο γάμο του συζύγου της. Έζησε μία λιτή και ουσιαστική ζωή. Δικά της παιδιά δεν απέκτησε ποτέ, και στο παρελθόν, είχε δηλώσει: «Τίποτα δεν μου λείπει. Η επίδειξη είναι σημείο αδυναμίας. Εγώ είχα τη δύναμη άνωθεν να είμαι με έναν άντρα που λάτρεψα και με λάτρεψε, είχα την υγεία μου -ένας καρκίνος ευτυχώς πέρασε- είχα την κοινωνία που επίσης με λάτρεψε. Έκανα πολλές θυσίες. Έχασα τρία παιδιά στις αρένες της Επιδαύρου και της σκηνής. Πέρασα πολλά, αλλά ήταν μέσα στα καθήκοντά μου».

 

Ευμενίδες, 2004

 

Από τις τελευταίες της εμφανίσεις σε Ηρώδειο και Επίδαυρο ήταν οι «Ευμενίδες» (2004).

Στην ερώτηση «αν της λείπει η πολιτική», σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2007 στην εφημερίδα « Καθημερινή», είχε απαντήσει: «Σκέφτομαι και λειτουργώ πολιτικά. Κάθε τι που κάνω είναι πολιτική πράξη. Και οι παραστάσεις που δίνω για την πολιτιστική επιμόρφωση των εφήβων, πολιτική πράξη δεν είναι; Τα παιδιά είναι το ωραιότερο κοινό του κόσμου. Οι μεγάλοι λειτουργούν κατόπιν κριτικής, ενώ τα παιδιά βάσει ενστίκτου». Ενώ για το ποιοι είναι οι ήρωες σήμερα, είχε δηλώσει: «Καμία εποχή δεν έμεινε γυμνή από ήρωες. Είμαστε σε μία μεταβατική περίοδο. Νέοι ήρωες θα δημιουργηθούν αναγκαστικά. Ξέρετε τι έχει σημασία σήμερα; Να βλέπουν οι νέοι πόσο σημαντικό είναι οι άνθρωποι να κρατάνε το λόγο της τιμής τους. Για να υπάρχουν προοπτικές».

 

 

Ελένη, 1977

 

***

 

Η μεγάλη ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, Άννα Συνοδινού πέθανε σε ηλικία 89 ετών. Άφησε την τελευταία της ανάσα σε ιδιωτική κλινική στην Κυψέλη την Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016. Η υγεία της είχε επιδεινωθεί πολύ τα τελευταία χρόνια.

 

***

“Έζησα πλάι σε μεγάλες ψυχές. Στη βαθιά κρύπτη της μνήμης και του συνειδότος φύλαξα τη μεγαλειότητά τους”, ήταν τα δικά της λόγια. Η Μεγάλη Κυρία της Επιδαύρου έφυγε αλλά το φως του πνεύματός της δεν σβήνει. Μαχητική, πολιτικοποιημένη και ειλικρινής, η Άννα Συνοδινού έσβησε, όμως τα λόγια της και τα έργα της πάλλονται από ζωντάνια.

 

Ιφιγένεια εν Ταύροις, 1958

 

* “Aπό τα νεανικά μου χρόνια σημείωνα σ’ ένα σχολικό τετράδιο αγαπημένες στιγμές που άστραφταν και σβήνανε σαν τ’ άστρα στο στερέωμα, για πρόσωπα που αγαπούσα παρά πολύ και ζέσταιναν τη ζωή γύρω μου. Έτρεμα πάντα τη Λήθη, που σημαίνει θάνατο, και διάλεξα τη Mνημοσύνη που τον καταργεί. H λειτουργία της θεατρικής ζωής μ’ έκανε να νιώθω ως προεξάρχουσα μιας πομπής από τα χρόνια του Θέσπη, που διηγείται τα πάθη του Διονύσου και άλλων ηρώων, μπροστά σ’ ένα Kοινό έτοιμο να συγκινηθεί από άγνωστες λυπητερές και χαρούμενες ιστορίες για να μάθει πως ζει ο κόσμος πέρα από το δικό του κατώφλι…
Όχι, δεν είμαι συγγραφέας, και τα γραφτά μου δεν είναι αποτέλεσμα συγγραφικού οίστρου. Δεν μπορώ να κάθομαι στην καρέκλα πολλήν ώρα. Mουδιάζουν τα άκρα μου. Eίμαι ηθοποιός, και στην τέχνη μου λειτουργώ εν κινήσει. Έζησα πλάι σε μεγάλες ψυχές, δυσαναπλήρωτους τεχνίτες, ιερά πρόσωπα. Στη βαθιά κρύπτη της μνήμης και του συνειδότος φύλαξα τη μεγαλειότητά τους” έγραψε στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου της Αίνος στους Άξιους (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999).

 

Ρόσμερσχολμ, 1962

 

* Αυτά είναι μερικά αποσπάσματα, όπως η ίδια τα μοιράστηκε με το κοινό:

 

Για την ποίηση

 

“Θυμάμαι πόσο πολύ αγαπούσα τη ποίηση. Τους μάζευα όλους και τους έκανα επιδείξεις και απαγγελίες σε ένα οικόπεδο που βρίσκονταν μπροστά από το σπίτι μας και ήταν η δεδομένη ευτυχία μας. Το είχαμε καθαρίζει κιόλας από τα σκουπίδια και συχνά πυκνά παρακολουθούσαμε από τη ταράτσα του σπιτιού μας ποιος από τη γειτονιά το λερώνει και του βάζαμε τις φωνές. Θυμάμαι πως μάζευα τα τενεκεδάκια, τα λυγισμένα πιρούνια, τα χαλασμένα καπέλα και ό, τι άλλο μου χρησίμευε για να κάνω πιο πλούσιο το σπίτι της κούκλας μας. Όταν οι γονείς μου με ρωτούσαν τι κάνω, τους έλεγα με καμάρι: Κάνω τον κόσμο μου πιο όμορφο”.

 

Φοίνισσαι, 1960

 

Για τον Σοφοκλή

 

“Ο Σοφοκλής ήταν μέγιστη προσωπικότητα. Άλλο πράγμα από τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Ο Σοφοκλής ήταν ξεχωριστός. Τον λάτρευα από μικρή. Η αγαπημένη μου φράση από το έργο του είναι αυτή της Αντιγόνης: ‘Ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν’ δηλαδή ‘δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ’. Είναι σπουδαία. Ακριβώς το ίδιο είπε και ο Χριστός. ‘Αγαπάτε αλλήλους’ δεν είπε;”.

 

Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας

 

Για τις αναμνήσεις

 

“Δεν είμαι άνθρωπος των αναμνήσεων. Έχω πολύ άσχημες αναμνήσεις, γιατί έχασα και τους 16 αγαπημένους μου ανθρώπους. Δε μπορώ να σταθώ στις αναμνήσεις”.
Από συνέντευξη της στο περιοδικό “Life & Style”

 

Τρισεύγενη, 1958

 

Για τους νέους

 

“Κατηγορούν τα παιδιά ως αναρχικά και τεµπέλικα. Μια χαρά είναι. Ας τα βοηθήσουµε να µάθουν. Όλα πρέπει να τα πουλήσει η Ελλάδα και να αγοράσει δασκάλους. Χρειαζόµαστε ένα στρατό πολιτισµού”.

 

Τρωάδες, 1991

 

Για τα γηρατειά

 

“Με ενοχλεί η εγκατάλειψη των γηρατειών. Όταν βλέπω ηλικιωμένους ανθρώπους παρατημένους στη μοίρα τους, πιάνεται η ψυχή μου. Αν έβλεπα τον πάτερα και τη μανά μου έτσι, κάποιον Υπουργό θα μου ερχόταν να σκοτώσω. Είναι δυνατόν στην εποχή μας να σκεπάζουν τους γέρους στα ιδρύματα το καλοκαίρι με τη βελέντζα και το χειμώνα με το σεντόνι για να τους ξεκάνουν; Εγώ μπήκα στην πολιτική γιατί ήθελα αυτά να αλλάξω”.

 

Ανδρομάχη, 1963

 

Για την κοινωνικότητα

 

“Είμαι κοινωνική αλλά δεν κάνω φασαρία και δεν βιάστηκα ποτέ. Ήμουν το 8ο παιδί της οικογένειας, άρα δεν βιαζόμουν να είμαι πρωτοκόρη. Ήξερα από τράτο γιατί ήμουν στερνοπαίδι. Περίμενα να τακτοποιηθούν πρώτα οι άλλοι. Ξέρεις τι είναι να έχεις τόσους δικούς σου ανθρώπους να σε υποστηρίζουν; Σήμερα που έχουν πεθάνει οι μισοί, δεν έχω πού να τηλεφωνήσω”.

 

Από συνέντευξη στη Γιώτα Συκκά για την Καθημερινή, 24/04/2007

 

Ελένη, 1977

 

Έρωτας για το Θέατρο

 

“1939: Παραμονή Χριστουγέννων. Το στολισμένο σπίτι του Θάνου κρατούσε τα παραδοσιακά έθιμα της ορθοδοξίας με ευλάβεια. Η εκ Σπάρτης Πελοποννήσου οικογένεια των Κωτσόπουλων είχε μεταναστεύσει στη Ρωσία, και τα παιδιά, Θάνος και Ευρυδίκη, γεννήθηκαν στο Αικατερινοντάρσκ. Εκείνο το βράδυ των Χριστουγέννων, που πήγα τα γιορτινά φουστάνια, με κάλεσαν να πάρω το τσάι μαζί τους.
Αρνήθηκα, αλλά γνώρισα από κοντά τον ημίθεο, πανέμορφο νέο, Θάνο Κωτσόπουλο, του οποίου η φωνή και η έκφραση των ματιών ανάβλυζαν ευγένεια, γαλήνη, μελωδία… Είχε τη στιγμή εκείνη αρχίσει η μοιραία πορεία μου στο θέατρο…
– Τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις, Αννούλα; Με ρώτησε ο Θάνος.
– Μοδίστρα ή βιβλιοθηκάριος, κύριε Κωτσόπουλε…
Ξεσπά το 1940 ο πόλεμος. Ο αδελφός μου Μιχαήλ Συνοδινός στρατεύεται και υπηρετεί με τον Θάνο Κωτσόπουλο στα Τρίκαλα. Μας στέλνει μια φωτογραφία όπου οι δυο τους -φίλοι πια-, πλένουν το ρουχισμό τους σ’ έναν παραπόταμο, κάτω από τον όγκο του Μεγάλου Μετεώρου. Η φωτογραφία κατασχέθηκε αμέσως από μένα…
Ο πόλεμος τελείωσε. Ο Θάνος παίζει στο Εθνικό Θέατρο, 1942-44. Από τον δεύτερο εξώστη τον ακούω να μιλάει ως Πνεύμα στον Φάουστ του Γκαίτε και αργότερα τον βλέπω να ενσαρκώνει τον Ορέστη στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, με την αείμνηστη Ελένη Παπαδάκη ως Ιφιγένεια. Μετά από αυτό που είδα, ξέχασα και τη μοδιστρική και τη βιβλιοθηκονομία και άρχισα σοβαρά να σκέπτομαι πώς θα γίνω ηθοποιός. Πώς θα φθάσω να συνδεθώ με αυτά που με άγγιξαν στις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, μέσα στην Κατοχή του φασιστοναζισμού, μέσα στην πείνα και τον αφανισμό των ανθρώπων. Οι παραστάσεις αυτές έδεσαν με το όνειρο.
Ο Θάνος Κωτσόπουλος συνέχισε, για μένα, μιαν υπόσχεση που έδωσε στους γονείς μου, όταν θορυβήθηκαν για την ένταξή μου στο θεατρικό περιβάλλον:
– Κοίταξε μην χαλάσεις τον άνθρωπο που σου έφτιαξε η οικογένειά σου”.

Από το βιβλίο της Αίνος στους Άξιους (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999).

 

Ηλέκτρα, 1961

 

Για τον Θάνο Κωτσόπουλο

 

“Ο Θάνος αρρώστησε. Συζητούσαμε διάφορα όταν τον έβλεπα αραιά και πού. Τον ρώτησα μια μέρα: «Πώς νιώθεις τώρα μακριά από τη σκηνή; Θα μπορούσαν να σε προσλάβουν! Πρότεινα να παίξουμε μαζί στις Φοίνισσες, εσύ Οιδίποδα κι εγώ Ιοκάστη, να αναπληρώσουμε το θαυμαστό δίδυμο του Μινωτή και της Παξινού…». Το Εθνικό Θέατρο δεν το δέχτηκε. Κάποιοι διευθύνοντες ευλόγησαν τα γένια τους ανεβάζοντας μιαν άλλη τραγωδία, ενώ θα έπρεπε να δώσουν στον Κωτσόπουλο την ευκαιρία να διδάξει ως την τελευταία του πνοή.
Μου απάντησε: «Εμένα δεν με κάλεσαν να παίξω όσο είχα φωνή και αντοχή, αλλά και λεμόνια να πουλούσα έξω από την πόρτα του Εθνικού Θεάτρου, θα δίδασκα πως το ήθος και ο ανυποχώρητος σεβασμός προς τα κρατικά θέατρα χρειάζεται να κρατηθούν, τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, σε υψηλό επίπεδο. Το Εθνικό Θέατρο είναι η πολεμίστρα και ο ναός της τέχνης μας, γι’ αυτό πρέπει να παραμείνουν και επάλξεις, ρυθμιστικές του θεατρικού πολιτισμού μας…».

Από το βιβλίο της Αίνος στους Άξιους (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999).

 

Εκκλησιάζουσες (Πραξαγόρα), 1993

 

Για την Κυβέλη

 

“Μια ωραία πρωία, λοιπόν, μπαίνει η Μαρίκα στη σκηνή του θεάτρου «Κοτοπούλη – Ρεξ» και μας λέει: «Παιδιά μου, κρατηθείτε στις καρέκλες σας γιατί θα σας αναγγείλω κάτι σπάνιο. Θα αλλάξετε μαμά. Το ρόλο της Ντενίζ θα τον παίξει η Κυβέλη! Ήρθε από την Αμερική, της το πρότεινα και δέχτηκε. Τώρα ανεβαίνει τις σκάλες. Έρχεται. Λοιπόν εγώ γλίτωσα από την Ντενίζ – τι δουλειά έχω εγώ μ’ αυτήν την όμορφη, που κατάφερε τρεις άντρες; Εγώ έναν άντρα έχω και δεν μπορώ να τα φέρω βόλτα, πού να τα βγάλω πέρα μ’ όλους αυτούς… Μόνο η Κυβέλη μπορεί να παίξει αυτή τη γυναίκα που ταιριάζει με τη ζωή της! Θα είναι καταπληκτική… σωθήκαμε…!».
Στο σημείο αυτό μπαίνει η Κυβέλη στη σκηνή. Πανύψηλη, πανέμορφη, ντυμένη υπέρκομψα, παρφουμαρισμένη. Γέμισε η σκηνή αρώματα. Άνοιξε το χρυσό της στόμα για ν’ ακούσουμε το γάργαρο γέλιο της: «Χα, χα, χα, χα! Καλή μέρα σας, δεν με περιμένατε. Ήρθα όμως. Με έπεισε η Μαρίκα. Χαίρομαι που θα παίξουμε μαζί. Θα ‘χουμε επιτυχία!».
Εμείς παλαβώσαμε! Τι έλεγαν καλέ, πως δεν μιλιούνται οι δυο μεγάλες… Πως η μία ζήλευε την άλλη; Πως ο τριακονταετής Κυβελο-Μυρατέικος πόλεμος συνεχιζόταν;

 

Αγαπητικός της βοσκοπούλας (Στάθαινα), 1993

 

Η Κυβέλη είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του ωραίου. Ήταν πάγκαλη. Και μας ήθελε κι εμάς έτσι. Στα «Παιδιά του Εδουάρδου», στην τρίτη πράξη, μου ‘δωσε να φορέσω μια ρόμπα της, ροζ με λουλουδάκια, ολομέταξη. Μου χάρισε άρωμα, να το φορώ στη σκηνή. Έφερνε την κομμώτρια, κυρία Στίνη, για να τη χτενίζει και την έστελνε στο καμαρίνι μου να μου συμμαζεύει τα μακριά μαλλιά μου σ’ ένα φιλέ για να φαίνονται πιο μοντέρνα (γιατί η Μαρίκα δεν μ’ άφηνε να κόψω τις κοτσίδες μου).
Τώρα θυμάμαι τη φοβερή κατσάδα που μου ‘κανε η Κυβέλη όταν με είδε να προχωρώ προς το θέατρο της Επιδαύρου ντυμένη μ’ ένα πρόχειρο εκδρομικό ένδυμα. Με φώναξε πριν μπω στο θέατρο: «Άννα, έλα εδώ. Τι χάλια είναι αυτά; Πού είναι το καλό σου φόρεμα; Πού είναι τα κοσμήματά σου; Πήγαινε γρήγορα να τα φορέσεις. Να γίνεις ομορφότερη. Εσύ, μια Αντιγόνη, μια Ιφιγένεια, πρέπει να διαφέρεις από τους… τουρίστες. Κάνεις λάθος να εμφανίζεσαι έτσι, ατημέλητη. Πού είναι το δωμάτιό σου; Πήγαινε γρήγορα να αλλάξεις. Εμείς οι ηθοποιοί πρέπει να μπαίνουμε σ’ αυτό το θέατρο σύμφωνα με την ιερή τάξη. Όπως οι παλιοί που έβαζαν τα καλά τους, όπως οι αρχαίοι που έφτιαξαν αυτό το θέατρο».

Από το βιβλίο της Αίνος στους Άξιους (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999).

 

«Θανασάκης ο πολιτευόμενος», 1954

 

Για τους προγόνους της

 

“Στο ληξιαρχικό κατάστιχο της Κοινότητας Αιγιάλης (στο χωριό Λαγκάδα της Αμοργού), που ήταν ξεχασμένο, σκονισμένο, κίτρινο απ’ τον χρόνο, διάβασα με τα μάτια μου το 1968 τον γενεαλογικό πίνακα επτά οικογενειών που έφεραν το επώνυμο των Συνοδινών, ανάμεσα στις οποίες ήταν και του παππού μου Μιχαήλ Ιωάννου Συνοδινού και της γιαγιάς μου Ευδοκίας Μιχαήλ Συνοδινού. Το 1885, γράφει το κατάστιχο, η Ευδοκία (Βδοκώ) Συνοδινού σύζυγος του Μιχαήλ γέννησε τα παιδιά που ονομάστηκαν: Ποθητή, Άννα, Ευαγγελία, Ιωάννης, Καλλιόπη, Σταύρος, Ειρήνη.
Ο παππούς μου Μιχάλης ήταν αγρότης, χτίστης και ο πυροσβέστης του χωριού. Η πολυμελής οικογένειά δεν είχε πόρους οικονομικούς και θρεφόταν δύσκολα με το λιγοστό λάδι, τη φάβα που εκεί στα ψηλοράχια βγαίνει κίτρινη και ροζ γιατί ανάμεσα στις φυτούλες φυτρώνουν και αγριοτρανταφυλλάκια ροζ. Είναι μια μοναδική περίπτωση της αμοργιανής φάβας, που δεν έχει μεγάλη παραγωγή και δεν φτάνει στο εμπόριο. Η γλύκα της είναι απερίγραπτη. Τα χόρτα του βουνού γέμιζαν τις υπέροχες πίττες με το χειροποίητο φύλλο, οι τραχανάδες και τα άλλα όσπρια του μικρού χωριού ήταν η βάση θρέψεως. Γιατί όταν έφτανε η ώρα να θυσιαστεί η κοτούλα ή το αρνάκι, τα παιδιά κλαίγανε, δεν θέλανε να φάνε. Η κολοκύθα έσωζε την κατάσταση, που την τηγανίζανε στο χοχλαστό καλαμποκέλαιο και το ψωμί και το ψωμί, η φραντζόλα (η περίφημη φραντζόλα λεγόταν «Παύλος»), κριθαροσιταρένια, που ζυμώνεται φορμάτη για να δίνει παξιμάδια αλατισμένα και χορταστικά. Η υγεία της οικογένειας ήταν άριστη και απ’ αυτή τη φύτρα βγήκαμε και μεις, μια χαρά παιδιά και εγγόνια, εύρωστοι, γελαστοί και ισορροπημένοι.
Ψάξαμε να βρούμε από πού βγήκε το επώνυμό μας, γιατί οι Αιγαιοπελαγίτες λεγόμαστε Συνοδινοί, ενώ οι άλλοι, στα Ιόνια νησιά, λέγονται Συναδινοί.
Οι παραδόσεις και τα ενθυμήματα που σώζονται από στόμα σε στόμα φέρνουν ως τις μέρες μας ζωντανές ιστορίες των προγόνων μας από την Αμοργό. Ακόμη, χάρη στους Συνοδινούς, που έζησαν στο βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας, μέχρι σήμερα ακούμε παραμύθια των προγόνων. Ανάμεσα σ’ αυτά, κάποια μιλάνε για τον παλατιανό που ‘χε θάρρος, έλεγε φωναχτά όσα σκεφτόταν για μικρούς και μεγαλόσχημους. Ο Αυτοκράτορας τον ειδοποίησε πως θα φάει το κεφάλι του, αν δεν πάψει να μιλάει. Θύμωσε κι αντί να τονε θανατώσει, τον έστειλε εξορία στην Αμοργό. Ο αξιωματούχος με την οικογένειά του έφτασε στο νησί με γαλέρα, που πήγαινε στους Αγίους Τόπους. Οι άλλοι, που εξορίστηκαν μαζί του, πήγανε στον Μυστρά, στο Πριγκιπάτο του Μορέα.
Όταν η Πόλη έπεσε, εκείνοι οι Βυζαντινοί του Μυστρά φύγανε προς την Πάτρα. Από κει πολλοί πήγαν στην Κεφαλονιά, που ήταν σε ξένη κατοχή αλλά δεν κινδύνευε από τους Τούρκους. Έως σήμερα δεν γνωρίζουμε πως επιβίωσαν οι Συνοδινοί της Αμοργού, που διατήρησαν τις παραδόσεις και τα χριστιανικά ονόματα της Βασιλεύουσας. Κι ακόμη, δεν έχουμε έγκυρες πληροφορίες για τη σύνολη δράση των Συνοδινών, Στυλιανού και Αντωνίου, που ήσαν στην Φιλική Εταιρεία. Ένα είναι θετικά βέβαιο, πως η Ιερά Μονή της Χοζοβιώτισσας ήταν και είναι μια έπαλξη εθνικοθρησκευτική, που πολλά έσωσε και πολλά διασώζει στην Αμοργό και στο Αιγαίο.
Οι παραδόσεις και τα παραμύθια οδηγούν στην επιστημονική έρευνα:
«Οι Συνοδινοί ή Συναδινοί κατάγονται εκ Συννάδων Μικράς Ασίας. Αυλικοί εν Βυζαντίω εξεδιώχθησαν εκείθεν ένεκα λόγων ερωτικών. Μετά την Άλωσιν επανήλθον εις Σύνναδα και εκείθεν ήλθον εις την κυρίως Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν εις χωρίον Ιλάρους της Κατωγής Κεφαλληνίας (Παλλική-Ληξούρι), όπου και μέχρι σήμερον σώζονται, εκ των ενταύθα δε έδραμον οι Στυλιανός και Αντώνιος το 1767 εις την επανάστασιν της Πελοπονννήσου, μυηθέντες κατόπιν και τα της Φιλικής Εταιρείας».

Οι πληροφορίες είναι του Παν. Συνοδινού, φίλου το Ηλία Τσιτσέλη και αδελφού του εν Πάτραις σατιρικού ποιητή Ηλία Συνοδινού (Κεφαλληνιακά Σύμμεικτα 1, 1904, 614).

 

 

Για την Αμοργό

 

Τον Οκτώβριο του 1968 πήγα για πρώτη φορά στην Αμοργό με τον αδελφό μου Νίκο, να κάνουμε του πατέρα μας το σαραντάμερο μνημόσυνο στο χωριό του, τη Λαγκάδα. Ταξιδέψαμε μ’ ένα καράβι εικοσιέξι ώρες, γιατί δούλευε μόνο η μία μηχανή του. Κι ακόμα, το σοβαρό πρόβλημα συγκοινωνίας, από εκατό χρόνια πριν, στα νησιά της άγονης γραμμής δεν έχει λυθεί επαρκώς. Το νησί της Αμοργού είναι από τα διασημότερα για την ιστορία του στο Αιγαίο. Εμείς φτάσαμε και βρήκαμε ανοιχτές αγκαλιές, φυσική γοητεία, φιλόξενη γη και αδέλφια, ομορφιά παντού. Οι παππούδες μας ζούσαν σ’ ένα τυπικά νησιώτικο διώροφο κάτασπρο σπίτι, θεμελιωμένο στο μεγάλο βράχο του λόφου. Από την ταρατσούλα του αγνάντευες «μύθια κι αλήθεια» στο πέλαγο και στον ουρανό. Καθώς το θυμάρι και τα σπάνια κρινάκια στέλνανε την ευωδιά τους παντρεμένη με την αρμύρα της θάλασσας και τον ζωογόνο αέρα.
Η ανηφόρα, για να φτάσεις ποδαράτα στο χωριό, σε αποζημιώνει προσφέροντας 25-30 πλατύσκαλα ασβεστωμένα, καθαρά σαν γάλα, καταμεσής διακοσμημένα με μια ζωγραφιά ενός άνθους, μαργαρίτα ή κρίνο, γαρούφαλο, καμπανούλα. Και γύρω γύρω λυγαριές ανθισμένες, πικροδάφνες και φραγκόσυκα. Τι τρέλα που ‘χουμε οι Έλληνες, να αφήνουμε αυτόν τον παράδεισο και να ζούμε στην κόλαση των μεγαλουπόλεων. Κύριε ελέησον!
Την επόμενη μέρα κάμαμε το μνημόσυνο στο ξωκκλήσι της Ρεματιάς στον Άγιο Παντελεήμονα, που είχε βρει την εικόνα του μέσα σε μια σπηλιά της θάλασσας ο πατέρας. Οι Λαγκαδιανές συγγένισσες, ξαδέρφες, θειάδες είχαν ετοιμάσει την παραγγελία του απόντος, να φιλέψουμε στο καφενείο του χωριού όλους τους χωριανούς με ψαρόσουπα και ζεστό ψωμί, για τα συχώρια του. Ο παπάς, ο δήμαρχος, ο δάσκαλος ήρθαν κι ένα τσούρμο παιδιά για το στολισμένο δίσκο με το στάρι, τα κουφέτα, τα ρόδια, τους ξηρούς καρπούς, με τρόπο του παλιού βυζαντινού στολίσματος, όπως έφτιαναν ο Σίμων Καρράς και η Άννα Σικελιανού το «κέρασμα» για τις ψυχές. Τι ωραίος κόσμος. Χόες, το δροσερό νερό, το ντόπιο μελένιο ποτό, το παξιμάδι «ο Παύλος», κριθαρένιο ζυμωτό με γλυκάνισο και σε στυλώνει.

 

Για την οικογένειά της

 

 

“Οι γονείς μου μαγείρευαν και τα τρία πρώτα παιδιά, όλα γεννημένα αρχάς του 1900, τους βοηθούσαν να συγυρίζουν τα δωμάτια. Κάποια στιγμή, αποφάσισαν από κοινού να χτίσουν στην οδό Αγχεσμού –γνωστή ως οδός Βουκουρεστίου σήμερα– ένα σπίτι. Θυμάμαι πόσο πολύ ντρεπόμασταν να πούμε την οδό στη δασκάλα.
«Βρε μαμά τι θα πούμε αν μας ρωτήσουν πού μένουμε; Αγχεσμού; Θα γελάει όλη η τάξη με την οδό μας!». Σύντομα, η μεγάλη επιδημία του Δάγγειου πυρετού που θέριζε την Ελλάδα, θέρισε και το σπίτι μας. Τα δύο πρώτα παιδιά των γονιών μου, τα αδέρφια μας, χάθηκαν γρήγορα. Τότε από οκτώ, μείναμε έξι: η Ευδοκία πρώτη και στη συνέχεια ο Μιχαήλ, ο Δημοσθένης, η Λουίζα, εγώ και ο Νίκος”, διηγείται.
“Όταν οι γονείς μου έφυγαν πια από τη Μεγάλη Βρετανία (σ.σ. το ξενοδοχείο), ο πατέρας μου προσλήφθηκε μάγειρας και η μαμά μου καμαριέρα σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο του Λουτρακίου, το οποίο μας πρόσφερε παράλληλα φαγητό και στέγη. Ένα ημιυπόγειο σπίτι μεν, αλλά άνετο και με λίγη θέα στη θάλασσα. Εγώ γεννήθηκα το 1927, στο Λουτράκι, μέσα στο ξενοδοχείο. Μάλιστα, βαπτίστηκα Άννα από τη λουτρακιώτικη Αγία Άννα. Τις περισσότερες παιδικές μου αναμνήσεις, όμως, τις κρύβει το σπίτι της οδού Αθανασίας 15, στο Παγκράτι”.
“Όταν έμαθαν οι γονείς μου ότι ερωτεύτηκα, με έβαλαν να παντρευτώ. Με τον άντρα μου γνωρίστηκα στη Θεσσαλονίκη γύρω στο ’52. Έλειπε η γυναίκα του στο Παρίσι. Ήταν παντρεμένος με την πιο πλούσια Αρμένισσα και είχαν μαζί ένα κοριτσάκι. Αλλά, δεν είχε σχέσεις με τη γυναίκα του. Από πριν με γνωρίσει, εκείνη είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι. Παίζαμε με το θίασο και ερχόταν κάθε μέρα να με δει. Καθόταν πρώτη σειρά, θυμάμαι, πότε μόνος του, πότε με την κόρη του, η οποία είναι φίλη μου ακόμα. Τον ερωτεύτηκα με τη πρώτη ματιά. Ήταν αθληταράς. Τριπλουνίστας, ο καλύτερος απ’ όλους. Κάποια στιγμή, βγήκαμε με το θίασο να φάμε και ήρθε και ο Γιώργος μαζί μας. Η Μαρίκα αντέδρασε, λέγοντας στον Χέλμη χαρακτηριστικά: «Aυτός ο αρκουδόμαγκας να μην ξαναέρθει εδώ και ξανακάτσει δίπλα στο κορίτσι μας». Αντέδρασε γιατί έμαθε ήταν παντρεμένος. Η οικογένειά μου αντέδρασε επίσης. Ιδιαίτερα ο αδερφός μου, ο Νίκος. Δε θέλανε να είμαι πρόξενος μιας δυστυχίας. Στην ουσιαστική πλευρά του θέματος, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Ο έρωτας ήταν έρωτας και μάλιστα πάρα πολύ μεγάλος και δεν ήταν δυνατόν να στραβώσει. Παντρευτήκαμε γρήγορα και πιάσαμε σπίτι στην ακριβώς απέναντι πολυκατοικία από εκείνη των γονιών μου, στο αριθμό 16 της οδού Αθανασίας. Ζήσαμε μαγικά για πενήντα πέντε χρόνια”.
“Το ότι έκανα την καριέρα που επιθυμούσα δεν το αποδίδω στην τύχη, αλλά στη βιωτή. Η βιωτή ελέγχεται από την ώρα που υπάρχει μέχρι την ώρα που εκλείπει. Οι επιλογές μου ήταν άκρως ελεγμένες. Κανένας άνθρωπος, ο οποίος έχει δημόσιες ευθύνες –είτε ως ηθοποιός, είτε ως πολιτικός– δεν πρέπει να κάνει το γούστο του αλλά το καθήκον του. Το γούστο παρέλκει. Από τη στιγμή που έκανα αυτό που ήθελα, είχα δικαίωμα και στις υποχρεώσεις. Χρήματα δεν έχω βγάλει ποτέ στη ζωή μου. Τουαλέτες δεν είχα ποτέ. Άλλωστε, κανένας αυθεντικός άνθρωπος του θεάτρου δεν είναι του λούσου”.

(Αποσπάσματα από συνέντευξή της στο “Life&Style”).

 

Αντιγόνη, 1956

 

Για τον θρήνο

 

Ο λαϊκός θρήνος, ευφρόσυνος ζει και κουβεντιάζει με τα σύμβολα, τα στοιχεία της φύσεως, φθαρτά και άφθαρτα κι αναζητά να βρει τα χνάρια που οδηγούν στην εύρεση, τη λύση στο ερώτημα: ποιος και τι εξαρτά την ευτυχία και τη δυστυχία μου; Οι λαϊκές παραδόσεις μας είναι οι παλαιότερες και πλουσιότερες στον κόσμο. Ανθούν στον αιώνα, αλλά δεν τις τιμούμε πλέον όσο μας χρειάζεται για να ειρηνέψουμε… Τα πάθη των θνητών μα και των αποθαμένων, όπως τα περιγράφουν οι λαϊκές μούσες, είναι σχολείο για ψυχές. Η Αμοργός φέρει στην ράχη της φορτίο πολιτισμού που λέγεται: Αιγαίο 3.000 χρόνια προ Χριστού.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Η Λέξη» (τεύχος 169, Μάιος – Ιούνιος 2002) του εκδότη και ποιητή Αντώνη Φωστιέρη από τα Κατάπολα.

«Είμαστε από τους Έλληνες που είχαμε τα προσόντα και ήταν εποχές που υπήρχε μεγάλη μπέσα», έλεγε για τη γενιά της. «Τότε, μπορούσε να προχωρήσει ένας άνθρωπος. Μας έπαιρναν σε θέσεις χωρίς να υπάρχουν ανταλλάγματα», συμπλήρωνε.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί οι προπάτορές μου μιλούσαν έτσι τα ελληνικά και σήμερα δεν ξέρουν να μιλάνε».

«Μακριά από τη σκηνή ούτε πέθανα, ούτε έπληξα. Ανακάλυψα πως μπορώ να ζήσω και χωρίς το θέατρο, Ο καθένας ρυθμίζει τη ζωή του με δικό του τρόπο. Ας μην ξεχνάμε ωστόσο πως ο καλλιτέχνης είναι φορέας πολιτισμού. Διαφορετικά δεν είναι τίποτε άλλο από μπογιατισμένος θεατρίνος».
«Καμία εποχή, δεν έμεινε γυμνή από ήρωες. Είμαστε σε μια μεταβατική περίοδο. Νέοι ήρωες θα δημιουργηθούν αναγκαστικά. Ξέρετε τι έχει σημασία σήμερα; Να βλέπουν οι νέοι πόσο σημαντικό είναι οι άνθρωποι να κρατούν το λόγο της τιμής τους. Για να υπάρχουν προοπτικές».

«Σας χαιρετώ, μην κλαίτε, σε άλλη ζωή θα ζήσω αλλού», θα μπορούσε να μας πει σήμερα, όπως η Ιφιγένεια, αποχαιρετώντας τη ζωή και την αγαπημένη της Ελλάδα.

 

Αποχαιρετώντας την Αντιγόνη Βαλάκου

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

 

1949 Εθνικό Θέατρο «Ορέστεια-Ευμενίδες», «Ορέστεια-Χοηφόροι» και «Συράνο ντε Μπερζεράκ»
1950 Θίασος Κοτοπούλη-Θέατρο Ντορέ «Τα παιδιά του Εδουάρδου», Θέατρο Ντορέ-Θίασος Γληνού-Κωνσταντάρα- Καλογερίκου-Ηλιόπουλου «Το παιχνίδι της ντάμας» και Εθνικό Θέατρο «Το τραγούδι της κούνιας»
1951 Θέατρο Κοτοπούλη «Μονσεράτ» και Θέατρο Κοτοπούλη-Περιοδεία Κύπρος «Ελισάβετ», «Η Λαίδη Μπέτσι εξοφλεί», «Μις Μέιμπελ», «Οθέλλος», «Ο έρως αγρυπνά», «Το παιχνίδι της ντάμας», «Σκιά», «Η Άννα των χίλιων ημερών», «Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν» και «Αγαμέμνων-Χοηφόροι»
1952 Θέατρο Κοτοπούλη «Ο υπηρέτης των δυο αφεντάδων» και «Τον αγαπούσα πολύ»
1953 Θίασος Ντίνου Ηλιόπουλου-Θέατρο Ρεξ «Θανασάκης ο πολιτευόμενος», Θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη-Περιοδεία Αίγυπτο-Κωνσταντινούπολη- Κύπρου «Ηλέκτρα»
1954 Θέατρο Σαμαρτζή-Θίασος Μαρίκας Νέζερ-Ντίνου Ηλιόπουλου «Ζητείται ψεύτης», Βασιλικό Θέατρο «Το αστέρι της Σεβίλλης», «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται», Θέατρο Σαμαρτζή «Μικροί Φαρισαίοι» και Θίασος Μήτσου Λυγίζου-Θέατρο Αρένα «Ε, εσείς οι απέξω»
1955 Εθνικό Θέατρο-Φεστιβάλ Επιδαύρου «Εκάβη», Θέατρο Ρεξ «Δεύτερη γυναίκα», «Ερωτική Τραγωδία», «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» και «Ο υπηρέτης των δυο αφεντάδων»
1955-56 Θίασος Νίκου Χατζίσκου-Θέατρο Κεντρικόν «Ηθοποιός Κιν» και «Η πινακοθήκη των ηλιθίων»
1956 Εθνικό Θέατρο «Αντιγόνη» και «Ο Ανδροκλής και το λιοντάρι»
1957 Εθνικό Θέατρο-Επίδαυρος «Εκάβη», 13ο Φεστιβάλ Επιδαύρου «Αντιγόνη», Εθνικό Θέατρο «Δεσποινίς Τζούλια», «Εκάβη», «Αντιγόνη», «Αντιγόνη» και «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»
1958 Εθνικό Θέατρο-Επίδαυρος «Ιφιγένεια εν Ταύροις», Εθνικό Θέατρο «Οθέλλος», «Τρισεύγενη», «Δεσποινίς Τζούλια», «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»
1959 Εθνικό Θέατρο-Επίδαυρος «Ορέστεια-Αγαμέμνων», Εθνικό Θέατρο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», «Δόνα Ροζίτα», «Ορέστεια-Χοηφόροι», «Αντιγόνη», «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και «Ορέστεια-Ευμενίδες»
1960 Εθνικό Θέατρο «Φοίνισσαι», «Εκάβη» και «Λυσιστράτη»
1961 Εθνικό Θέατρο «Γέρμα», «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», «Ηλέκτρα» και Εθνικό Θέατρο-Περιοδεία Κύπρος «Ηλέκτρα» και «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»
1962 Εθνικό Θέατρο «Ρόσμερσχολμ», «Ελένη», «Φοίνισσαι», «Εκάβη» και «Ελένη»
1963 Εθνικό Θέατρο «Το όνειρο», «Άλκηστις», «Εκάβη», «Ελένη» και «Αντώνιος και Κλεοπάτρα»
1964 Θέατρο Κοτοπούλη «Ο μικρός Φαρισαίος», Εθνικό Θέατρο «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», «Χριστός Πάσχων (Παναγία)», «Ανδρομάχη» και «Ικέτιδες»

1965 Ελληνική Σκηνή Άννας Συνοδινού «Εκκλησιάζουσες» και «Αντιγόνη»
1966 Θίασος Άννας Συνοδινού «Ελένη», «Εκκλησιάζουσες», «Παράβαση καθηκόντων», «Πόλεμος και Ειρήνη» και Ελληνική Σκηνή Άννας Συνοδινού «Λυσιστράτη(Λυσιστράτη)»
1967 Ελληνική Σκηνή Άννας Συνοδινού-Θέατρο Λυκαβηττού- Ηρώδειο «Ηλέκτρα» και Ελληνική Σκηνή Άννας Συνοδινού-Θέατρο Λυκαβηττού-Φεστιβάλ «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»
1972 Ωδείο Ηρώδου Αττικού-Ελληνική Σκηνή Άννας Συνοδινού «Ηλέκτρα» και «Μαρίνα Πινέντα»
1973 Ελληνική Σκηνή Άννας Συνοδινού «Αντιγόνη»
1974 Εθνικό Θέατρο «Προμηθέας Δεσμώτης», «Κάμινο Ρέαλ», «Όπως σας αρέσει» και «Αντιγόνη»
1976 ΚΘΒΕ- Περιοδεία Κύπρος «Ηλέκτρα»
1977 Εθνικό Θέατρο «Ελένη»
1981 Εθνικό Θέατρο «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και «Σίβυλλα»
1991 Εθνικό Θέατρο «Τρωάδες(Εκάβη)»
1992 Εθνικό Θέατρο «Το μυστικό της Κοντέσας Βαλεραίνας» και «Ο αγαπητικός της Βοσκοπούλας»
1993 Εθνικό Θέατρο «Εκκλησιάζουσες (Πραξαγόρα)»
1994 Εθνικό Θέατρο «Εκάβη» και «Εκάβη»
1996 ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας «Φωταγωγός»
2003 Επίδαυρος-Αμφιθέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου «Εκάβη»
2004 Ηρώδειο «Ευμενίδες»
2006 Κιβωτός «Το μυστικό της Κοντέσας Βαλεραίνας» και «Βάτραχοι»

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

1988 Θέατρο από τη Τηλεόραση «Ματωμένος γάμος»
1992 «Οι Φρουροί της Αχαΐας»
1994 «Ω γλυκύ μου Έαρ»
2008 «Ματωμένα χώματα»
Θέατρο από την Τηλεόραση «Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας»

«Ο άνθρωπος του τρένου», 1958

 

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

 

1954 «Θανασάκης ο πολιτευόμενος»
1956 «Δολάρια και όνειρα»
1958 «Ο άνθρωπος του τρένου»
1962 «Ηλέκτρα» και «The 300 Spartans»

«The 300 Spartans», 1962

 

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

1972 «Διαβάζει Φεραίο, Μακρυγιάννη, Σολομό και «Κάλβο»
1998 «Αφιέρωμα» και «Αρχείο ραδιοφώνου, 16 φωνές»
1999 «Χριστός Κύριος»

* Τρεις ταινίες της:
1954 – Θανασάκης ο πολιτευόμενος του Αλέκου Σακελλάριου (στο ρόλο της Μαίρης Καπλάνη – Γκοβότσου). Με 32.000 εισιτήρια κομμένα στους κινηματογράφους α’ προβολής η ταινία ήλθε 11η ανάμεσα στις 18 νέες ταινίες της περιόδου 1953-1954 (με πρώτες τέσσερις τις εξής: Κυριακάτικο ξύπνημα, Σάντα Τσικίτα, Το ξυπόλητο τάγμα, Η ωραία των Αθηνών)

1956 – Δολλάρια και όνειρα του Ίωνα Νταϊφά (στο ρόλο της Μαίρης). Με 22.000 εισιτήρια κομμένα στους κινηματογράφους α’ προβολής η ταινία ήλθε 14η ανάμεσα στις 22 νέες ταινίες της περιόδου 1955-1956 (με πρώτες τέσσερις τις εξής: Στέλλα, Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο, Η άγνωστος, Το κορίτσι με τα μαύρα)

1958 – Ο άνθρωπος του τρένου του Ντίνου Δημόπουλου (στο ρόλο της Μαντώς Κωστοπούλου). Με 37.000 εισιτήρια κομμένα στους κινηματογράφους α’ προβολής η ταινία ήλθε 9η ανάμεσα στις 28 νέες ταινίες της περιόδου 1957-1958 (με πρώτες τέσσερις τις εξής: Η θεία από το Σικάγο, Η λίμνη των πόθων, Μια ζωή την έχουμε, Ο γυναικάς).

Εκάβη- Βίντεο

* Το βιβλίο “Πρόσωπα και Προσωπεία” αποτελεί ένα αυτοβιογραφικό χρονικό, με στοιχεία από τη διαδρομή στη ζωή και στο θέατρο, της Αννας Συνοδινού. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται τα συμβάντα με φειδώ συγγραφική, διότι σημαντικές ιστορίες μισού αιώνα με δράσεις, μοιραία, συνδεδεμένες με πρόσωπα και προσωπεία, δεν ήταν δυνατόν να περιγραφτούν στην έκταση της πρέπουσας ιστορικής αναφοράς για να τιμηθούν τα Πρόσωπα με τα οποία συνεργάστηκε, αγάπησε, στήριξε και στήριξαν, αυτήν την τόσο σημαντική Ελληνίδα ηθοποιό, που πρόσφερε τόσα πολλά στο χώρο της τέχνης.

* Όταν έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο μαζί της πέτυχε, μεταξύ άλλων, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ενώ κρίθηκε επανεξεταστέος ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Τρία χρόνια μετά, πτυχιούχος και αριστούχος, η νεαρή ηθοποιός προσελήφθη από το Εθνικό Θέατρο. Σύντομα όμως συνειδητοποίησε ότι στην κρατική σκηνή δεν είχε μέλλον και έτσι αποδέχθηκε την πρόταση της Μαρίκας Κοτοπούλη και αποφάσισε να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στο ελεύθερο θέατρο. «Η Δις Συνοδινού έμαθε γράμματα εδώ με τον Αισχύλο και τώρα πάει να παίξει μπουλβάρ… Σωβαζόν» ήταν η πρώτη αντίδραση. Αλλά η Αννα Συνοδινού δεν πτοήθηκε. Αποφασισμένη να «κολυμπήσει» στα βαθιά, ξεκινούσε τη μεγάλη θεατρική της περιπέτεια, εκτός αλλά και εντός αργότερα Εθνικού, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σε περιοδεία χρωστά άλλωστε και τη γνωριμία της με τον αθλητή Γιώργο Μαρινάκη, που έμελλε να γίνει ο άνδρας της ζωής της. Ήταν στη Θεσσαλονίκη, τον Αύγουστο του 1951.

Η συνεργασία της με την Κοτοπούλη διακόπτεται το 1954. «Ήδη στο Θέατρο Κοτοπούλη είχα “φάει τα ψωμιά μου”», γράφει. «Βρισκόμουν υπό σοβαρωτάτην δυσμένειαν. Από το 1950-51 είχα αρνηθεί στη Μαρίκα να με παντρέψει με τον Δημήτρη Μυράτ. Είχα άλλον, πολύχρονο, νεανικό, τρυφερό δεσμό. Δεν μου άρεσε να έχω ερωτικές σχέσεις με ηθοποιούς. Τους θεωρούσα αδέλφια μου». Ακολούθησε το θέατρο Αρένα και η επιστροφή της στο Εθνικό.

 

Με την Αντιγόνη Βαλάκου (Ισμήνη) στην “Αντιγόνη”

 

Τα εγκαίνια του ανεπίσημου Φεστιβάλ Επιδαύρου το καλοκαίρι του 1954 στάθηκαν η αφορμή ώστε η Αννα Συνοδινού να καταγράψει, έτσι όπως η ίδια έζησε, τη διαμάχη ανάμεσα στον δάσκαλό της Δημήτρη Ροντήρη και στον Αιμίλιο Χουρμούζιο. Ο «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στον ομώνυμο ρόλο και ο θρίαμβος του Ροντήρη σ’ αυτή την παράσταση «είναι η τελευταία γενναία μάχη που δίνει ο Δάσκαλος της κλασικής θεατρικής σχολής για να κρατηθεί στο Εθνικό Θέατρο», γράφει η ίδια. «Ο Ροντήρης ήταν Δάσκαλος, ναι, και μεγάλος. Ο Χουρμούζιος ήταν διανοούμενος και ψημένος στην πολιτική. Τι χρειαζόταν η Ελλάδα τότε; Δασκάλους ή πολιτικούς ανορθωτές; Και τα δύο. Ο Ροντήρης μετά τον αποκλεισμό του από το Εθνικό Θέατρο έπαθε σοκ». Και αυτή η κόντρα έμελλε να έχει συνέχεια, ως τη στιγμή που, με τη μεσολάβηση τη δική της και του Γιώργου Μαρινάκη, επήλθε ακόμη και συνεργασία του διευθυντή Χουρμούζιου με τον σκηνοθέτη Ροντήρη, πάντα εντός Εθνικού.

 

Με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στον “Ιππόλυτο”, 1956

Το ζεύγος Παξινού-Μινωτή, που είχε ταχθεί με τον Χουρμούζιο, η καραμανλική πολιτική της εποχής, οι σχέσεις των ηθοποιών με το ΚΚΕ, οι εξελίξεις στη μεταπολεμική Ευρώπη, οι δικές της (κακές) σχέσεις με τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Μινωτή, το σπίτι της οδού Αραβαντινού και η νύχτα που συνελήφθη από τη χούντα ο γείτονάς της Κώστας Μητσοτάκης, ο Γέρος της Δημοκρατίας Γεώργιος Παπανδρέου και οι χειρισμοί του στα θεατρικά δρώμενα της εποχής: όλα περνούν από τον σχολιασμό της· όλα όσα την αφορούσαν. Καθώς και τα μετέπειτα προβλήματα που αντιμετώπισε για να καταφέρει να εγκαινιάσει το θέατρο Λυκαβηττού με την «Ελληνική Σκηνή», σε συνεργασία με τον Θάνο Κωτσόπουλο και τη σύζυγό του Αννα Ραυτοπούλου-Κωτσοπούλου. Το βιβλίο περιλαμβάνει όλη τη σχετική αλληλογραφία για την πορεία του θεάτρου, από τη γέννηση ώς το τέλος του: «Καθώς έφευγαν τα φορτηγά αυτοκίνητα από την πίσω πόρτα του Θεάτρου Λυκαβηττού, μεταφέροντας τα αγαπημένα τεκμήρια της ζωής των ηρώων (…) άκουσα μια τρυφερή, νεανική φωνή να επαναλαμβάνει την υπέροχη ρήση της Ιφιγένειας (…): “Σας χαιρετώ, μην κλαίτε, σε άλλη ζωή θα ζήσω αλλού…”».

Κλείνοντας τον καλλιτεχνικό απολογισμό της η Άννα Συνοδινού εύχεται στον εαυτό της να της δοθεί η δυνατότητα να γράψει και έναν δεύτερο τόμο (από το 1970 ώς τις ημέρες μας) όπου σκοπεύει να συμπεριλάβει, εκτός από τις θεατρικές της μνήμες, τις αναμνήσεις από τον κοινοβουλευτικό της βίο και τη θητεία της στα δημοτικά πράγματα. «Συν Θεώ είθε να αξιωθώ τη συγγραφή τους».