30.5 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Η Άννα Ψαρούδα – Μπενάκη για τα όρια της ελευθερίας των δικαστών

Η καθηγήτρια του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Άννα Ψαρούδα – Μπενάκη γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1934 και έφυγε από τη ζωή στις 15 Φεβρουαρίου 2026.

Υπήρξε η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Βουλής (από 19 Μαρτίου 2004 έως και 26 Σεπτεμβρίου 2007) και πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών (Από 1 Ιανουαρίου 2020 έως και 31 Δεκεμβρίου 2020).

Διετέλεσε επίσης η πρώτη γυναίκα Υπουργός Δικαιοσύνης (Από 3 Δεκεμβρίου 1992 έως και 14 Σεπτεμβρίου 1993). Τέλος από τις 8 Αυγούστου 1991 έως και τις 3 Δεκεμβρίου 1992, ήταν Υπουργός Πολιτισμού.

***

«Τα όρια της ελευθερίας των δικαστών»

Της Άννας Ψαρούδα – Μπενάκη

«Όλα τα πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, οικονομικά κ.ο.κ. θέματα περιλαμβάνονται στα προγράμματα των κομμάτων και γίνονται ή μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαλόγου, από τον πυρηνικό εξοπλισμό ως τα μάρμαρα του Παρθενώνα και από τα ναρκωτικά ή τη μόλυνση του περιβάλλοντος ως την προστασία της φώκιας.

Ποια απαγορεύονται (σ.σ. στους δικαστικούς λειτουργούς, σε πρόσωπα που έχουν τη δικαστική ιδιότητα) ως εκφράσεις «υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος» και ποια όχι; Και στο τέλος τέλος, αυτό μόνο φθείρει το κύρος της Δικαιοσύνης, δηλ. η όποια εκδήλωση του δικαστή υπέρ ή κατά απόψεων που συμβαίνει να στηρίζει ή να πολεμά ένα κόμμα, ή μήπως φθείρεται η Δικαιοσύνη περισσότερο από την όποια δήλωση που για να στηριχθεί επιστρατεύει το κύρος της δικαστικής ιδιότητας χρησιμοποιώντας αυτή την τελευταία ως αναβαθμό για να επιβληθεί;

Η τελευταία σκέψη δείχνει ήδη μια πιθανή κατεύθυνση προς την οποία θα μπορούσε να στραφεί ο νόμος μελλοντικά αλλά και ο Άρειος Πάγος από τώρα, αν θα ήθελε να είναι όχι μόνο ερμηνευτικό σώμα κάποιων απρόσφορων ή ασαφών διατάξεων, αλλά κατευθυντήριο όργανο της Δικαιοσύνης.

Το ερώτημα και η απάντηση στο θέμα που μας απασχολεί δεν μπορεί παρά να είναι συνάρτηση του περιεχομένου της θεμελιώδους για το πολίτευμα συνταγματικής επιταγής που λέγεται «ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».

[…]

Δυστυχώς οι κακοτυχίες της Δικαιοσύνης στην προηγούμενη οκταετία έχουν οδηγήσει και εδώ σε ένα στένεμα του ορίζοντα. Οι ποικιλώνυμες επεμβάσεις και οι εύλογες αντιδράσεις δικαστών και πολιτών οδήγησαν σε υπερτονισμό της μιας όψης της δικαστικής ανεξαρτησίας, της όψης που σημαίνει ελευθερία του δικαστή από επεμβάσεις στο δικαιοδοτικό του έργο, είτε αυτές προέρχονται από τα αντίδικα μέρη είτε από την εκτελεστική εξουσία.

Ο υπερτονισμός μάλιστα αυτός έχει οδηγήσει και σε μια διαστρεβλωτική αντίληψη της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης ως οιονεί δικαστικού προνομίου ή ατομικού δικαιώματος του δικαστή, πέρα από το ότι —ή ίσως και εξ αυτού του λόγου— έχει υποβιβάσει την όλη συζήτηση στην αναζήτηση τεχνικών λύσεων (κληρώσεις, τριμελή όργανα διοίκησης, εξουσίες προϊσταμένου κ.λπ.) για τον αποκλεισμό των διαφόρων επηρεασμών.

Έτσι όμως έμεινε στη σκιά η πλέον θεμελιώδης όψη της ανεξαρτησίας, που σημαίνει: εμπιστοσύνη του πολίτη σε μια ακέραιη, πιστή στο Σύνταγμα και τους νόμους, νηφάλια και αμερόληπτη Δικαιοσύνη.

Η τελευταία αυτή όψη της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης δεν εξυπηρετείται μόνο όταν ο δικαστής είναι και φαίνεται ανεπηρέαστος την ώρα που απονέμει δίκαιο, αλλά όταν και εκτός του κύκλου των καθηκόντων του εμπνέει σεβασμό και εμπιστοσύνη στο λειτούργημά του.

[…]

Ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη κλονίζονται όταν με τη ρητή ή σιωπηρή επίκληση της δικαστικής ιδιότητας χρησιμοποιείται το δικαστικό λειτούργημα για τη στήριξη μιας δημόσιας άποψης.

Κι αυτό γιατί, διαφορετικά από ό,τι θα μπορούσε ενδεχομένως να ισχύει για οποιοδήποτε άλλο λειτούργημα (π.χ. του καθηγητή πανεπιστημίου), η δικαστική ιδιότητα υπάρχει και υπηρετεί μία μόνο λειτουργία: την απονομή του δικαίου.

Η όποια εκμετάλλευσή της εκτός του δικαιοδοτικού έργου είναι ικανή να φθείρει την εμπιστοσύνη στο κύρος της Δικαιοσύνης. Στο μέτρο αυτό περιορίζεται, λοιπόν, το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης γνώμης που ισχύει για κάθε πολίτη, όταν πρόκειται για τον δικαστή και σε σχέση με τη δικαστική του ιδιότητα.

Ο περιορισμός αυτός δεν πρέπει να θεωρηθεί υπερβολικός, γιατί στην πραγματικότητα δεν περιορίζει την έκφραση γνώμης ως ατομικό δικαίωμα. Δεν έχει εμποδίσει π.χ. τη γερμανική έννομη τάξη, που είναι γνωστή για την αυστηρότητά της, να χαρακτηρίζει μεν —με απόφαση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου (29.10.87) αλλά και του συνταγματικού δικαστηρίου (6.6.88)— ως πειθαρχικό παράπτωμα με βάση την παραπάνω αιτιολογία τη δημόσια δήλωση (μανιφέστο) δικαστών που κατέκριναν ως αντισυνταγματική την απόφαση της κυβέρνησης να επιτρέψει τη στάθμευση πυραύλων Πέρσινγκ και Κρουζ στη Γερμανία χωρίς να ψηφίσει νόμο από τη Βουλή, αλλά επιτρέπει στον δικαστή ως άτομο να μετέχει σε πολιτικό κόμμα, ακόμη και να διεξάγει επώνυμα προεκλογικό αγώνα υπέρ ενός κόμματος.

Η διαφοροποίηση είναι σαφής: ως άτομο ο δικαστής έχει δικαίωμα να εκδηλώνεται δημόσια, ως δικαστής όμως δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί το κύρος και την εμπιστοσύνη που εμπνέει η ιδιότητά του για να προσδίδει έμφαση, κύρος και αξιοπιστία στη δημόσια γνώμη του.

Η διάκριση αυτή δεν είναι βέβαια πάντα εύκολη. Τι λέγεται ατομικά και τι λέγεται με το κύρος της δικαστικής ιδιότητας είναι καμιά φορά δυσδιάκριτο. Αλλά εδώ ανατίθεται πάλι στον ίδιο τον δικαστή και το έργο αυτό, που είναι στην ουσία έργο προάσπισης του κύρους της Δικαιοσύνης: σε περίπτωση ενδεχόμενης σύγχυσης έχει το επιπρόσθετο βάρος, όταν απευθύνεται στην κοινή γνώμη, να διαχωρίζει σαφώς τη δικαστική του ιδιότητα.

[…]

Στην ελληνική πραγματικότητα, η πολιτική δράση των δικαστών, ακόμη και ως ατόμων, υπέρ πολιτικών κομμάτων δεν είναι δυνατή λόγω συνταγματικής απαγόρευσης (άρθρο 29 παρ. 3).

Ούτε είναι και ευκταία. Όμως από την απαγορευόμενη από το Σύνταγμα εκδήλωση υπέρ πολιτικών κομμάτων, που σημαίνει απαγόρευση της φανερής κομματικής στράτευσης, ως την απαγόρευση κάθε δημόσιας έκφρασης ως ατόμου σε όποιο θέμα ενδέχεται να αποτελεί και αντικείμενο διαλόγου των κομμάτων η απόσταση είναι αρκετά μεγάλη.

Μια ενδιάμεση λύση όπως η παραπάνω προτεινόμενη θα βοηθούσε στη γενικότερη προσπάθεια να απαλλαγεί ο πολιτικός λόγος από τις «ετικέτες». Και πάντως θα ξεκαθάριζε με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια απ’ ό,τι η γενική και ανεξέλεγκτη απαγόρευση ότι δεν μπορεί να επιστρατεύεται ούτε και έμμεσα το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος για την υποστήριξη απόψεων που ως —επιτρεπόμενες— πολιτικές απόψεις του κυρίου τάδε ή του κυρίου δείνα δεν θα είχαν το κύρος να επιβληθούν».

Πηγή: Αποσπάσματα άρθρου από την εφημερίδα «Το Βήμα» της Κυριακής 3 Φεβρουαρίου 1991.

***

Ο αποχαιρετισμός της Άννας Ψαρούδα – Μπενάκη θα γίνει την Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου και ώρα 13:00 στο Ά Νεκροταφείο Αθηνών. Με απόφαση των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, ο αποχαιρετισμός της θα τελεστεί δημοσία δαπάνη.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -