Ann Sexton – τσεκούρι για την «παγωμένη θάλασσα εντός μας»

Ίδια κι εγώ

Πήρα τους δρόμους, μάγισσα τρελή,
Στοιχειό στο μαύρο αέρα, πιο γενναία τη νύχτα
Ονειρευόμουν το κακό· πλανήθηκα πολύ
Γυρνώντας από φως σε φως, έρποντας πλάι στα σπίτια
Πλάσμα μοναχικό, δωδεκαδάκτυλο, σαλό.
Τέτοια γυναίκα λίγο μοιάζει με γυναίκα.
Ίδια ήμουν κι εγώ.

Βρήκα του δάσους τη ζεστή σπηλιά
Τη γέμισα τηγάνια, ράφια, πιάτα και ποτήρια
Ερμάρια με στολίδια και μεταξωτά
Μαγείρεψα για ξωτικά και για σκουλήκια
Κλαίγοντας σιγανά, βάζοντας τάξη στο κενό.
Τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν συχνά.
Ίδια ήμουν κι εγώ.

Ανέβηκα στο κάρο σου, αμαξά
Γυμνά χέρια ανεμίζοντας στα φευγαλέα τοπία
Την έμαθα τη διαδρομή’ κι άντεξα στην πυρά
Καθώς οι φλόγες σου μου δάγκωσαν τα ισχία
Και τα πλευρά μου έσπαζαν από βαρύ τροχό.
Τέτοια γυναίκα δεν φοβάται να πεθάνει.
Ίδια ήμουν κι εγώ.

(από τη συλλογή The Bedlam and Part Way Back [1960])

Εθισμένη

Υπνοκάπηλη
Θανατοκάπηλη
με χάπια στις παλάμες κάθε νύχτα,
οκτώ κάθε φορά, από γλυκά μπουκαλάκια
κανονίζω ένα ταξίδι στο σχήμα του ποτηριού.
Είμαι η βασίλισσα της κατάστασης.
Είμαι ειδική σ’ αυτήν την εκδρομή
και τώρα λένε πως είμαι εθισμένη.
Τώρα ρωτούν γιατί.
Γιατί!

Δεν ξέρουν
πως υποσχέθηκα να πεθάνω!
Απλώς εξασκούμαι.
Απλώς διατηρώ τη φόρμα μου.
Τα χάπια είναι μητέρα, όμως πολύ πιο τρυφερή,
πολύχρωμα, νόστιμα σαν ξινές καραμέλλες.
Κάνω δίαιτα – από το θάνατο.

Ναι, το παραδέχομαι
έφτασε να γίνει κάτι σαν συνήθεια –
ζητάει οχτώ τη φορά, με σκεπασμένα μάτια,
σέρνεται από τις ροζ, τις πορτοκαλλιές
τις πράσινες και τις λευκές καληνύχτες.
Γίνομαι ένα είδος χημικού μίγματος.
Αυτό είναι!

Το απόθεμά μου
από ταμπλέτες
πρέπει να κρατήσει χρόνια και χρόνια.
Μου αρέσουν περισσότερο απ’ όσο ο εαυτός μου.
Πεισματάρες σαν την κόλαση, δεν με αποχωρίζονται.
Είναι μια μορφή γάμου
μια μορφή πολέμου:
φυτεύω βόμβες
μέσα μου.

Ναι
Προσπαθώ
να σκοτωθώ με μικρές δόσεις
– μια ακίνδυνη ενασχόληση.
Αλήθεια, πάνω της κρέμομαι.
Όμως, μην ξεχνάτε, δεν κάνω και τόσο θόρυβο.
Και ειλικρινά, κανείς δεν χρειάζεται να με σύρει διά της βίας
ούτε στέκομαι σαν ξύλο τυλιγμένη στο σεντόνι μου.
Είμαι μια μικρή νεραγκούλα στο κίτρινο νυχτικούλι μου
τρώγοντας τα οκτώ τσουρεκάκια μου το ένα μετά το άλλο
και με ορισμένη σειρά, όπως
στην εκκλησία, την ώρα της χειροθεσίας
ή της μαύρης θείας κοινωνίας.

Είναι μια τελετουργία
αλλά όπως κάθε άθλημα
έχει τους κανόνες της.
Είναι σαν μουσικός αγώνας τέννις, όπου
το στόμα μου ανοίγει για να πιάσει το μπαλάκι.
Ύστερα, ξαπλώνω στο βωμό μου
Μεταρσιωμένη από τα οκτώ χημικά φιλιά.

Τι εγκατάλειψη κι αυτή!
με δυο ροζ, δυο πορτοκαλλιές
δύο πράσινες, δύο λευκές καληνύχτες.
Φη-φι-φο-φουμ.
Τώρα είμαι ξένη.
Τώρα είμαι λυώμα.

Πρώτη Φεβρουαρίου 1966
(από τη συλλογή Live or Die [1966])

μτφ: Κατερίνα Σχινά
Ποίηση – τεύχος 6/1995

Η σιωπή

Όσο πιο πολύ γράφω, τόσο η σιωπή μοιάζει να με καταβροχθίζει
C.K. Williams

Το δωμάτιό μου είναι ασπρισμένο,
άσπρο σαν τον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού
κι άλλο τόσο σιωπηλό’
λευκότερο απ’ τα κόκαλα της κότας
που λευκαίνουν στη σελήνη,
άσπιλα σκουπίδια,
κι άλλο τόσο σιωπηλό.
Υπάρχει ένα άσπρο άγαλμα πίσω μου
κι άσπρα φυτά
που θεριεύουν σα χυδαίες παρθένες
βγάζουν τις λαστιχένιες γλώσσες τους
αλλά δε λένε τίποτα.

Τα μαλλιά μου είναι το μόνο σκούρο.
Κάηκαν στην άσπρη τη φωτιά
κι είναι κάρβουνο μόνο.
Οι χάντρες που φορώ είναι κι αυτές μαύρες
είκοσι μάτια ανασυρμένα
απ’ το ηφαίστειο
σε τέλεια σύσπαση.

Γιομίζω το δωμάτιο
με λέξεις απ’ την πένα μου.
Απ’ αυτήν στάζουν οι λέξεις σαν αποβολή.
Εκσφεντονίζω λέξεις στον αέρα
κι επιστρέφουν σαν μπαλιές σ’ επιφάνεια σκληρή.
Κι όμως υπάρχει σιωπή.
Πάντα σιωπή.
Σαν ένα πελώριο στόμα βρέφους.

Η σιωπή είναι ο θάνατος.
Έρχεται κάθε μέρα με τον καταπέλτη του
να κάτσει στον ώμο μου, ένα άσπρο πουλί,
να τσιμπολογάει τα μαύρα μάτια
και τον παλλόμενο ερυθρό μυώνα
στου στόματός μου.

μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές – εκδόσεις Ύψιλον, 1983

Ο διχασμός

Διχάστηκα στα δύο
αλλά θα νικήσω τον εαυτό μου.
Θα ξεθάψω την περηφάνεια.
Θα πάρω ψαλίδι
και θα πετσοκόψω
τη ζητιάνα μέσα μου.
Θα πάρω έναν λοστό
και θα αναστηλώσω μέσα μου
τα χαλάσματα του Θεού.
Θα τον συναρμολογήσω πάλι
σαν ένα παζλ
με την υπομονή σκακιστή.
Πόσα κομμάτια άραγε;
Νοιώθω σαν να ‘ναι χιλιάδες,
ο Θεός φτιασιδωμένος σαν πόρνη
μέσα σε μια γλίτσα φύκια.
Ο Θεός ντυμένος γεροντικά
να αγκομαχά
μες στα υποδήματα Του.
Ο Θεός ντυμένος παιδικά,
θεόγυμνος
και χωρίς δέρμα ακόμη,
απαλό σαν ξεφλουδισμένο αβοκάντο.
Και οι άλλοι, οι άλλοι, οι άλλοι.
Θα τους νικήσω όμως όλους
και θα κτίσω μέσα μου
ένα ολάκερο έθνος του Θεού –
αλλά ενωμένο,
θα κτίσω μια νέα ψυχή,
θα τη ντύσω με δέρμα,
και μετά θα βάλω το πουκάμισο μου
και θα ψάλω έναν ύμνο,
τον ύμνο του εαυτού μου.

Το δωμάτιο της ζωής μου

Εδώ,
στο δωμάτιο της ζωής μου,
τα αντικείμενα αλλάζουν συνέχεια.
Τα σταχτοδοχεία γεμίζουν δάκρυα,
ο πονεμένος αδελφός
των ξύλινων τοίχων,
τα σαράντα οκτώ πλήκτρα
της γραφομηχανής,
το καθένα, ένα μάτι
που δεν κλείνει ποτέ,
τα βιβλία, το καθένα
υποψήφιο σε καλλιστεία,
η μαύρη καρέκλα,
μια κάσα σκύλου από Naugahyde,
οι κόγχες στον τοίχο
καραδοκώντας σαν άντρο μελισσών,
το χρυσαφί χαλί
μια συνομιλία πτέρνας
και δακτύλων,
το τζάκι
ένα μαχαίρι που προσμένει
κάποιον να το σηκώσει,
ο καναπές, πτώμα από την κούραση,
σαν πόρνη,
το τηλέφωνο
δυο άνθη να φυτρώνουν
στον καβάλο του,
οι πόρτες
ανοιγοκλείνοντας σαν στρείδια,
τα φώτα
να με τριβελίζουν
ανάβοντας το χώμα
και το σαρκασμό.
Τα παράθυρα,
τα πεινασμέ