Η μητέρα μου έβαλε τέλος στη ζωή της στο διαμέρισμα της αδερφής της στην οδό Μπεν – Γέουντα στο Τελ – Αβίβ τη νύχτα ανάμεσα στο Σάββατο και τη Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 1952. Στο Ισραήλ διεξαγόταν τότε μια δημόσια ιστορική συζήτηση πάνω στο ερώτημα αν επιτρέπεται ή απαγορεύεται το κράτος του Ισραήλ να απαντήσει και να πάρει από τη Γερμανία αποζημιώσεις για την απώλεια των περιουσιών των Εβραίων που δολοφονήθηκαν την περίοδο του χιτλερισμού. Υπήρχαν εκείνοι που συμφωνούσαν με τη γνώμη του Νταβίντ Μπεν – Γκουριόν, κατά την οποία δεν έπρεπε να επιτρέψουμε οι δολοφόνοι να γίνουν και κληρονόμοι, και ισχυρίζονταν σωστά ότι οι εβραϊκές περιουσίες που λήστεψαν οι Γερμανοί έπρεπε οπωσδήποτε να επιστραφούν αυτούσιες στο κράτος του Ισραήλ, ώστε να μπορέσει να αποκαταστήσει τους επιζήσαντες από τη σφαγή. Από την άλλη, υπήρχαν εκείνοι, με πρώτο και καλύτερο τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Μεναχέμ Μπέγκιν, που υποστήριζαν με πόνο και οργή ότι αποτελούσε ηθικό έγκλημα καθώς και βεβήλωση της μνήμης των θυμάτων το ότι το κράτος των ίδιων των θυμάτων ήταν έτοιμο να πουλήσει στους Γερμανούς εύκολη άφεση αμαρτιών έναντι ενός μιασμένου βαλάντιου με χρήματα.

Μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Amos Oz “Ιστορία αγάπης και σκότους”, Καστανιώτης, 2004
«Ιστορία Αγάπης και Σκότους», Άμος Οζ – Απόσπασμα από την αφήγηση της θείας Σόνια, αναμνήσεις από το Ρόβνο. Σελίδα 228 και 229

Απέναντι από την τσόρνι χοντ, τη “μαύρη πόρτα”, φύτρωνε στο σπίτι μας μια καστανιά, μια υπέροχη καστανιά, ένα δένδρο γέρικο και μεγαλόπρεπο που έμοιαζε λίγο σαν τον βασιλιά Ληρ, και από κάτω ο πάπα είχε βάλει να φτιάξουν ένα παγκάκι για τις τρεις μας -“το παγκάκι των αδελφών” το έλεγαν. Τις καλές μέρες καθόμασταν εκεί και ονειρευόμασταν φωναχτά τι θα κάνουμε όταν μεγαλώσουμε;
Ποια από μας θα γίνει μηχανικός και ποια ποιήτρια και ποια ξακουστή επιστήμονας όπως η Μαρία Κιουρί; Τέτοια πράγματα ονειρευόμασταν. Δεν ονειρευόμασταν όπως τα άλλα κορίτσια στην ηλικία μας, πλούσιους και διάσημους γαμπρούς, επειδή εμείς οι ίδιες ήμασταν από πλούσιες οικογένειες και διόλου δεν μας ενδιέφερε να παντρευτούμε με πλούσιους που να είναι πιο πλούσιοι από μας. Αν παρ΄ όλα αυτά μιλούσαμε για έρωτες, δεν μιλούσαμε για έρωτες με κάποιον ευπατρίδη ή διάσημο ηθοποιό, αλλά μόνο για άνδρες με υψηλά αισθήματα, για παράδειγμα, κάποιο μεγάλο καλλιτέχνη, ακόμα κι αν ήταν απένταρος. Τέλος πάντων. Τι ξέραμε τότε; Πού μπορούσαμε να ξέρουμε τι χυδαίοι, τι γουρούνια είναι οι μεγάλοι καλλιτέχνες; Όχι όλοι! Σίγουρα όχι όλοι! Προς Θεού, όχι όλοι! Μόνο που σήμερα πια πιστεύω πως τα υψηλά αισθήματα και τα λοιπά και τα λοιπά, δεν είναι το κυριότερο πράγμα στη ζωή. Καθόλου δεν είναι. Τα αισθήματα είναι όλο κι όλο σαν την φωτιά σ΄ έναν αγρό με άχυρο: καίει για μια στιγμή, και αμέσως μετά απομένει μόνο στάχτη και καπνιά.
Ξέρεις τι είναι το πιο σημαντικό; Τι πρέπει μια γυναίκα να κοιτάξει στον άντρα της; Μόνο ένα χαρακτηριστικό πρέπει να κοιτάξει, που ναι μεν δεν σε κάνει να χάνεις τα λογικά σου είναι όμως πιο σπάνιο και από το χρυσάφι: την τιμιότητα. Ίσως και την καλοσύνη. Σήμερα, να το ξέρεις, η τιμιότητα, κατά τη γνώμη μου, είναι πιο σημαντική από την καλοσύνη: τιμιότητα είναι η μπουκιά το ψωμί. Καλοσύνη είναι το βούτυρο. Ή το μέλι.
Από την αφήγηση του Άμος. Σελίδες 339, 340, 341 και 342.
Κανείς δεν είχε γυρίσει ακόμα από το δασύλλιο Τελ Άρζα κι εγώ ήμουν ακόμα εκεί ξαπλωμένος ανάσκελα στο τσιμεντένιο δάπεδο που είχε γίνει τώρα λιγότερο κρύο και σκληρό. Το απογευματινό φως γινόταν ολοένα και πιο δροσερό, ολοένα και πιο γκρι πάνω από τις κορυφές των κυπαρισσιών. Λες και κάποιος είχε παραμερίσει εκεί, στα τρομερά ύψη, πάνω από τις κορυφές και πάνω από τις στέγες και πάνω από ό, τι σάλευε εδώ στο δρόμο και στις πίσω αυλές και στις κουζίνες, εκεί ψηλά πάνω από τις μυρωδιές της σκόνης, του κουνουπιδιού και των σκουπιδιών, πάνω από το τιτίβισμα των πουλιών, μια απόσταση ίδια με του ουρανού από τη γη, πάνω από τις κλαψιάρικες προσευχές που ξεστράτιζαν κι έρχονταν κομματιαστά από την συναγωγή στην κατηφόρα του δρόμου.
Ψηλός και διάφανος και αδιάφορος ξεδιπλώνεται τώρα πάνω από τα ντεπόζιτα του νερού και πάνω από την κρεμασμένη μπουγάδα εδώ στην κορυφή κάθε στέγης, και πάνω από τις παλιατσαρίες και τις γάτες του δρόμου, και πάνω από κάθε πόθο και πάνω από κάθε παράγκα στις αυλές και πάνω από τις μηχανορραφίες και τις ομελέτες και τα ψέματα και τις σκάφες της μπουγάδας και τις αφίσες της Αντίστασης και πάνω από την ξινή πανταζαρόσουπα και την ερημιά των ερειπωμένων περιβολιών και τα απομεινάρια των οπωροφόρων δένδρων από τον καιρό που εδώ ήταν ακόμα μποστάνι, και να τώρα ακριβώς απλώνεται και ξανοίγεται και δημιουργεί την ηρεμία ενός καθάριου δειλινού, κάνει ειρήνη εν υψίστοις πάνω από τους σκουπιδοτενεκέδες και πάνω από τους διστακτικούς, σπαρακτικούς ήχους του πιάνου, είναι εκείνο το ασχημούτσικο κοριτσάκι, η Μενούχαλε Στάιχ, Μενούχαλε που τη λέγαμε Νεμούχαλε*, που μάταια προσπαθεί να σκαρφαλώσει πάνω σε μια κλίμακα από νότες, και όλο ξαναπροσπαθεί, και πάντα στο ίδιο σημείο, σκοντάφτει και ξανασκοντάφτει και επαναλαμβάνει την προσπάθεια. Κι ένα πουλί, από τη μεριά του, της αποκρίνεται τη μια φορά μετά την άλλη με τους πέντε πρώτους ήχους του Für Elise του Μπετόβεν.
Άδειοι ουρανοί εκτείνονται από τον έναν ορίζοντα ως τον άλλο, στο τέλος μιας ζεστής, καλοκαιρινής μέρας. Υπάρχουν τρία θυσανωτά σύννεφα και δυο σκούρα πουλιά. Ο ήλιος έδυσε κιόλας πίσω από τα τείχη του στρατοπέδου Σνέλερ, όμως το στερέωμα δεν λέει να παραιτηθεί από τον ήλιο, αλλά κρατιέται πάνω του με τα νύχια μέχρι που κατάφερε να αποσπάσει την ουρά του πολύχρωμου μανδύα του και τώρα μετράει τα λάφυρά του, χρησιμοποιώντας ως μέτρο δυο τρία θυσανωτά σύννεφα, φορώντας φως αντί για ρούχο, και βγάζοντάς το από πάνω του, εξετάζοντας πώς του πάνε τα περιδέραια από πρασινωπές λάμψεις και πώς ταιριάζει ο χιτώνας με τις ποικίλες μαρμαρυγές του πορτοκαλί με το γαλαζομενεξεδί φωτοστέφανο, και πώς σε όλο του το μήκος ελίσσονται τρεμουλιαστές εύθραυστες ασημένιες ρίγες σαν τις διαθλώμενες γραμμές που σχηματίζει κάτω από το νερό ένα γρήγορο κοπάδι ψαριών. Υπάρχουν και μερικές ρόδινες μενεξεδένιες και πρασινολεμονί σπίθες, και να τώρα τα βγάζει και φοράει ένα μανδύα από κοκκινωπή λάμψη απ΄ τον οποίο ξεχύνονται ολόκληρα ποτάμια από κοκκινωπά μουντά φεγγοβολήματα και μετά από δυο στιγμές τον βγάζει και φοράει άλλο μανδύα, στο χρώμα της γυμνής σάρκας, και να αυτή η γυμνή σάρκα είναι ξαφνικά τρυπημένη και πληγιασμένη, λεκιασμένη με τρεις τέσσερις έντονους μώλωπες και οι σκούρες άκρες του ήδη μαζεύονται μέσα στις πτυχές του μαύρου βελούδου και τώρα δεν είναι πια ύψος στο ύψος αλλά αντίθετα βάθος στο βάθος στο βάθος, σαν την σκιά θανάτου** ανοίγεται και ξεχύνεται στο στερέωμα, λες και δεν είναι αυτό από πάνω ούτε ο ξαπλωμένος ανάσκελα δεν είναι πια ξαπλωμένος αλλά αιωρείται-απορροφιέται και πέφτει μ’ ορμή και πέφτει και βουτάει σαν πέτρα στον βελούδινο βυθό.

Εσύ το απόγευμα αυτό δεν θα το ξεχάσεις ποτέ: είσαι όλο κι όλο έξι χρόνων με το ζόρι εξήμισι όμως για πρώτη φορά στη μικρή σου ζωή ανοίχτηκε μπρος σου κάτι τεράστιο και πολύ τρομερό, κάτι ζοφερό και σκυθρωπό, κάτι που απλώνεται από το άπειρο στο άπειρο και έρχεται καταπάνω σου και είναι ένας βουβός γίγαντας και μπαίνει έτσι και σ’ ανοίγει ξαφνικά ολόκληρο, σ’ ανοίγει έτσι ώστε κι εσύ για μια στιγμή γίνεσαι πιο πλατύς και βαθύς από τον εαυτό σου, και με μια φωνή που δεν είναι η φωνή σου αλλά είναι ίσως η φωνή που θα έχεις μετά από τριάντα ή σαράντα χρόνια, με μια φωνή που δεν έχει πίσω της ούτε γέλιο ούτε απερισκεψία, σε προστάζει να μην ξεχάσεις ποτέ ούτε λεπτομέρεια από τις λεπτομέρειες αυτού του απογεύματος: θυμήσου και φύλαξε τις μυρωδιές του, θυμήσου το σώμα του και τη σάρκα του, θυμήσου τα νύχια του, τους ήχους του πιάνου, τις κραυγές των κορακιών και όλες τις παραξενιές του ουρανού που διαδραματίστηκαν μπρος στα μάτια σου από ορίζοντα σε ορίζοντα και όλα προς τιμήν σου, και όλα μόνο μπρος στα μάτια του αποδέκτη.
Και να μην ξεχάσεις ποτέ ούτε τον Ντάνους ούτε τον Άμι ούτε τον Λόλικ, ούτε τα κορίτσια με τους στρατιώτες στο δασύλλιο ούτε αυτά που είπε η γιαγιά σου ούτε το γλυκό ψάρι που επιπλέει, πεθαμένο και καρυκευμένο, μέσα στο ζουμί του καρότου. Μην ξεχάσεις ποτέ την τραχύτητα της υγρής πέτρας, που πέρασε ήδη πάνω από μισός αιώνας από τότε που ήταν στο στόμα σου, όμως η ηχώ της γκρίζας γεύσης της, γεύση κιμωλίας και λίγο ασβέστη και λίγο αλατιού, λες και καλεί ακόμα για βοήθεια στην άκρη της γλώσσας σου. Και όλες τις σκέψεις εκείνης της πέτρας να μην τις ξεχάσεις ποτέ, σύμπαν μέσα σε σύμπαν μέσα σε σύμπαν. Να θυμάσαι τη ζαλάδα του χρόνου μέσα-στο-χρόνο-μέσα-στο- χρόνο και όλες τις στρατιές του ουρανού που μετρούν, ανακατεύουν και πληγώνουν την ποικιλία των χρωμάτων του φωτός λίγο μετά που ο ήλιος έδυσε, μενεξεδί και γαλάζιο και χρυσαφένιο κίτρινο και φωτεινό και πορφυρό και βαθυκόκκινο και θαλασσί και κοκκινωπό με αιματοχυσία που τρέχει ποτάμι, και, πάνω απ’ όλα αυτά σιγά σιγά κατεβαίνει το μουντό και βαθύ γκριζογάλαζο, που έχει το χρώμα της σιωπής και τη μυρωδιά των ήχων του πιάνου που επαναλαμβάνει μάταια, επαναλαμβάνει ξανά και ξανά, σαν να σκαρφαλώνει, να σκοντάφτει και να πέφτει, να σκοντάφτει και να πέφτει σε μια σπασμένη σκάλα, και ένα πουλί να του αποκρίνεται με τις πρώτες πέντε νότες του Für Elise:τι-ντε-ντι-ντε-ντι.
*υποκοριστικό του επιθέτου κοντός. Ναμούχ στα εβραϊκά σημαίνει κοντός. Εδώ κάτι σαν κοντοστουπίτσα.
**ψαλμοί 22, 4
– “Ο τίτλος του «Ιστορία αγάπης και σκότους» μοιάζει να προαναγγέλλει ένα θεματικό δίπτυχο: την αγάπη που έλαβε ο συγγραφέας από τη μητέρα του στη διάρκεια των πρώτων παιδικών του χρόνων και το σκοτάδι, την οδύνη της απώλειας που ακολούθησε μετά την τραγική αυτοχειρία της[…]
Το «Ιστορία αγάπης και σκότους» είναι ένα έργο συναρπαστικά ιδιόμορφο: είναι αυτοβιογραφία (χωρίς να είναι εξομολόγηση) και μυθιστόρημα ταυτόχρονα[…] Μοιάζει με ένα μεγαλόπνοο συμφωνικό έργο, επικού χαρακτήρα, που μέσα του ηχεί κάθε τόσο ένα μουσικό θέμα απέραντου λυρισμού και ευαισθησίας: είναι όταν ο συγγραφέας μνημονεύει τη μητέρα του, την ευαίσθητη, ευάλωτη και προικισμένη με τόση διαίσθηση και εξυπνάδα, Φάνια. Όλο το έργο έχει ως άξονα το τραγικό τέλος στα τριάντα εννιά της χρόνια, ωστόσο ένα τόσο τραυματικό και οδυνηρό γεγονός […] ο συγγραφέας δεν θα μπορούσε να το αφηγηθεί παρά μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο, ώστε να μην προδώσει την ιερή μνήμη της, και να μην παρασυρθεί σε εύκολους μελοδραματισμούς και εκμυστηρεύσεις. Χαράζει το αγαπημένο πορτρέτο της με άπειρες προφυλάξεις και τρυφερότητα, εμβαθύνει στο χαρακτήρα και τη ζωή της, προσπαθώντας να ανιχνεύσει, να αποκρυπτογραφήσει στην απονενοημένη της πράξη. Και εντοπίζει τις αιτίες στο χάσμα ανάμεσα στο φαντασιακό της κόσμο και τον πραγματικό κόσμο, όπου αναγκάστηκε να ζήσει[…] Η μορφή της διαποτίζει όλο το μυθιστόρημα, παρότι ποσοτικά δεν έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, δίνοντας ενίοτε την αίσθηση ότι δεν αποτελεί υπαρκτό πρόσωπο, αλλά μια ονειρική παρουσία[…]
Η συγκίνηση στο έργο του Οζ δεν απορρέει από την περιγραφή δραματικών γεγονότων, μήτε από τις συνταρακτικές ομολογίες των προσώπων, πηγάζει από το υποδόρειο, το ανομολόγητο.
Ο θάνατος, η απώλεια ενός λατρευτού προσώπου, η οδύνη εξισορροπούνται αριστουργηματικά από το κωμικό στοιχείο και τον αυτοσαρκασμό, έτσι ώστε η «Ιστορία αγάπης και σκότους» δίχως να φτάσει ποτέ σε δραματικές εντάσεις και κορυφώσεις να αποκτά εντέλει, τη δύναμη φιλοσοφικού στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη
Επιπλέον, σε τούτο το πολυπρόσωπο έργο ο Άμος Οζ σκιαγραφεί μεταξύ των άλλων, πορτρέτα μεγάλων ανδρών[…] με τη σωστή δόση ειρωνείας ή σαρκασμού, απομυθοποιώντας τη μορφή τους δίχως να τη στερήσει από το έρμα της. Επειδή αυτό που διαπνέει τον Οζ σε τούτο το μείζον έργο είναι ο βαθύς ανθρωπισμός[…]
(απόσπασμα από το επίμετρο της Μάγκυ Κοέν)

Συγγραφέας, πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος από το Ισραήλ. Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής μας, τόσο για τη θέση που κατέχει στο χώρο των γραμμάτων, όσο και για τη στράτευσή του στην υπόθεση της ειρήνης.
Γεννήθηκε ως Άμος Κλάουσνερ στις 4 Μαΐου 1939 στην Ιερουσαλήμ από γονείς της εβραϊκής διασποράς. Μετά την αυτοκτονία της μητέρας του και σε ηλικία 15 ετών πηγαίνει να ζήσει σε κιμπούτς (εβραϊκή κολεκτίβα). Τότε αλλάζει το επίθετό του σε Οζ, που στα εβραϊκά σημαίνει δυνατός. Θα ζήσει και θα δουλέψει σε κιμπούτζ ως το 1986, οπότε εξαιτίας του άσθματος του γιου του, θα αναγκαστεί να την εγκαταλείψει. Πολλά από τα μυθιστορήματά του έχουν ως τόπο δράσης είτε τα κιμπούτζ, είτε την Ιερουσαλήμ και χρησιμεύουν ως μικρόκοσμος της ισραηλινής κοινωνίας.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Οζ θα κληθεί να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, σε μία εποχή που το νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ προσπαθεί να ορθοποδήσει. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου των 6 Ημερών, το 1967, ανακλήθηκε από την εφεδρεία και ήταν διοικητής άρματος μάχης.
Την ίδια χρονιά με άρθρο του στην εφημερίδα του Εργατικού Κόμματος «Νταβάρ» υποστηρίζει ότι η λύση του Μεσανατολικού βρίσκεται στην ύπαρξη δύο ξεχωριστών κρατών και όχι στην αλληλοεξόντωση Παλαιστινίων και Ισραηλινών. Δέκα χρόνια αργότερα θα είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ειρηνιστικής οργάνωσης «Peace Now». H συλλογή άρθρων του «Το Ισραήλ, η Παλαιστίνη και η ειρήνη» (εκδ. Καστανιώτης) μας αποκαλύπτει τις απόψεις του για το θέμα.
Το 1968 κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Ο Μίχαελ μου» (εκδ. Καστανιώτης), με ηρωίδα μία νεαρή εβραία, που ζει μία ήρεμη και άνετη ζωή με τον σύζυγό της, αλλά βασανίζεται από επιθυμίες και φαντασιώσεις. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε το διαβατήριο του Οζ προς τη διεθνή καταξίωση.
Το 2004 κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το πολυσέλιδο μυθιστόρημά του «Ιστορία αγάπης και σκότους» (εκδ. Καστανιώτη). Ένα έργο επικό, αλλά και χαμηλόφωνο, εν πολλοίς αυτοβιογραφικό, που θεωρείται το αριστούργημά του.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν ακόμη τα μυθιστορήματά του «Νύχτα στο Τελ Κεντάρ» (εκδ. Καστανιώτης), «Το μαύρο κουτί» (εκδ. Ψυχογυιός), «Η ίδια θάλασσα» (εκδ. Καστανιώτη), «Η Γυναίκα, που γνώρισα» (εκδ. Ψυχογυιός), «Εικόνες από τη ζωή στο χωριό» (εκδ. Καστανιώτη) και το παιδικό «Σούμχι: Μια ιστορία για την αγάπη και την περιπέτεια» (εκδ. Καστανιώτη).
Στο έργο του Οζ, η ιστορία της πατρίδας του είναι διαρκώς παρούσα. Κοινός τόπος στα γραπτά του, μυθιστορήματα και δοκίμια, η εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, με τις αδυναμίες, αλλά και το μεγαλείο της διαφορετικότητάς της και η αποφασιστικότητά του να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας, οποιονδήποτε κι αν αυτή ενοχλεί.
Ο Άμος Οζ αφιερώνει σήμερα τον χρόνο του στη διδασκαλία, το γράψιμο, αλλά και στην εκστρατεία για την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. Τα κείμενά του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες του κόσμου.



