Άννα Φόνσου. Ευτυχώς δεν έπαιξε ούτε στο Εθνικό, ούτε σε Επίδαυρο…

Του Παναγιώτη Μήλα

Όταν θέλω να ετοιμάσω ένα θέμα για το catisart.gr με σπάνιες φωτογραφίες πάντα κάνω αναζήτηση στο Ψηφιακό Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου.
Εκεί βρίσκει κανείς εξαιρετικό υλικό για όλους τους ηθοποιούς. Φωτογραφίες από την πρώτη τους εμφάνιση στο θεατρικό σανίδι μέχρι και τη στιγμή που έχουν κατακτήσει την κορυφή και ως πρωταγωνιστές κερδίζουν τα ιστορικά «κλικ» του φωτοειδησεογραφικού ρεπορτάζ.
Θέλοντας να κάνω ένα μικρό αφιέρωμα στην Άννα Φόνσου – με αφορμή τα γενέθλιά της [6 Ιουλίου] – έκανα μια σύνθετη αναζήτηση στο Google.

Πληκτρολόγησα: Άννα Φόνσου Αρχείο Εθνικού Θεάτρου Επίδαυρος.

Το αποτέλεσμα; 0! Ολογράφως: Μηδέν!

***

[Πατήστε “κλικ” επάνω στις φωτογραφίες για να τις δείτε μεγαλύτερες].

Ευτυχώς ούτε στο Εθνικό, ούτε στην Επίδαυρο την είχαν καλέσει. Αλλιώς θα είχα να επιλέξω από πολλές φωτογραφίες, Όμως; Άνθρακες ο θησαυρός.

Βέβαια – για να μην είμαι άδικος – την Άννα Φόνσου την προσκάλεσαν να πάρει μέρος στις 11 Δεκεμβρίου 2018 σε θεατρολογικό συνέδριο αφιερωμένο στον σκηνοθέτη τέως Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Αλέξη Σολομό.

Τίτλος του συνεδρίου: «Αλέξης Σολομός: Ο ευπατρίδης μύστης του Πνεύματος».

Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα εκδηλώσεων του Εθνικού Θεάτρου με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη γέννηση του σκηνοθέτη. Διοργανώθηκε από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο.
Η Φόνσου συμμετείχε σε «στρογγυλό τραπέζι» με Πρόεδρο την Έλσα Ανδριανού και συνομιλητές τους: Μαρία Σκούντζου, Βέρα Κρούσκα, Κώστα Καστανά, Δημήτρη Λιγνάδη.

***

[Πατήστε “κλικ” επάνω στις φωτογραφίες για να τις δείτε μεγαλύτερες].

Τώρα ίσως οι νεώτεροι να απορούν για τη συμμετοχή της σε αυτό το Συνέδριο.
Μα, είναι απλούστατο:
Η Άννα Φόνσου ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της θεατρικής ομάδας «Προσκήνιο». Σε αυτήν εκτός από τον Αλέξη Σολομό συμμετείχαν οι: Αιμίλιος Χουρμούζιος, Μάνος Χατζιδάκις, Φρίξος Ηλιάδης, Γιάννης Μόραλης.

Τότε η 25χρονη ηθοποιός «σάρωνε» πρωταγωνιστώντας στον κινηματογράφο. Δίπλα της έπαιζαν οι κορυφαίοι εκείνης της εποχής:

Κωνσταντάρας, Παπαμιχαήλ, Ηλιόπουλος, Βέγγος, Τζόγιας, Βανδής, Κούρκουλος, Ρίζος, Ληναίος, Γκιωνάκης, Αλεξανδράκης, Παπαγιαννόπουλος, Μπάρκουλης, Χατζηχρήστος, Φωτόπουλος.

***

[Πατήστε “κλικ” επάνω στις φωτογραφίες για να τις δείτε μεγαλύτερες].

Η Φόνσου όμως προτίμησε την λιγότερο λαμπρή πλευρά. Επέλεξε τον δύσκολο δρόμο. Σκεφτείτε ότι το 1965 ανέβαζε: Κάφκα, Πιραντέλο, Τένεσι Ουίλιαμς, Ζενέ, Ανούιγ, Άλμπι, Ιονέσκο, Σαρτρ, Τσέχοφ, Λόρκα, Μπρεχτ…

Για τη θρυλική «Λούλου» του Φρανκ Βέντεκιντ, έγραψε κριτικός του θεάτρου:

«[…] Δύσκολη υπόθεσις αυτός ο σκηνικός πάνθηρ [η Λούλου] που καταβροχθίζει προηγουμένως την ηθοποιό που την υποδύεται και κατόπιν τα θύματά της… Ή, μάλλον, τα θύματα γλυτώνουν, εάν αι σιαγόνες του θηρίου αποδειχθούν νωδές. Μ’ αυτό θέλω να πω πως ολόκληρη η σκηνική προσπάθεια και ο σκηνοθετικός μόχθος πάνε χαμένα, αν η Λούλου, το ατίθασο θηλυκό, ο τρομακτικός αίλουρος, αποδειχθή χαϊδεμένη γατούλα του ανακλίντρου. Πώς τώρα να κατηγορήση κανείς την Καν Ανναν Φόνσου, εάν δεν υπήρξεν ο αίλουρος;… Αλλ’ η προσπάθειά της να μην προδώση τις προσδοκίες και τις αξιώσεις του σκηνοθέτου ήταν έκδηλη και γι’ αυτό επαινετική. Έτσι, η Λούλου σκιαγραφείται, δεν ερμηνεύεται. Καλούμεθα να φαντασθούμε, να υποπτευθούμε, να προεξοφλήσουμε το τι έπρεπε να ήταν η Λούλου. Τ’ ότι η νέα ηθοποιός που την υποδύεται δεν μας πήγε αλλού, ή μάλλον τις περισσότερες φορές προσπάθησε να μη μας πάη αλλού, είναι μια θετική κατάκτηση της προσπάθειας που κατεβλήθη. Και δεν πρέπει να έχει κανείς την αξίωση για μια πολύ ουσιαστικώτερη σκηνική προσφορά όταν ο ρόλος θα ελύγιζε και πολύ στιβαρώτερους ώμους. Μπορώ μάλιστα να υπογραμμίσω ότι στις εντελώς τελευταίες σκηνές –σ’ εκείνες του τραγικού ξεπεσμού– από εκείνο το μαύρο φτωχικό τσίτι, αξιοθρήνητο ναυάγιο μέσα στο περιβάλλον του λονδρέζικου slum, βγήκαν γνήσιες δραματικές νότες. […]».

***

Αυτό το κορίτσι, δεν το λύγισαν οι μεγάλοι και δύσκολοι ρόλοι.

Αυτό το κορίτσι, το αναγνώρισαν εκτός από τον Σολομό και οι σπουδαίοι Έλληνες σκηνοθέτες Ρεμούνδος, Μπάκας, Βουτσινάς, Καρακατσάνης, Μιχαηλίδης, Βασίλης Γεωργιάδης, Αλέκος Σακελλάριος.

Αυτό το κορίτσι, δεν το πίκραναν οι κλειστές πόρτες του Εθνικού Θεάτρου και του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου.

*Αξίζει να θυμίσουμε εδώ ότι η Άννα Φόνσου το 2001 στην Εθνική Λυρική Σκηνή πρωταγωνίστησε στους «Απάχηδες των Αθηνών», του Νίκου Χατζηαποστόλου.

*Το 2008 στο «Rock Story» της Λείας Βιτάλη, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια. Επίσης στο «Άντε ψυχούλα μου, σκότωσέ με»! του Αζίζ Νεσίν, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη. Και τα δύο από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Αυτό το κορίτσι, είχε όμως καλούς δασκάλους. Πρώτα την μητέρα της, Ασημίνα Λουκρέζη, εξαδέλφη του ποιητή Ιωάννη Πολέμη. Μετά σπουδαίος δάσκαλος ο πατέρας της, ο Γιώργος Φόνσος, που ήταν πλανόδιος μανάβης. Οι γονείς της είχαν πνευματικές ανησυχίες.
Έτσι οι επόμενοι δάσκαλοι της Άννας βρήκαν γόνιμο έδαφος. Η Κατερίνα Ανδρεάδη, ο Δημήτρης Ροντήρης, η Σοφία Βέμπο, η Έλλη Λαμπέτη, ο Αλέξης Σολομός, η Ραλλού Μάνου στον χορό και η κυρία Πετριόλη στο τραγούδι.

Οι δάσκαλοι αυτοί δεν της έμαθαν μόνο να είναι καλή ηθοποιός. Της έμαθαν κυρίως να αγαπάει τους συναδέλφους της.

Έτσι η Άννα Φόνσου έβλεπε την επόμενη μέρα και δεν έμενε στις δάφνες του σήμερα.

***

[Πατήστε “κλικ” επάνω στις φωτογραφίες για να τις δείτε μεγαλύτερες].

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 εργαζόμουν στην εφημερίδα «Έθνος» και ο …κακός του ελληνικού κινηματογράφου, ο Αρτέμης Μάτσας, είχε μια στήλη με θεατρικά παρασκήνια μια φορά τη βδομάδα. Στις συζητήσεις που είχα μαζί του μού έλεγε το παράπονό του: «Από κακός έχω μεταβληθεί σε “γραφικός”… Φροντίζω τους αναξιοπαθούντες και τους ασθενείς συναδέλφους μου. Για τον λόγο αυτό όλοι με βλέπουν με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Σκέπτομαι τί θα γίνει όταν φύγω από τη ζωή»…
Η ζωή επαλήθευσε τα λεγόμενά του μιας και όταν βρέθηκε ο ίδιος στο γηροκομείο βίωσε τη μοναξιά…

***

Την ίδια εποχή στο ίδιο δημοσιογραφικό συγκρότημα είχα συνεργασία με τον μοναδικό «ελεύθερο ρεπόρτερ», τον Δημήτρη Λιμπερόπουλο, στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Εικόνες». Οι συζητήσεις μας δεν είχαν ούτε αρχή ούτε τέλος… Από όσα μου είπε – και που μπορώ τώρα να γράψω – είναι και η άποψή του για την Άννα Φόνσου. Έλεγε λοιπόν ότι η λαμπερή πρωταγωνίστρια – που την είχε γνωρίσει το 1960 – ήταν η μόνη που κάποια στιγμή θα μπορούσε να ανοίξει την αγκαλιά της στους συναδέλφους της που θα είχαν ανάγκη. Μού έλεγε πως: «Αυτό το κορίτσι δεν θαμπώνετε από τα φώτα της ράμπας. Αυτό το κορίτσι είναι από άλλο υλικό πλασμένη». Μάλιστα ένα σχετικό σχόλιο είχε γράψει στις «Εικόνες» στο τεύχος της Τετάρτης 3 Ιουλίου 1985, λίγες ημέρες πριν από τα γενέθλιά της.
Μετά από λίγα χρόνια, λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά ο Λιμπερόπουλος όταν η Άννα μετά από μια τυχαία συνάντηση και συζήτηση με τον συνταξιούχο ηθοποιό Κώστα Σαντοριναίο προχώτησε σε μια σπουδαία χειρονομία.

Όπως έλεγε η Φόνσου σε συνέντευξή της, ο ηθοποιός της είχε πει:

«Δεν κάνω τίποτα Άννα, δεν χτυπάει το τηλέφωνο, δεν υπάρχει τίποτα, δεν έχω ανάγκη από λεφτά γιατί παίρνω μια σύνταξη, αλλά νιώθω φοβερή μοναξιά. Γιατί δεν μας κάνεις εσύ ένα καφενείο να είναι σαν “Σπίτι του Ηθοποιού” και να συγκεντρωνόμαστε εκεί»;
Από εκείνη τη στιγμή μπήκε η ιδέα στο κεφάλι της Άννας και βγήκαν τα πρώτα πολλά λεφτά από την τσέπη της… Αυτή ήταν η σπουδαία – και τρελή – χειρονομία.

***

[Πατήστε “κλικ” επάνω στις φωτογραφίες για να τις δείτε μεγαλύτερες].

Έτσι από το 1997, το «Σπίτι του ηθοποιού» έγινε πραγματικότητα και από τότε ανοίγει τις φτερούγες του και ζεσταίνει όσους έχουν ανάγκη. Η Άννα Φόνσου, το 2016 βραβεύτηκε με το «Βραβείο Νικολάου Καρόλου» της Ακαδημίας Αθηνών για αυτή την κοινωνική της δράση.

Όπως λέει η ίδια: Το «Σπίτι» είναι η δική μου Επίδαυρος…

Ασφαλώς αυτή η φράση κρύβει την πικρία μιας ζωής. Ίσως όμως βρεθεί κάποιος τολμηρός δάσκαλος – σκηνοθέτης σαν τον Αλέξη Σολομό, να πιάσει την Άννα από το χέρι και να την σπρώξει στο προσκήνιο του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου για να νιώσει αυτό το κορίτσι από την Καισαριανή τη συγκίνηση από το ζεστό χειροκρότημα των θεατών που τόσα χρόνια την αγαπούν και την θαυμάζουν…

Ίδωμεν…