Cat Is Art

Αμοργού φθινοπωρινή περιήγησις

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πάνω: Παιδιά με τοπικές ενδυμασίες στο Λακκί

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Συνέδριο ΥΠΕΡΙΑ, στο Aegialis Hotel & Spa. Στο βήμα η Ειρήνη Γιαννακοπούλου, πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών Θολαρίων Αμοργού

Περάσαμε πέντε ημέρες περιπλανώμενοι επί σχεδόν 7 ή 8 ώρες καθημερινά στην υπέροχη και καθαγιασμένη Αμοργό. Το νησί το ευλογημένο, το τυχερό, το γενναιόδωρο. Παρά την έντονη πεζοπορία, ο αέρας του νησιού, το νόστιμο και θρεπτικό φαγητό, η εύθυμα φιλική συντροφιά των ντόπιων μας έδιναν ευεξία και ευρωστία. Η παρουσία μας εκεί συνέπεσε με το συνέδριο που διοργανώνει ο πολύ ζωντανός Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών Θολαρίων Αμοργού και το υψηλής αισθητικής πολυτελές ξενοδοχείο Aegialis Hotel & Spa, ένα ξενοδοχείο – κόσμημα για το Αιγαίο μας. Παρευρεθήκαμε λοιπόν στο Διεθνές Συνέδριο για τον Τουρισμό και τον Πολιτισμό, ΥΠΕΡΙΑ, που πραγματοποιήθηκε φέτος για 13η χρονιά, από την Τετάρτη 21 έως τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015, υπό την αιγίδα του Δήμου Aμοργού, του Υπουργείου Πολιτισμού, του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και του ΗΑΤΤΑ και με τη χορηγία του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
Το ΥΠΕΡΙΑ 2015 έχει σκοπό να διαδώσει τις φυσικές ομορφιές, τα ιστορικά μνημεία της Αμοργού, αλλά και δραστηριότητες και παραδόσεις που εξακολουθούν να είναι ενεργές στο νησί. Μια περίσταση ευνοϊκή να αναδειχθεί η σημασία που δίνουν οι κάτοικοι της Αμοργού στη φύση και τα έθιμα του τόπου τους αλλά να φανούν και οι δυνατότητες που προσφέρονται, με την απαραίτητη καλλιέργεια και επιμέλεια, για αναβάθμιση του τουρισμού στο νησί.

Δρόμοι σπαρμένοι με φασκόμηλο

Κάτω από τη βροχή

Ο σκοπός επετεύχθη από την πρώτη κιόλας ημέρα με την περιήγηση στην περιοχή της Αιγιάλης, ξεκινώντας από το πανέμορφο χωριό Λαγκάδα και προχωρώντας κατά μήκος ενός απόλυτα έρημου μονοπατιού προς τις περιοχές της Παναγίας Επανωχωριανής και του Δρυ, σε απόσταση ολίγων χιλιομέτρων από το χωριό. Ο περίπατός μας είχε μια διάχυτη ατμόσφαιρα γαλήνιας απομόνωσης και παρηγοριάς.
Υπάρχουν αρκετά ξωκλήσια στην Αμοργό στο όνομα της Παναγίας, αλλά τα πρωτεία αναμφίβολα τα κατέχει η Παναγία η Επανωχωριανή στη Λαγκάδα της Αιγιάλης. Αποτελεί σημείο αναφοράς για όλους τους Γιαλίτες, όπου κι αν διαβιούν. Με αρχαίες καταβολές και σημαντικότατη ιστορία. Ο εορτασμός της Παναγίας της Επανωχωριανής έχει τις ρίζες του στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και γιορτάζεται με ευλάβεια και περίσσιο κέφι από τους ντόπιους και τους επισκέπτες του νησιού. Το πανηγύρι της είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα της Αμοργού (μαζί με εκείνο της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά) και οπωσδήποτε το μεγαλύτερο πανηγύρι της Αιγιάλης. Ακολουθεί πιστά τις αμοργιανές παραδόσεις που θέλουν το φαγητό μετά τον εσπερινό να προσφέρεται δωρεάν στους συμμετέχοντες, μέσα από τις προσφορές των κατοίκων και την εθελοντική τους εργασία. Το βασικό φαγητό που σερβίρεται είναι το περίφημο αμοργιανό πατατάτο, με κρέας από τα πάμπολλα κατσίκια που προσφέρουν οι ανοιχτοχέρηδες Γιαλίτες στη Χάρη Της. Το γλέντι, το οποίο διαρκεί όλη τη νύχτα, γίνεται στην πλακόστρωτη λόζα (πλατεία) και τις ταβέρνες της Λαγκάδας.

Στο αποστακτήριο

Ο δρόμος μας ήταν σπαρμένος από φασκόμηλο, ρίγανη και κυκλάμινα του Φθινοπώρου. Σε μια χαράδρα καθίσαμε να ξαποστάσουμε στο κατώφλι μιας μικρής άσπρης εκκλησίας και αντίκρυ της θαυμάσαμε το παραδοσιακό χωριουδάκι Στρούμπος. Λιθόστρωτα περιποιημένα μονοπάτια, στέρνες, κατηφοριές και μικρά πέτρινα τοιχάκια. Βελανιδιές συνόδευαν το διάβα μας. Κατόπιν είχαμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον πλούτο της αμοργιανής φύσης μέσα από την ξενάγηση του κ. Βαγγέλη Βασσάλου στο αποστακτήριό του και το κατάστημα αιθέριων ελαίων από τοπικά βότανα «Ιάματα», που βρίσκεται στο κέντρο της Λαγκάδας. Πάντοτε στην είσοδό του θα βρείτε και δυο τρεις γάτες να ξαποσταίνουν προστατευμένες και να το κοσμούν. Η Αμοργός διαθέτει περιοχές κατάφυτες από αυτοφυή αρωματικά, όπως φασκόμηλο, άγρια ρίγανη, θυμάρι, θρούμπι, αψιθιά, βαλσαμόχορτο και άλλα. Για περισσότερα από 600 είδη ενδημικών φυτών από τα 1.670 της κυκλαδίτικης χλωρίδας (flora hellenica database) φημίζεται το νησί. Ο Βαγγέλης Βασσάλος, η σύζυγός του Ελένη Τανούλη και τα μέλη της ομάδας τους, κατάλληλα εκπαιδευμένα, συλλέγουν προσεκτικά τα φυτά, και εφαρμόζουν μέθοδο κλαδέματος τέτοια, ώστε να εξασφαλίζεται η ανανέωσή τους. Επίσης, λαμβάνουν υπόψη τις φυσικές τους διακυμάνσεις, ημερήσιες, διαεποχικές, διαπληθυσμιακές, σεληνιακές και άλλες που προκύπτουν. Τα βότανα αποξηραίνονται με φυσικό τρόπο. Τα «Ιάματα» αποτελούν πόλο έλξης για όσους από τους επισκέπτες της Αμοργού ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν τις δραστηριότητές τους για τις εναλλακτικές μορφές θεραπείας. Από το εργαστήριο βγαίνουν οκτώ ιάματα με αιθέρια έλαια και διάφορα εκχυλίσματα για θεραπευτική χρήση. Σε συνδυασμό και με τους περιπάτους βοτανολογικού ενδιαφέροντος που οργανώνονται, τα «Ιάματα» παρέχουν ένα σημαντικό εναλλακτικό τουριστικό προϊόν που, μαζί με τον ανερχόμενο θεραπευτικό τουρισμό, συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη του νησιού και της χώρας μας. Ένα δείγμα της δημιουργικής Ελλάδας.
Μετά τον καφέ που μας προσέφερε το καφέ-μπαρ «Περγαλίδι», συνεχίσαμε για τα φημισμένα Θολάρια, όπου είχαμε την ευκαιρία να επισκεφτούμε τον ιερό ναό Αγίων Αναργύρων και το Εκκλησιαστικό Μουσείο, στο οποίο μας ξενάγησε ο δημοφιλής στους κατοίκους παπα-Βαλάντης. Το γεύμα, συνοδεία παραδοσιακών χορών από το τοπικό συγκρότημα, με τα αφοσιωμένα και λεβέντικα νιάτα, δόθηκε στο κλασικό εστιατόριο «Λακκί», στην παραλία της Αιγιάλης.

Πυργοδέσποινα μια μαθήτρια

Πύργος Αγίας Τριάδας

Την επομένη, δεύτερη ημέρα της περιήγησής μας, γνωρίσαμε την Κάτω Μεριά, την αγροτική περιοχή της Αμοργού. Η Κάτω Μεριά πιθανόν είναι ο πλέον άσημος και παραμελημένος τόπος στο νησί. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους ασχολούνται με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Μια επιγραφή στην άκρη του δρόμου μάς ενημερώνει για την ύπαρξη του προϊστορικού οικισμού της Μαρκιανής. Παρατηρούμε το λόφο που επέλεξαν οι προϊστορικοί κάτοικοι για το χωριό τους και αμέσως αντιλαμβανόμαστε τη σχέση τους με τον κάμπο αλλά και με τη θάλασσα. Τα ερείπια της Μαρκιανής είναι κάπως δυσδιάκριτα. Αντίθετα, η ακρόπολη της αρχαίας Αρκεσίνης, το λεγόμενο Καστρί, μας επιδεικνύει τα τείχη της από μακριά. Χτισμένη στην κορυφή του λόφου, έξοχο παρατηρητήριο, το κάστρο αυτό κατοικήθηκε από την προϊστορική εποχή, αλλά άνθησε τον 4ο αιώνα π.Χ. Μια επίμονη βροχή μας κυνηγά και καθώς οι ομπρέλες μας είναι μετρημένες, προσπαθούμε όπως όπως να καλυφθούμε με κουκούλες και φουλάρια. Τα ρούχα μας βρέχονται και στεγνώνουν πάνω μας ξανά και ξανά. Περπατώντας στο μονοπάτι από το χωριό Βρούτση μέσα σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία με θέα στις εντυπωσιακές ορεινές πλαγιές και το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου Πελάγους, φτάνουμε κοντά στον Ελληνιστικό Πύργο της Αγίας Τριάδας. Μια μαθήτρια από το χωριό βγήκε στο δρόμο μας, η Ευαγγελία Ραφαέλα Ρούσσου, πρόθυμη να μας ξεναγήσει σε όσα η ίδια από προσωπικό και κληρονομικό ενδιαφέρον είχε μελετήσει. Η γειτνίασή της με τον πύργο την έκανε να μας νιώθει φιλοξενούμενούς της. Ο ονομαστός αυτός πύργος, πολύ κοντά στην Αρκεσίνη, είναι μάλλον το πιο ευπρόσιτο αρχαιολογικό αξιοθέατο της Κάτω Μεριάς. Χτισμένος τον 4ο αιώνα π.Χ. και αναστηλωμένος πρόσφατα, μας αφήνει έκθαμβους με τη λιθοδομή του. Οι τεράστιοι ογκόλιθοι στέκονται ακόμη και σήμερα άψογα συνταιριασμένοι. Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους αρχαίους πύργους της Αμοργού κατέχει ο θρυλικός «πύργος του Βασίλη», όπως αποκαλούν οι γηραιότεροι κάτοικοι της Αμοργού αυτό το μνημειακό οικοδόμημα. Πρόκειται για το μοναδικό στην Αμοργό άριστα διατηρημένο αρχαίο μνημείο και το καλύτερα σωζόμενο στις Κυκλάδες μεμονωμένο οχυρό ορθογώνιου σχήματος. Η κατά προσέγγιση χρονολόγηση του μνημείου στον 4ο αι. π.Χ., λόγω έλλειψης ιστορικών ή επιγραφικών μαρτυριών και αρχαιολογικών δεδομένων, στηρίζεται κυρίως στη σύγκριση της προσεγμένης τοιχοδομίας κατά το λεγόμενο ψευδοϊσόδομο σύστημα με κυρτή (κυφωτή) επιφάνεια. Επιπλέον η σύγκριση με ασφαλέστερα χρονολογημένα κτίσματα αμυντικού, δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα, εντός και εκτός Αμοργού, καθώς και με μεμονωμένα μορφολογικά στοιχεία, όπως η φροντισμένη λάξευση των ορθογωνικών οδηγών, η τοξωτή θύρα στον ανατολικό τοίχο οδηγούν σε μια τέτοια χρονολόγηση.

Φωτογραφίζοντας τη θάλασσα

Είναι οχυρό ορθογώνιου σχήματος, με εσωτερική αυλή και τον καθαυτό πύργο σε μορφή υπερυψωμένου πολυώροφου οικοδομήματος. Από τους επιφανειακούς καθαρισμούς στο εσωτερικό του χώρου και ύστερα από την αφαίρεση δύο στρώσεων πεσμένων λίθων και οικοδομικών μελών άρχισαν να αποκαλύπτονται η θύρα και οι εσωτερικές παρειές των τριών πλευρικών τοίχων (ορατού ύψους 1, 05 μ.) με τις δοκοθήκες. Επίσης ήρθαν στο φως διαμπερή ανοίγματα τριγωνικής διατομής, «παράθυρα» ή πολεμίστρες, διαχωριστικοί τοίχοι στο ανατολικό τμήμα, καθώς και τρεις από τις ανώτερες βαθμίδες της κλίμακας που οδηγεί στον πρώτο όροφο. Ανατολικά του οχυρού και γύρω από αυτό διαπιστώθηκε η παρουσία πάμπολλων οικοδομικών λειψάνων που ανάγονται από την Προϊστορική έως και τη Νεότερη Εποχή, όπως νεότερες χτιστές κατασκευές που σχετίζονται με αγροτικές εγκαταστάσεις, συστήματα συλλεκτήριων αγωγών, ομβροδεξαμενή, κτιστός φούρνος, ελαιοπιεστήριο, «ζευγόσπιτο» για την στάβλιση των ζώων, στοιχεία που υποδηλώνουν και τη διαχρονική χρήση του χώρου από την αρχαιότητα ως σήμερα. Δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο, μια ακόμα μικρή έκπληξη μας περιμένει: η «κατοικιά του Θόδωρα», μια παραδοσιακή κατοικία που έχει αναστηλωθεί, δίνοντάς μας μια ιδέα για τη λαϊκή αρχιτεκτονική της Αμοργού.

Συνεχίσαμε, πάντα εν μέσω βροχής, για τον οικισμό της Αρκεσίνης, όπου προσφέρθηκε γεύμα από το εστιατόριο “Μαρουσώ”. Αν βρεθείτε στην περιοχή και είναι ώρα γεύματος ή δείπνου, μην αναρωτηθείτε πού θα φάτε. Η «Μαρουσώ» είναι ένας λιτός χώρος στον παράδρομο της δημοσιάς, με δικό της μποστάνι και αυλή με μια τεράστια χαρουπιά, κάτω από την οποία θα δοκιμάσετε απλό και νόστιμο φαγητό με ντόπια αγνά προϊόντα. Δοκιμάσαμε κατσικάκι ψημένο σε ξυλόφουρνο, γευστικότατες ψητές πατάτες, πολλά άλλα εδέσματα που σερβίρονται με μια σειρά από γευστικές γαρνιτούρες, δροσερές σαλάτες από ντόπια λαχανικά και μεγάλη ποικιλία ορεκτικών. Συνοδέψαμε το πλούσιο γεύμα μας με κρασιά της περιοχής.

Παλαιό σιδηρουργείο

Μυστική ενατένιση

H παράδοση θέλει τη σιδηρουργία να ανακαλύπτεται συμπτωματικά στην προϊστορική Ελλάδα, με την παρείσφρηση σιδηρομεταλλεύματος στην καύση ξύλων για κάρβουνο. Ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι ένα οικοδόμημα στηριγμένο σε μεταλλεία. H ανακάλυψη των μεθόδων κατεργασίας του σιδήρου θεωρείται ο καταλύτης της ραγδαίας ανάπτυξης του τεχνολογικού μας πολιτισμού. Αρκεί να θυμηθούμε τη συμμετοχή των μεταλλείων του Λαυρίου στον Χρυσό Αιώνα του Περικλή για να δεχθούμε το αδιαμφισβήτητο του θέματος. Αυτή την παράδοση συναντήσαμε ατόφια στην επίσκεψή μας στο σιδηρουργείο του κ. Γιώργου Κωβαίου. Ένας σύγχρονος Ήφαιστος, πελώριος και γενειοφόρος, να δαμάζει το μέταλλο με τη φωτιά κατασκευάζοντας χρηστικά αντικείμενα, περίτεχνα καγκελοπαράθυρα και θύρες. Ο ήχος από το σίδερο που σφυρηλατείται στο αμόνι μας τράβηξε την προσοχή σε ένα αθέατο δρομάκι του χωριού κι έτσι τον βρήκαμε. Τα προϊόντα των σιδηρουργείων χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στην αγροτική παραγωγή (αξίνες, δικέλια, υνιά αρότρων, σκαλιστήρια, κλαδευτήρια, δρεπάνια, τσαπιά, φτυάρια κ.ά.), στην υλοτομία και την ξυλουργία (τσεκούρια, σφήνες, πριόνια, βαριές, πελέκια κ.ά.), στις οικοδομικές εργασίες, στις μεταφορές (πέταλα ζώων, εξαρτήματα υποζυγίων και, πιο όψιμα, εξαρτήματα κάρων, αμαξών κ.ά.), στην οικιακή οικονομία (π.χ. πυροστιές, μασίνες, χερούλια κουζινικών, σιδερένια καντάρια ή παλάντζες). Μια τέχνη θαυμαστή διότι μοναδικές πηγές ενέργειάς της αποτελούν η ανθρώπινη μυϊκή ενέργεια και αυτή της φωτιάς με τη βοήθεια του φυσερού. Χρησιμοποιώντας τις τεχνικές που του κληροδοτήθηκαν, ο υπομονετικός τεχνίτης σήμερα αναλαμβάνει και χειροποίητες διακοσμητικές δημιουργίες.

Άγιος Γεώργιος Βαλσαμίτης

Η ηγουμένη Ειρήνη ξεναγεί

Ακολούθησε ένα από τα πιο όμορφα σημεία των επισκέψεών μας, το Μετόχι του Αγίου Γεωργίου Βαλσαμίτη. Αυτή ήταν μία από τις πνευματικότερες στάσεις της πολυδαίδαλης διαδρομής μας. Η Μονή, που απέχει 4, 5 χλμ. από τη Χώρα, και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο τον Βαλσαμίτη, έχει χτιστεί στη θέση φημισμένου αρχαίου υδρομαντείου. Κατά την αρχαιότητα, στο σημείο υπήρχε υδρομαντείο του θεού Απόλλωνα. Ήταν τόσο διάσημο, που άνθρωποι απ’ όλα τα σημεία της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας προσέτρεχαν σε αυτό το ιερό νερό, για να πάρουν χρησμούς και να συμβουλευτούν το μαντείο. Το υδρομαντείο λειτουργούσε υπό τη φροντίδα του ιεροφάντη με τους τελετουργικούς τύπους που επέβαλε η καθιερωμένη θρησκεία και κατά τις γιορτές των Απολλωνίων

Οι γάτες ανάμεσα…

Ο «Άι Γιώργης ο Βαλσαμίτης» είναι γνωστός για το «αγίασμά» του (ή το «λάλων ύδωρ»), στο οποίο αποδίδονται προφητικές ιδιότητες, γι’ αυτό ονομάζεται επίσης «Πυθία του Αρχιπελάγους». Κάποτε, λέγεται, στην περιοχή ζούσε ένας λεπρός, που πήγε εκεί για να πιει νερό. Έπλυνε το πρόσωπό του, για να δροσιστεί από την καλοκαιρινή ζέστη και αυτομάτως παρατήρησε ότι τα σημάδια της αρρώστιας του είχαν εξαφανιστεί από αυτό. Από τότε, το νερό του Άι Γιώργη του Βαλσαμίτη έγινε ξακουστό για τις θαυματουργές ιδιότητές του. Ωστόσο είναι μία από τις σημαντικότερες εκκλησίες του νησιού, μια τρίκλιτη βασιλική του 16ου αιώνα, χτισμένη πιθανότατα πάνω στα θεμέλια μιας παλαιοχριστιανικής εκκλησίας του 9ου αιώνα και συνδυάζει οθωμανικά και βυζαντινά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Το όνομα πιθανόν να έχει προκύψει από το χαρακτηρισμό του Αγίου ως «θεραπευτή», διότι βάλσαμο σημαίνει και γιατρικό. Το πιθανότερο όμως είναι να οφείλεται στο φυτό αγριοδυόσμος ή βάλσαμος το οποίο φυτρώνει στη γύρω περιοχή. Από εδώ ξεκινά ένα παλιό μονοπάτι που φτάνει μέχρι τα Κατάπολα. Επίσης υπάρχει πύργος, μάλλον του 13ου αιώνα, από τον οποίο επόπτευαν το ανοικτό πέλαγος βόρεια και νότια. Ο ναός έγινε ξακουστός από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας εξαιτίας των προφητικών ιδιοτήτων της πηγής που ακόμα ρέει, με πολύ μικρότερη ένταση στο εσωτερικό του. Μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους αποτελούσε αυτόνομη Μονή έως ότου έγινε μετόχι της Χοζοβιώτισσας. Μιλήσαμε με την Ηγουμένη μοναχή Ειρήνη, μια γλυκύτατη και σοφή γυναίκα, που ενστάλαξε μέσα μας θάρρος και γαλήνη…
Η αδελφή Ειρήνη μας μίλησε ακόμη για την ιστορία του αρχαίου υδρομαντείου που βρισκόταν στη συγκεκριμένη θέση και την κατάσταση του μετοχιού σήμερα. Ακόμα ρέει εδώ η πηγή με τη μεγάλη παράδοση και ιστορία. Στο βάθος της ρεματιάς, διακρίνονται τα Κατάπολα, ανάμεσα σε ψηλές βουνοπλαγιές. Παλιό αλλά ευδιάκριτο το μονοπάτι που οδηγεί στο ασφαλές λιμάνι.

Γάτες σκοποί

Τοπική καλλονή

Απέναντι από το μνημείο, υψώνεται βουνοκορφή με την ονομασία Σκοποί. Σκοποί όμως στέκονται στη μονή και οι πανέμορφες γάτες της. Δεκάδες μικρά αιλουροειδή προστατεύουν τα κτίσματα και τους κήπους με την τοπική βλάστηση. Η αδελφή Ειρήνη αγαπάει όλα τα πλάσματα του Θεού και κανένα δεν ξεχωρίζει. Όταν έφτασε εκεί κι ανέλαβε τη μονή, αντίκρισε περίπου 50 σκελετωμένες και υποσιτισμένες γάτες να προσδοκούν για βοήθεια. Τις φρόντισε, τις τάισε, τις θεράπευσε. Σήμερα, φιλικές κι αξιοσέβαστες, διαβιούν εκεί και γίνονται αντικείμενο θαυμασμού από τους επισκέπτες στους οποίους δείχνουν την περήφανη στοργή τους.
Στη βουνοκορφή αντίκρυ διακρίνονται ακόμη τα λείψανα τετράγωνου πύργου της πρώτης περιόδου της Ενετοκρατίας (πιθανότατα 13ου αι.). Ο πύργος προστάτευε το πέρασμα από το κεντρικό προς το κατώτερο τμήμα του νησιού, και παράλληλα επόπτευε το ανοιχτό πέλαγος, τόσο στα βόρεια όσο και στα νότια.
Η πηγή συντηρούσε άλλοτε εκτεταμένα ποτιστικά. Ονομαστά ήσαν από την εποχή του περιηγητή Tournefort (1700), τα εύγευστα χυμώδη σταφύλια του Βαρσαμίτη, ενώ η παροχή μεγάλης ποσότητας νερού σε παλιότερες εποχές δικαιολογεί την παρουσία σε γειτονικό σημείο ενός ερειπωμένου νερόμυλου. Σήμερα, το νερό ρέει από 3-4 μικρές πηγές γύρω από το μετόχι. Συγκεντρώνεται σε παρακείμενη στέρνα και από κατόπιν διοχετεύεται στα περιβόλια που έχουν απομείνει, χάρις στην προσωπική εργασία του ηγουμένου της Χοζοβιώτισσας και της ηγουμένης Ειρήνης. Φύγαμε παίρνοντας μαζί μας τις χαρμόσυνες ευχές μας που νιώθω πως ακόμη μπορούν να φτάνουν κοντά μας μέσω του πελάγους.

Παναγία Χοζοβιώτισσα

Ο φιλέλληνας Tobias

Την τρίτη ημέρα, πραγματοποιήθηκε ξενάγηση στη Βυζαντινή Μονή της Παναγίας Χοζοβιώτισσας. Η μονή βρίσκεται στη νότια, απόκρημνη, αλίμενη ακτή της Αμοργού, φωλιασμένη μέσα σε αγκαθωτούς, απειλητικούς βράχους. Είναι ορατή μόνον από το πέλαγος, που απλώνεται απέραντο κάτω από τα βράχια, 300 μ. υψηλά. Η κάτασπρη, απέριττη όψη του εναρμονίζεται θαυμαστά με τα πολύχρωμα ανώμαλα βράχια. Μόνον από κοντά διαγράφονται οι λευκοί γεωμετρικοί όγκοι και τα αυστηρά γραμμικά περιγράμματα του επιβλητικού οικοδομήματος που, με τη συνεργασία του αιγαιοπελαγίτικου φωτός, δημιουργούν την αίσθηση πολυεπίπεδης επιφάνειας. Τι να πρωτοπεί κανείς και τι να πρωτοθαυμάσει κανείς στη Χοζοβιώτισσα. Το τοπίο, την αρχιτεκτονική, την ανθρώπινη επινοητικότητα, την πίστη των μοναχών; Το όνομα Χοζοβιώτισσα, αψευδής μαρτυρία του ιστορικού πυρήνα της τοπικής προφορικής παράδοσης, δημιουργήθηκε από παραφθορά του “Χοζιβίτισσα” ή “Κοζιβίτισσα”, από το τοπωνύμιο Χοζιβά ή Κοζιβά στους Αγίους Τόπους, σήμερα στην περιοχή Wadi Qilt της Ιεριχούς, όπου, σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των βυζαντινών χρόνων, υπήρχαν από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους σημαντικά ορθόδοξα Μοναστήρια. Στα χρόνια της Εικονομαχίας, τον 8ο και 9ο αιώνα, ορίζει ρητά τοπική, έως σήμερα ζωντανή, προφορική διήγηση, την “διά θαλάσσης, με θαυματουργό τρόπο, έλευση της εικόνας της Παναγίας στον ορμίσκο της Αγίας Άννας”, πλησίον της Μονής.
Ο Γάλλος φυσιοδίφης και περιηγητής Tournefort περιέγραψε εντυπωσιασμένος τη μονή της Χοζοβιώτισσας. Το ίδιο συναίσθημα νιώθει και σήμερα ο επισκέπτης ανηφορίζοντας τα 300 απότομα σκαλοπάτια που οδηγούν στο σημαντικότερο θρησκευτικό μνημείο του νησιού, θαυμάζοντας την απίστευτη θέα στο απέραντο γαλάζιο.
Στην είσοδο μάς περίμεναν μερικά φιλικότατα μεν και εξημερωμένα, κάτισχνα δε και με εμφανείς οφθαλμολογικές παθήσεις, γατάκια.

Αριστούργημα λαϊκής αρχιτεκτονικής

Λαγκάδα

Το κτήριο εκτείνεται σε μήκος 40 μ., ενώ το πλάτος του δεν ξεπερνά τα 5 μ. Εξαιτίας του μικρού πλάτους τα οκτώ επίπεδα – “όροφοι” δεν συναντώνται σχεδόν σε κανένα σημείο. Κλίμακες στενές, πέτρινες, κτιστές ή λαξευμένες στον βράχο, οδηγούν στους οκτώ “ορόφους”. Καμάρες, τόξα, βυζαντινού τύπου ή οξυκόρυφα των χρόνων της Ενετοκρατίας (1296-1537), κτισμένα με πέτρες ή πωρόλιθο από τη Μήλο, ξυλοδόκαρα και ξυλοδεσιές χαρακτηρίζουν τον περίπλοκο, δαιδαλώδη εσωτερικό χώρο. Τα κελιά των Μοναχών, η τράπεζα, τα μαγειρεία, οι φούρνοι, οι αποθήκες, τα πατητήρια, οι στέρνες και τα πηγάδια, όλα σφηνωμένα μέσα στον φυσικό βράχο που μεταμορφώνεται σε λειτουργικό οικοδομικό στοιχείο, συνθέτουν ένα αριστουργηματικό δείγμα ανώνυμης λειτουργικής λαϊκής αρχιτεκτονικής.
Στο μικρό, μονόχωρο, καμαροσκέπαστο εκκλησάκι βρίσκονται μεταξύ άλλων, και οι ζωντανές μαρτυρίες της τοπικής προφορικής παράδοσης για την καταγωγή της εικόνας από τα Χόζοβα (ή το Χόζοβο) της Παλαιστίνης: οι δύο ενεπίγραφες εικόνες της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας ή ΧΩΖΗΒΙΤΙCΑΣ, και η σιδερένια “σμίλη” του αρχιμάστορα, ζωντανό σημάδι της διήγησης “για την ακριβή θέση που όρισε η Παναγία να κτιστεί ο ναός της”. Αλλά και για την ιστορία της ίδρυσης της Μονής σημαντικό υλικό τεκμήριο αποτελεί το ασημένιο ενεπίγραφο εξαπτέρυγο, που αναφέρει ότι “ανεκενίσθη παρ’ Αλεξίου βασιλέος του μεγάλου Κομνηνού”, του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Αλεξίου του Α’ Κομνηνού (1081-1118).
Ακόμη και τα νεότερα κτίσματα δεν αλλοιώνουν το χαρακτήρα του οικοδομήματος. Η χρήση ξυλείας δηλώνει την ύπαρξη δάσους στην περιοχή (συγκεκριμένα δάσους με φείδες, ενός είδους κυπαρισσιού). Στη μονή υπάρχουν επίσης τα κελάρια για το κρασί, οι χώροι με τα πιθάρια για το λάδι καθώς και ασβεστόλακκοι. Οι φούρνοι και τα μαγειρεία δε λειτουργούν πια, ενώ η τράπεζα ανοίγει για τους πιστούς στις 21 Νοεμβρίου στα Εισόδια της Θεοτόκου. Το 1977 τρία μικρά κελιά ενώθηκαν και οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν μερικά από τα κειμήλια της Μονής απολαμβάνοντας το απαραίτητο κέρασμα της ψημένης ρακής, του καφέ και του λουκουμιού.

Η κατάβαση από τη Χοζοβιώτισσα

Η χρονολόγηση της Μονής είναι άρρηκτα δεμένη με το όνομα Χοζοβιώτισσα, και, εν πολλοίς, στηρίζεται και στην προφορική παράδοση. Ο συσχετισμός των διηγήσεων με τις πληροφορίες των βυζαντινών Χρονογράφων, κυρίως του Θεοφάνους, η συνεξέταση των ιστορικών γεγονότων, των αναταραχών, στον γεωγραφικό χώρο της Μεσογείου και της Παλαιστίνης καθώς και των μεταγενεστέρων γραπτών μαρτυριών που παραδίδουν οι Κώδικες και τα πατριαρχικά Σιγίλλια της Μονής, επιτρέπουν τη χρονολόγηση του πρώτου κτηριακού πυρήνα στον 9ο αιώνα, στα χρόνια της άφιξης της εικόνας. Τη σύνδεση της Μονής με τον αυτοκράτορα Αλέξιο τον Α’ Κομνηνό, υποστηρίζουν σημαντικές γραπτές, μεταγενέστερες πληροφορίες, όπως οι πατριαρχικές επιστολές, οι οποίες προφανώς ανάγονται στην πρώτη “βασιλικήν χρυσόβουλλον γραφήν” του έτους 1088, που εκχωρούσε σταυροπηγιακά δικαιώματα στη Μονή.

Η Χώρα μάς ποζάρει…

Φεύγοντας από τον ιερά εντυπωσιακό αυτό τόπο πήραμε μαζί μας και μια ιστορία για την κτίση της μονής. Τον καιρό των Εικονομαχιών στο Βυζάντιο, λένε οι θρύλοι, μια πιστή χριστιανή από τα Χόζαβα της Μικράς Ασίας, επιχειρώντας να σώσει από το μένος των διωκτών την εικόνα της Παναγίας, την τοποθέτησε σε μια μικρή ψαρόβαρκα με μια αναμμένη λάμπα και την άφησε να πλεύσει μόνη της στη θάλασσα. Η Παναγία θέλησε η εικόνα Της να φτάσει στην Αμοργό. Η βάρκα άραξε στο λεγόμενο Δαιμονότοπο, κοντά στην ακτή της Αγίας Άννας. Τα απόκρημνα βράχια της μάλιστα ονομάστηκαν έτσι, γιατί δίνουν την αίσθηση ενός δαιμονισμένου τόπου. Οι βοσκοί είδαν το φως της λάμπας που έκαιγε ως εκ θαύματος στην αραγμένη ψαρόβαρκα και φώναξαν τους ιερείς της Χώρας. Οι ιερείς πήραν αρχικά την εικόνα της Θεομήτορος στην εκκλησία της Κυρα-Λεούσας στη Χώρα, αφού πρώτα έκαναν δέηση. Όμως, επειδή η εικόνα βρέθηκε στο Δαιμονότοπο, θέλησαν να αναγείρουν ένα μοναστήρι εκεί. Βρέθηκαν όμως προ εκπλήξεως. Την ημέρα έχτιζαν και τη νύχτα μια ανεξήγητη δύναμη γκρέμιζε τα χτισμένα. Τότε ο αρχιμάστορας ζήτησε από την Παναγία να του δείξει το μέρος που η Χάρη Της ήθελε να κτιστεί το μοναστήρι. Την άλλη μέρα το πρωί οι εργάτες κατάπληκτοι αντίκρισαν στο βράχο, εκεί που είναι το καμπαναριό σήμερα, καρφωμένο το καλέμι, το ζεμπίλι του πρωτομάστορα και τα εργαλεία του κρεμασμένα. Έτσι, το μοναστήρι χτίστηκε το 1088 σε εκείνον τον απόκρημνο βράχο, σε ύψος τριακοσίων μέτρων πάνω από τη θάλασσα και το καλέμι έμεινε καρφωμένο στο βράχο μέχρι το 1956, οπότε και έγινε η απαλλοτρίωση των κτημάτων του μοναστηριού. Μόνον τότε έπεσε στην αυλή του μοναστηριού και οι προσκυνητές θεώρησαν το γεγονός μέγα σημάδι αντίδρασης της Παναγίας στην απαλλοτρίωση. Μια άλλη παράδοση λέει ότι το μοναστήρι έχει συνολικά 101 κελιά, από τα οποία το ένα είναι μυστικό, και ότι μέσα σε αυτό βρίσκεται η βάρκα που έφερε την εικόνα στο νησί! Πολλά θαύματα λέγεται ότι έχει κάνει η Παναγία η Χοζοβιώτισσα και ένα από αυτά το βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας. Είναι τα νησάκια στα ανατολικά του νησιού, που υποτίθεται ότι είναι τα μαρμαρωμένα πλοία των πειρατών που κάποτε είχαν ξεκινήσει με σκοπό να έρθουν και να κλέψουν τους θησαυρούς του μοναστηριού…
Με τη θάλασσα αριστερά μας να λαμπυρίζει και με τα μάτια κόντρα στον ήλιο του φθινοπώρου, αφυπνισμένοι και αισιόδοξοι, συνεχίσαμε για την περιήγησή μας στα γραφικά σοκάκια της Χώρας και το αρχαιολογικό μουσείο.

Η Χώρα στην ενδοχώρα…

Μαζί και ο Μιλού

Το αξιοθαύμαστο στοιχείο με την Αμοργό είναι ότι το νησί χαρακτηρίζεται από ένα πυκνό δίκτυο αρχαίων και σύγχρονων οικισμών, γύρω από τους οποίους έχει δημιουργηθεί ένα σημαντικό χερσαίο μεταφορικό δίκτυο από μονοπάτια και καλντερίμια που ενώνουν τους οικισμούς μεταξύ τους, αλλά και τους οικισμούς με αγροτικές περιοχές, τόπους, μνημεία ιστορικού ενδιαφέροντος και περιοχές φυσικών ιδιαιτεροτήτων. Το δίκτυο αυτό υπάρχει έως σήμερα, παρά τις διάφορες επιπόλαιες παρεμβάσεις που έχουν γίνει, όπως διανοίξεις αγροτικών οδών ή παρεμβάσεις τσιμεντοποίησης σε μερικά σημεία.
Από αυτό το δίκτυο φτάσαμε και στη Χώρα. Είναι κτισμένη στην ενδοχώρα της Αμοργού, σε υψόμετρο 350 μέτρων, κοντά στο κέντρο του νησιού. Αποτελεί έναν πανέμορφο διατηρητέο οικισμό, με τα λευκά κυκλαδίτικα σπίτια, τα στενά σοκάκια της και τις περίπου 40 εκκλησίες της. Περιβάλλει το κάστρο, το οποίο κατασκευάστηκε το 13ο αιώνα.
Η περιοχή της Χώρας έχει ίχνη κατοίκησης από την 3η π.Χ. χιλιετία, αλλά λίγα είναι γνωστά για τις μετέπειτα χιλιετίες. Σε αρκετές εκκλησίες υπάρχουν κιονόκρανα και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη άγνωστης προέλευσης. Η Χώρα άρχισε να δημιουργείται στους πρώτους βυζαντινούς χρόνους βόρεια και ανατολικά του κάστρου. Τον 7ο-9ο αιώνα μ.Χ. λόγω των επιθέσεων των Σαρακηνών, οι κάτοικοι των παράλιων εγκαταστάθηκαν στην ενδοχώρα. Περιβάλλεται από λόφους και είναι αθέατη από τη θάλασσα. Το κάστρο οχυρώθηκε από τους Ιερεμία και Ανδρέα Γκύζη το 1207, στα πρώτα χρόνια της Ενετοκρατίας, και ο οικισμός επεκτάθηκε και νότια του κάστρου. Μετά την κατάκτηση της Αμοργού από τους Τούρκους το 1537, η Χώρα άκμασε και πολλές εκκλησίες ανακαινίστηκαν, ενώ κατασκευάστηκαν και καινούργιες. Η Χώρα αποτελεί χαρακτηριστικό οικιστικό συγκρότημα αιγαιοπελαγίτικης αρχιτεκτονικής. Τα σπίτια έχουν επίπεδες στέγες, τοξωτά ανώφλια θυρών και παραθύρων, οι εκκλησίες είναι κεραμοσκέπαστες και τρουλλαίες, και υπάρχουν στενοί δρόμοι και σκολιοί. Η Χώρα έχει δύο πλατείες, τη Κάτω και τη Απάνω Λόζα, που περικλείονται από τη Μητρόπολη και το Δημαρχείο. Στη βόρεια πλευρά της Χώρας βρίσκεται ο Πύργος της Ελληνιστικής περιόδου. Στη Χώρα λειτουργεί αρχαιολογικό μουσείο Αμοργού, το οποίο στεγάζεται στο Πύργο του Γαβρά, του 18ου αιώνα.

Μια λυτρωτική βροχή

Οι εσωτερικές πλατείες, η Κάτω και η Απάνω Λόζα, περικλείονται από την εκκλησία της Μητρόπολης, το παλαιό Δημαρχείο, σήμερα Κοινοτικό Κατάστημα, λίγα αρχοντόσπιτα και και μερικά παλαιά σπίτια, ασύμμετρα στις όψεις και παράγωνα στις κατόψεις. Στην αίσθηση του ελεύθερου, ανοικτού χώρου της πλατείας, συμβάλλουν τα ευάριθμα πλευρικά “ανοίγματα”, οι προσβάσεις, τα πλακοστρωμένα στενά δρομάκια με τα λίθινα σκαλοπάτια που επενδύουν τη φυσική κλίση του ανώμαλου βράχου. Όλα, εναρμονισμένα με την κλίμακα του τοπίου, κρατούν ακόμα σχεδόν αναλλοίωτη την παλιά εικόνα της ανώνυμης αρχιτεκτονικής των λελογισμένων όγκων και των λιτών επιφανειών, ενώ παράλληλα μαρτυρούν για τη συνεχή, μακραίωνη κατοίκηση από τα χρόνια της Ενετοκρατίας έως σήμερα.

Παρόμοιες εικόνες συναντούμε και σε άλλα σημεία, όπως στο Πλατεάκι, όπου, με θαυμαστό τρόπο, οι ανώνυμοι κτίστες προσάρμοσαν τα τρία εκκλησάκια μέσα στον κατηφορικό βράχο. Για την καλαισθησία των ανώνυμων μαστόρων μαρτυρούν και τα πολυάριθμα Πηγάδια, τα “Δημοτικά”, κοντά στο Μετόχι του Χριστού και στα Σχολεία, που έως πριν από λίγα χρόνια ήταν η κυριώτερη πηγή ύδρευσης των κατοίκων, με πετρόκτιστους περιβόλους, λειτουργικούς και απόλυτα εναρμονισμένους με το βραχώδες τοπίο. Αναπόσπαστο χαρακτηριστικό στοιχείο της κωμόπολης είναι οι Ανεμόμυλοι, που στέκονται στην νότια υψηλή ράχη της, χωρίς πανιά και αντένα, και περιμένουν προστασία από την επερχόμενη κατάρρευση.

Πύργος του Γαβρά

Πειρατής… απολιθωμένος

Ο Πύργος του Γαβρά βρίσκεται στο κέντρο της Χώρας και είναι ένα κτίσμα βενετσιάνικης αρχιτεκτονικής, του 16ου αιώνα, που φιλοξενεί την αρχαιολογική συλλογή.
Το «Γαβράς» είναι ένα από τα ιστορικά επώνυμα της Αμοργού. Είναι επώνυμο της Χώρας. Ο Ι. Κ. Βογιατζίδης υποστηρίζει ότι οι Γαβράδες ήρθαν στην Αμοργό (μαζί με ορισμένους άλλους βυζαντινούς αξιωματούχους: Συνοδινός, Καλοδάς, Φραγκόπουλος, Γαβαλάς) περί τα μέσα του 13ου αιώνα, μάλλον με την ιδιότητα των πολιτικών εξόριστων, ως συμμετέχοντες σε αποτυχημένη στάση εναντίον του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατάτζη.

Αν και ιστορικό για την Αμοργό, το επώνυμο «Γαβράς» είναι ποντιακό επώνυμο (όπως και τα επώνυμα σε -άντης, π.χ. Υψηλάντης). Σήμερα η μεγαλύτερη εγκατάσταση Γαβράδων είναι στη Μακεδονία, προερχόμενη από προσφυγικούς πληθυσμούς.

Η φημισμένη βυζαντινή οικογένεια των Γαβράδων καταγόταν από τις περιοχές του βυζαντινού θέματος Χαλδίας, το οποίο είχε ιδρυθεί το 824 μ. Χ. από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄Τραυλό με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα και άλλο σπουδαίο εμπορικό κέντρο την Κερασούντα. Η θέση των Γαβράδων στον Πόντο υπήρξε ηγετική επί των Κομνηνών τον 11ο και 12ο αιώνα. Μάλιστα ο Θεόδωρος Α’ Γαβράς μαρτύρησε πολεμώντας εναντίον των Τούρκων στη Θεοδοσιούπολη το 1098 και αγιοποιήθηκε.

Το γεγονός ότι κτήτωρ της Μονής Χοζοβιώτισσας είναι ένας Κομνηνός έχει ασφαλώς το νόημά του, για την παρουσία του επωνύμου Γαβράς στην Αμοργό. Όπως έχει αξία και το γεγονός ότι οι Γαβράδες μετείχαν σε διάφορα Κινήματα, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Κίνημα του Θεόδωρου Β’ Γαβρά (1204-1208).

Η φύση έστειλε νερό!

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει το γεγονός ότι το Γαβράς δεν αναφέρεται σε παλαιά έγγραφα (όπως τα Γεράκης, Γαβαλάς, Πάσσαρης, Θεολογίτης, Νομικός κ.α.). Πάντως η ιστορικότητα του επωνύμου στην Αμοργό αποδεικνύεται έμμεσα από την παρουσία του «Πύργου του Γαβρά» στη Χώρα που το κτίσιμό του ανάγεται στην εποχή της Ενετοκρατίας στις Κυκλάδες.

Το πιθανότερο είναι ότι, είτε με την ιδιότητα του πολιτικού εξόριστου είτε με την ιδιότητα του στρατιωτικού αξιωματούχου, κάποιος (ή κάποιοι) Γαβράς εγκαθίσταται στην Αμοργό πριν από περίπου 800 χρόνια. Η εγκατάσταση Γαβράδων στην Αμοργό έχει μεγάλη ιστορική σημασία, δεδομένου ότι οι περισσότεροι Γαβράδες εμφανίζονται στην Ελλάδα ως πρόσφυγες μετά το 1922.

Σήμερα, ο πύργος αυτός λειτουργεί ως μουσείο στο οποίο μπορείτε να δείτε ευρήματα από ανασκαφές στην γύρω περιοχή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αρχαία γλυπτά και οι επιγραφές.

Στο Συνέδριο ΥΠΕΡΙΑ

Στην “αίθουσα υποδοχής του αρχοντικού του πύργου του Γαβρά”, γνωστή ως “σάλα του Γαβρά”, στο “ανώ(γ)ϊ”, εκτίθενται κυρίως γλυπτά, αγάλματα και ανάγλυφα, χρονολογούμενα από την Αρχαϊκή περίοδο, τον 6ο π.Χ. αιώνα, έως και τη Ρωμαιοκρατία, τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Όλα σχεδόν τα εκθέματα είναι επιφανειακά ευρήματα από τις τρεις αρχαίες πόλεις της Αμοργού, Αιγιάλη, Αρκεσίνη και Μινώα καθώς και από άλλες θέσεις. Ελάχιστα προέρχονται από την ανασκαφή της πόλεως της Μινώας.

Σε προθήκη εκτίθενται προσωρινά λιγοστά δείγματα μικροτεχνικής παραγωγής από διάφορα υλικά, πηλό, χαλκό, χρυσό, ελεφαντοστό, ύαλο και λοιπά. Σχεδόν όλα βρέθηκαν στην ανασκαφή της Μινώας (1981-1991). Χρονολογούνται από τον 8ο π.Χ. έως τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Στην “Αυλή” εκτίθενται λίθινες εγχάρακτες, ενεπίγραφες πλάκες των αρχαϊκών χρόνων, αρχιτεκτονικά μέλη και ακέφαλοι κορμοί αγαλμάτων των Ρωμαϊκών χρόνων, όλα επιφανειακά ευρήματα.

Στό “Κατώ(γ)ϊ”, στον αύλειο χώρο, η έκθεση περιλαμβάνει κυρίως επιφανειακά ευρήματα:

Επιγραφές: επιτάφιες, χρονολογούμενες από τον 6ο π.Χ. αιώνα έως τους Χριστιανικούς χρόνους, αναθηματικές και τιμητικά ψηφίσματα των Ελληνιστικών χρόνων και της Ρωμαιοκρατίας. Ανάγλυφα και αγάλματα, Κλασικών, Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων. Αρχιτεκτονικά μέλη Ελληνιστικών, Ρωμαϊκών και Παλαιοχριστιανικών χρόνων. Ταφικό πίθο του 4ου π.Χ. αιώνα με οικογένεια (πατέρας, μητέρα, παιδί) που πέθανε από επιδημία.

Στις δύο μικρές αίθουσες, η έκθεση ολοκληρώθηκε εντός του 1998. Στην αίθουσα 1 (αριστερά) εκτίθενται αντικείμενα των Προϊστορικών χρόνων, τυχαία, επιφανειακά και ανασκαφικά ευρήματα, χρονολογούμενα στην Ύστερη Νεολιθική περίοδο, 4η π.Χ. χιλιετία, στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, 3η π.Χ. χιλιετία, και στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 13ος-12ος π.Χ. αιώνας: Κεραμική, Μαρμάρινα ειδώλια του Κυκλαδικού Πολιτισμού, λιθόκτιστος τάφος του Κυκλαδικού Πολιτισμού, στρωματογραφική τομή από την ανασκαφή του Κυκλαδικού οικισμού στη Μαρκιανή.
Όλα τα αντικείμενα προέρχονται από την Αμοργό και χρονολογούνται από την 3η π.Χ. χιλιετία έως τον 3ο μ.Χ. αιώνα: Γλυπτά, αγάλματα και ανάγλυφα (5ος π.Χ.-2ος μ.Χ. αιώνας), επιγραφές (3ος π.Χ.-3ος μ.Χ. αιώνας), κεραμική και πήλινα αντικείμενα (8ος π.Χ.-3ος μ.Χ. αιώνας).

Ευλίμενοι όρμοι

Διάλειμμα για στοχασμό

Αφού κάναμε και τις αγορές μας από τη Χώρα, μεθυσμένοι από την ομορφιά συνεχίσαμε για να επισκεφτούμε την πόλη των καπεταναίων, τα Κατάπολα. Ακολούθησε νοστιμότατο γεύμα που προσφέρθηκε από τους γελαστούς ανθρώπους του εστιατορίου «Μύθος» πάνω στο λιμάνι.
Το φυσικό, προστατευμένο από τους ανέμους, λιμάνι των Καταπόλων, με τους φυσικά οχυρωμένους λόφους που το περικλείουν, τα περιβόλια και με τους ευλίμενους όρμους Κατ’ Ακρωτήρι και Άγιος Παντελεήμων-Μαλτέζι, στάθηκε πάντα, από την Αρχαιότητα έως και τους νεότερους χρόνους, σημαντικότατος λόγος για την πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη όχι μόνον της Μινώας αλλά και όλης της Αμοργού. Δηλωτική της σημασίας του λιμένος στην Αρχαιότητα είναι η αναφορά του, τόσον στις γραπτές πηγές μαζί με τις τρεις πόλεις του νησιού (Αμοργός … τρίπολις και ο λιμήν), όσον και στις επιγραφές. Τα Κατάπολα βρίσκονται στη νότια του κόλπου, ενώ στα βόρεια βρίσκεται ο οικισμός Ξυλοκερατίδι και ανάμεσά τους το Ραχίδι, όπου επισκεφθήκαμε και τον αξιόλογο και πλουσιότατο αγιογραφικά ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου. Το λιμάνι είναι περιβάλλεται από λόφους ενώ διαθέτει και εύφορο κάμπο.

Στην κορυφογραμμή

Πώς να αντισταθείς;

Η τέταρτη και τελευταία μέρα του Συνεδρίου, αλλά όχι και της διαμονής μας στο νησί, ξεκίνησε με εργαστήριο καθαρισμού του μονοπατιού από το χωριό Ποταμός. Ένα χωριό χτισμένο στις πλαγιές της Σελλάδας (597 μ. υψ.), με ζηλευτά παλιά μονόπατα, δίπατα σπίτια, ασβεστωμένες αυλές και καλαίσθητη αρχιτεκτονική.
Αυτό όμως που θάμπωσε τα μάτια μας είναι το πώς εκτείνεται η θέα κάτω από το χωριό, δίνοντας στον επισκέπτη την εντύπωση πως βρίσκεται σ’ ένα μοναδικό, φυσικά χτισμένο μπαλκόνι που αιωρείται πάνω από το τοπίο. Εκεί ανταμώσαμε και φίλους από τη Γιάλη, οι οποίοι με συνέπεια και μια ιερή «τρέλα» που τους διακρίνει, επιδίδονται ευγενικά στο επιμελές στρώσιμο των μονοπατιών, ώστε να είναι βατά και να τα χαίρονται οι επισκέπτες. Τα μονοπάτια πρέπει να φροντίζονται διαρκώς καθότι οι ισχυροί άνεμοι, οι προσχώσεις, οι βροχές και τα ζώα προξενούν ζημιές. Ο καθαρισμός των μονοπατιών είναι μια επίπονη και σκληρή δουλειά, που απαιτεί σωματική ρώμη και αντοχή, πρέπει δε να το «λέει η καρδιά σου» για να την κάνεις. Παρ’ όλα αυτά γίνεται εθελοντικά. Ο Σταμάτης Γιαννακόπουλος, ο Σταύρος Λουλούργας, καθώς και εργαζόμενοι της επιχείρησης «Aegialis Hotel & Spa», που βρήκαμε στον Ποταμό, ασχολούνται με όλες τις μορφές ορειβασίας, ορεινή πεζοπορία, αναρρίχηση και αναβάσεις, συντήρηση και καθαρισμό μονοπατιών, διάνοιξη παλαιών ξεχασμένων διαδρομών.
Από το μέρος αυτό ατενίσαμε τις θαυμάσιες αμμώδεις παραλίες της περιοχής, η μεγαλύτερη εκ των οποίων διαγράφει ένα μεγάλο τόξο, μέχρι ψηλά στον ολόλευκο οικισμό Θολάρια. Η διαδρομή συνεχίζει προς την Όξω Μεριά, μέχρι που φτάνει στην κορυφογραμμή. Ακολουθώντας την φτάσαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Μάμα και κατόπιν σε μια πρωτότυπη φάρμα με ζώα: αγριογούρουνα, αγελάδες, γαϊδουράκια, πρόβατα. Πρόκειται για πανέμορφη διαδρομή που αποζημιώνει με το παραπάνω τον περιπατητή. Εξαιρετική εμπειρία. Η θάλασσα κι ο ουρανός σε υπέροχο γαλάζιο, όλο κύματα και σύννεφα, μου προξενούσαν την περιέργεια να αναπλάσω με τη φαντασία μου τις τριήρεις των αυτοκρατοριών να πλέουν, τις ρωμαϊκές γαλέρες, τα βαριά βυζαντινά πλοία, τα μαυριτανικά κουρσάρικα που ταξίδευαν κάποτε σε αυτά τα νερά. Ένα είναι σίγουρο, ότι αυτά τα χρυσά ακρογιάλια, αυτοί οι οδοντωτοί γκρεμοί, αυτές οι σπηλιές, τα νησάκια και οι αψίδες είναι τα ίδια που αντίκριζαν και οι αρχαίοι Έλληνες κι όσοι πολιτισμοί πέρασαν από δω κι άφησαν το λιθαράκι τους.

Αναβαθμοί και ξερολιθιές

Πέτρινα σκαλοπάτια

Ως προς τις αγροτικές κατασκευές, ξεχωρίζει ένα ευρύ πεδίο παλαιών αναβαθμών και κομψότατων ξερολιθιών. Δεν υπάρχει κάποιο σημείο στην Αμοργό, όπου ο επισκέπτης να μην μπορεί να διακρίνει κάποια πέτρινη χειροποίητη κατασκευή. Η χρήση των αναβαθμών ήταν εκτεταμένη τα παλαιότερα χρόνια, όπου οι τεχνικές καλλιέργειας δεν ήταν εξελιγμένες, οπότε απαιτείτο μια προστασία από τους δυνατούς ανέμους. Σήμερα, οι αναβαθμοί έχουν αφεθεί σε σχεδόν απόλυτη εγκατάλειψη, ώστε να επικαλύπτονται αργά και σταδιακά σε κάλυψη από το φυσικό στοιχείο, με τη λειτουργική χρήση τους να περιορίζεται εξαιρετικά. Η Αμοργός είναι κυριολεκτικά διάσπαρτη από αναξιοποίητους αναβαθμούς, οι οποίοι διατηρούνται σε καλή κατάσταση, και ίσως η προοπτική μερικής χρήσης τους να είναι άξια έρευνας. Παλιοί εγκαταλελειμμένοι αναβαθμοί βρίσκονται πλάι σε κάποιους που δεν έπαψαν να καλλιεργούνται για αιώνες μέχρι σήμερα, με το παραδοσιακό αλέτρι μέσα στον ίδιο χώρο. Το τοπίο είναι απόκοσμο και απροσδόκητο. Σε ορισμένα σημεία του δε, θυμίζει παλάτια των Άνδεων.

Ασφοντυλίτης

Θεσπέσια άγρια!

Τελικώς μέσα σε ανέμους πολλών μποφώρ φτάσαμε στον ξακουστό Ασφοντυλίτη. Με τους… σφονδύλους, τους ασφόδελους και τις χαραγματιές του. Πάντα πεζή. Εκεί επρόκειτο να γευματίσουμε υπαίθρια (πικ νικ), ωστόσο δεν εστάθη εφικτό λόγω του απείθαρχου αγέρα, που κυριολεκτικά αλώνιζε στο υψόμετρο.

Η άλλοτε ζωντανή αγροτική αποικία, άθικτη από νεότερες επιδράσεις, σφραγίζει παντού το χώρο με τη λιτή της αισθητική: στ’ αλώνια και στα πηγάδια, στους φούρνους και στις εσωτερικές διαμορφώσεις των σπιτιών (θέση της εστίας, κτιστά κρεβάτια, προαύλιοι χώροι), στους στάβλους, στο λιθόκτιστο δρόμο που διασχίζει. Η πέτρα ως κυρίαρχο δομικό υλικό δύσκολα ξεχωρίζει από τον φυσικό περίγυρο, σχηματίζοντας μια πολυσύνθετη μέσα την απλότητά της εικόνα λαϊκής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.
Κάποια στιγμή, δεξιά και αριστερά του δρόμου, οι πεζοπόροι παρατηρήσαμε ιδιότυπες, σκαλισμένες στους βράχους ζωγραφιές. Πριν από από περίπου 100 χρόνια τις φιλοτέχνησε το χέρι ενός ανάπηρου παιδιού, που όμως την ψυχή και τις αισθήσεις του φλόγιζε και ενδυνάμωνε η σφριγηλότητα του άγονου και ερημικού τοπίου! Ζωγραφιές που οδηγούν συνειρμικά σε εποχές πανάρχαιες, σφραγισμένες από σπάνια βραχογραφήματα. Γνωρίζει άραγε κανείς τι συνέβη εκείνα τα χρόνια στον οικισμό; Χαραγματιές στις πέτρες δείχνουν μουσικούς με τα όργανά τους να κατευθύνονται στο γλέντι. Η επιφάνεια της πέτρας μάλλον δεν ήταν αρκετά σκληρή για την υπομονή του καλλιτέχνη. Τη δάμασε. Ένα κατσίκι – τάμα στον Άγιο που ακολουθεί το βιολιστή… Μια ολόκληρη οικογένεια καταφθάνει από μακρά πορεία στο πανηγύρι. Ένας από τους βιολιστές προσφέρει και ένα κανάτι με κρασί. Ο γάμος της Ανθούλας. Παράξενα σύμβολα πλάι στη ζωγραφιά της Ανθούλας. Μία και μοναδική υπογραφή του λαξευτή των έργων, «Μιχάλης», στον τοίχο. Πολλά ονόματα γυναικών. Ο βιολιστής και το δοξάρι του σε μια μελωδική κίνηση. Ένα μεγάλο αγκωνάρι για τη Μαρία και τη Σοφία, δυο κοπέλες του χωριού. Πιο χαμηλά το όνομα της Γεωργίας. Αστέρια και φωτοστέφανα. Τα σχέδια ξεκινούν με μια σύνθετη όσο και ασαφή σύνθεση του 1907. Δημήτρης – γάλα, κρασί. Δαφνούλα – μέλι. Με την ορθογραφία να μη βρίσκεται και στην καλύτερη στιγμή της. Στις πέτρες αυτές είναι γραμμένες κάποιες κρυφές κι άσημες ιστορίες…
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η εκκλησιά του Αϊ Νικόλα, ξεχωριστή αρχιτεκτονική νότα, άσπρη αδρή πινελιά στο γκρίζο μοτίβο της πέτρας. Μονοπάτι κατηφορικό, δύσβατο, οδηγεί ανατολικά από τον οικισμό στα Χάλαρα, παρθένα ακτή στα νοτιοανατολικά, με πολύτιμη πηγή.
Ο Ασφοντυλίτης είναι θέση πρωτοκυκλαδική, σημαντική και στους ιστορικούς χρόνους, αφού λείψανα ελληνιστικού πύργου έχουν εντοπιστεί στην περιοχή.
Δανειζόμαστε εδώ το άρθρο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Ηλία Προβόπουλου, που έχει ερευνήσει εις βάθος την ιστορία της περιοχής:

Προς τη Μονή

«Κεντήματα στην πέτρα είναι η ζωή…» (Ηλίας Προβόπουλος)

Του Ηλία Προβόπουλου
«Δεν είναι και λίγα τα μνημεία και τα ευρήματα από τους αρχαίους και τους κατοπινούς χρόνους που φανέρωσε η γη της Αμοργού και τα οποία μαρτυρούν τη μακρά πορεία των ανθρώπων πάνω σε αυτό το μοναδικό νησί. Το κύρος τους φυσικά και δεν αμφισβητείται, αλλά ανάμεσά τους πρέπει να αναγνωριστεί και το έργο που δημιούργησε πριν από ένα αιώνα και είναι εκτεθειμένο στους πέτρινους τοίχους του Ασφοντυλίτη, ο ανάπηρος Μιχάλης Ρούσσος.

Ο Ασφοντυλίτης της Αμοργού, είναι ο μόνος παραδοσιακός αγροτικός οικισμός σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων που έχει ακόμη και σχεδόν ακέραια όλα εκείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία τα οποία, με την εύγλωττη σιωπή τους μαρτυρούν την αδιάκοπη κατοίκησή του από την αρχή της ιστορίας. Θεμελιωμένος πριν από αμέτρητα χρόνια στο μικρό υψίπεδο της πλαγιάς που ξεκινά από την κορυφή Βορεινά και καλείται Απόλακα, έχει την πλάτη του στον βοριά και αγναντεύει το δυτικό πέλαγος. Ο επισκέπτης του, όταν κατεβαίνει το μονοπάτι από τον ερημωμένο Άγριλα ή την Όξω Μεριά, τον βλέπει ως ένα συμπαγή με το πετρώδες περιβάλλον, οχυρωματικό οικισμό με πολλά χαμηλά, πέτρινα κτίσματα στο εσωτερικό του, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με στενούς, άτακτους δρόμους. Οι τοίχοι που χωρίζουν μεταξύ τους τα εγκαταλελειμμένα αγροτικά νοικοκυριά είναι φαρδείς και αρκετά ψηλοί και το μόνο φυτό που ευδοκιμεί μέσα σε αυτό το κατάστεγνο, γκρίζο τοπίο με τις πέτρες είναι οι στεγνές, αποσκελετωμένες φραγκοσυκιές, η ηλικία των οποίων, επίσης δεν μπορεί να υπολογιστεί.

Εκείνο όμως που κυρίως χαρακτηρίζει αυτόν τον παλιό οικισμό της Αμοργού, είναι οι μεγάλες, ακατέργαστες ως επί το πλείστον πέτρες που είναι χτισμένα τα σπίτια και οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις. Οι πέτρες είναι βέβαια το μόνο υλικό που σε αφθονία υπάρχει στον τόπο και αυτές χρησιμοποίησαν οι πρώτοι άνθρωποι να χτίσουν τα σπίτια τους και ως φαίνεται, είναι πολλές οι φορές μέσα στους αιώνες που επιστρατεύτηκαν για τον ίδιο σκοπό. Το γεγονός ότι κάτω από τον οικισμό, υπάρχει μια σειρά από πηγάδια από τα οποία αναβλύζει νερό όλο το χρόνο, βεβαιώνει την άποψη ότι οι άνθρωποι κατοίκησαν εκεί από την αυγή της ιστορίας. Τα αρχαιολογικά ευρήματα εξάλλου της περιοχής αποδεικνύουν πως στη θέση που βρίσκεται ο Ασφοντυλίτης άνθισε κάποτε μια πρωτοκυκλαδική εγκατάσταση ανθρώπων.

Στη πέτρα λοιπόν οφείλεται το γεγονός ότι ο Ασφοντυλίτης παραμένει άθικτος από το χρόνο καθώς ελάχιστες είναι οι ζημιές που παρουσιάζει κι αυτές διακρίνονται μόνο στις στέγες ενώ στα εσωτερικά των σπιτιών, όπου βέβαια υπήρχαν, έχουν πέσει οι χοντροί σοβάδες. Στο εξωτερικό τους οι τοίχοι δεν πρέπει ποτέ να είχαν σοβαντιστεί ή ασβεστωθεί, πράγμα που μαρτυρά πως η μανία του λευκού είναι μια μεταγενέστερη έκφραση της αισθητικής στο νησί. Μέσα στα σπίτια, σώζονται επίσης οι φούρνοι ενώ σε πολλά δωμάτια τα οποία, σημειωτέον δεν διαθέτουν παρά ελάχιστα, μικρά παράθυρα, φαίνονται τα κτιστά πέτρινα κρεβάτια και οι λίθινοι πάγκοι που κάθονταν οι άνθρωποι. Όλες δε οι στέγες είναι κατασκευασμένες με αλλεπάλληλα στρώματα γαλάζιας λάσπης και ξηρών φυκιών που στηρίζονται σε χοντρά ξύλα από φίδες, ένα κυπαρισσόδεντρο που έχει σχεδόν εξαφανιστεί, για αυτόν ακριβώς το λόγο, όχι μόνο από την Αμοργό, αλλά από τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου.

Δίπλα από κάθε σπίτι υπάρχουν πολλά μικρότερα, το ίδιο ανθεκτικά κτίσματα που προορίζονταν για τα ζώα, κυρίως για τα γαϊδούρια και τα βόδια –τα αιγοπρόβατα είτε ήταν ελεύθερα ή μαντρίζονταν σε αγροικίες μακριά από τον οικισμό. Ξεχωριστή θέση είχαν επίσης δίπλα από τα σπίτια και πολλές κατασκευές που προορίζονταν για την αποθήκευση των λιγοστών αγροτικών προϊόντων που παρήγαγαν τα πετρώδη και άγονα χωράφια του Ασφοντυλίτη. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός ότι πουθενά δεν υπάρχει καμιά στέρνα για τη συλλογή νερού και μάλλον οφείλεται στην ύπαρξη των πολλών πηγαδιών στον πάτο του οικισμού. Το πυκνό και λαβυρινθώδες οικιστικό συγκρότημα διακόπτουν άδεια, φαρδιά μονοπάτια που εξυπηρετούσαν την επικοινωνία των νοικοκυριών και οδηγούν έξω από τον οικισμό, στις εξοχές και τα αλώνια, τα οποία βρίσκονται σε μέρη που φυσάει κατάλληλα ο αέρας.

Το μόνο οικοδόμημα του Ασφοντυλίτη που ξεχώριζε – πριν κάποιος κάτοικος σοβαντίσει ένα από τα παλιά σπίτια και ταράξει έτσι το παραδοσιακό σύνολο, ήταν η δίστεγη εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Και αυτό το κτίσμα το οποίο διέθετε μια λεπτή αισθητική, δυστυχώς επέστη πριν από λίγα χρόνια κάποιες «βελτιώσεις» οι οποίες αλλοίωσαν την φυσιογνωμία του. Το ίδιο συμβαίνει και με το δρόμο ο οποίος ανοίχτηκε από την κεντρική αρτηρία της Αμοργού προς τον οικισμό και ως είναι φυσικό, προσέβαλλε ανεπανόρθωτα το τελευταίο απόλυτο, ακέραιο κυκλαδικό τοπίο.

Πάνω από τον οικισμό, ως την κορυφή του βουνού στην πετρώδη πλαγιά απλώνονται τα βοσκοτόπια του Ασφοντυλίτη, διαχωρισμένα με μεγάλους τοίχους ενώ κάτω από το δρόμο, στην περιοχή που καλείται Μινόρια, βρίσκονται τα χωράφια, μερικά από τα οποία δείχνουν να ήταν καλλιεργημένα πριν από μερικά χρόνια. Εκεί βρίσκονται και τα περισσότερα δέντρα, κυρίως συκιές και αμπέλια τα οποία χωρίς καμιά φροντίδα πλέον κοντεύουν να ξεραθούν.

Σ’ αυτό το σημείο λένε κάποιοι παλιοί, ήταν κάποτε ένας μικρός παράδεισος από την πρασινάδα και τα καρποφόρα δέντρα. Από εκεί και κάτω μέχρι τη θάλασσα, στην πλαγιά που καλείται Χάλαρα διακρίνονται πολλά παρατημένα χωράφια που καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι και φάβα και τα οποία είναι διαχωρισμένα με ψηλούς τοίχους, πολλές αγροικίες και αρκετά αλώνια. Απέναντι ακριβώς από τον Ασφοντυλίτη, στην ήμερη κορυφή Ρίζα και στη θέση Πλακόγουρνες, πάνω από τη λαγκάδα Αρνότσουλος διακρίνονται τα ερείπια αρχαίου οχυρωματικού πύργου, ενώ ένας άλλος υπάρχει πάνω από τον οικισμό, στη θέση Ξηροκάμπι, της Όξω Μεριάς. Σημειώνεται, ότι εξαιτίας δε του βουνού που έχει στην πλάτη του ο Ασφοντυλίτης και εμποδίζει τους βοριάδες δεν έχει κανένα ανεμόμυλο.

Σε αυτόν τον οικισμό – φάντασμα της δυτικής Αμοργού τις περισσότερες ώρες της ημέρας δεν κινείται κανένας άνθρωπος. Ο μόνος που πηγαίνει εκεί να φροντίσει τα γουρούνια που έχει κλεισμένα σε ένα παρατημένο σπίτι, είναι ο ηλικιωμένος Νικόλας Θηραίος από τον Ποταμό. Αυτός παίρνει νερό σε πλαστικά δοχεία και το μεταφέρει στα ζωντανά τα οποία καταλαβαίνει κανείς ότι υπάρχουν πίσω από κάποιο τοίχο από την έντονη μυρωδιά τους. Τίποτα άλλο δεν δηλώνει την παρουσία του εκεί. Έτσι ο περαστικός από τον Ασφοντυλίτη, όταν θα διακρίνει δίπλα από το μονοπάτι μια σειρά από βραχογραφήματα δεν υπάρχει περίπτωση να βρει κάποιον να ρωτήσει τι είναι αυτά.
Στο χωριό Ποταμός, μόνο μπορεί να μάθει πως αυτές οι φιγούρες που είναι σκαλισμένες στην πέτρα τις έκανε κάποιος Μιχάλης Ρούσσος που έζησε κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα και ο οποίος ήταν ανάπηρος. Εκείνον τον άνθρωπο, λένε οι παλιοί, οι οικείοι του όταν είχαν δουλειές, τον πήγαιναν και τον ακουμπούσαν σε κάποιο σημείο του οικισμού και αυτός, για να περνάει η ώρα του σκάλιζε με ένα σφυρί και ένα καλέμι τις πέτρες που έφτανε, συνήθως από το καρεκλάκι του.

Ποιος του δίδαξε αυτή την τέχνη, είναι άγνωστο. Πιθανόν στις ατέλειωτες ώρες της πλήξης του πήρε κάποια στιγμή τα εργαλεία και άρχισε να κεντάει τις πέτρες των τοίχων γύρω και μέσα από τον οικισμό. Αν είχε κάποιοι δάσκαλο, σίγουρα θα το καταλαβαίναμε από ένα έστω έργο του, αλλά όλες οι βραχογραφίες στον Ασφοντυλίτη είναι του Ρούσσου. Καμία δεν ξεφεύγει από τη δική του τεχνοτροπία, θα έλεγε και ένας ειδικός στην τέχνη. Όλες λοιπόν οι ζωγραφιές έγιναν από ένα άνθρωπο και όπως δηλώνουν κάποιες ημερομηνίες, έγιναν σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εξήντα περίπου χρόνων.

Ο Ρούσσος, όπως διακρίνουμε από τις βραχογραφίες πρέπει να άρχισε να κεντάει τις πέτρες μερικά χρόνια πριν από το 1900, το 1897 την πρώτη και σταμάτησε το 1943 χρονιά πιθανόν που μπορεί να πέθανε. Οι πιο πυκνές χρονολογίες αφορούν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας 1910 – 1920, ενώ απουσιάζουν εντελώς χρονολογίες μέχρι το 1940. Κανένας δεν γνωρίζει γιατί διάλεγε να κεντήσει αυτά τα χρόνια, μια περίπτωση όμως είναι να τα έχει σημειώσει λόγω των πολέμων τους οποίους θα μάθαινε από διηγήσεις των γειτόνων του που είχαν πολεμήσει ή λόγω της απουσίας τους. Πάντως ο καλλιτέχνης πρέπει να ήταν ενήμερος για κάποια γεγονότα που μπορεί μεν να συνέβαιναν μακριά από τον τόπο του, αλλά τον επηρέαζαν κι αυτόν.

Και κανείς να μην έβγαινε έξω από τα όρια του Ασφοντυλίτη, καθώς ο οικισμός ήταν ακριβώς πάνω στη Μεγάλη Στράτα από την οποία περνούσαν υποχρεωτικά όλοι όσοι πήγαιναν από την Αιγιάλη στη Χώρα και τανάπαλιν, όλο και κάποιος θα μετέφερε ειδήσεις και πληροφορίες, των οποίων κοινωνός θα ήταν βεβαίως και ο Ρούσσος. Καθώς μάλιστα ήταν μόνιμα καθηλωμένος πάνω στο καρεκλάκι του, ήταν και ο άνθρωπος που όλοι οι περαστικοί χαιρετούσαν και καθώς κάθονταν να πάρουν μια ανάσα πριν πάρουν τον μεγάλο ανήφορο συνομιλούσαν μαζί του και αντάλλασσαν πληροφορίες ή του άφηναν παραγγελίες για τους άλλους. Ενήμερος λοιπόν ο Μιχάλης, πιθανόν να λειτουργούσε και σαν εκπρόσωπος της μικρής κοινωνίας του, όταν οι άλλοι έλλειπαν στα χωράφια και βοσκούσαν μακριά τα ζωντανά τους.

Απ’ ό, τι φαίνεται το αγαπημένο σημείο του Ρούσσου ήταν η μικρή περιοχή γύρω από το πηγάδι και τις στέρνες. Εκεί ήταν το πιο σίγουρο σημείο να δει τους περαστικούς γιατί εκεί όλοι σταματούσαν να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν τα υποζύγιά τους.

Καθώς σε όλο τον οικισμό δεν διακρίνονται κανενός άλλου έργα, ή κάτι τέλος πάντων σχετικό, ούτε κάποια άλλη τεχνική πάνω στις πέτρες του πρέπει να συμπεράνουμε πως ο Ρούσσος ήταν αυτοδίδακτος. Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν κάποια έργα του και ιδιαίτερα οι λέξεις που έχει σκαλίσει στις πέτρες. Καθότι ανάπηρος, αποκλείεται να πήγε σχολείο σε κάποιο χωριό. Ήξερε όμως γράμματα και όπως διαπιστώνουμε, γνώριζε ακόμα και τους τόνους και τα πνεύματα μιας μικρογράμματης γραφής. Κάποιος λοιπόν θα πρέπει να τον έμαθε να γράφει και ίσως έγραφε και στο χαρτί ή την πινακίδα!

Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος κέντησε πάνω στις πέτρες του Ασφοντυλίτη πάνω από 200 έργα τα οποία μπορεί ο καθένας επισκέπτης του οικισμού να τα δει αν ψάξει προσεκτικά όλο τον οικισμό. Έργα στα οποία απεικονίζονται κυρίως σκηνές από πανηγύρια με μουσικούς και χορευτές, φιγούρες γυναικών και ονόματα ανθρώπων.

Σημαντικό ρόλο στη ζωή του Μιχάλη Ρούσσου φαίνεται πως έπαιζαν οι γυναίκες και κεντούσε τα ονόματά τους στην πέτρα. Η Ανθούλα ήταν κάποια που τις είχε φαίνεται ιδιαίτερη αδυναμία και ονοματίζει μάλιστα τη φιγούρα της. Το ίδιο κάνει και με τη Δαφνούλα. Η Σοφία όμως, η Γεωργία και η Μαρίνα δεν έχουν φιγούρες, μόνο τα ονόματά τους ξέρουμε αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες. Μήπως μπορούμε όμως να καταλάβουμε ποιες ήταν οι άλλες; Κανένας πλέον από τον Ποταμό ή τα άλλα χωριά της Αιγιάλης όσο και αν σκάψει στη μνήμη του δεν μπορεί να ταυτοποιήσει τα ονόματα με κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα. Το γεγονός που χρησιμοποιεί τόσα πολλά ονόματα, σημαίνει πως εκείνος ο άνθρωπος είχε μια οικειότητα με όλες τις γυναίκες του Ασφοντυλίτη και το κέντημα των ονομάτων τους στις πέτρες των τοίχων δεν δημιουργούσε παρεξηγήσεις στον οικισμό.

Σημασία έχει όμως η απουσία των ανδρικών ονομάτων καθώς πουθενά, σε καμιά πέτρα δεν υπάρχει παρά μόνο ένα ανδρικό όνομα, το «Δημήτριος», θαρρείς πως ο Ρούσσος έζησε μέσα σε μια κοινωνία γυναικών. Το γεγονός δεν μπορεί να εξηγηθεί με τίποτα. Σε κάποιες φιγούρες πάλι, ο καλλιτέχνης βάζει δίπλα τους ένα σταυρό, όπως βάζουμε σήμερα δίπλα στα ονόματα των πεθαμένων. Να σήμαινε άραγε το ίδιο και γι’ αυτόν ή ο σταυρός δίπλα στην ανώνυμη φιγούρα δήλωνε κάτι το οποίο δεν θα μάθουμε ποτέ; Σε κάποιες πέτρες επίσης, σκάλιζε δυο και τρεις σταυρούς.

Οι μουσικοί ήταν το άλλο μεγάλο κεφάλαιο της τέχνης του. Ο Ρούσσος σκάλισε πολλές ανδρικές φιγούρες που φορούν καπέλο, να κρατούν στο ένα χέρι τους βιολί και στο άλλο ένα αντικείμενο που μοιάζει με ντέφι, αλλά αποκλείεται να είναι κάτι τέτοιο καθώς στην Αμοργό δεν συνηθίζονταν αυτό το όργανο. Πιθανόν να είναι ένα φλασκί με κρασί, ίσως και τσαμπούνα. Σε μια βραχογραφία μάλιστα διακρίνεται πολύ καθαρά μια φιγούρα δίπλα σε ένα μουσικό να κρατάει ένα λαγήνι με δυο χερούλια. Δίπλα στις φιγούρες με τους μουσικούς πολλές φορές βάζει ένα ζευγάρι πιασμένο χέρι – χέρι να χορεύει η σκαλίζει με ιδιαίτερη άνεση, εκφραστικές φιγούρες πολλών ανθρώπων σαν να πηγαίνουν παρέα σε γιορτή ή πανηγύρι.

Αυτός ο άνθρωπος που λόγω αναπηρίας δεν χόρεψε ποτέ πρέπει να είχε έμεινε έκθαμβος από τους χορούς και σκάλισε με υπομονή σκηνές από τα γλέντια που έβλεπε στον Ασφοντυλίτη και μάλλον πρέπει να ήταν πολλά. Δεν αποκλείεται πάλι να τον έπαιρναν μαζί τους σε πανηγύρια που γίνονταν εκτός οικισμού, αλλά για εκείνες τις εποχές η δυνατότητα για κάτι τέτοιο ήταν ελάχιστες. Το γεγονός μας οδηγεί να συμπεράνουμε πως στον οικισμό υπήρχε ένας τουλάχιστον βιολιστής και αυτός πρέπει να διασκέδαζε τακτικά τους γείτονές του, ίσως και τους περαστικούς.

Πάντως τον καλλιτέχνη δεν τον ενδιέφερε καθόλου η επιφάνεια της πέτρας, οποιαδήποτε εύρισκε μπροστά του ή εκεί που τον άφηναν έπιανε το καλέμι και σκάλιζε. Απορίες δημιουργούν κάποια σκαλίσματα που έγιναν στα υπέρθυρα πολλών σπιτιών. Πως έφτανε τόσο ψηλά αυτός ο άνθρωπος; Τον σήκωναν ή του έφτιαχναν ένα πατάρι;

Το γεγονός μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την περίπτωση να κεντούσε το μεγάλο λιθάρι πριν αυτό τοποθετηθεί πάνω από την πόρτα. Έτσι ίσως μπορούμε να γνωρίσουμε και την ημερομηνία κατασκευής κάποιων σπιτιών, αλλά η μεγάλη απόσταση μεταξύ των χρονολογιών πάλι θα μας μπερδέψει. Σε κάποια υπέρθυρα ο Ρούσσος σκαλίζει τα αρχικά των ενοίκων του σπιτιού. Πού το έμαθε αυτό, είναι άγνωστο. Άγνωστος είναι επίσης και ο λόγος που το έχει κάνει μόνο σε ορισμένα σπίτια, πολύ λίγα σε σχέση με το σύνολο του οικισμού.

Σε ένα υπέρθυρο διακρίνουμε δίπλα σε ένα σταυρό τα αρχικά Δ.Ν.Ρ. και Ν.Ν.Ρ που πρέπει να αφορούν μάλλον το πατρικό του ή ένα άλλον της οικογένειας Ρούσσου. Σε ένα άλλο, διακρίνουμε τις λέξεις «κρασί», «γάλα», «μέλι» οι οποίες δηλώνουν πως σε εκείνο το κτίσμα έβαζαν το κρασί, το γάλα και το μέλι. Το γιατί όμως έπρεπε να βάλει στο υπέρθυρο αυτές τις λέξεις, γεγονός το οποίο δεν απαντάται σε κανένα άλλο οίκημα πουθενά στην Αμοργό, ούτε και στις υπόλοιπες Κυκλάδες, είναι παράξενο. Το σκέφτηκε ο ίδιος, η ένας άλλος του περιέγραψε κάποιο κατάστημα που διέθετε αυτά τα είδη;

Βλέποντας λοιπόν τα βραχογραφήματα του Ρούσσου, εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε πως αυτός ο άνθρωπος κέντησε στις πέτρες σκηνές από τη ζωή των ανθρώπων του Ασφοντυλίτη. Από τις βραχογραφίες του Ρούσσου δεν λείπουν και τα ζώα, σε δυο – τρία βραχογραφήματα βλέπουμε κάποιον άνθρωπο να σέρνει με σχοινί ένα κατσίκι και σε μια άλλη, μισοσβησμένη σκηνή που δείχνει ένα όργωμα. Εκείνο που απουσιάζει όμως εντελώς από τα έργα του είναι τα δέντρα και τα λουλούδια.

Θα ήταν βέβαια ενδιαφέρον να μαθαίναμε αν ανάμεσα σε αυτές τις φιγούρες που κέντησε ο Ρούσσος αφιέρωσε κάποια και στον εαυτό του – σε ένα τοίχο μισοσβησμένο, διακρίνεται το όνομα «Μιχάλης» αλλά δεν το συνοδεύει καμιά φιγούρα. Δεν αποκλείεται όμως αυτός ο άνθρωπος να μπήκε στον πειρασμό και να έβαλε τη φιγούρα του να κρατάει από το χέρι μια άλλη κι έτσι με αυτόν τον τρόπο να έκανε αυτό που η φύση τον είχε καταδικάσει, να χορέψει με την Ανθούλα και τη Δαφνούλα.

Όποιος θελήσει να επισκεφθεί τον Ασφοντυλίτη και να δει από κοντά τα έργα του Ρούσσου, είναι καλύτερα να το κάνει από τον Σεπτέμβρη μέχρι τον Μάρτη γιατί, όσο και αν φαίνεται παράξενο, τους υπόλοιπους μήνες τα χόρτα κρύβουν όλα τα έργα. Τα περισσότερα βέβαια διακρίνονται δίπλα στο μονοπάτι, αλλά υπάρχουν και άλλα διάσπαρτα μέσα στον οικισμό. Ο επισκέπτης μπορεί λοιπόν να περπατήσει μέσα στον οικισμό, να μπει μέσα στα ερειπωμένα σπίτια και τις καλύβες, αλλά εκεί μπορεί να χάσει το χρόνο του, γιατί εκεί μέσα δεν υπάρχει καμία βραχογραφία. Αντιθέτως, θα δει από κοντά την φθορά που επιτελεί ο χρόνος και η αδιαφορία για τα κτίσματα.

Τελικά σε αυτό τον αρχαίο τόπο που οι αιώνες άφησαν ανυπόγραφα τα σημάδια τους, ο μόνος που μπορεί να μνημονεύεται είναι ο Μιχάλης Ρούσσος και τον σκοπό τούτο είχε αυτό το αφιέρωμα. Άλλος ένας από τους σκοπούς του είναι να γίνει επιτέλους κάτι, να βρεθεί κάποιος και να πάρει μια πρωτοβουλία για την ανακήρυξη του Ασφοντυλίτη ως τόπο ιδιαίτερου φυσικού και βεβαίως ιστορικού κάλλους και άμεσα να προστατευτεί και να συντηρηθεί, γιατί πράγματι αξίζει να πηγαίνουμε να βλέπουμε ένα από τα τελευταία άθικτα κυκλαδικά τοπία». 2008, Ηλίας Προβόπουλος (Actimon)

Ασβεστωμένα πεζούλια

Το 1885 ο περιηγητής J. Th. Bent γράφει: «Το ορεινό χωριό, όπου γευματίσαμε, έφερε το μακρύ όνομα Ασφοντυλίτης. Είναι χωριό τυροκομικό και αποτελείται από χαμόσπιτα. Αυτό που καταλύσαμε ήταν γεμάτο από τυριά που στέγνωναν σε καλάμια, που κρέμονταν από τους τοίχους, ώστε να σχηματίζουν ράφια… Σ’ αυτό το χωριό οι γέροι φορούν μια αρχαία φορεσιά, που αποτελείται από ένα περίεργο γιλέκο ή μπούστο και την κόκκινη σκούφια, ένα πλεκτό κάλυμμα που κρέμεται κάτω από μια πλευρά, που τους φτιάχνουν οι γυναίκες τους στο σπίτι κλώθοντας το υλικό και βάφοντάς το με ένα είδος μούρου που βρίσκουν στους λόφους».

Πύργος – παρατηρητήριο 

Πηγαίνοντας στον Ασφοντυλίτη

Μαγικός και εξαϋλωμένος ο Ασφοντυλίτης μοιάζει με πόλη – φάντασμα, όπου φύονται πέτρες και μεγαλώνουν θηριώδεις φραγκοσυκιές. Αυστηρός, μυστηριώδης, ακατοίκητος, αλλά μας αφήνει μια τρυφερότητα στον αέρα καθώς εγκαταλείποντάς τον σαστισμένοι και γοητευμένοι βλέπουμε τα σύννεφα να διαλύονται στις άγριες πλαγιές του.
Και φτάνει η ώρα να πορευτούμε προς τον ελληνιστικό πύργο – παρατηρητήριο Ρίχτι. Όπου κι εκεί μας υποδέχτηκε η απαραίτητη οικοδέσποινα γάτα.

Πορεία – βάλσαμο

Τα Θολάρια, η Λαγκάδα, ο Στρούμπος, ο Ποταμός και ο Όρμος έχουν άμεση οπτική επαφή μεταξύ τους και φυσικά άπλετη θέα προς τη θάλασσα. Όλοι οι οικισμοί βλέπουν τη Νικουριά και το Ρίχτι όπου βρίσκεται ο αρχαίος πύργος ενδοσυνεννόησης (με καπνό), που επίσης με τη σειρά τους έχουν επαφή με τη Χώρα. Έτσι και οι οικισμοί της Γιάλης είχαν ταχύτατη επικοινωνία με τη Χώρα, από τη Νικουριά, το Ρίχτι και το Βρούτση.

Με αυτή τη μορφή διάταξης η Αμοργός είχε άμεσο έλεγχο της θάλασσας σε ακτίνα 360 μοιρών και στα περάσματα από την Κρήτη προς Κυκλάδες, Δωδεκάνησα και Μικρά Ασία. Η άμεση επαφή των οικισμών και των νησιών της Αμοργού εξασφάλιζε την ταχύτατη επικοινωνία και συνεννόηση μεταξύ τους, με συστήματα φωτιάς και καπνού που στο Αιγαίο είναι σε χρήση τουλάχιστον από την ομηρική εποχή.
Η χωροταξική κατανομή, η οχυρή θέση των οικισμών και η επικοινωνία με τα αμοργιανά νησιά των Μικρών Κυκλάδων είχε πολλαπλή χρησιμότητα:

Αμυντική, για την αντιμετώπιση επιδρομέων, πειρατών και κουρσάρων. Επιθετική, για τη λεηλασία πλοίων σε περιόδους που υπήρχε διάχυση εξουσίας και αναστάτωση στο Αιγαίο. Πληροφοριακή, όπως σε περιπτώσεις έκτακτων εσωτερικών γεγονότων ή εισόδου μεγάλων κοπαδιών αφρόψαρων στα νερά μας, οπότε έπρεπε να βγουν ταχύτατα οι τράτες για μεγάλες ψαριές.

Το σύστημα αυτό της επικοινωνίας αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό, κυρίως στα περάσματα προς Δονούσα και Δωδεκάνησα.

Οι θέσεις των οικισμών της Αμοργού έχουν επιλεγεί με πολλά διαφορετικά κριτήρια (και οικολογικά) και όχι μόνο τον κίνδυνο των πειρατών. Άλλωστε, στην Αιγιάλη οι θέσεις των οικισμών παραμένουν οι ίδιες από την αρχαιότητα, κι αυτό αποτελεί μια ακόμη απόδειξη.
Η εκδρομή αυτή ολοκληρώθηκε με γεύμα και καφέ στο καφέ-μπαρ Maestro, πλάι στη θάλασσα, σε στρατηγικό σημείο του Όρμου Αιγιάλης, πλησίον του λιμανιού.

Η Αμοργός είναι ωραία

Εφ’ ενός ζυγού

Όπου και αν βρεθείς στην Αμοργό, η Αμοργός είναι ωραία. Συνοπτικά, έχει να σου δείξει πολλά και εντυπωσιακά, όπως τους πύργους της, την αρχαία πόλη της Αρκεσίνης, τα ερείπια της αρχαίας Μινώας, μιας από τις τρεις αρχαίες πόλεις της Αμοργού, αλλά και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Χώρας, που στεγάζεται στον πολύ όμορφο βενετσιάνικο Πύργο του Γαβρά. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Mονή του Αγίου Γεωργίου του Βαλσαμίτη και φυσικά η Μονή της Χοζοβιώτισσας, ένα από τα διασημότερα μοναστήρια του Αιγαίου και σήμα κατατεθέν της Αμοργού. Μια μονή που αξίζει πραγματικά τις κοφτές ανάσες και τις μεγάλες δρασκελιές που απαιτούνται για να φτάσει κανείς μέχρι την είσοδό της και να μπει στα εσώτερα αυτού του λευκού κομψοτεχνήματος, που είναι ένα με τα βράχια.
Έχει τα άνθη της και τα βοτάνια της, ειδικά το φθινόπωρο, που αποτελεί μια «δεύτερη άνοιξη», όταν οι σταγόνες της βροχής ξαναζωντανεύουν την ξερή γη κάνοντας να ανθίσουν τα κυκλάμινα (Cyclamen sp.), οι ανεμώνες (Anemone sp.), οι κρόκοι (Crocus sp.) και οι νάρκισσοι, οι ασκέλλες (Urginea maritima) και τα κολχικά (Colchicum variegatum) και καθώς τα αποδημητικά πουλιά περνούν στο ταξίδι τους προς τον Νότο. Η παρατήρησή τους σε συγκλονίζει, σε συνεπαίρνει και σε οδηγεί στην ποίηση, στον συμβολισμό, στην αλληγορία και στο δέος των ελληνικών μύθων.
Κυρίως έχει να σου δείξει έναν κόσμο περήφανο και σεμνό, που ξέρει να υποδέχεται, να προσφέρει και να προκόβει.
Νιώσαμε θλίψη που αφήσαμε αυτό το γαλήνιο και χαρούμενο νησί. Ένα νησί που σου δίνει πολλά και ζητά λίγα.

Τα αμοργιανά κατσίκια

Μπροστά στο απέραντο γαλάζιο

Κατσίκια υπάρχουν παντού στην Αμοργό. Αριθμούν περίπου 25.000. Οι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού είναι 1.900. Η ευκολία στην απόκτηση και στη συντήρηση της κατσίκας, έκανε πολλούς να τη χαρακτηρίσουν «αγελάδα του φτωχού». Σημαντική ήταν η θέση της κατσίκας και στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία καθώς η κατσίκα Αμάλθεια αποτέλεσε την τροφό του θεού των θεών Δία, αποδίδοντάς της οι Αρχαίοι Έλληνες ιδιαίτερη τιμή. Εκτρέφεται για το γάλα, το κρέας της και το μαλλί της. Επίσης, το δέρμα και η κοπριά της κατσίκας είναι εξίσου χρήσιμα (το πρώτο κυρίως για την κατασκευή υποδημάτων και ασκιών και η τελευταία ως λίπασμα). Φημίζονται σε όλο το Αιγαίο για το νόστιμο κρέας τους, εξαιτίας κυρίως του αλατιού που αποθέτουν στις χορτολιβαδικές εκτάσεις οι άνεμοι. Τρέφεται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς και μικρά κλαδιά από δέντρα, στα οποία σκαρφαλώνει η ίδια. Ενίοτε είναι καταστροφική για τη βλάστηση, καθώς δεν τα αφήνει να αναπτυχθούν. Πολλές φορές τρώει ακόμα και πικρά φυτά, που δεν τρώνε τα άλλα ζώα. Από την πελασγική ρίζα αιγ = αίγες ονομάσθηκαν τα ορμητικά κύματα, ο αιγιαλός, η αιγίς και η καταιγίς, το Αιγαίον, ο Αιγίθαλος, τα Αιγόσθενα και άλλα. Πιθανότατα το Αιγαίο πέλαγος να ετυμολογείται από τη λέξη αιξ – αιγός, οπότε να σημαίνει «τόπος με πολλές γίδες». Προτού η ξηρά καλυφθεί από τα νερά της θάλασσας και αποτελέσει πέλαγος. Αίγες, πληθυντικός του αιξ, δηλαδή μεγάλα κύματα, οπότε η σημασία θα ήταν κυματόβρεχτος.
Εν πάση περιπτώσει, τα κατσίκια της Αμοργού είναι όμορφα πλάσματα, ευκίνητα, ζωντανά και γρήγορα. Πηδούν τα απόκρημνα βράχια, περνούν τους δρόμους και εξαφανίζονται με εξαιρετική χάρη. Η ταχύτητά τους είναι εκπληκτική και το θέαμα όταν ανοίγουν δρόμο, σκαρφαλώνουν στις ξερολιθιές, χάνονται και εμφανίζονται ξανά είναι αξέχαστο. Όλο το νησί είναι ένα απέραντο πάρκο γι’ αυτά. Ελπίζω η συνάντηση μαζί τους να μας φέρει τύχη.

Aegialis Hotel & Spa

Στην κορυφή η σημαία του Βυζαντίου

Όλα αυτά τα αλησμόνητα ίσως να μην είχαν συμβεί σ’ αυτό το ταξίδι αν δεν ήταν το ξενοδοχείο Aegialis Hotel & Spa, η Ειρήνη Γιαννακοπούλου και η οικογένεια Νικήτα Γιαννακόπουλου με το άψογα εκπαιδευμένο προσωπικό τους (Σεμέλη, Μελίνα, Αλίζ και ο φοβερός οδηγός του πούλμαν Παναγιώτης) που ενορχήστρωσαν την εμπειρία του συνεδρίου «Υπερία». Η διοργάνωση, η ξενάγηση, η φροντίδα, η φιλοξενία, η αβρότητα, η προθυμία, η φιλικότητά τους, η κοινωνικότητά τους ήταν κάτι ανώτερο και αξεπέραστο.

Με ευλάβεια…

* Αμοργός – Αμολγός ή Αμουλγός, Μινώα τα ονόματα. Υπερία, Ψυχία, Παγκάλη, Καρκησία τα προσωνύμια.

Η ομορφιά σε γαληνεύει…

Το πουλί τ’ αηδόνι – δημοτικό της Αμοργού

Το πουλί τ’ αηδόνι
Στον κάμπο κατοικά
Και πάω να το πιάσω
Μα δε μπορώ να φτάσω
Και πάω να το πιάσω
Μα κείνο μου πετά

Πάω παρακάτω
Και βρίσκω μια μηλιά
Τα μήλα φορτωμένη
Κι απάνω κοπελιά

Της λέω έλα κάτω
Να πιάσουμε φιλιά
Κι εκείνη κόβει μήλα
Και με πετροβολά

Πάω να κόψω μήλο
Πιάνω το χέρι της
Χριστέ και Παναγιά μου
Να δω τα κάλλη της

* Πιθανότατα προέρχεται από παιδικό τραγούδι, που διασκευάστηκε από την αμοργιανή παράδοση και έγινε ερωτικό τραγούδι.

Κάτω από τα αλμυρίκια

Πληροφορίες για το Διεθνές Συνέδριο για τον Τουρισμό και τον Πολιτισμό, ΥΠΕΡΙΑ

Εξωραϊστικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών Θολαρίων Αμοργού
Αιγιάλη, Αμοργός – Κυκλάδες, 84008
Τηλ.: 22850 73393 – Fax: 22850 73395
info@yperia.gr

Εκθέματα

Η Χώρα με τους ανεμόμυλους

Τα σύννεφα αραιώνουν

Καθαρότητα στις γραμμές

Αρμονική συνύπαρξη πολιτισμών

Αρχαιολογικό Μουσείο

Λεπτομέρεια…

Περιμένει…

Στα Κατάπολα, Ραχίδι

Χαζεύοντας τους επισκέπτες!

Συμπάθειες…

Η ευτυχία είναι εδώ

Ουράνια και πελαγίσια χρώματα

* Ευχαριστούμε το Συνέδριο ΥΠΕΡΙΑ για τις φωτογραφίες

Εκτύπωση
diaxeiristisΑμοργού φθινοπωρινή περιήγησις